Αριθμός 1431/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαϊου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δάμη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 80863/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 484/2006, ως και στους από 30 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003 το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης (Ολ ΑΠ 6/94 και 4/95). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 80863/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος - κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 135880/1995 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή (300.000) δρχ. Από την υπ' αριθμ. 9154, από 11-7-2005 έκθεση έφεσης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος Αθηνών, οδός ...... προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του, είχε προβάλλει με αυτή ότι "ουδέποτε κλητεύθηκε, της δε (εκκαλούμενης) αποφάσεως έλαβε γνώση, κατά τη σύλληψή του στις 4-7-2005". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός, για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εκ τούτου μη γνώση από αυτούς της εκκαλούμενης απόφασης. Δεν αναφέρει όμως στην έφεσή του αν τη φερόμενη ως τελευταία γνωστή κατοικία του (αν ήθελε εκτιμηθεί το δικόγραφο αυτής ότι αυτή συμπίπτει μ' αυτή που δήλωσε ως κατοικία του στην έφεσή του), είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως, ούτε στο δικόγραφο των προσθέτων. Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι κατά λέξη η ακόλουθη: "από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, την εν γένει συζήτηση και τα όσα εξέθεσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος προέκυψαν τα ακόλουθα: Από το από 4-4-1997 αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως του Αρχιφύλακα του Α.Τ. Καλλιθέας ..... σε συνδυασμό με την από 24-2-97 έγγραφη παραγγελία επίδοσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προκύπτει ότι η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 135880/95 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου και ήδη εκκαλούντος, επιδόθηκε στον τελευταίο την 4-4-1997 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 2 Κ.Π.Δ. ως αγνώστου διαμονής και έκτοτε και μέχρι την άσκηση της από 11-7-2005 εφέσεώς του κατά της ως άνω απόφασης που ασκήθηκε με την υπ' αριθμ. 9154/11-7-2005 έκθεση εφέσεως παρήλθε η νόμιμη προθεσμία των 30 ημερών προς άσκηση αυτής. Περαιτέρω ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος υποστήριξε ότι ακύρως επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως αγνώστου διαμονής, ενώ ο εκκαλών ήταν γνωστής διαμονής και διέμενε από το έτος 1985 στην .... επί της οδού ..... και όχι επί της οδού ...., όπου ήταν το κατάστημά του, που είχε κλείσει. Επί του τελευταίου αυτού ισχυρισμού πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η διεύθυνση που είχε δηλωθεί από τον εκκαλούντα στην Ιονική Τράπεζα, που ήταν η πληρώτρια Τράπεζα της επίδικης επιταγής ήταν ...... Την εν λόγω διεύθυνση η άνω Τράπεζα γνωστοποίησε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με την από 22-3-2004 αναφορά εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, επομένως, αυτή ήταν η μόνη γνωστή διεύθυνση του εκκαλούντος προς την Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, στην οποία αφού αναζητήθηκε και απουσίαζε σε άγνωστο μέρος και δεν βρέθηκε κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ εγκύρως επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής. Ο ισχυρισμός του πληρεξουσίου δικηγόρου όσο και της εξετασθείσας μάρτυρος ότι η διαμονή του ήταν στην οδό και περιοχή που προαναφέρθηκαν, αφού αυτή αναφέρεται στις φορολογικές του δηλώσεις και στα εκκαθαριστικά της εφορίας που αναγνώστηκαν και επιπλέον ότι διαμένει ο εκκαλών με τη μάρτυρα σύζυγό του δίπλα από το Αστ. Τμήμα της περιοχής ....., με συνέπεια να είναι γνωστή αυτή στις Αρχές δεν κρίνεται βάσιμος. Τούτο δε διότι τόσο η αρμόδια εισαγγελική προς επίδοση αρχή όσο και τα όργανα επίδοσης δεν έχουν την υποχρέωση αλλ' ούτε και την ευχέρεια να προσφεύγουν σε άλλες αρχές ή πηγές πληροφοριών προς ανακάλυψη της διαμονής των παραληπτών των προς επίδοση εγγράφων, κατά τον χρόνο της επίδοσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού δεν προέκυψε ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως και μάλιστα μετά από οκτώ και πλέον έτη, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη". ΙΙΙ.- Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης απόφασης του δικαστηρίου, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών, δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησαν γνωστή, την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στην διεύθυνση της κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση, εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επίσης δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία για τους λόγους ανωτέρας βίας (που τυχόν εμπόδισαν την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης), αφού δεν έγινε από τον εκκαλούντα επίκληση τέτοιων λόγων. Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης και ο ταυτόσημος πρόσθετος λόγος με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας, αντίστοιχα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση και τους από 30 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 80863/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ