Αριθμός 937/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Γρηγόριο Μάμαλη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) X1, 2) X2 και 3) X3, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1438/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ4 και πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Ιανουαρίου 2006, 1η Φεβρουαρίου 2006 και 27 Ιανουαρίου 2006, τρεις, αντίστοιχες, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 566/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με τις προτάσεις (κυρία και συμπληρωματική) του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου, που φέρουν τους αριθμ. πρωτ. 360/17-8-2006 και 360α/8-12-2006, αντίστοιχα, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Α.- ΚΥΡΙΑ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 του ΚΠΔ: 1) Την υπ'αριθ. 14/27-1-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X1, 2) την υπ'αριθ. 15/27-1-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X3, και 3) την υπ'αριθ. 20/1-2-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X2, την οποία άσκησε επ'ονόματι και για λογαριασμό του ο δικηγόρος Αθηνών Ανδρέας Αναγνωστάκης, ενεργώντας εν προκειμένω ως ειδικός πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος αυτού, δυνάμει της συνημμένης στην ίδια ως άνω αίτηση αναιρέσεως από 31-1-2006 έγγραφης εξουσιοδότησης του ιδίου, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει βεβαιωθεί από αρμόδιο όργανο του Τμήματος Τροχαίας Αγίας Παρασκευής Αττικής, κατά του υπ'αριθ. 1.438/22-12-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Ι.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθ. 476/2005 βούλευμά του, εκτός των άλλων διατάξεών του, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους Χ4, X1, X3 και X2, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν αντίστοιχα: α) Για εκβίαση κατ'εξακολούθηση, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής και με απειλή βλάβης της επιχείρησης του εξαναγκαζόμενου, καθώς και με προσφορά παροχής προστασίας προς αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης, που τελέσθηκε κατ'επάγγελμα, ο 1ος, β) για εκβίαση κατ'εξακολούθηση, με απειλή βλάβης της επιχείρησης του εξαναγκαζόμενου, καθώς και με προσφορά παροχής προστασίας προς αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης, που τελέσθηκε κατ'επάγγελμα, για κατάχρηση εξουσίας κατ'εξακολούθηση και για βιασμό κατ'εξακολούθηση, ο 2ος, γ) για βιασμό κατ'εξακολούθηση, ο 3ος, και δ) για βιασμό, ο 4ος (άρθρα 13 εδάφια α΄ & στ΄, 26 § 1α, 27 §§ 1 & 2, 94 § 1, 98, 239 εδ. β΄, 336 § 1 και 385 §§ 1α, β του ΠΚ, όπως το άρθρο 385 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 § 10 του Ν. 2408/1996), πράξεις τις οποίες φέρονται ότι διέπραξαν αντίστοιχα στο ....: 1) Ο Χ4, κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο 1997 έως και το Νοέμβριο 1999, εις βάρος των Μ1 και Μ2, συνιδιοκτητών και συνεκμεταλλευτών του κέντρου διασκεδάσεως με συγκρότηση μπαρ, που λειτουργούσε στο .... με το διακριτικό τίτλο ".....", 2) Ο X1, κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο 1997 έως και το Νοέμβριο 1999 την πρώτη, εις βάρος των Μ1 και Μ2, συνιδιοκτητών και συνεκμεταλλευτών του κέντρου διασκεδάσεως με συγκρότηση μπαρ, που λειτουργούσε στο .... με το διακριτικό τίτλο "....", κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο 1997 έως και το Νοέμβριο 1999 τη δεύτερη και κατά το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του έτους 1999 μέχρι και το Νοέμβριο του ιδίου έτους την τρίτη, εις βάρος της Μολδαβής υπηκόου Ψ1, 3) ο X3 την 1-7-1999 και σε μη επακριβώς διακριβωμένες ημερομηνίες κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 1999 και στις αρχές Νοεμβρίου 1999, εις βάρος της Μολδαβής υπηκόου Ψ2, και 4) ο X2, την 1-7-1999, εις βάρος της Μολδαβής υπηκόου Ψ1 Κατά των παραπεμπτικών για τους ίδιους κεφαλαίων του υπ'αριθ. 476/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, άσκησαν όλοι οι παραπάνω κατηγορούμενοι (Χ4, X1, X3 και X2) τις αντίστοιχες υπ'αριθ. 148/4-4-2005, 139/29-3-2005, 134/28-3-2005 και 127/24-3-2005 εμπρόθεσμες και νομότυπες εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε το υπ'αριθ. 1.438/28-12-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγιναν οι παραπάνω εφέσεις τυπικώς δεκτές και απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν, επικυρώθηκε δε το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού προηγουμένως αα) διορθώθηκε κατά το σημείο του, με το οποίο το παραπάνω Συμβούλιο παρέπεμψε τους κατηγορουμένους προκειμένου να δικαστούν για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών και προσδιορίστηκε ως αρμόδιο προς τούτο δικαστήριο το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ββ) συμπληρώθηκε το διατακτικό του ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο Χ4 και ειδικότερα στο 18ο φύλλο, στην πίσω σελίδα και τις σειρές 27 και 28 και μετά τη φράση "με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο για τη ζωή τους", τέθηκαν οι φράσεις "που συνάγονται σιωπηρώς, πλην σαφώς, από τα απειλητικά τηλεφωνήματα, τις συχνές μεταβάσεις του στο κατάστημα .... και τις αφόρητες ψυχικές πιέσεις κ.λπ., σε συνδυασμό με την απαίτησή του να λαμβάνει σε τακτά χρονικά διαστήματα διάφορα χρηματικά ποσά και την ιδιότητά του ως Αστυνομικού, που ήταν ικανές να εμποιήσουν φόβο στα θύματά του", και γγ) απορρίφθηκε το υποβληθέν από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ4 αίτημα για διενέργεια συμπληρωματικής ανάκρισης, καθώς και η από 18-4-2005 δήλωση της από την πράξη του βιασμού παθούσας Ψ1, σύμφωνα με την οποία (δήλωση) θα είχε η δημοσιότητα από την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου X2, για τον εις βάρος βιασμό, ως συνέπεια το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό της. Κατά του τελευταίου αυτού (υπ'αριθ. 1.438/22-12-2005) βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, άσκησαν οι τρεις (3) μόνο εκ των τεσσάρων συνολικά εκκαλούντων κατηγορουμένων και συγκεκριμένα οι X1, X3 και X2 τις αντίστοιχες υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενα στην άσκηση αναιρέσεως πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ.α΄ του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκαν οι αιτήσεις αναιρέσεως των X1 και X3 από τους ίδιους αυτοπροσώπως στις 27-1-2006, με δηλώσεις τους ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν αντίστοιχα οι υπ'αριθ. 14/2006 και 15/2006 έγκυρες εκθέσεις, και β) ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως του X2 την 1-2-2006, με δήλωση του έχοντος ειδική προς τούτο εντολή, δυνάμει της από 31-12006 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως του ιδίου, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει θεωρηθεί από αρμόδιο όργανο του Τμήματος Τροχαίας Αγίας Παρασκευής Αττικής, ειδικού πληρεξουσίου και αντιπροσώπου του δικηγόρου Αθηνών Ανδρέα Αναγνωστάκη ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθ. 20/1-2-2006 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα στις 19-1-2006, στον δεύτερο εξ αυτών στις 23-1-2006 και στον τρίτο τούτων στις 23-1-2006, και β) διαλαμβάνονται στις ως άνω υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως σαφείς και ορισμένοι λόγοι και συγκεκριμένα εκείνοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην πρώτη, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη δεύτερη, της απόλυτης ακυρότητας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην τρίτη (άρθρο 484 § 1 περ. α΄, β΄ και δ΄ του ΚΠΔ). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ((ΑΠ 1/2005 Ολομέλεια σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ΄ σελ. 781, ΑΠ 711/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΑ΄ 55). Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ'αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δ'αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΖ΄ σελ. 33). Εξάλλου, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Υπάρχει, επίσης, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ'άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 413/2002 ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 987, ΑΠ 1155/2000 ΠΧρ. ΝΑ΄ 398). Τέλος, απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το υπό του άρθρου 309 § 2 του ΚΠΔ παρεχόμενο στον κατηγορούμενο δικαίωμα να ζητήσει την ενώπιον του Συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ή Εφετών κατά τα άρθρα 316 και 317 του ΚΠΔ είναι υποχρεωμένο σύμφωνα με το άρθρο 309 § 2 του αυτού Κώδικα να διατάξει την εμφάνιση του κατηγορουμένου, οφείλει όμως στην περίπτωση αυτή να καλέσει και ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους διαδίκους. Το Συμβούλιο τότε μόνο μπορεί να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που πρέπει να αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα (ΑΠ 1610/2001 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 624). ΙΙ.- Κατά το άρθρο 385 § 1 περ. β΄ του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 § 10 του Ν. 2408/1996, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν δε μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν δε τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ'επάγγελμα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση την μεν αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφασή του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ιδίου ή άλλου και επιπλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η επαπειλούμενη εις βάρος του εξαναγκαζόμενου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ'εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβασθεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή (ΑΠ 534/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ΄ σελ. 159). Στην περίπτωση, εξάλλου, κατά την οποία ο δράστης της εκβίασης μεταχειρίστηκε βία ή απειλή εναντίον επιχείρησης, επαγγέλματος κ.λπ., με σκοπό τον εξαναγκασμό τους να πληρώσουν ένα είδος "φόρου" σ'αυτόν που τους απειλεί, για να μην πραγματοποιήσει την απειλή του, στοιχειοθετείται, συντρεχόντων και των λοιπών όρων του βασικού εγκλήματος, η διακεκριμένη παραλλαγή εκβίασης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 385 § 1 περ. β΄ του ΠΚ. Μπορεί δε να διατυπωθεί η ως άνω απειλή και έμμεσα ως "προσφορά παροχής προστασίας" από βίαιες πράξεις κατά της κοινωνικής δραστηριότητας του θύματος, αρκεί να έχει γίνει η παραπάνω προσφορά αποδεκτή από το τελευταίο. Η διακεκριμένη δ'αυτή παραλλαγή εκβίασης καθίσταται ιδιαίτερα διακεκριμένη και τιμωρείται ως κακούργημα με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ο δράστης της εκβίασης διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια (βλ. Δ. Σπινέλλη, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Εγκλήματα κατά περιουσιακών εννόμων αγαθών, τεύχος Β΄, έκδοση 1985, σελ. 66). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της εκβίασης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του ιδίου εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί από την επανειλημμένη τέλεσή του εισόδημα. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση της εκβίασης υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (βλ. ΑΠ 573/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 123, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο, ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 336 § 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1419/1984, όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξης, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς τη θέλησή του, σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με τον καθένα από τους παραπάνω αναφερόμενους τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή και τη χρήση σωματικής βίας και με απειλή, κατά τα προεκτεθέντα. Ως ασελγής πράξη νοείται εκείνη που αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των ανωτέρω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στην συνουσία ή στην ασελγή πράξη (ΑΠ 2445/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ, ΝΔ΄ σελ. 909, ΑΠ 571/1999 σε Συμβούλιο ΠΧρ. Ν΄ σελ. 213). Επιπροσθέτως, με το άρθρο 344 εδ. β΄ του ΠΚ ορίζεται ότι: "Στις περιπτώσεις του άρθρου 336 η ποινική δίωξη κινείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως μπορεί κατ'εξαίρεση με αιτιολογημένη διάταξή του, ύστερα από έγκριση του Εισαγγελέα Εφετών, να απέχει οριστικά από την άσκηση της ποινικής δίωξης, ή αν έχει ασκήσει την ποινική δίωξη, να εισαγάγει την υπόθεση στο αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών, αυτό μπορεί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη εκτιμώντας τη δήλωση του θύματος ή των κατά το άρθρο 118 προσώπων ότι η δημοσιότητα από την ποινική δίωξη θα έχει ως συνέπεια το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό του θύματος". Η διάταξη αυτή εισάγει έναν εξαιρετικό λόγο παύσεως της ποινικής διώξεως, που αποβλέπει στην προστασία του θύματος του βιασμού από το θόρυβο της ποινικής δίκης, ο οποίος μπορεί να πλήξει σοβαρά την κοινωνική του υπόληψη, αλλά και στην αποτροπή βλάβης της ψυχικής του υγείας που μπορεί να προέλθει από την αφήγηση και αναπαράσταση των περιστατικών του βιασμού στο ακροατήριο, η κρίση δε του Συμβουλίου που δέχεται ως βάσιμη τη δήλωση του θύματος του βιασμού ότι η δημοσιότητα από την ποινική δίωξη θα δημιουργήσει σ'αυτόν σοβαρό ψυχικό τραυματισμό συνίσταται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και ως τέτοια δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 2445/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 909). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 239 στοιχ. β΄ του ΠΚ, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ο υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων, αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο ιδιαίτερες και ανεξάρτητες μεταξύ τους αξιόποινες πράξεις που τελούνται από υπάλληλο στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιόποινων πράξεων και συγκεκριμένα α) την εν γνώσει έκθεση αθώου σε ποινική δίωξη ή τιμωρία και β) την παράλειψη της δίωξης προσώπου που πράγματι τέλεσε το έγκλημα ή την πρόκληση με κάθε τρόπο της απαλλαγής από την τιμωρία του υπαιτίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, υπό τη μορφή της απαλλαγής του υπαιτίου από την τιμωρία, είναι απαραίτητο να έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής δίωξης κατά του δράστη ορισμένου εγκλήματος, αφού απαλλαγή αυτού νοείται μόνον όταν έχει ασκηθεί σε βάρος του υπαιτίου ποινική δίωξη. Εκ τούτου παρέπεται ότι στην περίπτωση αυτή ενεργητικό υποκείμενο της πράξης μπορεί να είναι μόνον ο Εισαγγελέας, ο τακτικός προανακριτής ή ανακριτής, οι οποίοι, για παράδειγμα, αδρανούν για μακρό χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και έτσι επέρχεται εξάλειψη του αξιοποίνου με παραγραφή και όχι ο διενεργών αστυνομική προανάκριση κατά τους όρους του άρθρου 243 § 2 του ΚΠΔ, διότι αυτός ενταγμένος στο δικονομικό στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης δεν επεμβαίνει καθόλου στην απαλλαγή του δράστη από την τιμωρία, αφού μεσολαβεί το στάδιο της ποινικής δίωξης, η οποία ακόμη δεν έχει κινηθεί. Και τούτο διότι δεν μπορεί να ταυτισθεί εννοιολογικά η απαλλαγή από την τιμωρία με τη μη δίωξη, αφού είναι έννοιες με σαφές εννοιολογικό περιεχόμενο, γνωστές στον ποινικό νομοθέτη, δεδομένου ότι τις χρησιμοποιεί εναλλακτικά στο ίδιο άρθρο 239 του ΠΚ, καθιερώνοντας αυτοτελείς και χρονικώς διακρινόμενες μορφές τέλεσης του εγκλήματος αυτού, ήτοι την παράλειψη διώξεως και την πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία που χρονικώς έπεται. Συνεπώς άλλο είναι η "μη δίωξη" και άλλο η "απαλλαγή από την κατηγορία". Η αντίθετη άποψη, κατά την οποία στην περίπτωση αυτή δεν είναι αναγκαίο να έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής δίωξης με τη σκέψη ότι η πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία μπορεί να επέλθει και με την παράλειψη ενεργειών που θέτουν σε κίνηση την ποινική διαδικασία από τα πρόσωπα που ενεργούν στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, ενώ δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, όπου, κατά τα προεκτεθέντα, προβλέπονται εναλλακτικοί τρόποι τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος, παράλληλα προβαίνει σε διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 239 στοιχ. β΄ του ΠΚ, η οποία είναι νομικά ανεπίτρεπτη, αφού έτσι θεμελιώνεται το αξιόποινο για ευρύτερο κύκλο ενεργητικών υποκειμένων της πράξης αυτής. Οι εκ μέρους των ενεργούντων αστυνομική προανάκριση ή γενικώς των αστυνομικών υπαλλήλων ενέργειες ή παραλείψεις, που προηγούνται της άσκησης ποινικής δίωξης και συνίστανται στη μη καταμήνυση, σύλληψη ή σχηματισμό δικογραφίας κατά του δράστη κάποιας αξιόποινης πράξης, μπορούν, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις να στοιχειοθετήσουν την κατ'άρθρο 259 ΠΚ αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος ή της υπόθαλψης εγκληματία (ΑΠ 1146/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 249, ΑΠ 473/1997 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΗ΄ σελ. 70, ΑΠ 1611/1985 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΛΣΤ΄ σελ. 327, ΑΠ 1702/1983 ΠΧρ. ΛΔ΄ σελ. 573. Αντιθέτως, ΑΠ 1193/1987 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΛΖ΄ σελ. 995. Επίσης, Α. Μπουροπούλου, Ερμηνεία Ελληνικού Ποινικού Κώδικος, τόμος Β΄ σελ. 333 επ., Δ. Σπινέλλη, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος, Εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία, σελ. 44, Ν. Μπιτζιλέκη, Τα υπηρεσιακά εγκλήματα 1993 σελ. 293 επ.). ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 1.438/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους X1, X3 και X2 καθώς και τον εκκαλούντα και μη ασκήσαντα αναίρεση κατηγορούμενο Χ4, στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν αντίστοιχα: α) Ο X1, για τα αξιόποινα αδικήματα της εκβίασης κατ'εξακολούθηση, με την απειλή βλάβης της επιχείρησης του εξαναγκαζόμενου, καθώς και με προσφορά παροχής προστασίας προς αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης, που τελέσθηκε κατ'επάγγελμα, της κατάχρησης εξουσίας κατ'εξακολούθηση και του βιασμού κατ'εξακολούθηση, β) Ο X3, για το αξιόποινο αδίκημα του βιασμού κατ'εξακολούθηση, και γ) Ο X2, για το αξιόποινο αδίκημα του βιασμού. Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση, αλλά και με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται κατ'είδος στο βούλευμα αυτό, αλλά και στην ενσωματωμένη στο τελευταίο εισαγγελική πρόταση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, από τα προσκομισθέντα έγγραφα και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό προς τα απολογητικά τους υπομνήματα προς την Ανακρίτρια, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στο .... λειτουργούσε το κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία "......". Σύμφωνα με την υπ'αριθ. .... άδεια λειτουργίας ως ιδιοκτήτης του καταστήματος φερόταν ο ....., στην πραγματικότητα, όμως, υπεύθυνος ήταν ο Μ2 (πατέρας του ....) και ο Μ1. Το ως άνω κατάστημα λειτουργούσε και παλαιότερα με την ίδια επωνυμία, αλλά υπό διαφορετική διεύθυνση. Στις 16-5-2001 σε κατ'οίκον έρευνες στην οδό ..... και στην οδό ...., συνελήφθη ο Μ1 και έξι αλλοδαπές εργαζόμενες στο ανωτέρω κατάστημα και ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον αρμόδιο εισαγγελέα εις βάρος των Μ2 και Μ1 για αρπαγή από κοινού, κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση, με σκοπό τον εξαναγκασμό των παθουσών σε πράξεις, παραλείψεις και ανοχή για τις οποίες δεν υπήρχε υποχρέωσή τους και για σωματεμπορία από κοινού, κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση, ενώ εις βάρος του Μ1 ασκήθηκε επιπλέον και ποινική δίωξη και για παράνομη οπλοκατοχή. Εις βάρος δε των αλλοδαπών γυναικών ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 4 § 3 του Ν. 1975/1991 και του άρθρου 5 § 1 περ. α΄ του Ν. 2734/1999. Κατά την απολογία τους ενώπιον της Ανακρίτριας του 21ου Τμήματος Αθηνών στις 21 και 22-5-2001 και στα απολογητικά τους υπομνήματα οι κατ'εκείνο το χρόνο κατηγορούμενοι Μ1 και Μ2 ισχυρίστηκαν ότι κατά το έτος 1997 ο X1, Δ/τής τότε του Α.Τ. ...., πήγε στο κατάστημά τους και τους δήλωσε ότι θα μπορούσαν να το λειτουργήσουν παράνομα, χωρίς να αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τον ίδιο, διότι είχε αυτός προσβάσεις στη Δικαιοσύνη. Στη συνέχεια δε πήγαινε τουλάχιστον πέντε φορές την εβδομάδα στο παραπάνω κατάστημα, έπινε χωρίς να πληρώνει τα ποτά του, μεθούσε και έπαιρνε δια της βίας κοπέλες από το κατάστημα, οι υπεύθυνοι του οποίου αναγκάζονταν να του καταβάλουν 500.000 έως 1.000.000 δρχ. το μήνα, διότι διαφορετικά θα τους κατέστρεφε. Ειδικότερα, το 1999, με την απειλή περιστρόφου, πήρε δια της βίας την αλλοδαπή Ψ2 και μετά από 3-4 ημέρες την αλλοδαπή .... και τις πήγε στο σπίτι του στην ...., όπου τις εξανάγκασε σε εξώγαμη συνουσία. Όταν δ'αυτές θέλησαν να καταγγείλουν το βιασμό τους, εκείνος τους υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιήσει τα χαρτιά τους μέσω του αξιωματικού του Τμήματος Αλλοδαπών X3, προκειμένου να παραμείνουν νόμιμα στην Ελλάδα. Ο Μ1 κατέθεσε επίσης ότι κατέβαλαν χρήματα στον τότε Δ/τή του Α.Τ. ....., Χ4, προκειμένου αυτός με τη σειρά του να επιτρέπει τη λειτουργία του καταστήματος και εκείνος τους παρέδιδε επιταγές εκδόσεώς του, ως εγγύηση, για το ότι δεν πρόκειται να έχουν κανένα πρόβλημα μαζί του, παρέδωσε δε και σχετικά αντίγραφα των ως άνω επιταγών. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξέτασης προέκυψε ότι την 1-7-1999 στο κατάστημα "....", όπου συνδιασκέδαζαν οι αστυνομικοί X2 και X3, μαζί με αλλοδαπές εργαζόμενες, με τη βία ανάγκασαν αντίστοιχα τις αλλοδαπές Ψ1, Ψ3 και Ψ2 σε εξώγαμη συνουσία, ενώ ο X3 έπραξε το ίδιο με την παθούσα Ψ2 τον Ιούλιο, Αύγουστο και Νοέμβριο του ιδίου έτους. Τα ανωτέρω οι Μ2 και Μ1 επιβεβαίωσαν και ενόρκως στις από 20-8-2001 και 23-8-2001 ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον της Αστυνόμου Α΄ της Δ/νσης Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ ...... Για τις ανωτέρω καταθέσεις και απολογίες των Μ2 και Μ1 και να ακόμη οι δύο τελευταίοι θεωρηθούν ως συγκατηγορούμενοι στις ίδιες πράξεις, δεν ισχύει η απαγόρευση του άρθρου 211Α του ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται μόνο στην επ'ακροατηρίω διαδικασία και εφόσον το δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική κρίση, μη εφαρμοζομένη ούτε στην ενδιάμεση διαδικασία, ούτε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο (ΑΠ 1413/1998 ΠΧρ. ΜΘ΄ σελ. 746, ΑΠ 1368/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 506). Από τα ως άνω καταγγελλόμενα, σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις , τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ2, Μ1, Ψ1, Ψ2, ...., ...., ...., ...., ....., ..... στις 20-8-2001, 23-8-2001, 7-9-2001, 3-9-2001, 1-9-2001, 16-9-2001, 6-9-2001, 3-9-2001, 13-9-2001 και 7-9-2001 αντίστοιχα, από τις εκθέσεις πορισμάτων ένορκης διοικητικής εξέτασης με ημερομηνίες 11-11-2002, 7-7-2003 και 4-3-2004, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Το ως άνω κατάστημα με τον διακριτικό τίτλο "...." απασχολούσε κατά καιρούς αλλοδαπές γυναίκες, που εργάζονταν όχι μόνο ως σερβιτόρες, αλλ'επιπλέον προσέφεραν, κατ'απαίτηση των ιδιοκτητών της επιχείρησης, και συντροφιά στους θαμώνες και (οι οποίες) στην πλειοψηφία τους είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα, στερούνταν των απαραιτήτων αδειών παραμονής-εργασίας, βιβλιαρίων υγείας και πιστοποιητικών ασκήσεως επαγγέλματος εκδιδομένων γυναικών, στις περιπτώσεις που ορισμένες από αυτές ασκούσαν και το επάγγελμα αυτό. Το εν λόγω κατάστημα διέθετε πόρτες ασφαλείας, κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης και δεν επέτρεπε σε άγνωστα άτομα να εισέρχονται σ'αυτό. Λειτουργούσε δε σε περιοχή η οποία ανήκε στην εδαφική περιφέρεια του Α.Τ. ....., αλλά και στην αρμοδιότητα του Τμήματος Αλλοδαπών ....., το οποίο στη συνέχεια (από 21-9-1998) μετονομάσθηκε σε Τμήμα Αλλοδαπών .... και από 4-5-2001 σε Τμήμα Αλλοδαπών ...... Ο κατηγορούμενος Χ4 διετέλεσε Δ/τής του Τμήματος Αλλοδαπών ..... κατά τα χρονικά διαστήματα από 28-6-95 έως 16-7-95, από 7-5-96 έως 4-12-97 και από 30-7-98 έως 3-9-98. Κατά τη διάρκεια της διοικήσεώς του και κατόπιν σχετικού ελέγχου συνελήφθη μία φορά, στις 19-10-96, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι ιδιοκτήτης του άνω καταστήματος ήταν ο ....., ο Μ2, καθώς και έξι (6) αλλοδαπές σερβιτόρες και οδηγήθηκαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με τη διαδικασία του αυτοφώρου. Οι υπεύθυνοι του άνω καταστήματος κατά την απολογία τους ενώπιον της 21ης Ανακρίτριας κατέθεσαν αντίγραφα των κατωτέρω επιταγών της Αγροτικής Τράπεζας: α) της υπ'αριθ. ....της 19-1-99, ποσού 5.000.000 δρχ., β) της υπ'αριθ. .... της 21-2-99, ποσού 5.000.000 δρχ., γ) της υπ'αριθ. .... της 20-3-99, ποσού 5.100.000 δρχ., και δ) της υπ'αριθ. .... της 22-4-99, ποσού 3.100.000 δρχ., επιταγών που συνολικά αντιστοιχούσαν στο συνολικό ποσό των 18.200.000 δρχ., ήταν δε εκδόσεως του Χ4, ενώ κάποιες εξ αυτών έφεραν οπισθογραφήσεις ή και είχαν σφραγισθεί. Ο κατηγορούμενος Χ4 ισχυρίστηκε, κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης, ότι από το έτος 1994, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η σύζυγός του, η οποία διατηρούσε βιβλιοχαρτοπωλείο, αναγκάστηκε να προσφύγει σε τοκογλύφους μέχρι και τα έτη 1999-2000 και ότι οι ανωτέρω επιταγές αφορούσαν ποσό 4.850.000 δρχ. που δανείστηκε από τον ....., στον οποίο έδωσε προς εξασφάλιση την πρώτη επιταγή των 5.000.000 δρχ., η οποία βρέθηκε στα χέρια του Μ2, τις επόμενες δε επιταγές αναγκάστηκε να εκδώσει προς ανανέωση του χρέους που δεν είχε εξοφλήσει, ενώ λόγω της άσχημης κατάστασής του δεν σκέφθηκε να παίρνει πίσω την επιταγή που έληγε κάθε φορά. Επίσης, αν και κατά τη διενεργούμενη ΕΔΕ ισχυρίστηκε ότι τα πρωτότυπα των επιταγών βρέθηκαν στο κατάστημα των ανωτέρω και του αποδόθηκαν, αυτό διαψεύδεται από τις σχετικές ανακριτικές εκθέσεις (βλ. το από 4-3-04 πόρισμα της ΕΔΕ σελ. 84). Διαφοροποιείται δε ως προς τα ανωτέρω κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης, όπου ισχυρίζεται ότι όλες οι επιταγές περιήλθαν στην κατοχή του μετά την εξόφληση του χρέους του. Προκύπτει λοιπόν από τα παραπάνω ότι ο αστυνόμος Χ4 είχε χρηματικές συναλλαγές με τους υπευθύνους του καταστήματος "...." και αυτό ενισχύεται και από τα παρακάτω γεγονότα. Ο Χ4 υπήρξε Δ/τής και υπεύθυνος για τη διενέργεια των σχετικών ελέγχων στο εν λόγω κατάστημα κατά μεγάλο χρονικό διάστημα λειτουργίας του καταστήματος αυτού. Κατά το χρόνο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε κανένας έλεγχος στο ως άνω κατάστημα, ενώ ο μοναδικός έλεγχος που πραγματοποιήθηκε από τον Χ4 διενεργήθηκε σε προγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο φέρεται να υπήρξε διαφορετική διεύθυνση στο κατάστημα. Περαιτέρω το ποσό των επιταγών είναι ιδιαίτερα μεγάλο και δεν υπήρχε λόγος δανεισμού ενός τέτοιου ποσού εκ μέρους του Μ2 προς τον κατηγορούμενο αυτό. Εξάλλου και οι αναφορές των Μ2 και Μ1 είναι απόλυτα σαφείς. Οι καταβολές γίνονταν καθ'όλη τη διάρκεια που ο ανωτέρω υπήρξε Διοικητής του Τμήματος Αλλοδαπών, ασκώντας αφόρητες ψυχολογικές πιέσεις και άλλες απειλές, ενωμένες με κίνδυνο για τη ζωή τους, που σιωπηρά συναγόταν και από τον τρόπο εκδήλωσης, (αλλά) και από την εν γένει συμπεριφορά του, όπως ανωτέρω εξετέθη, παρέχοντας έτσι σ'αυτούς προστασία, προς αποτροπή βλάβης της επιχείρησής τους από αστυνομικούς ελέγχους και βεβαιώσεις παραβάσεων για τις αλλοδαπές εργαζόμενες στο ανωτέρω κατάστημα, οι δε επιταγές δόθηκαν ως εγγύηση για την τήρηση εκ μέρους του της υποχρέωσής του αυτής. Όσον αφορά δε την τέλεση των ανωτέρω πράξεων κατ'επάγγελμα από τον κατηγορούμενο, αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι (ενήργησε στην προκειμένη περίπτωση) με μεθοδικότητα, οργάνωση και αποφασιστικότητα, αλλά και στην σταθερή και κατ'επανάληψη χρησιμοποίηση της ιδιότητάς του ως αστυνομικού, προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέλος θα πρέπει να επισημανθεί και η σημαντική κατάθεση χρηματικών ποσών στο λογαριασμό που διατηρούσε σε δύο διαφορετικές Τράπεζες, λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής κατάστασης αυτού και της δεινής οικονομικής του θέσης. Ειδικότερα προέκυψε ότι κατέθεσε: α) στον υπ'αριθ. ..... λογαριασμό που διατηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα, στις 4-11-98, το ποσό των 6.966.273 δρχ., β) στον υπ'αριθ. ..... λογαριασμό που διατηρούσε στο όνομά του στην Τράπεζα Eurobank, στις 10-11-97, ποσό 4.400.000 δρχ., στις 2-12-97 500.000 δρχ., στις 3-12-97 2.200.000 δρχ., στις 3-12-97 1.400.000 δρχ., στις 5-12-97 ποσό 1.170.000 δρχ., στις 16-12-97 1.700.000 δρχ., στις 23-12-97 1.350.000 δρχ. και στις 31-12-97 300.000 δρχ.. Ο δεύτερος των κατηγορουμένων (X1) διετέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 1996 έως το Νοέμβριο του 1999, Διοικητής του Α.Τ. ...., στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου ανήκε ο έλεγχος και η καταγραφή των παραβάσεων που τελούνταν στο κατάστημα "....". Κατά το ανωτέρω, όμως, χρονικό διάστημα δε βεβαιώθηκε καμία παράβαση σε βάρος του ιδιοκτήτη, των υπευθύνων ή των εργαζομένων στο ως άνω κατάστημα, η φύση και λειτουργία του οποίου ήταν γνωστή στον κατηγορούμενο, ο οποίος το επισκεπτόταν συχνά, πλην όμως απέφευγε να διώκει τους ανωτέρω. Στους υπευθύνους του εν λόγω καταστήματος είχε δηλώσει ότι ελέγχει την Αστυνομία, ότι η σύζυγός του .... είναι Εφέτης και έχει προσβάσεις στην Δικαιοσύνη, ότι δεν θα τους ενοχλήσει κανείς και ότι πρέπει να κάνουν αυτά που τους λέει αυτός, διαφορετικά θα προέβαινε στις δέουσες ενέργειες, αφού γνώριζε ότι η επιχείρηση λειτουργούσε παράνομα, καθώς οι αλλοδαπές που εργάζονταν σ'αυτή στερούνταν των νομιμοποιητικών εγγράφων για την παραμονή τους στη χώρα, ενώ οι υπεύθυνοι του καταστήματος τις εξέδιδαν παράνομα. Έτσι με την απειλή βλάβης της ως άνω επιχείρησης και προκειμένου οι υπεύθυνοι να διατηρήσουν την επιχείρησή τους κατέβαλαν σ'αυτόν ποσά ύψους 500.000 έως 1.000.000 δρχ. μηνιαίως, προκειμένου να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη και χωρίς νόμιμους ελέγχους λειτουργία της. Περαιτέρω, ενώ ήταν υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων, εν γνώσει του παρέλειπε να βεβαιώνει τις υπάρχουσες παραβάσεις σε βάρος των υπευθύνων του καταστήματος "...". Επίσης κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος του 1999 έως το Νοέμβριο του 1999 με την απειλή του υπηρεσιακού του περιστρόφου μετέφερε την αλλοδαπή (Μολδαβή) υπήκοο Ψ1 σε μισθωμένη οικία που διατηρούσε στην .... όπου χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την εξανάγκασε με τη βία και παρά τη θέλησή της σε εξώγαμη συνουσία, πράγμα που επανέλαβε και άλλες έξι (6) φορές κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα και σε μη προσδιορισθείσες επακριβώς ημερομηνίες, αλλά πάντως καθ'όλο το χρονικό διάστημα της παραμονής της στην Ελλάδα κατά την περίοδο εκείνη. Η παθούσα Ψ1 και η μάρτυρας Ψ2 καταθέτουν ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος προς εκφοβισμό τους έβγαζε το περίστροφό του και το ακουμπούσε στη μπάρα του καταστήματος και με τη βία ανάγκαζε την πρώτη τούτων να τον ακολουθήσει και να συνουσιασθεί μαζί του. Ο ίδιος κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες και ισχυρίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η άνω αλλοδαπή ήταν πόρνη και θα μπορούσε να απευθυνθεί σ'αυτήν ως πελάτης. Όμως το γεγονός αυτό δεν αναιρεί την εκ μέρους του άσκηση βίας, προκειμένου να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί της και δη πέραν της μίας φορές, εκμεταλλευόμενος προς τούτο και την αστυνομική του ιδιότητα. Τέλος, όσον αφορά τους κατηγορουμένους τρίτο και τέταρτο (X3-Αστυνόμο Α΄ και X2-Υπαστυνόμο Α΄) πρέπει να λεχθούν τα εξής: Το μεσημέρι της 1ης Ιουλίου 1999, οι ως άνω αστυνομικοί μαζί με τον αστυφύλακα Ζ1, συνδιασκέδαζαν στον κήπο του καταστήματος "..." με τις αλλοδαπές Ψ2, Ψ1 και Ψ3, οι οποίες συμμετείχαν στην παρέα με εντολή του Μ2. Οι αστυνομικοί ήπιαν πολύ, έσπασαν φιάλες με αλκοόλ, ενώ κάποιος από αυτούς πυροβόλησε στον αέρα. Στη συνέχεια ο εξ αυτών X2 οδήγησε την ήδη φοβισμένη από τους προηγηθέντες πυροβολισμούς Μολδαβή υπήκοο Ψ1 με τη βία στην αίθουσα του μπαρ και την εξανάγκασε να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του παρά τη θέλησή της, αφού έκαμψε την αντίστασή της με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις. Η ίδια ως παθούσα σε μεταγενέστερη κατάθεσή της αναιρεί τα όσα η ίδια μετά βεβαιότητος είχε καταθέσει και είχε αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ως δράστη του βιασμού της, αναφέροντας ότι ήταν μεθυσμένη και ζαλισμένη, ο δε κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι βρισκόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο σε διατεταγμένη υπηρεσία (Επόπτης Εξεταστικών Κέντρων Πανελληνίων Εξετάσεων) στο ... και στην .... και στη συνέχεια επελήφθη τροχαίου ατυχήματος. Όμως η υπηρεσία του διαρκούσε από την 06.00 έως την 13.00 ώρα, ενώ στη συνέχεια δεν προκύπτει ότι επελήφθη πράγματι τροχαίου ατυχήματος. Επίσης και ο ισχυρισμός του ότι εξαιτίας κολικού κατά το διάστημα Μαρτίου-Σεπτεμβρίου 1999 δεν ήταν δυνατόν να προβεί σε σεξουαλική πράξη δεν επιβεβαιώνεται από το ατομικό του βιβλιάριο ασθενείας. Τέλος, κατετέθη στην Ανακρίτρια από τον ως άνω κατηγορούμενο X2 μαζί με το απολογητικό του υπόμνημα και η υπ'αριθ. 2601/28-5-2003 πράξη (δήλωση) της ως άνω παθούσας (Ψ1), η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβ/φου Αγίας Παρασκευής ..... και με την οποία, καθώς και με την από 18-4-2005 νεώτερη δήλωση της ίδιας παθούσας ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ισχυρίζεται αυτή ότι "η δημοσιότητα από την ποινική δίκη θα έχει ως συνέπεια το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό της" και ζητεί να γίνει δεκτή η δήλωσή της αυτή και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί εις βάρος του κατηγορουμένου X2, δηλώνει δε περαιτέρω ότι έκανε λάθος στις υπόνοιές της γι'αυτόν, κατά την αναγνώρισή του από φωτογραφίες, και δηλώνει κατηγορηματικά ότι έχει πειστεί απόλυτα, πως δεν είναι εκείνος που ήλθε σε συνουσία μαζί της την 1-7-1999. Σχετικά με τη δήλωση αυτή της παθούσας πρέπει να σημειωθεί ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει ότι η συνέχιση της ποινικής αυτής διαδικασίας και η παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο θα έχει ως συνέπεια λόγω της δημοσιότητας, το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό του θύματος. Στην κρίση δε αυτή κατέληξε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν τη βαρύτητα της πράξης και τις ιδιάζουσες συνθήκες τέλεσης αυτής, αφετέρου δε την προσωπικότητα τόσο του θύματος όσο και του κατηγορουμένου. Ειδικότερα η παθούσα Ψ1, γεννήθηκε στο .... Μολδαβίας στις 18-8-1977. Το έτος 1999 σε ηλικία 22 ετών, με την προτροπή και τη βοήθεια του Μ1 , ήλθε στην Ελλάδα για να εργασθεί στο κέντρο διασκέδασης (BAR) με τον διακριτικό τίτλο "....", που βρισκόταν στη θέση "...., υπεύθυνοι του οποίου ήταν ο Μ2 και ο Μ1 Στην επιχείρηση "...." η παθούσα εργάστηκε, όπως και άλλες αλλοδαπές γυναίκες, όχι μόνο ως σερβιτόρα, αλλά προσέφερε επιπλέον, υπό την πίεση των παραπάνω ιδιοκτητών της επιχείρησης, και συντροφιά στους θαμώνες. Το κατάστημα αυτό λειτουργούσε σε περιοχή η οποία ανήκει στην εδαφική περιφέρεια δικαιοδοσίας του Αστυνομικού Τμήματος ...., στο οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-7-1999) υπηρετούσε ο κατηγορούμενος, αστυνομικός, X2. Το μεσημέρι της 1ης Ιουλίου 1999, ο κατηγορούμενος μαζί με τους συναδέλφους του, επίσης αστυνομικούς, X3 και Ζ1, συνδιασκέδαζαν στον κήπο του καταστήματος "...." με τις αλλοδαπές Ψ1 (παθούσα), την Ψ2 και τη Ψ3, οι οποίες συμμετείχαν στην παρέα με εντολή του ιδιοκτήτη του καταστήματος Μ2. Οι αστυνομικοί ήπιαν πολύ, έσπασαν φιάλες με αλκοόλ, ενώ κάποιος από αυτούς πυροβόλησε στον αέρα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος X2 οδήγησε την ήδη φοβισμένη από τους προηγηθέντες πυροβολισμούς παθούσα Ψ1 με τη βία στην αίθουσα του μπαρ και την εξανάγκασε σε εξώγαμη συνουσία μαζί του παρά τη θέλησή της, αφού έκαμψε την αντίστασή της με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις. Συνεπώς η βαρύτητα εν προκειμένω της πράξης του βιασμού που φέρεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος και οι ιδιάζουσες συνθήκες τέλεσης αυτής, συνδυαζόμενες με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του και της ιδιότητάς του ως αστυνομικού, άγουν ασφαλώς στην κρίση ότι λόγοι δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την παραπομπή του κατηγορουμένου ενώπιον του ακροατηρίου. Η στάθμιση δε εν προκειμένω του δημοσίου συμφέροντος διεξαγωγής της δίκης αυτής και του ατομικού συμφέροντος της παθούσας να μην υποστεί πρόσθετο ψυχικό τραυματισμό οδηγεί ασφαλώς στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση το πρώτο από αυτά υπερέχει προφανώς σε ένταση και αξία του δευτέρου. Για το λόγο αυτό η παραπάνω δήλωση της παθούσας (πρέπει) να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι η παθούσα Ψ1, ενώ φέρεται ως βιασθείσα και από τον κατηγορούμενο X1, δεν συμπεριέλαβε και αυτόν στην προαναφερόμενη δήλωση σοβαρού ψυχικού τραυματισμού της από τη δημοσιότητα της ποινικής δίκης, αν και είναι δεδομένο ότι θα υποβληθεί κατ'αυτήν στην ίδια τραυματική διαδικασία, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται η συγκεκριμένη δήλωσή της ως ανειλικρινής. Εξάλλου και καθόσον αφορά τον κατηγορούμενο X3 θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ο ως άνω κατηγορούμενος, υπηρετούσε από τις 19-8-98 έως και τις 2-5-2001 στο Τμήμα Αλλοδαπών ...., ως υποδιοικητής. Αυτός αναγνωρίζεται σαφώς από την παθούσα Ψ2, αλλά αρχικά και από την Ψ1, παρόλο που η τελευταία αναιρεί στη συνέχεια την κατάθεσή της, λέγοντας ότι δεν θυμάται πλέον εάν ήταν αυτός που βίασε την πρώτη. Όμως δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι ήταν θαμώνας του καταστήματος "...." και ότι έκανε παρέα με την Ψ2 Μάλιστα η ανωτέρω είχε στην κατοχή της την προσωπική κάρτα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η Ψ2 αναφέρει ότι είχε προηγηθεί ο πυροβολισμός που την είχε τρομάξει, ο δε κατηγορούμενος την είχε σύρει από τα μαλλιά στο εσωτερικό του καταστήματος και η ίδια φοβούμενη την ιδιότητά του ως αστυνομικού έπαυσε να αντιστέκεται και ήλθε μαζί του σε εξώγαμη συνουσία, πράγμα που επανέλαβε άλλες τρεις φορές κατά τον Ιούλιο, Αύγουστο και Νοέμβριο του ιδίου έτους, όταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες την οδήγησε στα ξενοδοχεία "..." και "...." στη ..... Το γεγονός ότι δεν έχει περιληφθεί εγγραφή του κατηγορουμένου στα βιβλία των άνω ξενοδοχείων δεν ασκεί καμία επιρροή, δεδομένου ότι πρόκειται για ξενοδοχεία ημιδιαμονής, τα οποία συχνά επισκέπτονται ζευγάρια και δεν καταχωρούνται (τα στοιχεία τους) στα σχετικά βιβλία. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως: α) από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X1, των αξιοποίνων πράξεων της εκβίασης κατ'εξακολούθηση, με την απειλή βλάβης της επιχείρησης του εξαναγκαζόμενου, καθώς και με προσφορά παροχής προστασίας προς αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης, που τελέσθηκε κατ'επάγγελμα, της κατάχρησης εξουσίας κατ'εξακολούθηση και του βιασμού κατ'εξακολούθηση, β) από τον αναιρεσείοντα X3, της αξιόποινης πράξεως του βιασμού κατ'εξακολούθηση, και γ) από τον αναιρεσείοντα X2, της αξιόποινης πράξεως του βιασμού και για τον λόγο αυτόν απέρριψε τις υπ'αυτών ασκηθείσες κατά του υπ'αριθ. 476/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών εφέσεις τους ως κατ'ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το βούλευμα αυτό ως προς τις αντίστοιχες διατάξεις του. ΙV.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ως προς τις προαναφερόμενες πράξεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, πλην εκείνης της κατάχρησης εξουσίας κατ'εξακολούθηση, η οποία αποδίδεται στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X1 και περί της οποίας γίνεται μνεία κατωτέρω, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το ως άνω Συμβούλιο ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες αφενός μεν υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδάφιο στ΄, 26 § 1α, 27 §§ 1 & 2, 94 § 1, 98, 336 § 1, 344 και 385 §§ 1α, β του ΠΚ, όπως το άρθρο 385 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 § 10 του Ν. 2408/1996), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, αφετέρου δ'έκρινε γιατί δεν πρέπει να παύσει οριστικώς κατ'άρθρο 344 του ΠΚ η ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος X2 για την αξιόποινη πράξη του βιασμού της Μολδαβής υπηκόου Ψ1 παρά την περί τούτου ως άνω αντίθετη δήλωση της παθούσας. Είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος X1 ότι δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε μαζί με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και το από 29-3-2005 υπόμνημα του ιδίου προς το ως άνω Συμβούλιο Εφετών, όπως τούτο προκύπτει από την διαλαμβανόμενη στη 2η σελίδα του 18ου φύλλου του βουλεύματος αυτού απαρίθμηση των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, προσκομισθέντων εγγράφων, απολογιών κατηγορουμένων και απολογητικών υπομνημάτων των τελευταίων προς την ανακρίτρια), καθόσον συμπεριλαμβάνεται το προαναφερόμενο υπόμνημα στα "λοιπά έγγραφα της δικογραφίας" που μνημονεύονται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και ως εκ τούτου ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Εν πάση δε περιπτώσει δεν έχουν τα υποβαλλόμενα από τους διαδίκους υπομνήματα αποδεικτική δύναμη και δεν θεωρούνται ως αποδεικτικά μέσα, ώστε να είναι απαραίτητο να συμπεριλαμβάνονται στα μνημονευόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1507/1996, Υπεράσπιση 1997 σελ. 822, ΑΠ 2/1982 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΛΒ΄ σελ. 747). Επίσης, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως η αιτίαση του αναιρεσείοντος X3 ότι δεν εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με ποιο τρόπο οδηγήθηκε η φερόμενη ως παθούσα Ψ2 στα ξενοδοχεία "...." και ".....", τα οποία βρίσκονται μακριά από το κέντρο "....." και υπό ποίες συνθήκες τη συνάντησε αυτός έξωθι των ως άνω ξενοδοχείων και την ανάγκασε να εισέλθει εντός αυτών και να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, αφού η εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Περαιτέρω, είναι αβάσιμη η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα X2 αιτίαση ότι επήλθε στην προκειμένη περίπτωση απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί απορρίφθηκε εκ των υστέρων, εν πάση δε περιπτώσει αναιτιολόγητα, το αίτημά του να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προς παροχή διασαφήσεων, καθόσον α) όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του υπ'αριθ. 1441/22-12-2005 βουλεύματος του ιδίου ως άνω Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε το προαναφερόμενο αίτημα του συγκεκριμένου αναιρεσείοντος, εκδόθηκε μεν το βούλευμα αυτό κατά την ίδια ημεροχρονολογία κατά την οποία εκδόθηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά προηγήθηκε η έκδοση αυτού της εκδόσεως του προσβαλλόμενου (υπ'αριθ. 1438/22-12-2005) βουλεύματος, αν και έλαβε το δεύτερο μικρότερο αριθμό από το πρώτο, εξαιτίας προφανώς της προηγούμενης καταχωρίσεώς του στο τηρούμενο προς τούτο στο Τμήμα Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών σχετικό βιβλίο, και β) είναι η αιτιολογία του βουλεύματος αυτού (υπ'αριθ. 1441/22-12-2005) ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού γίνεται δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, ότι οφείλεται η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος X2 στο γεγονός ότι είχε εκθέσει αυτός εξαντλητικά τις απόψεις του στο πραγματικό και νομικό μέρος της υπόθεσης, με τα εκτενή υπομνήματά του, ήτοι με το από 17-6-2004 απολογητικό υπόμνημα προς την Ανακρίτρια, καθώς και με το από 26-4-2005 υπόμνημά του προς το προαναφερόμενο Συμβούλιο Εφετών. Με τα υπομνήματά του δ'αυτά ανέπτυξε διεξοδικά τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του αναφορικά με την κατηγορία που του αποδίδεται και δεν προκύπτουν αμφιβολίες, οι οποίες να απαιτούν εξηγήσεις (ΑΠ 859/2004 Ποιν.Δικ. 2004 σελ. 1057, ΑΠ 308/2001 ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 979). Τέλος, είναι αβάσιμη η αιτίαση του ιδίου αναιρεσείοντος (X2) ότι, με το να απορρίψει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την περί σοβαρού ψυχικού τραυματισμού της από τη δημοσιότητα της ποινικής δίκης δήλωση της παθούσας Ψ1, εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 344 του ΠΚ, καθόσον, η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου που δέχεται ως βάσιμη τη δήλωση του θύματος του βιασμού ότι η δημοσιότητα από την ποινική δίωξη θα δημιουργήσει σ'αυτόν σοβαρό ψυχικό τραυματισμό συνίσταται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και ως τέτοια δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, στην προκειμένη δε περίπτωση απορρίφθηκε η δήλωση της φερόμενης ως παθούσας Ψ1 με την προαναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες X1, X3 και X2 με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και προβλεπόμενοι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α΄, β΄ & δ΄ του ΚΠΔ λόγοι, πλην εκείνου της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 239 στοιχ. β΄ του ΠΚ, τον οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων X1, και πρέπει να απορριφθούν, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθούν και οι αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως των X3 και X2 και να επιβληθούν σ'αυτούς τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ), ενώ η αίτηση αναιρέσεως του X1 πρέπει να απορριφθεί μόνο κατά το μέρος της εκείνο, με το οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Με τα όσα, όμως, δέχθηκε περαιτέρω το ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X1 αξιόποινη πράξη της εξακολουθητικής κατάχρησης εξουσίας, υπό τη μορφή της πρόκλησης απαλλαγής του υπαιτίου αξιόποινης πράξης από την τιμωρία (άρθρο 239 στοιχ. β΄ του ΠΚ), για την οποία έκρινε: α) ότι δεν είναι αναγκαίο να έχει προηγηθεί ποινική δίωξη κατά του τελευταίου, ότι μπορεί να θεμελιωθεί ποινική ευθύνη προανακριτικού υπαλλήλου στις περιπτώσεις παράλειψης ενεργειών που θα έθεταν σε κίνηση την ποινική διαδικασία και ότι μπορεί αυτός να είναι ενεργητικό υποκείμενο όταν η ως άνω πράξη τελείται υπό τη μορφή της πρόκλησης απαλλαγής από την τιμωρία, παρότι δεν έχει ασκηθεί ακόμη κατά του υπαιτίου ποινική δίωξη, και β) ότι η παράλειψη των προαναφερόμενων ενεργειών του συγκεκριμένου αναιρεσείοντος, ως αστυνομικού υπαλλήλου (σύλληψη δραστών πλημμελήματος, προσαγωγή στον Εισαγγελέα κ.λπ.), συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος υπό την προαναφερθείσα μορφή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 239 στοιχ. β΄ του ΠΚ. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως του X1, που προβλέπεται από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τη διάταξη που αφορά το αποδιδόμενο στον ίδιο αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας κατ'εξακολούθηση. Ενόψει δε του ότι από τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατά του ως άνω αναιρεσείοντος κατηγορία για άλλη αξιόποινη πράξη και εντεύθεν δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής του, πρέπει, περαιτέρω, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485, 519 του ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να αναιρεθεί εν μέρει το υπ'αριθ. υπ'αριθ. 1.438/22-12-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και δη όσον αφορά την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X1, αξιόποινη πράξη της εξακολουθητικής κατάχρησης εξουσίας, υπό τη μορφή της πρόκλησης απαλλαγής του υπαιτίου αξιόποινης πράξης από την τιμωρία (άρθρο 239 στοιχ. β΄ του ΠΚ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. 2) Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπ'αριθ. 14/27-1-2006 αίτηση αναιρέσεως του ιδίου ως άνω αναιρεσείοντος. 3) Να απορριφθούν επίσης οι αντίστοιχες υπ'αριθ. 15/27-1-2006 και 20/1-2-2006 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων X3, και X2, κατά του υπ'αριθ. 1.438/22-12-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. και 4) Να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες X3 και X2 τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 31 Ιουλίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος" Β. - ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ: "Εν συνεχεία της υπ'αριθ. 360/2006 προτάσεώς μου προς το Δικαστήριό Σας, με την οποία προέτεινα: 1) Να αναιρεθεί εν μέρει το υπ'αριθ. υπ'αριθ. 1.438/22-12-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και δη όσον αφορά την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X1, αξιόποινη πράξη της εξακολουθητικής κατάχρησης εξουσίας, υπό τη μορφή της πρόκλησης απαλλαγής του υπαιτίου αξιόποινης πράξης από την τιμωρία (άρθρο 239 στοιχ. β΄ του ΠΚ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το σκέλος αυτό για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως, 2) Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπ'αριθ. 14/27-1-2006 αίτηση αναιρέσεως του ιδίου ως άνω αναιρεσείοντος, 3) Να απορριφθούν επίσης οι αντίστοιχες υπ'αριθ. 15/27-1-2006 και 20/1-2-2006 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων X3, και X2, κατά του υπ'αριθ. 1.438/22-12-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και 4) Να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες X3 και X2 τα δικαστικά έξοδα, εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας το διαλαμβανόμενο στην υπ'αριθ. 20/1-2-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X2 αίτημα, με το οποίο ζητεί να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιόν Σας, προκειμένου να παραθέσει και προφορικά τα υπερασπιστικά του επιχειρήματα, ν'αποκρούσει την κατηγορία και να δώσει κάθε διευκρίνιση επ'αυτής, και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 309 του ΚΠΔ, το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμα να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης. Το συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Πάντοτε, όμως, όταν διατάσσει την εμφάνιση ενός από τους διαδίκους, οφείλει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους. Στην προκειμένη περίπτωση, διέλαβε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος X2 στην υπό κρίση υπ'αριθ. 20/1-2-2006 αίτησή του για αναίρεση του υπ'αριθ. 1.438/22-12-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκτός των άλλων, και αίτημα, με το οποίο ζητεί την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν Σας, προκειμένου να παραθέσει και προφορικά τα υπερασπιστικά του επιχειρήματα, ν'αποκρούσει την κατηγορία και να δώσει κάθε διευκρίνιση επ'αυτής. Όπως προκύπτει, όμως, από την ως άνω πολυσέλιδη αίτηση αναιρέσεως και τα αναφερόμενα στην προαναφερόμενη υπ'αριθ.360/2006 πρότασή μου υπομνήματα αυτού (από 17-6-2004 απολογητικό υπόμνημά του προς την Ανακρίτρια και από 26-4-2005 υπόμνημά του προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών), που βρίσκονται στη δικογραφία, έχει αναπτύξει αυτός επαρκώς και διεξοδικώς τους ισχυρισμούς του επί της κατ'αυτού κατηγορίας και δεν ανακύπτει, κατόπιν τούτου, ανάγκη προς παροχή περαιτέρω διασαφήσεων και διευκρινίσεων. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί το διαλαμβανόμενο στην υπ'αριθ. 20/1-2-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X2 αίτημα, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου Σας προς παροχή διασαφήσεων. Αθήνα, 8 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις (κυρία και συμπληρωματική) κι' έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) τρεις αιτήσεις αναιρέσεως, α) η πρώτη με χρονολογία 27 Ιανουαρίου 2006 του κατηγορουμένου X1, β) η δεύτερη με χρονολογία 27 Ιανουαρίου 2006 του κατηγορουμένου X3 και γ) η τρίτη με χρονολογία 1η Φεβρουαρίου 2006 του κατηγορουμένου X2, οι οποίες στρέφονται κατά του υπ' αριθμ. 1438/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμα να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως. Το Συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος X2 ζητεί με την ένδικη αίτησή του να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προκειμένου "να παραθέσει αυτός και προφορικά τα υπεραπιστικά του επιχειρήματα, να αποκρούσει την κατηγορία και να δώσει κάθε διευκρίνιση επ' αυτής". Όμως το αίτημα αυτό του πιο πάνω αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί αυτός, όπως προκύπτει από την κρινόμενη αίτησή του και τα απολογητικά υπομνήματα που υπέβαλε στην ανακρίτρια και στο Συμβούλιο Εφετών και βρίσκονται στη δικογραφία, έχει αναλύσει επαρκώς και διεξοδικά τους ισχυρισμούς του επί της κατ' αυτού κατηγορίας, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 περ. β' του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 10 του ν.2408/1996, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν δε μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτο, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν δε τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της μεν αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφασή του, της δε υποκειμενικής του υποστάσεως γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ιδίου ή άλλου και επιπλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η επαπειλούμενη εις βάρος του εξαναγκαζόμενου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ'εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβασθεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπληρώσεως συμβατικής υποχρεώσεως, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζόμενου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Στην περίπτωση, εξάλλου, κατά την οποία ο δράστης της εκβίασης μεταχειρίστηκε βία ή απειλή εναντίον επιχειρήσεως, επαγγέλματος κ.λπ., με σκοπό τον εξαναγκασμό τους να πληρώσουν ένα είδος "φόρου" σ'αυτόν που τους απειλεί, για να μην πραγματοποιήσει την απειλή του, στοιχειοθετείται, συντρεχόντων και των λοιπών όρων του βασικού εγκλήματος, η διακεκριμένη παραλλαγή εκβίασης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 385 § 1 περ. β΄ του ΠΚ. Μπορεί δε να διατυπωθεί η πιο πάνω απειλή και έμμεσα ως "προσφορά παροχής προστασίας" από βίαιες πράξεις κατά της κοινωνικής δραστηριότητας του θύματος, αρκεί να έχει γίνει η παραπάνω προσφορά αποδεκτή από το τελευταίο. Η διακεκριμένη δε αυτή παραλλαγή εκβίασης καθίσταται ιδιαίτερα διακεκριμένη και τιμωρείται ως κακούργημα με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ο δράστης της εκβίασης διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της εκβίασης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του ιδίου εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί από την επανειλημμένη τέλεσή του εισόδημα. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 336 § 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1419/1984, "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς τη θέλησή του, σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω αναφερόμενους τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή και τη χρήση σωματικής βίας και με απειλή, κατά τα προεκτεθέντα. Ως ασελγής πράξη νοείται εκείνη που αντικειμενικώς μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των ανωτέρω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη. Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 344 εδ. β΄ του ΠΚ "Στις περιπτώσεις του άρθρου 336 η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως μπορεί κατ' εξαίρεση με αιτιολογημένη διάταξή του, ύστερα από έγκριση του Εισαγγελέα Εφετών, να απέχει οριστικά από την άσκηση της ποινικής δίωξης ή, αν έχει ασκήσει την ποινική δίωξη, να εισαγάγει την υπόθεση στο αρμόδιο συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αυτό μπορεί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη εκτιμώντας τη δήλωση του θύματος ή των κατά το άρθρο 118 προσώπων ότι η δημοσιότητα από την ποινική δίωξη θα έχει ως συνέπεια το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό του θύματος". Η διάταξη αυτή εισάγει έναν εξαιρετικό λόγο παύσεως της ποινικής διώξεως, που αποβλέπει στην προστασία του θύματος του βιασμού από το θόρυβο της ποινικής δίκης, ο οποίος μπορεί να πλήξει σοβαρά την κοινωνική του υπόληψη, αλλά και στην αποτροπή βλάβης της ψυχικής του υγείας που μπορεί να προέλθει από την αφήγηση και αναπαράσταση των περιστατικών του βιασμού στο ακροατήριο, η κρίση δε του Συμβουλίου που δέχεται ως βάσιμη τη δήλωση του θύματος του βιασμού ότι η δημοσιότητα από την ποινική δίωξη θα δημιουργήσει σ' αυτό σοβαρό ψυχικό τραυματισμό, συνίσταται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και ως τέτοια δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 239 του Π.Κ. "υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων: α)......, β) αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη αυτή του εδ. β' προβλέπει δύο ιδιαίτερα και ανεξάρτητα μεταξύ τους εγκλήματα, ήτοι 1) την έκθεση σε δίωξη ή τιμωρία κάποιου αθώου και 2) την παράλειψη διώξεως ή πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία κάποιου υπαίτιου. Το έγκλημα δε της περιπτώσεως 2 είναι σωρευτικά μικτό και τελείται με δύο διαφορετικούς τρόπους, δηλαδή ί) την παράλειψη διώξεως, η οποία τελείται μόνο από πρόσωπο που δικαιούται στην άσκηση ποινικής διώξεως (εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο) και ίί) την πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, η οποία μπορεί να τελεσθεί από εισαγγελέα, ανακριτή ή ανακριτικό (προανακριτικό) υπάλληλο. Οι δύο αυτοί τρόποι δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Η τέλεση δε της πράξεως με τη μορφή της "προκλήσεως απαλλαγής" του υπαιτίου από την τιμωρία δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως, γιατί ο όρος "απαλλαγή" τίθεται εδώ με την "γενική" και όχι την "ποινική" του σημασία (η οποία, άλλωστε, κατά κυριολεξία, προϋποθέτει απόφαση Δικαστηρίου ή βούλευμα Δικαστικού Συμβουλίου), αφού πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία νοείται καθ' οιονδήποτε τρόπο (εκτός από την παράλειψη ασκήσεως ποινικής διώξεως), ούτε άλλωστε γίνεται λόγος για "απαλλαγή" από την "ποινή" (η οποία προϋποθέτει την άσκηση ποινικής διώξεως), αλλά για "απαλλαγή" από την "τιμωρία". Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η "απαλλαγή" προϋποθέτει προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και επί ελλείψεως αυτής θεμελιώνεται ενδεχομένως το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος του άρθρου 259 του Π.Κ., προσκρούει στην αντίληψη ότι δεν είναι δυνατό να διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση του υπαλλήλου, που ενεργεί αυτεπάγγελτη προανάκριση και η μεν συμπεριφορά του μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, ως κατάχρηση εξουσίας, η προγενέστερη δε της διώξεως συμπεριφορά του να τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, ως παράβαση καθήκοντος, όταν μάλιστα και στις δύο περιπτώσεις το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό είναι το ίδιο, δηλαδή το συμφέρον της πολιτείας να τιμωρείται η τέλεση αξιόποινων πράξεων, ίδια δε και η απαξία της πράξεως. Υποκείμενο του εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας, υπό τη μορφή της προκλήσεως "απαλλαγής" του υπαιτίου από την "τιμωρία", μπορεί να είναι, όχι μόνον ο δικαιούμενος στην άσκηση ποινικής διώξεως (όπως όταν το έγκλημα τελείται υπό τη μορφή της παραλείψεως διώξεως), αλλά και κάθε (γενικός ή ειδικός) προανακριτικός υπάλληλος, αφού ως "ανάκριση" νοείται και η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση, και επομένως στην έννοια του "υπαλλήλου", στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η ανάκριση αξιόποινων πράξεων, εντάσσεται και ο προανακριτικός υπάλληλος, όπως είναι και ο αξιωματικός και υπαξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος είναι, κατά το άρθρο 33 παρ. 1 ΚΠοινΔ, γενικός προανακριτικός υπάλληλος. Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση της τελέσεως αξιόποινης πράξεως και του υπαιτίου αυτής, καθώς και τη γνώση ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά προκαλεί την απαλλαγή του και τη θέληση να προκληθεί η απαλλαγή αυτή. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα απ' αυτά ξεχωριστά. Επίσης, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία -και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή-, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το από το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠοινΔ παρεχόμενο στον κατηγορούμενο δικαίωμα να ζητήσει την ενώπιον του Συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση το συμβούλιο Εφετών είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠοινΔ να διατάξει την εμφάνιση του κατηγορουμένου, οφείλει όμως στην περίπτωση αυτή να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπόλοιπους διαδίκους. Το Συμβούλιο τότε μόνο μπορεί να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1438/2005 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αλλά και με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο ..... λειτουργούσε το κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία "....". Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .... άδεια λειτουργίας ως ιδιοκτήτης του καταστήματος φερόταν ο ....., στην πραγματικότητα, όμως, υπεύθυνος του καταστήματος ήταν ο Μ2 (πατέρας του ....) και ο Μ1. Το ως άνω κατάστημα λειτουργούσε και παλαιότερα με την ίδια επωνυμία, αλλά υπό διαφορετική διεύθυνση. Στις 16-5-2001 σε κατ'οίκον έρευνες στην οδό .... και στην οδό ...., συνελήφθη ο Μ1 και έξι αλλοδαπές εργαζόμενες στο ανωτέρω κατάστημα και ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα εις βάρος των Μ2 και Μ1 για αρπαγή από κοινού, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό τον εξαναγκασμό των παθουσών σε πράξεις, παραλείψεις και ανοχή για τις οποίες δεν υπήρχε υποχρέωσή τους και για σωματεμπορία από κοινού, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, ενώ εις βάρος του Μ1 ασκήθηκε επιπλέον και ποινική δίωξη για παράνομη οπλοκατοχή. Εις βάρος δε των αλλοδαπών γυναικών ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 4 § 3 του Ν. 1975/1991 και του άρθρου 5 § 1 περ. α΄ του Ν. 2734/1999.Κατά την απολογία τους ενώπιον της Ανακρίτριας του 21ου Τμήματος Αθηνών στις 21 και 22-5-2001 και στα απολογητικά τους υπομνήματα οι κατ'εκείνο το χρόνο κατηγορούμενοι Μ1 και Μ2 ισχυρίστηκαν ότι κατά το έτος 1997 ο X1, Δ/τής τότε του Α.Τ. ...., πήγε στο κατάστημά τους και τους δήλωσε ότι θα μπορούσαν να το λειτουργήσουν παράνομα, χωρίς να αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τον ίδιο, διότι είχε αυτός προσβάσεις στη Δικαιοσύνη. Στη συνέχεια δε πήγαινε τουλάχιστον πέντε φορές την εβδομάδα στο παραπάνω κατάστημα, έπινε χωρίς να πληρώνει τα ποτά του, μεθούσε και έπαιρνε δια της βίας κοπέλες από το κατάστημα, οι υπεύθυνοι του οποίου αναγκάζονταν να του καταβάλουν 500.000 έως 1.000.000 δρχ. το μήνα, διότι διαφορετικά θα τους κατέστρεφε. Ειδικότερα, το 1999, με την απειλή περιστρόφου, πήρε δια της βίας την αλλοδαπή Ψ2 και μετά από 3-4 ημέρες την αλλοδαπή .... και τις πήγε στο σπίτι του στην ...., όπου τις εξανάγκασε σε εξώγαμη συνουσία. Όταν δε αυτές θέλησαν να καταγγείλουν το βιασμό τους, εκείνος τους υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιήσει τα χαρτιά τους μέσω του αξιωματικού του Τμήματος Αλλοδαπών X3, προκειμένου να παραμείνουν νόμιμα στην Ελλάδα. Ο Μ1 κατέθεσε επίσης ότι κατέβαλαν χρήματα στον τότε Δ/τή του Α.Τ. ...., Χ4, προκειμένου αυτός με τη σειρά του να επιτρέπει τη λειτουργία του καταστήματος και εκείνος τους παρέδιδε επιταγές εκδόσεώς του, ως εγγύηση, για το ότι δεν πρόκειται να έχουν κανένα πρόβλημα μαζί του, παρέδωσε δε και σχετικά αντίγραφα των ως άνω επιταγών. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης προέκυψε ότι την 1-7-1999 στο κατάστημα "....", όπου συνδιασκέδαζαν οι αστυνομικοί X2, Ζ1 και X3, μαζί με αλλοδαπές εργαζόμενες, με τη βία ανάγκασαν αντίστοιχα τις αλλοδαπές Ψ1, Ψ3 και Ψ2 σε εξώγαμη συνουσία, ενώ ο X3 έπραξε το ίδιο με θύμα την άνω Ψ2 τον Ιούλιο, Αύγουστο και Νοέμβριο του ιδίου έτους. Τα ανωτέρω οι Μ2 και Μ1 επιβεβαίωσαν και ενόρκως στις από 20-8-2001 και 23-8-2001 ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον της Αστυνόμου Α΄ της Δ/νσης Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ ...... Για τις ανωτέρω καταθέσεις και απολογίες των Μ2 και Μ1 και ακόμη οι δύο τελευταίοι θεωρηθούν ως συγκατηγορούμενοι στις ίδιες πράξεις, δεν ισχύει η απαγόρευση του άρθρου 211Α του ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται μόνο στην επ'ακροατηρίω διαδικασία και εφόσον το δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική κρίση, μη εφαρμοζομένη ούτε στην ενδιάμεση διαδικασία, ούτε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 1413/1998 ΠΧρ. ΜΘ΄ σελ. 746, ΑΠ 1368/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 506). Από τα ως άνω καταγγελλόμενα, σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις , τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ2, Μ1, Ψ1, Ψ2, ...., ...., ....., ....., ....., ..... στις 20-8-2001, 23-8-2001, 7-9-2001, 3-9-2001, 1-9-2001, 16-9-2001, 6-9-2001, 3-9-2001, 13-9-2001 και 7-9-2001 αντίστοιχα, από τις εκθέσεις πορισμάτων ένορκης διοικητικής εξέτασης με ημερομηνίες 11-11-2002, 7-7-2003 και 4-3-2004, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής περιστατικά:Το ως άνω κατάστημα με την επωνυμία "...." απασχολούσε κατά καιρούς αλλοδαπές γυναίκες, που εργάζονταν όχι μόνο ως σερβιτόρες, αλλ'επιπλέον προσέφεραν, κατ'απαίτηση των ιδιοκτητών της επιχείρησης, και συντροφιά στους θαμώνες και (οι οποίες) στην πλειοψηφία τους είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα, στερούνταν των απαραιτήτων αδειών παραμονής-εργασίας, βιβλιαρίων υγείας και πιστοποιητικών ασκήσεως επαγγέλματος εκδιδομένων γυναικών, στις περιπτώσεις που ορισμένες από αυτές ασκούσαν και το επάγγελμα αυτό. Το εν λόγω κατάστημα διέθετε πόρτες ασφαλείας, κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης και δεν επέτρεπε σε άγνωστα άτομα να εισέρχονται σ' αυτό. Λειτουργούσε δε σε περιοχή η οποία ανήκε στην εδαφική περιφέρεια του Α.Τ. ...., αλλά και στην αρμοδιότητα του Τμήματος Αλλοδαπών ...., το οποίο στη συνέχεια (από 21-9-1998) μετονομάσθηκε σε Τμήμα Αλλοδαπών .... και από 4-5-2001 σε Τμήμα Αλλοδαπών ..... Ο κατηγορούμενος Χ4 διετέλεσε Δ/τής του Τμήματος Αλλοδαπών ...... κατά τα χρονικά διαστήματα από 28-6-95 έως 16-7-95, από 7-5-96 έως 4-12-97 και από 30-7-98 έως 3-9-98. Κατά τη διάρκεια της διοικήσεώς του και κατόπιν σχετικού ελέγχου συνελήφθη μία φορά, στις 19-10-96, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι ιδιοκτήτης του άνω καταστήματος ήταν ο ....., ο Μ2, καθώς και έξι (6) αλλοδαπές σερβιτόρες, και οδηγήθηκαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με τη διαδικασία του αυτοφώρου. Οι υπεύθυνοι του άνω καταστήματος κατά την απολογία τους ενώπιον της 21ης Ανακρίτριας κατέθεσαν αντίγραφα των κατωτέρω επιταγών της Αγροτικής Τράπεζας: α) της υπ'αριθ. ..... της 19-1-99, ποσού 5.000.000 δρχ., β) της υπ'αριθ. ..... της 21-2-99, ποσού 5.000.000 δρχ., γ) της υπ'αριθ. .....της 20-3-99, ποσού 5.100.000 δρχ., και δ) της υπ'αριθ. .... της 22-4-99, ποσού 3.100.000 δρχ., επιταγών που συνολικά αντιστοιχούσαν στο συνολικό ποσό των 18.200.000 δρχ., ήταν δε εκδόσεως του Χ4, ενώ κάποιες εξ αυτών έφεραν οπισθογραφήσεις ή και είχαν σφραγισθεί. Ο κατηγορούμενος Χ4 ισχυρίστηκε, κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης, ότι από το έτος 1994, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η σύζυγός του, η οποία διατηρούσε βιβλιοχαρτοπωλείο, αναγκάστηκε να προσφύγει σε τοκογλύφους μέχρι και τα έτη 1999-2000 και ότι οι ανωτέρω επιταγές αφορούσαν ποσό 4.850.000 δρχ. που δανείστηκε από τον ...., στον οποίο έδωσε προς εξασφάλιση την πρώτη επιταγή των 5.000.000 δρχ., η οποία βρέθηκε στα χέρια του Μ2 τις επόμενες δε επιταγές αναγκάστηκε να εκδώσει προς ανανέωση του χρέους που δεν είχε εξοφλήσει, ενώ λόγω της άσχημης κατάστασής του δεν σκέφθηκε να λαμβάνει πίσω την επιταγή που έληγε κάθε φορά. Επίσης, αν και κατά τη διενεργούμενη ΕΔΕ ισχυρίστηκε ότι τα πρωτότυπα των επιταγών βρέθηκαν στο κατάστημα των ανωτέρω και του αποδόθηκαν, αυτό διαψεύδεται από τις σχετικές ανακριτικές εκθέσεις (βλ. το από 4-3-04 πόρισμα της ΕΔΕ σελ. 84). Διαφοροποιείται δε ως προς τα ανωτέρω κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης, όπου ισχυρίζεται ότι όλες οι επιταγές περιήλθαν στην κατοχή του μετά την εξόφληση του χρέους του. Προκύπτει λοιπόν από τα παραπάνω ότι ο αστυνόμος Χ4 είχε χρηματικές συναλλαγές με τους υπευθύνους του καταστήματος "...." και αυτό ενισχύεται και από τα παρακάτω γεγονότα. Ο Χ4 υπήρξε Δ/τής και υπεύθυνος για τη διενέργεια των σχετικών ελέγχων στο εν λόγω κατάστημα κατά μεγάλο χρονικό διάστημα λειτουργίας του καταστήματος αυτού. Κατά το χρόνο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε κανένας έλεγχος στο ως άνω κατάστημα, ενώ ο μοναδικός έλεγχος που πραγματοποιήθηκε από τον Χ4 διενεργήθηκε σε προγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο φέρεται να υπήρξε διαφορετική διεύθυνση στο κατάστημα. Περαιτέρω το ποσό των επιταγών είναι ιδιαίτερα μεγάλο και δεν υπήρχε λόγος δανεισμού ενός τέτοιου ποσού εκ μέρους του Μ2 προς τον κατηγορούμενο αυτό. Εξάλλου και οι αναφορές των Μ2 και Μ1 είναι απόλυτα σαφείς. Οι καταβολές γίνονταν καθ'όλη τη διάρκεια που ο ανωτέρω υπήρξε Διοικητής του Τμήματος Αλλοδαπών, ασκώντας αφόρητες ψυχολογικές πιέσεις και άλλες απειλές, ενωμένες με κίνδυνο για τη ζωή τους, που σιωπηρά συναγόταν και από τον τρόπο εκδήλωσης, (αλλά) και από την εν γένει συμπεριφορά του, όπως ανωτέρω εξετέθη, παρέχοντας έτσι σ'αυτούς προστασία, προς αποτροπή βλάβης της επιχείρησής τους από αστυνομικούς ελέγχους και βεβαιώσεις παραβάσεων για τις αλλοδαπές εργαζόμενες στο ανωτέρω κατάστημα, οι δε επιταγές δόθηκαν ως εγγύηση για την τήρηση εκ μέρους του της υποχρέωσής του αυτής. Όσον αφορά δε την τέλεση των ανωτέρω πράξεων κατ' επάγγελμα από τον κατηγορούμενο, αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι (ενήργησε στην προκειμένη περίπτωση) με μεθοδικότητα, οργάνωση και αποφασιστικότητα, αλλά και στην σταθερή και κατ' επανάληψη χρησιμοποίηση της ιδιότητάς του ως αστυνομικού, προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέλος θα πρέπει να επισημανθεί και η σημαντική κατάθεση χρηματικών ποσών στο λογαριασμό που διατηρούσε σε δύο διαφορετικές Τράπεζες, λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής κατάστασης αυτού και της δεινής οικονομικής του θέσης. Ειδικότερα προέκυψε ότι κατέθεσε: α) στον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό που διατηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα, στις 4-11-98, το ποσό των 6.966.273 δρχ., β) στον υπ' αριθ. ..... λογαριασμό που διατηρούσε στο όνομά του στην Τράπεζα Eurobank, στις 10-11-97, ποσό 4.400.000 δρχ., στις 2-12-97 500.000 δρχ., στις 3-12-97 2.200.000 δρχ., στις 3-12-97 1.400.000 δρχ., στις 5-12-97 ποσό 1.170.000 δρχ., στις 16-12-97 1.700.000 δρχ., στις 23-12-97 1.350.000 δρχ. και στις 31-12-97 300.000 δρχ.. Ο δεύτερος των κατηγορουμένων (X1) διετέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 1997 έως το Νοέμβριο του 1999, Διοικητής του Α.Τ. ...., στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου ανήκε ο έλεγχος και η καταγραφή των παραβάσεων που τελούνταν στο κατάστημα "...". Κατά το ανωτέρω, όμως, χρονικό διάστημα δε βεβαιώθηκε καμία παράβαση σε βάρος του ιδιοκτήτη, των υπευθύνων ή των εργαζομένων στο ως άνω κατάστημα, η φύση και λειτουργία του οποίου ήταν γνωστή στον κατηγορούμενο, ο οποίος το επισκεπτόταν συχνά, πλην όμως απέφευγε να διώκει τους ανωτέρω. Στους υπευθύνους του εν λόγω καταστήματος είχε δηλώσει ότι ελέγχει την Αστυνομία, ότι η σύζυγός του .... είναι Εφέτης και έχει προσβάσεις στην Δικαιοσύνη, ότι δεν θα τους ενοχλήσει κανείς και ότι πρέπει να κάνουν αυτά που τους λέει αυτός, διαφορετικά θα προέβαινε στις δέουσες ενέργειες, αφού γνώριζε ότι η επιχείρηση λειτουργούσε παράνομα, καθόσον οι αλλοδαπές που εργάζονταν σ' αυτή στερούνταν των νομιμοποιητικών εγγράφων για την παραμονή τους στη χώρα, και οι υπεύθυνοι του καταστήματος τις εξέδιδαν παράνομα. Έτσι με την απειλή βλάβης της επιχείρησης και προκειμένου οι υπεύθυνοι να διατηρήσουν την επιχείρησή τους κατέβαλαν σ' αυτόν ποσά ύψους 500.000 έως 1.000.000 δρχ. (μηνιαίως), προκειμένου να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη και χωρίς νόμιμους ελέγχους λειτουργία της. Περαιτέρω, ενώ ήταν υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων, εν γνώσει του παρέλειπε να βεβαιώνει τις υπάρχουσες παραβάσεις σε βάρος των υπευθύνων του καταστήματος ".....". Επίσης κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος του 1999 έως το Νοέμβριο του 1999 με την απειλή του υπηρεσιακού του περιστρόφου μετέφερε την αλλοδαπή (Μολδαβή) υπήκοο Ψ1 σε μισθωμένη οικία που διατηρούσε στην ....., όπου χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την εξανάγκασε με τη βία και παρά τη θέλησή της σε εξώγαμη συνουσία, πράγμα που επανέλαβε και άλλες έξι (6) φορές κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα και σε μη προσδιορισθείσες επακριβώς ημερομηνίες, αλλά πάντως καθ'όλο το χρονικό διάστημα της παραμονής της στην Ελλάδα κατά την περίοδο εκείνη. Η παθούσα Ψ1 και η μάρτυρας Ψ2 καταθέτουν ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος προς εκφοβισμό τους έβγαζε το περίστροφό του και το ακουμπούσε στη μπάρα του καταστήματος και με τη βία ανάγκαζε την πρώτη τούτων να τον ακολουθήσει και να συνουσιασθεί μαζί του. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες και ισχυρίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η άνω αλλοδαπή ήταν πόρνη και θα μπορούσε να απευθυνθεί σ' αυτήν ως πελάτης. Όμως το γεγονός αυτό δεν αναιρεί την εκ μέρους του άσκηση βίας, προκειμένου να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί της και δη πέραν της μίας φοράς, εκμεταλλευόμενος προς τούτο και την αστυνομική του ιδιότητα. Τέλος, όσον αφορά τους κατηγορουμένους τρίτο και τέταρτο (X3-Αστυνόμο Α΄ και X2-Υπαστυνόμο Α΄) πρέπει να λεχθούν τα εξής: Το μεσημέρι της 1ης Ιουλίου 1999, οι ως άνω αστυνομικοί μαζί με τον αστυφύλακα Ζ1, συνδιασκέδαζαν στον κήπο του καταστήματος "...." με τις αλλοδαπές Ψ2, Ψ1 και Ψ3, οι οποίες συμμετείχαν στην παρέα με εντολή του Μ2. Οι αστυνομικοί ήπιαν πολύ, έσπασαν φιάλες με αλκοόλ, ενώ κάποιος από αυτούς πυροβόλησε στον αέρα. Στη συνέχεια ο εξ αυτών X2 οδήγησε την ήδη φοβισμένη από τους προηγηθέντες πυροβολισμούς Μολδαβή υπήκοο Ψ1 με τη βία στην αίθουσα του μπαρ και την εξανάγκασε να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του παρά τη θέλησή της, αφού έκαμψε την αντίστασή της με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις. Η ίδια η παθούσα σε μεταγενέστερη κατάθεσή της αναιρεί τα όσα η ίδια μετά βεβαιότητος είχε καταθέσει και είχε αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ως το δράστη του βιασμού της, αναφέροντας ότι ήταν μεθυσμένη και ζαλισμένη, ο δε κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι βρισκόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο σε διατεταγμένη υπηρεσία (Επόπτης Εξεταστικών Κέντρων Πανελληνίων Εξετάσεων) στο .... και στην .... και στη συνέχεια επιλήφθηκε τροχαίου ατυχήματος. Όμως η υπηρεσία του διαρκούσε από την 06.00 έως την 13.00 ώρα, ενώ στη συνέχεια δεν προκύπτει ότι επιλήφθηκε πράγματι τροχαίου ατυχήματος. Επίσης και ο ισχυρισμός του ότι εξαιτίας κολικού κατά το διάστημα Μαρτίου-Σεπτεμβρίου 1999 δεν ήταν δυνατόν να προβεί σε σεξουαλική πράξη, δεν επιβεβαιώνεται από το ατομικό του βιβλιάριο ασθενείας. Τέλος, κατετέθη στην Ανακρίτρια από τον πιο άνω κατηγορούμενο X2 μαζί με το απολογητικό του υπόμνημα και η υπ' αριθ. 2601/28-5-2003 πράξη (δήλωση) της πιο πάνω παθούσας (Ψ1), η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβ/φου Αγίας Παρασκευής ....και με την οποία, καθώς και με την από 18-4-2005 νεώτερη δήλωση της ίδιας παθούσας ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ισχυρίζεται αυτή ότι "η δημοσιότητα από την ποινική δίκη θα έχει ως συνέπεια το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό της" και ζητεί να γίνει δεκτή η δήλωσή της αυτή και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί εις βάρος του κατηγορουμένου X2, δηλώνει δε περαιτέρω ότι έκανε λάθος στις υπόνοιές της γι' αυτόν, κατά την αναγνώρισή του από φωτογραφίες, και δηλώνει κατηγορηματικά ότι σήμερα έχει πειστεί απόλυτα, πως δεν είναι εκείνος που ήλθε σε συνουσία μαζί της την 1-7-1999. Σχετικά με τη δήλωση αυτή της παθούσας πρέπει να σημειωθεί ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει ότι η συνέχιση της ποινικής αυτής διαδικασίας και η παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο θα έχει ως συνέπεια, λόγω της δημοσιότητας, το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό του θύματος. Στην κρίση δε αυτή καταλήγει το Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν τη βαρύτητα της πράξης και τις ιδιάζουσες συνθήκες τέλεσης αυτής, αφετέρου δε την προσωπικότητα τόσο του θύματος όσο και του κατηγορουμένου. Ειδικότερα η παθούσα Ψ1, γεννήθηκε στο .... στις 18-8-1977. Το έτος 1999 σε ηλικία 22 ετών, με την προτροπή και τη βοήθεια του Μ1, ήλθε στην Ελλάδα για να εργασθεί στο κέντρο διασκέδασης (BAR) με την επωνυμία "....", που βρισκόταν στη θέση "....., υπεύθυνοι του οποίου ήταν ο Μ2 και ο Μ1. Στην επιχείρηση "....." η παθούσα εργάστηκε, όπως και άλλες αλλοδαπές γυναίκες, όχι μόνο ως σερβιτόρα, αλλά προσέφερε επιπλέον, υπό την πίεση των παραπάνω ιδιοκτητών της επιχείρησης, και συντροφιά στους θαμώνες. Το κατάστημα αυτό λειτουργούσε σε περιοχή, οιυ ανήκει στην εδαφική περιφέρεια δικαιοδοσίας του Αστυνομικού Τμήματος ...., στο οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-7-1999) υπηρετούσε ο κατηγορούμενος, αστυνομικός, X2, ο οποίος το μεσημέρι της πιο πάνω ημέρας οδήγησε (όπως λεπτομερώς προαναφέρθηκε) την ήδη φοβισμένη από τους προηγηθέντες πυροβολισμούς παθούσα Ψ1 με τη βία στην αίθουσα του μπαρ του άνω καταστήματος και την εξανάγκασε σε εξώγαμη συνουσία μαζί του παρά τη θέλησή της, αφού έκαμψε την αντίστασή της με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις. Συνεπώς η βαρύτητα εν προκειμένω της πράξης του βιασμού που φέρεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος και οι ιδιάζουσες συνθήκες τέλεσης αυτής, συνδυαζόμενες με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του και της ιδιότητάς του ως αστυνομικού, άγουν ασφαλώς στην κρίση ότι λόγοι δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την παραπομπή του κατηγορουμένου ενώπιον του ακροατηρίου. Η στάθμιση δε εν προκειμένω του δημοσίου συμφέροντος διεξαγωγής της δίκης αυτής και του ατομικού συμφέροντος της παθούσας να μην υποστεί πρόσθετο ψυχικό τραυματισμό οδηγεί ασφαλώς στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση το πρώτο από αυτά υπερέχει προφανώς σε ένταση και αξία του δευτέρου. Για το λόγο αυτό η παραπάνω δήλωση της παθούσας (πρέπει) να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ενταύθα, πρέπει, να σημειωθεί ότι η παθούσα Ψ1, ενώ φέρεται ως βιασθείσα και από τον κατηγορούμενο X1, δεν συμπεριέλαβε και αυτόν στην προαναφερόμενη δήλωση σοβαρού ψυχικού τραυματισμού της από τη δημοσιότητα της ποινικής δίκης, αν και είναι δεδομένο ότι θα υποβληθεί κατ' αυτήν στην ίδια τραυματική διαδικασία, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται η συγκεκριμένη δήλωσή της ως αναξιόπιστη. Εξάλλου, και καθόσον αφορά τον κατηγορούμενο X3 θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ο ως άνω κατηγορούμενος, υπηρετούσε από τις 19-8-98 έως και τις 2-5-2001 στο Τμήμα Αλλοδαπών ....., ως υποδιοικητής. Αυτός αναγνωρίζεται, επίσης, σαφώς από την παθούσα Ψ2, αλλά αρχικά και από την Ψ1, παρόλο που η τελευταία αναιρεί στη συνέχεια την κατάθεσή της, λέγοντας ότι δεν θυμάται πλέον εάν ήταν αυτός που βίασε την Ψ2. Όμως, δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι ήταν θαμώνας του καταστήματος "...." και ότι έκανε παρέα με την Ψ2. Μάλιστα η ανωτέρω είχε στην κατοχή της την προσωπική κάρτα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η Ψ2 αναφέρει ότι είχε προηγηθεί ο πυροβολισμός που την είχε τρομάξει, ο δε κατηγορούμενος την είχε σύρει από τα μαλλιά στο εσωτερικό του καταστήματος και η ίδια φοβούμενη την ιδιότητά του ως αστυνομικού έπαυσε να αντιστέκεται και ήλθε μαζί του σε εξώγαμη συνουσία, πράγμα που επανέλαβε άλλες τρεις φορές κατά τον Ιούλιο, Αύγουστο και Νοέμβριο του ιδίου έτους, όταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες την οδήγησε στα ξενοδοχεία "...." και "...." στη ..... Το γεγονός ότι δεν έχει περιληφθεί εγγραφή του κατηγορουμένου στα βιβλία των άνω ξενοδοχείων δεν ασκεί καμία επιρροή, δεδομένου ότι πρόκειται για ξενοδοχεία ημιδιαμονής, τα οποία συχνά επισκέπτονται ζευγάρια και δεν καταχωρούνται (τα στοιχεία τους) στα σχετικά βιβλία". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως: α) από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X1, των αξιοποίνων πράξεων της εκβίασης κατ' εξακολούθηση, με την απειλή βλάβης της επιχειρήσεως του εξαναγκαζομένου, καθώς και με προσφορά παροχής προστασίας προς αποτροπή προκλήσεως τέτοιας βλάβης, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα, της κατάχρησης εξουσίας κατ' εξακολούθηση και του βιασμού κατ' εξακολούθηση, β) από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X3, της αξιόποινης πράξεως του βιασμού κατ'εξακολούθηση, και γ) από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X2, της αξιόποινης πράξεως του βιασμού και για τον λόγο αυτόν απέρριψε τις απ' αυτούς ασκηθείσες κατά του υπ' αριθ. 476/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών εφέσεις ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το βούλευμα αυτό ως προς τις αντίστοιχες διατάξεις του. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες αφενός μεν έκανε την υπαγωγή τους στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδάφιο στ΄, 94 παρ. 1, 98, 239 εδ. β΄, 336 παρ. 1, 334 και 385 παρ. 1 περ. β' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, αφετέρου δε έκρινε ότι δεν πρέπει να παύσει οριστικώς, κατ' άρθρο 344 του ΠΚ, η ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου X2 για την αξιόποινη πράξη του βιασμού της Μολδαβής υπηκόου Ψ1, παρά την περί τούτου πιο πάνω αντίθετη δήλωση της εν λόγω παθούσας. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την προαναφερθείσα κρίση του, δεν υπάρχει δε ανάγκη αναφοράς και του τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου X1 (δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεώς του) ότι δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε μαζί με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και το από 29-3-2005 υπόμνημά του προς το εν λόγω Συμβούλιο Εφετών, όπως τούτο προκύπτει από την διαλαμβανόμενη στη 2η σελίδα του 18ου φύλλου του βουλεύματος αυτού απαρίθμηση των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, προσκομισθέντων εγγράφων, απολογιών κατηγορουμένων και απολογητικών υπομνημάτων των τελευταίων προς την ανακρίτρια), καθόσον συμπεριλαμβάνεται το προαναφερόμενο υπόμνημα στα "λοιπά έγγραφα της δικογραφίας" που μνημονεύονται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και ως εκ τούτου λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε. Σε κάθε δε περίπτωση δεν έχουν τα υποβαλλόμενα από τους διαδίκους υπομνήματα οποιαδήποτε αποδεικτική δύναμη και δεν θεωρούνται ως αποδεικτικά μέσα, ώστε να είναι απαραίτητο να συμπεριλαμβάνονται στα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, είναι αβάσιμη η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X2 αιτίαση (πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεώς του) ότι επήλθε στην προκείμενη περίπτωση απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί απορρίφθηκε εκ των υστέρων, εν πάση δε περιπτώσει αναιτιολόγητα, το αίτημά του να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προς παροχή διευκρινίσεων, καθόσον: α) όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 1441/22-12-2005 βουλεύματος του ιδίου πιο πάνω Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε το προαναφερόμενο αίτημα του ανωτέρω αναιρεσείοντος, εκδόθηκε μεν το βούλευμα αυτό κατά την ίδια ημεροχρονολογία, κατά την οποία εκδόθηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά προηγήθηκε η έκδοση αυτού της εκδόσεως του προσβαλλόμενου (υπ'αριθ. 1438/22-12-2005) βουλεύματος, αν και έλαβε το δεύτερο μικρότερο αριθμό από το πρώτο, εξαιτίας προφανώς της προηγούμενης, από πρόδηλη παραδρομή, καταχωρίσεώς του στο τηρούμενο προς τούτο στο Τμήμα Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών σχετικό βιβλίο, και β) είναι η αιτιολογία του βουλεύματος αυτού (υπ' αριθ. 1441/22-12-2005) ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού γίνεται δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, ότι οφείλεται η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος X2 στο γεγονός ότι είχε εκθέσει αυτός εξαντλητικά τις απόψεις του στο πραγματικό και νομικό μέρος της υποθέσεως, με τα εκτενή υπομνήματά του, ήτοι με το από 17-6-2004 απολογητικό υπόμνημα προς την Ανακρίτρια, καθώς και με το από 26-4-2005 υπόμνημά του προς το προαναφερόμενο Συμβούλιο Εφετών. Και ότι με τα υπομνήματά του αυτά ανέπτυξε διεξοδικά τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του αναφορικά με την κατηγορία που του αποδίδεται και δεν προκύπτουν αμφιβολίες, οι οποίες να απαιτούν εξηγήσεις. Τέλος, είναι αβάσιμη η αιτίαση (δεύτερος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεώς του) του ίδιου αναιρεσείοντος (X2) ότι, με το να απορρίψει το Συμβούλιο Εφετών ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την περί σοβαρού ψυχικού τραυματισμού της από τη δημοσιότητα της ποινικής δίκης δήλωση της παθούσας Ψ1, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 344 του ΠΚ, καθόσον η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου που δέχεται ως βάσιμη τη δήλωση του θύματος του βιασμού ότι η δημοσιότητα από την ποινική δίωξη θα δημιουργήσει σ' αυτό σοβαρό ψυχικό τραυματισμό συνίσταται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και ως τέτοια δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, στην προκειμένη δε περίπτωση απορρίφθηκε η δήλωση της άνω παθούσας με την προαναφερθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι α) οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε΄ ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του κατηγορουμένου X1, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (και δη της διατάξεως του άρθρου 239 εδ. β' του ΠΚ), β) οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε΄ ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου X2, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας, αναφορικά με το άνω αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο Εφετών, και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως σε σχέση με την κατηγορία και γ) ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚποινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως του κατηγορουμένου X3, με τον οποίο αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Οι λοιπές δε αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στις αιτήσεις των κατηγορουμένων X2 και X3 πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του αναιρεσείοντος X2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου για προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως και παροχή διευκρινίσεων. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ α) την από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του X1, β) την από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του X3 και γ) την από 1 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του X2 για αναίρεση του 1438/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ