ΑΡΙΘΜΟΣ 1130/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου F. D. του T. ή Φ. Δ. του Θ., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ράπτη, περί αναιρέσεως της 11783/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 361/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/1.1.2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α του ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, κτλ.), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή...". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ1 αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Τέλος, η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ ΑΠ 3/1998).Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, πράξη που τέλεσε στη …κατ'εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/2004 έως 31/8/2007, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δίκασαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών- κατηγορούμενος στην …, το χρονικό διάστημα από 1/8/2004 έως και 31/8/2007, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τυγχάνων Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας "ΒΗΜΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με έδρα την …, όντας οφειλέτης του Δημοσίου, και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ληξιπρόθεσμο ποσό για την καταβολή της οφειλής , μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, αφορά δε διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσ/κης και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την 25390/2007 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δε, δεν κατέβαλε το ποσό των 160.996,73 ευρώ που αφορά τα κατωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα χρέη αυτού προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα: 1. 33.303,13 ευρώ, καταβλητέο σε 16 μηνιαίες δόσεις με ημερομηνία λήξης τελευταίας δόσης την 28-2-07, το οποίο βεβαιώθηκε την 10-2-04, 2. 433,50 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 15-4-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 28-5-04, 3. 5.827,53 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 7-9-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 39-10-04, 4. 11.940,99 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 29-9-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 29-10-04, 5. 1.325,15 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 11-11-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-12-04. 6. 3.733,91 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 19-11-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-12-04, 7. 3.733,94 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 19-11-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-12-04, 8. 11.350,24 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 19-11-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-12-04, 9. 1.310,32 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 14-12-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-1-05, 10. 11.653,73 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 14-12-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-1-05, 11. 6.110,21 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 20-12-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-1-05 , 12. 5.132,68 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 27-12-04 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-1-05, 13. 2.959,29 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 21-1-05 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 28-2-05 14. 1.068,96 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 21-1-05 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 28-2-05, 15. 113,56 ευρώ καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 12-4-05 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-5-05, 16. 5.672,12 ευρώ καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 27-9-05 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-10-05, 17. 4.060,81 ευρώ καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 27-9-05 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-10-05, 18. 10.744,66 ευρώ καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 20-10-05 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 30-11-05, 19. 15.115,97 ευρώ καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 22-12-05 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-1-06, 20. 4.121,32 ευρώ καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 20-1-06 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 28-2-06, 21. 3.890,97 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 2-2-06 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-3-06, 22. 3.768,20 ευρώ καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 23-3-06 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 28-4-06, 23. 3.589,51 ευρώ καταβλητέο σε 12 μηνιαίες δόσεις, το οποίο βεβαιώθηκε την 4-4-06 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 30-4-07, 24. 114,84 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 9-5-06 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 30-6-06, 25. 1.786,77 ευρώ καταβλητέο σε 12 μηνιαίες δόσεις , το οποίο βεβαιώθηκε την 19-10-06 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 30-4-07 26. 1.159,44 ευρώ καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 19-12-06 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-1-07, 28. 2.645,85 ευρώ καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 29-12-06 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 31-1-07. 29. 3.110,79 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 9-2-07 και έπρεπε να καταβληθεί έως τη 30-3-07, 30. 3.110,79 ευρώ, καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 9-2-07 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 30-3-07, 31. 284,24 ευρώ καταβλητέο εφάπαξ, το οποίο βεβαιώθηκε την 15-3-07 και έπρεπε να καταβληθεί έως την 30-4-07 και συνολικά 128.285,39 ευρώ αντί 133.195,93 ευρώ, δηλαδή μειωμένο κατά 4.910,54 ευρώ, που αφορά πρόστιμα της πολεοδομίας, τα οποία διαγράφηκαν από την 15-4-08, οι δε προσαυξήσεις, μετά την προαναφερόμενη μείωση ανέρχονται στο ποσό των 32.681,34 ευρώ, αντί των 33.147,07 ευρώ και το απαιτητό σύνολο, το οποίο ο εκκαλών από πρόθεση δεν έχει καταβάλλει, ανέρχεται στο ποσό των 160.966,73 ευρώ αντί των 166.343,01 ευρώ, που αναγράφεται στον πίνακα χρεών. Ο κατηγορούμενος εκκαλών, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, υπέβαλε στο Δικαστήριο τον ισχυρισμό ότι η ταμειακή βεβαίωση του επίδικου χρέους έγινε σε μεταγενέστερο της πτωχεύσεως της οφειλέτιδας ανώνυμης εταιρίας, που εκπροσωπεί, χρόνο, και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Όπως αποδεικνύεται, η ως άνω εταιρεία, της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και συνεπώς νόμιμος εκπρόσωπος ήταν τον επίδικο χρόνο ο εκκαλών κατηγορούμενος, δυνάμει της 16/21-1-04 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, με ημερομηνία παύσεως των πληρωμών την 13-6-03. Αποδεικνύεται ότι το σύνολο του οφειλόμενου στο Δημόσιο χρέους είναι προπτωχευτικό, όπως αναλυτικά προπεριγράφηκε στην παρούσα απόφαση, και όπως άλλωστε υποστηρίζει και ο ίδιος ο εκκαλών, διά του πληρεξουσίου του Δικηγόρου (βλ. τα πρακτικά αυτά, όπου προβάλλει και ισχυρισμό, περί παραγραφής). Πλην όμως, από τον ίδιο πίνακα προκύπτει ότι η βεβαίωση των χρεών και το ληξιπρόθεσμο τους είναι μεταγενέστερο της πτωχεύσεως. Η ως άνω παραδοχή όμως δεν ασκεί έννομη επιρροή, σε σχέση με τον εκκαλούντα -κατηγορούμενο, ο οποίος δεν συμπτώχευσε με την ως άνω εταιρεία και του οποίου η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου ποσού είναι ατομική και αυτοτελής σε βάρος της προσωπικής του περιουσίας, δεδομένου ότι η πτώχευση της ως άνω εταιρείας δεν συνεπάγεται ως αυτόθροη συνέπεια τη συμπτώχευση του νομίμου εκπροσώπου της, και ο εκκαλών νομίμως θα, κατέβαλε το επίδικο χρέος, αφού αυτό καταλογίσθηκε ατομικά σε αυτόν, η δε απαγόρευση καταβολής εκ των άρθρων 2 Α. Ν. 635/1937 και 679 παρ.4 Εμπ.Ν., από την κήρυξη της πτωχεύσεως και μετά, αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τον σύνδικο της πτωχεύσεως, που αυτός και μόνον εκπροσωπεί την εταιρεία. Σε αντίθετη περίπτωση, ο νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας, ο οποίος επί σειρά ετών αποκέρδαινε σημαντικά από τη λειτουργία κεφαλαιουχικής εταιρείας, μετά την πτώχευση αυτής, θα ήταν σε θέση να διατηρεί τα κέρδη αυτά, χωρίς να έχει υποχρέωση καταβολής των οφειλών της εταιρίας προς το Δημόσιο από τους οφειλόμενους σε αυτό φόρους και ταυτόχρονα να επωφελείται και από τις έννομες συνέπειες της πτώχευσης αυτής, χωρίς όμως ο ίδιος να συμπτωχεύει με αυτήν, δηλαδή επί της ουσίας, χωρίς να έχει ουδεμία ευθύνη για τα προπτωχευτικά χρέη, που ο ίδιος από τη διοίκηση της εταιρείας δημιούργησε προς το Ελληνικό Δημόσιο. Η μη συμπτώχευση συνεπώς εν προκειμένω του εκκαλούντος συνεπάγεται ότι αυτός είχε αυτοτελή υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων, από την δική του περιουσία, ως προς την οποία η πτώχευση άμεσα δεν ασκεί έννομη επιρροή, δρέπει συνεπώς απορριπτόμενου του ως άνω ισχυρισμού, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν είναι αυτοτελής αλλά αποτελεί άρνηση της κατηγορίας κατά την υποκειμενική της υπόσταση(δόλος) (βλ. σχ., ΑΠ 492/11 και ΑΠ 722/10 dsa.gr), να κηρυχθεί ένοχος, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού, περί παραγραφής της αποδιδομένης στον εκκαλούντα, πράξης, επειδή, όπως εξέθεσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, τα επιμέρους χρέη έχουν παραγραφεί " αν δεχθούμε ότι χρόνος τέλεσης της πράξεως είναι όταν γεννήθηκαν τα χρέη και όχι όταν αυτά βεβαιώθηκαν από τη Δ.Ο.Υ.". Τούτο διότι, ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι χρόνος έναρξης της παραγραφής είναι εκείνος της γέννησης του κάθε χρέους, με όσα προεκτέθηκαν, με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004 το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται ενιαία ως προς τον χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι, ο, της, συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξαρτήτως από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφ1 άπαξ, και στην προκειμένη περίπτωση, χρόνος καταβολής της πρώτης δόσης του πρώτου όπως παραπάνω όλα τα χρέη αναλυτικά παρατέθηκαν, (με χρονική σειρά) χρέους του κατηγορουμένου, ήταν η 1-8-04. Ως εκ τούτου, από την 1-8-04 έως και την ημέρα εκδίκασης της κατηγορίας αυτής (30-9-11), παρήλθε χρονικό διάστημα επτά ετών και ενός μήνα, με αποτέλεσμα να μην έχει ακόμη συμπληρωθεί, ακόμη και για την πρώτη, από τις επί μέρους μερικότερες πράξεις, μη καταβολής χρεών, η πενταετής παραγραφή που προβλέπεται για τα πλημμελήματα (άρθρο 111 περ. 3 ΠΚ), και η τριετής αναστολή της παραγραφής αυτής (άρθρο 113 παρ. 3 ΠΚ), δεδομένου ότι το κλητήριο θέσπισμα (υπ' αρ. ΕΓ2808/12/11) επιδόθηκε κανονικά στον κατηγορούμενο την 14-3-08, δηλαδή εντός της πενταετίας (βλ. το από 14-3-08 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Αθηνών …). Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω,, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση η αρμόδια φορολογική αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το είδος των χρεών κατά περίπτωση (πρόστιμο πολεοδομίας, πρόστιμο Υπ. Εμπορίου, λοιποί φόροι ειδικών κατηγοριών) και ο τρόπος πληρωμής τους, αναφέρεται ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσης τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο και δεν είχαν καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, συνολικά δε υπερβαίνουν το ποσό των 120.000ευρώ, αναφέρεται δε σαφώς στο αιτιολογικό ότι το χρέος δεν είναι ατομικό, αλλά οφείλεται από αυτόν ως Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της συγκεκριμένης οφειλέτριας Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΗΜΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". Περαιτέρω, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του ότι οι πράξεις που του αποδίδονται, δεν οφείλονται σε δολία προαίρεση αυτού, αλλά στην κήρυξη της ως άνω Ανώνυμης εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 16/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δημοσιεύτηκε την 21/1/2004, δηλαδή πριν από την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, αφενός εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 679 αρ. 4 του Εμπ. Ν. και 2 του Α. Ν. 63 5/193 7( που ίσχυαν κατά τον χρόνο εκείνο , δεδομένου ότι ο Ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", κατ' άρθρο 182 παρ. 1 και 2 αυτού εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του, ενώ οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών), και αφετέρου, δεν διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς το Δημόσιο Χρεών, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε πιο πάνω, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο του δόλου και τίποτε περισσότερο. Δεν απαιτείται δε ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και η ανώνυμη εταιρία, της οποίας ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή η προβλεπόμενη αξιόποινη πράξη προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξης. Συνεπώς το δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού. Αυτό όμως ως εκ περισσού απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ακόμη , η αιτίαση αυτή στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η κήρυξη της ως άνω Ανώνυμης εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως πριν από τη βεβαίωση των χρεών αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ, σύμφωνα με τις πιο πάνω σκέψεις, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί αναιρετικό στοιχείο του δόλου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13/2/2012 αίτηση του D. F. Τ. Τ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 11783/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ