Γ.Β Αριθμός 1707/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "A. Α. Α. Ε.", πρώην "Α. (A.) Α. Α. Ε.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πέτσα. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Γ., κατοίκου …... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ψυχράμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 3-9-2007 αγωγή και ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου και 22-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4272/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1609/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του νόμου 2496/1997, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 278 παρ. 7 του νόμου 4364/2016 και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, ορίζει ότι: "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση) (παρ. 1). Η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι διαφορετικό πρόσωπο, τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο και τη χρηματική αξία του ή την περιουσία που απειλούνται ή σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό (παρ. 2). Επίσης, τα άρθρα 7 (πραγματοποίηση του κινδύνου - καταβολή του ασφαλίσματος) παρ. 7 εδ. α' και 11 (έννοια και αντικείμενο της ασφάλισης ζημιών) παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου προβλέπουν ότι, αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στην ασφάλιση δε κατά ζημιών, το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία) και ο λήπτης της ασφάλισης ζημιών μπορεί να ασφαλίσει κάθε περιουσία για τη διατήρηση της οποίας έχει έννομο συμφέρον και η οποία απειλείται από ασφαλιστικό κίνδυνο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999, οι όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή. Ως καταναλωτής νοείται και ο ασφαλισμένος με ασφαλιστήριο σε ασφαλιστική εταιρεία, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους (ΟλΑΠ 13/2015), παρέχει, μεταξύ άλλων, κάλυψη κατά κινδύνων ζημιών. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο ανωτέρω νόμος αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές". Στο άρθρο 3 παρ. 1 της προαναφερόμενης οδηγίας ορίζεται, ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση". Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, η οποία πρέπει να είναι ουσιώδης ή σημαντική (ΟλΑΠ 6/2006), στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αναφέρονται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου καταχρηστικοί (ΟλΑΠ 13/2015), χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στην υπό το στοιχείο ιγ' περίπτωση του αμέσως προαναφερόμενου άρθρου προβλέπεται ότι καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των Γ.Ο.Σ. αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ, προκειμένου να κριθεί με βάση τα προσδιοριζόμενα σε αυτές κριτήρια η ακυρότητα ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών τις οποίες αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στο πλαίσιο επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών (ΟλΑΠ 15/2007). Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή, μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι σημαντική (ΟλΑΠ 15/2007) σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών, εξετάζεται δε και ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για τη διατήρηση του ελεγχόμενου όρου και ποιο το συμφέρον του καταναλωτή για την κατάργησή του. Περαιτέρω, οι ΓΟΣ, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης. Οι όροι που καθορίζουν τη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, δεν υπόκεινται κατ' αρχήν σε έλεγχο από άποψη καταχρηστικότητος, κατ' άρθρο 2 του ν. 2251/1994, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι δεν έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 1785/2022, ΑΠ 237/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. …../05-11-2002 σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ του εκκαλούντος (αναιρεσιβλήτου) και της τράπεζας A. B. Α. (αναιρεσείουσας), έλαβε ο πρώτος από την τελευταία επισκευαστικό δάνειο ύψους 58.964 ευρώ, για την εξασφάλιση του οποίου παρέσχε και ενεγράφη υπέρ της δανείστριας υποθήκη μέχρι του ποσού των 70.757 ευρώ, για την πληρωμή του οποίου εγγυήθηκε η τότε σύζυγός του Μ. Β.. Η εν λόγω εγγυήτρια, αμέσως μετά την κατάρτιση της σύμβασης δανείου, είχε ασφαλιστεί για απώλεια ζωής και μόνιμη ολική ανικανότητα στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, στο πλαίσιο ομαδικής ασφάλισης, όπως είχε ζητήσει η δανείστρια τράπεζα. Στις 21.2.2006, ήτοι τρία (3) και πλέον έτη μετά, υπέβαλε και ο εκκαλών αίτηση ασφάλισης για απώλεια ζωής και μόνιμη ολική ανικανότητα προς εργασία ως δανειολήπτης στην ίδια ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, επί της οποίας εκδόθηκε από την τελευταία, στο πλαίσιο ομαδικής ασφάλισης δανειοληπτών, η με αριθμό ατομικού πιστοποιητικού …. ασφαλιστική σύμβαση διαρκείας έξι (6) ετών, με έναρξη την 1.3.2006, με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο για το πρώτο έτος ασφάλισης 44.400 ευρώ, ασφάλιστρο 410,89 ευρώ και ασφαλιζόμενες καλύψεις την απώλεια ζωής και τη μόνιμη ολική ανικανότητα αυτού προς εργασία. Δικαιούχος του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου ορίστηκε η δανείστρια τράπεζα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του κεφαλαίου παροχών του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αν κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής καλύψεως και πριν από την επέτειο του ασφαλιστηρίου την πλησιέστερη στο 65ο έτος της ηλικίας του, ο Ασφαλισμένος μείνει από οποιαδήποτε αιτία ολικά ή μόνιμα ανίκανος να εκτελεί τη δική του εργασία ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη με τις γνώσεις, την εκπαίδευση και την κοινωνική του θέση και α. έχει παραμείνει ανίκανος για εργασία για μια συνεχή χρονική περίοδο έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αναγνωρίσεως της ανικανότητας ή β. η εταιρεία αναγνώρισε ότι η ανικανότητά του έγινε μόνιμη και διαρκής πριν από την παρέλευση του εξαμήνου, τότε η Εταιρεία θα καταβάλει στην A. B. το ανεξόφλητο υπόλοιπο της χρηματοδοτήσεως/δανείου, μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους που αντιστοιχούν μέχρι την ημερομηνία της αναγνωρίσεως από την εταιρεία της ανικανότητάς του και έως το ύψος του ασφαλισμένου κεφαλαίου. Τυχόν διαφορά μεταξύ του ανωτέρω ποσού και ασφαλισμένου κεφαλαίου θα αποδίδεται στον Ασφαλισμένο. Περαιτέρω, με τον όρο 2 Γ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τον τίτλο "ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ", η ασφαλιστική εταιρεία δεν καλύπτει ανικανότητα που οφείλεται σε πόλεμο κηρυγμένο ή ακήρυκτο, πολεμικά γεγονότα ... Επίσης δεν καλύπτεται ανικανότητα για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία ενάρξεως της ασφαλίσεως ή επαναφοράς της σε ισχύ, που οφείλεται άμεσα ή έμμεσα σε προγενέστερη σωματική βλάβη ή ασθένεια ή οποιαδήποτε βλάβη του οργανισμού ή τις ενδεχόμενες επιπλοκές τους. Μετά την πάροδο των 12 μηνών, η κάλυψη για ανικανότητα ισχύει και για σωματική βλάβη ή ασθένεια ή οποιαδήποτε βλάβη του οργανισμού που προϋπήρχε και δηλώθηκε, εκτός αν έχει εξαιρεθεί με ειδικό όρο, ο οποίος θα αναγράφεται στο πιστοποιητικό ασφαλίσεως". Σύμφωνα με τη διατύπωση του όρου αυτού, αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο εξαιρείται της ασφαλιστικής κάλυψης, δηλαδή δεν ασφαλίζεται για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών, από την ημερομηνία έναρξης της ασφάλισης, ως ασφαλιστικός κίνδυνος η ανικανότητα προς εργασία του ασφαλισμένου, που οφείλεται άμεσα ή έμμεσα σε προγενέστερη σωματική του βλάβη ή οποιαδήποτε βλάβη του οργανισμού ή τις ενδεχόμενες επιπλοκές της. Τούτο, δε ακόμη και για τέτοια βλάβη ή ασθένεια του οργανισμού που προϋπήρχε και δηλώθηκε, εκτός αν είχε εξαιρεθεί με ειδικό όρο. Στις 29.6.2006 ο ενάγων, λόγω προβλημάτων που εκδηλώθηκαν στην υγεία του, εισήχθη στο Νοσοκομείο ……, όπου διαγνώστηκε ότι έπασχε από αναπνευστική ανεπάρκεια και λοίμωξη του αναπνευστικού σε έδαφος επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (HIV οροθετικότητα) και ακολούθως στις 30.6.2006 εισήχθη στη ΜΕΘ του εν λόγω Νοσοκομείου, από την οποία στις 9.8.2006, μεταφερθείς στη συνέχεια την ίδια ημέρα στη Μονάδα Ειδικών Λοιμώξεων του Ε.Ν.Α. "………..", όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 30.8.2006. ... Η ακριβής χρονική τοποθέτηση της πρωτολοίμωξης από τον ως άνω ιό είναι αδύνατη. Με βάση όμως τη διεθνή εμπειρία και βιβλιογραφία σχετικά με τη λοίμωξη αυτή, είναι σαφές ότι απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, έτη συνήθως, προκειμένου να αναπτυχθεί η ανοσοκαταστολή. Στην επίδικη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η διάγνωση της ασθένειας του εκκαλούντος έλαβε χώρα στις 29.6.2006, ευθύς μετά την εισαγωγή του στο Νοσοκομείο …….., στο οποίο εισήχθη λόγω εκδήλωσης σοβαρού προβλήματος που εμφάνισε στην υγεία του και μάλιστα η κλινική του κατάσταση ήταν τόσο σοβαρή, ώστε την επόμενη της εισαγωγής του, εισήχθη στη ΜΕΘ του ίδιου νοσοκομείου, όπου και παρέμεινε επί 39 ημέρες νοσηλευόμενος, εξελθών αυτής στις 9.8.2006, για να μεταφερθεί στη συνέχεια την ίδια ημέρα στη Μονάδα Ειδικών Λοιμώξεων του Ε.Ν.Α. "...", όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 30.8.2006. Είναι προφανές ότι ο ενάγων είχε προσβληθεί από τον ιό HIV χρόνια νωρίτερα της εισαγωγής του στο Νοσοκομείο και βεβαίως πολύ πριν την κατάρτιση της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης, και συγκεκριμένα πριν την 21.2.2006, που υπέβαλε την αίτηση στην εφεσίβλητη εταιρεία να συμπεριληφθεί στην ομαδική ασφάλιση δανειοληπτών. Λαμβανομένου δε υπόψη του μέσου όρου του χρόνου που μεσολαβεί από την προσβολή από τον ιό μέχρι την εμφάνιση των συμπτωμάτων αυτού, όπως ανωτέρω εκτίθεται, ο εκκαλών πολύ πριν την υπογραφή της ασφαλιστικής σύμβασης είχε προσβληθεί από τον ιό αυτό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών λόγω της ως άνω ασθενείας του εμφάνισε ανικανότητα προς εργασία, η οποία προσδιορίστηκε σε ποσοστό άνω του 67% από την Α' Υγειονομική Επιτροπή … που τον εξέτασε σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …./2.9.2006 απόφασή της. Μάλιστα, εξαιτίας της πάθησής του αναγνωρίστηκε δικαιούχος οικονομικής ενίσχυσης του προγράμματος αιμολυτικής - αναιμίας - αιμορροφιλίας ποσού 500 ευρώ το μήνα από 1.10.2006 με την με αριθμ. …../2.110.2006 απόφαση του Τμήματος Παρ. Κοιν. Υπηρεσιών της Δνσης Κοινων. Πρόνοιας της Νομαρχίας ……. Λόγω της φύσεως της πάθησής του, η οποία έχει πλήξει το ανοσοποιητικό του σύστημα καθιστώντας τον ευάλωτο σε διάφορες λοιμώξεις, κρίνεται ότι η ανικανότητά του αυτή αφορά την τέλεση οποιουδήποτε επαγγέλματος και όχι μόνον αυτό του ναυτικού, που αποτελούσε την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο εκκαλών δεν έχει συνταξιοδοτηθεί από το ΝΑΤ αφού με βάση την υπ' αριθμ. …./102/08 απόφαση του Διευθυντού παροχών του άνω ασφαλιστικού ταμείου απορρίφθηκε η αίτηση συνταξιοδότησης του εκκαλούντος λόγω ανικανότητας εξαιτίας ελλείψεως τυπικών προϋποθέσεων (μη ύπαρξη ναυτολογήσεων διάρκειας 8 μηνών μέσα στην τελευταία 4ετία, μη κάλυψη τριπλασίου ορίου Ν. 1711/1987 και Ν. 2575/1998) και όχι λόγω προηγηθείσας κρίσεως περί ελλείψεως ανικανότητας. Ενόψει των ανωτέρω η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία επικαλούμενη τον προαναφερθέντα όρο 2 Γ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τον τίτλο "ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ" αρνείται την κάλυψη της επίδικης ασφαλιστικής περίπτωσης προβάλλοντας πρωτοδίκως και με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου την εξαίρεσή της από την καταβολή της επίμαχης δαπάνης, καθώς η ανικανότητα του ενάγοντος οφείλεται σε προϋπάρχουσα της ασφάλισης νόσο, την οποία δεν γνώριζε ο ασφαλισμένος, η επέλευση όμως αυτής πραγματοποιήθηκε πριν συμπληρωθεί ένα (1) έτος από την έναρξη της ασφάλισης. Πλην όμως, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην πιο πάνω νομική σκέψη, ο επίμαχος όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που εξαιρεί για ένα (1) έτος από την κάλυψη προγενέστερες της ασφάλισης νόσους, ακόμη και αν αυτές ήταν άγνωστες στον ασφαλισμένο, έρχεται κατ' αρχήν σε αντίθεση τόσο με τις ειδικότερες διατάξεις του Ν. 2496/1997, που ήδη εκτέθηκαν, ενώ ελέγχεται και ως καταχρηστικός δυνάμει των σχετικών ρυθμίσεων του Ν. 2251/1994. Συγκεκριμένα, η εταιρεία προβλέποντας περίοδο αναμονής ενός (1) έτους για ασθένειες προγενέστερες της ασφάλισης και μάλιστα, άγνωστες στον ασφαλισμένο, περιορίζει υπέρμετρα το σκοπό της κάλυψης, η οποία για το διάστημα αυτό καθίσταται πλήρως θεωρητική. Από το συνδυασμό των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 2 εδ. β', 32 και 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997 συνάγεται ότι δικαιολογητικός λόγος και πυρήνας της ασφάλισης είναι η αβεβαιότητα ως προς την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Για το λόγο αυτό και κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη ο ασφαλιστικής απαλλάσσεται όταν η περίπτωση έχει ήδη επέλθει και αυτό τελεί σε γνώση του ασφαλισμένου. Δεν είναι ως εκ τούτου ορθό να εξομοιώνεται η γνώση με την άγνοια και μάλιστα σε απαλλακτική ρήτρα, που περιορίζει το σκοπό της σύμβασης, ως προς τα βασικά δικαιώματα του ασφαλισμένου που απορρέουν από αυτήν. Η σύμβαση πρέπει να διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη ματαιώνεται πλήρως ο σκοπός της κάλυψης. Η πρόβλεψη που εισάγεται με το άρθρο 2 Γ του παραρτήματος Α που περιέχει τους όρους ασφάλισης, τις οποίες δεν γνώριζε ο ασφαλισμένος, πάσχει ακυρότητας σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2497/1997, καθώς περιορίζει υπέρμετρα την κάλυψη για το πρώτο έτος της ασφάλισης, για το οποίο ο ασφαλισμένος έχει ήδη καταβάλει το αναλογούν ασφάλιστρο, και μάλιστα αντίθετα με τις ειδικότερες διατάξεις του Ν. 2496/1997. Για τους ίδιους λόγους, τίθεται, επίσης, ζήτημα καταχρηστικότητας και εξ αυτής ακυρότητας του επίμαχου όρου, τόσο βάσει της γενικής ρήτρας του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 όσο και της περίπτωσης (β) της παρ. 7 του ίδιου άρθρου καθώς, περιορίζει σημαντικά τις συμβατικές υποχρεώσεις της εταιρείας για κάλυψη της ανικανότητας προς εργασία στον πρώτο χρόνο ασφάλισης, εξαιρώντας ακόμη και ασθένεια, την οποία δεν γνώριζε ο ασφαλισμένος και αναιρώντας κατ' αυτόν τον τρόπο το βασικό δικαιολογητικό λόγο της ασφάλισης που είναι η ύπαρξη αβεβαιότητας και αιφνίδια οικονομική ανάγκη από την επέλευση του πιθανού κινδύνου, που καλείται να καλύψει ο ασφαλιστής. Στην προκειμένη περίπτωση με τη συνομολόγηση της επίμαχης προσαρτηματικής κάλυψης ο ασφαλισμένος εύλογα αναμένει από τον ασφαλιστή να καλύψει, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, την ανικανότητά του προς εργασία από την τυχαία και αιφνίδια εμφάνιση της νόσου, τα αίτια ή συμπτώματα της οποίας δεν προκύπτει ότι γνώριζε πριν τη σύναψη της σύμβασης. Με την εξαίρεση που εισάγεται, χωρίς ατομική διαπραγμάτευση αυτής, αφού κάτι τέτοιο ούτε προέκυψε ούτε επικαλείται η εφεσίβλητη, διαταράσσεται σημαντικά σε βάρος του ασφαλισμένου η ισορροπία της συμβατικής σχέσης, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη τη σπουδαιότητα της ασφαλιστικής κάλυψης και την καλόπιστη και εύλογη προσδοκία του εκκαλούντος ασφαλισμένου για την κάλυψη ασθενειών που είτε προέκυψαν μετά τη σύναψη της ασφάλισης, είτε προγενέστερα, αλλά δεν βρίσκονταν σε γνώση του. Η Εταιρεία, κάνοντας χρήση του επίμαχου καταχρηστικού όρου απέκλεισε πλήρως στην πράξη και επί της ουσίας την κάλυψη για το πρώτο έτος της ασφάλισης ακόμη και για ασφαλιστικές περιπτώσεις στις οποίες το στοιχείο της αβεβαιότητας του κινδύνου άγνοιας του ασφαλισμένου υπήρχε κατά τη σύναψη της σύμβασης, χωρίς να υπάρχει προς τούτο επαρκής και εύλογη αιτία σε βάρος του ασφαλισμένου και της συναλλακτικά δικαιολογημένης προσδοκίας του, όπως αυτή δημιουργείται από τη φύση και το σκοπό της ασφαλιστικής σύμβασης. Ο όρος αυτός χαρακτηρίζεται από έντονη αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Έχει δε ως αποτέλεσμα την ουσιώδη και σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του εκκαλούντος, που είναι ο καταναλωτής - τελικός αποδέκτης, σύμφωνα με το Ν. 2251/1994. Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών ο επίμαχος 2 Γ του παραρτήματος Α του ασφαλιστηρίου συμβολαίου είναι άκυρος και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν καλύπτεται ασφαλιστικά η ανικανότητα του ενάγοντος προς εργασία, λόγω διαπιστώσεώς της μέσα στο πρώτο έτος της ασφαλιστικής του κάλυψης, και δεν στοιχειοθετείται υποχρέωση της εναγομένης για πληρωμή ασφαλίσματος,....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή του ως αβάσιμη, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, αφού έκρινε άκυρο τον επίδικο όρο 2Γ του παραρτήματος Α του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με δύο επάλληλες (κύριες) αιτιολογίες, καθεμιά από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του, ήτοι λόγω αντίθεσής του τόσο προς το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2497/1997 όσο και προς το άρθρο 2 παρ. 6, 7β του ν. 2251/1994, απέρριψε, κατά παραδοχή των προβληθεισών από τον αναιρεσίβλητο σχετικών αντενστάσεων, τον θεμελιούμενο στον πιο πάνω ΓΟΣ ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη της επελθούσας ασφαλιστικής περίπτωσης και έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, σε σχέση με τον προμνησθέντα Γ.Ο.Σ. 2Γ του παραρτήματος Α του ένδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ότι δηλαδή ο παραπάνω όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6, 7β του ν. 2251/1994, δεδομένου ότι με τον όρο αυτό αποκλείστηκε πλήρως η κάλυψη του ασφαλισμένου κινδύνου για το πρώτο έτος της ασφάλισης, για ασθένειες που δεν ήταν γνωστές στον ασφαλισμένο, χωρίς να υφίσταται προς τούτο επαρκής και εύλογη αιτία, περιορίζοντας έτσι τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας και το σκοπό της ασφαλιστικής κάλυψης, επί πλέον δε, με την εξαίρεση που εισάγεται με τον παραπάνω όρο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από έντονη αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διαταράσσεται σημαντικά σε βάρος του ασφαλισμένου καταναλωτή η ισορροπία της συμβατικής σχέσης, λαμβάνοντας υπόψη τη σπουδαιότητα της ασφαλιστικής κάλυψης και την καλόπιστη και εύλογη προσδοκία του αναιρεσιβλήτου, όπως αυτή δημιουργείται από τη φύση και το σκοπό της ασφαλιστικής σύμβασης, για κάλυψη ασθενειών που είτε προέκυψαν μετά τη σύναψη της σύμβασης, είτε προγενέστερα, αλλά δεν βρίσκονταν σε γνώση του (πρβλ. ΑΠ 13/2018), με συνέπεια, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές, να καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της θεμελιούμενης στις πιο πάνω διατάξεις αντένστασης του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, ο μοναδικός, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Στην περίπτωση λοιπόν που το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μια επάλληλες, κύριες ή επικουρικές, αιτιολογίες οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με την αίτηση αναιρέσεως ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μια από αυτές, τότε οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες ταυτοχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνον στην μία, πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 34/2020, ΑΠ 859/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κρίνοντας ως άκυρο τον επίδικο όρο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 33 παρ. 1 ν. 2496/1997. Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η δεύτερη επάλληλη αιτιολογία πλήττεται ανεπιτυχώς, το συγκεκριμένο πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης προβάλλεται αλυσιτελώς και, ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς επάλληλη αιτιολογία της απόφασης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αναίρεση κατά της υπ' αριθμόν 1609/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ