Αριθμός 1435/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Κυριακής Κουντούρη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "VICTORIA AAEZ" , η οποία μετονάσθηκε "ERGO ΑΑΕΖ" εδρεύουσα στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Καρατζά, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2604/2007 μη οριστική και 1096/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4144/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 23-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την μερική παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επί της από 25-7-2005 (δεύτερης κατά σειρά) αγωγής του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε αποζημίωση για θετική ζημία (δαπάνες ιατροφαρμακευτικές και βελτιωμένης διατροφής), για αποθετική ζημία (απώλεια εισοδημάτων), για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932) και για αποζημίωση λόγω αναπηρίας (ΑΚ 931) και επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 4144/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα, αναφορικά με τους λόγους αναίρεσης: Από τις συνδυασμένες, διατάξεις των άρθρων 914, 929, 931 και 928 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι εκείνος που υπέστη αναπηρία ή παραμόρφωση εξαιτίας σωματικής βλάβης από αδικοπραξία, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση και για τα εισοδήματα που θα απωλέσει από την εργασία του, λόγω της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον. Η αποζημίωση αυτή δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το ποσοστό της αναπηρίας του ή το είδος, την έκταση και τη σοβαρότητα της παραμόρφωσης τους, αλλ' είναι αντίστοιχη με την απολεσθείσα ικανότητα για κτήση εισοδημάτων, η οποία αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αφού είναι δυνατόν να υπάρχει μεγάλη αναπηρία με μικρή επίπτωση στην ικανότητα κτήσης εισοδημάτων και αντίστροφα. Η σωματική αναπηρία, τότε μόνο προκαλεί στον παθόντα ζημία που έγκειται στην αποστέρηση μελλοντικών εισοδημάτων, όταν αποδεικνύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι ο παθών, εξαιτίας της αναπηρίας του - και μάλιστα ανεξάρτητα από το ιατρικώς προσδιορισμένο ποσοστό αυτής - περιέρχεται σε αδυναμία να μετέλθει την επαγγελματική δραστηριότητα την οποία ασκούσε προηγουμένως. Έτσι, είναι δυνατόν, το παθόν πρόσωπο να θεωρηθεί ικανό για την άσκηση της επαγγελματικής αυτής δραστηριότητας, μολονότι ιατρικώς απονέμεται σ' αυτόν ποσοστό αναπηρίας (ΑΠ 1503/2000). Πάντως, η βλάβη του σώματος ή της υγείας του ανθρώπου δεν επιδρά από μόνη στη δύναμη για εργασία και στην ικανότητα κτήσεως εισοδημάτων και περαιτέρω η ικανότητα κτήσεως εισοδημάτων δεν συνεπάγεται αυτόματα περιουσιακή ζημία. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται σε κάθε περίπτωση συγκεκριμένα και όχι αφηρημένα, αφού είναι δυνατόν, παρά τη βλάβη της υγείας ενός προσώπου, έστω και μόνιμη, να μην επηρεάζεται καθόλου η επαγγελματική - οικονομική του δραστηριότητα. Πρέπει, λοιπόν, να αποδεικνύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι ο παθών, λόγω του τραυματισμού, δεν μπόρεσε πραγματικά να εργασθεί και ότι για το λόγο αυτό υπέστη περιουσιακή ζημία. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. 7061/2005 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου, ότι: α) για το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 5-8-2003 και ώρα 14.50' περίπου στη διασταύρωση της ... με την οδό ..., και το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντος, αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Σ. Ν., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κυρίου και κατόχου του στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, β) συνεπεία του ατυχήματος ο ενάγων υπέστη βλάβη στην υγεία του και συγκεκριμένα υπέστη θλαστικά τραύματα μετώπου, αριστερού άνω βλεφάρου και ρινορρινίου που αντιμετωπίστηκαν με συρραφή και κάκωση κεφαλής, απότοκος της οποίας ήταν η μετά δίμηνο εμφάνιση ευμεγέθους υποσκληρειδίου αιματώματος του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου, πάχους 3 cm, μετωπο-βρεγματιτοκορταφικά, με εικόνα μετατόπισης των δομών της μέσης γραμμής προς τα δεξιά, m το οποίο ασκώντας πιεστικά φαινόμενα επί του εγκεφαλικού παρεγχύματος, επέφερε κωματώδη κατάσταση με σημεία εγκολεασμού (θανάτου) όλων των ζωτικών οργάνων και αντιμετωπίστηκε με επείγουσα χειρουργική επέμβαση κρανιοτομής - κρανιοανάτμησης και διάνοιξη μήνιγγας για αφαίρεση του αιματώματος και ότι ακολούθως εμφάνισε διαταραχές στύσης, μειωμένη libido και κλίσεις "Ε" (επιληπτικές κρίσεις) και γ) εξαιτίας του πιο πάνω τραυματισμού κατέστη ολικά ανίκανος, για το διάστημα από 5-8-2003 έως την άσκηση της αγωγής (27-1-2004) για την άσκηση του επαγγέλματός του, που συνίστατο. στην προσωπική του εργασία στην ατομική επιχείρηση "CATERING" που διατηρούσε στο ... και απώλεσε από την αιτία αυτή ποσό 1000 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 5.833,33 ευρώ. Η απόφαση αυτή βεβαίως δεν παράγει δεδικασμένο για τις ένδικες απαιτήσεις που αφορούν μεταγενέστερο χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η αδικοπραξία εξακολουθεί να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθμ. καταθέσεως 255/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ιατρού νευροχειρουργού Δ. Σ., που διορίστηκε με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2604/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, μετά την αφαίρεση του υποσκληρειδίου αιματώματος τον Οκτώβριο του 2003 και ειδικότερα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα που αρχίζει, από 25-1-2004, ανέπτυξε οργανικό μετατραυματικό ψυχοσύνδρομο, λόγω της εμφανισθείσης πορεγκεφαλίας του αριστερού κροταφικού πόλου, με υποκειμενικά συμπτώματα αδυναμίας συγκέντρωσης και έκπτωσης πρόσφατης μνήμης, κατάθλιψης και παροδικές κρίσεις κεφαλαλγίας και ζάλης. Όμως από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν βεβαιώθηκε ότι, εξαιτίας της πιο πάνω κατάστασής του, ο ενάγων δεν είναι σε θέση να εργασθεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 25-1-2004 έως και τον Ιούλιο 2022 και ότι εξ αυτού του λόγου θα υποστεί περιουσιακή ζημία, ισούμενη με τα εισοδήματα που θα απωλέσει και τα οποία θα αποκέρδαινε κατά πάσα πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν τραυματιζόταν και ειδικότερα α) "ποσό 1000 ευρώ μηνιαίως που θα κέρδιζε ασχολούμενος προσωπικά με την ατομική επιχείρηση "CATERING" που διατηρεί στην οδό ... και ... στο ... και β) ποσό 500 ευρώ μηνιαίως που θα κέρδιζε από την προσωπική του απασχόληση στη ομόρρυθμη εταιρία ζαχαροπλαστικής, με την επωνυμία "Α. Χ. και Σια" Ο.Ε., στην οποία συμμετέχει κατά ποσοστό 50% και της οποίας, γι' αυτό ακριβώς το λόγο, δηλαδή της αδυναμίας του να ασχοληθεί με τις εταιρικές εργασίες, αποφασίστηκε η λύση. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων που πράγματι ασχολείται από το έτος 1993 με την ατομική του επιχείρηση CATERING, παρέχοντας ο ίδιος την προσωπική του εργασία, τόσο σε επίπεδο παρασκευής των προϊόντων (εδέσματα - γλυκίσματα) και προσφοράς υπηρεσιών (οργάνωση εκδηλώσεων) όσο και επίπεδο διοίκησης (διεκπεραίωση λογιστικών και διοικητικών εργασιών, ανεύρεση πελατών), λειτουργούσε πλήρως την επιχείρησή του και απόλαυσε απ' αυτή τα προσδοκώμενα εισοδήματα, ανεξαρτήτως αν, στα πλαίσια των επιχειρηματικών του επιλογών, αποφάσισε ή έστω αναγκάστηκε, να απασχολήσει πρόσθετο προσωπικό, όπως κατέθεσε ο εξετασθείς στο πρωτόδικο δικαστήριο μάρτυρας Σ. Θ., ζήτημα που δεν είναι κρίσιμο για το δικαστήριο, εφόσον, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ερευνητέο είναι η απώλεια εσόδων, λόγω αδυναμίας του να εργασθεί προσωπικά και όχι η δαπάνη πρόσληψης υποκατάστατης δύναμης. Ωσαύτως, αναφορικά με την παράλληλη απασχόλησή του, ως ομορρύθμου εταίρου, που παρείχε προσωπική εργασία στην προαναφερόμενη εταιρία ζαχαροπλαστείου, παρασκευάζοντας τα γλυκίσματα, δεν αποδείχθηκε ότι λόγω αδυναμίας να συνεχίσει να εργάζεται, η εταιρεία οδηγήθηκε σε λύση και ως εκ τούτου απώλεσε τα εισοδήματα που είχε, όπως ισχυρίζεται. Αντίθετα, από το με ημερομηνία 13-12-1005 ιδιωτικό συμφωνητικό αποδεικνύεται ότι ο ενάγων μεταβίβασε το εταιρικό μερίδιό του λόγω δωρεάς στον ανηψιό του Ε. Χ., χωρίς αντάλλαγμα, γεγονός που δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του - ούτε στην αγωγή περιέχεται τέτοιος ισχυρισμός -, αφού κατά τους ισχυρισμούς του, η αδυναμία του να εργαστεί οδήγησε σε διάλυση της εταιρίας. Στην κρίση του δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο ενάγων δεν απώλεσε εισοδήματα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω ανικανότητας να ασκήσει τις πιο πάνω συγκεκριμένες επαγγελματικές δραστηριότητες, καθοριστικό ρόλο, πλην των αποδεικτικών στοιχείων που μνημονεύθηκαν πιο πάνω (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι επικαλούμενες έγχρωμες φωτογραφίες, τη γνησιότητα των οποίων αμφισβήτησε ο ενάγων), έχει το προσκομιζόμενο από την εναγομένη εταιρία, υπ' αριθμ. πρωτοκ. 8134/7-6-2006 πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ. Χαϊδαρίου, που εκδόθηκε κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας και σύμφωνα με το οποίο, ο ενάγων όχι μόνο δεν απώλεσε, κατά το επίδικο διάστημα, μετά το ατύχημα, τα εισοδήματα που ανέμενε, αλλ' αντιθέτως αύξησε σημαντικά τα εισοδήματά του από τη συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, ενώ τα εισοδήματα Α-Δ πηγών που δηλώθηκαν από τον ενάγοντα κατά τα οικονομικά έτη 2003 (χρήση 1-1-2002 έως 31-12-2002) και 2004 (χρήση 2003), οπότε έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, ανέρχονται σε 14.699,04 ευρώ και 14.790,28 ευρώ αντίστοιχα, ακολούθως, για το μετά το τραυματισμό του επίδικο διάστημα και συγκεκριμένα για τα οικονομικά έτη 2005 (χρήση 2004) και 2006 (χρήση 2005) αυξήθηκαν και ανήλθαν σε 31.958,03 ευρώ και 50.843,55 ευρώ αντίστοιχα. Με το περιεχόμενο του πιο πάνω πιστοποιητικού βρίσκεται σε πλήρη αρμονία και η ανώμοτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατηγορηματική κατάθεση του Σ. Ν., (που ήταν εναγόμενος στην πρωτόδικη δίκη) ο οποίος βεβαίωσε ότι "ο ενάγων δουλεύει και οδηγεί". Τη βελτίωση των εισοδημάτων του ενάγοντος, κατά το διάστημα αυτό, βεβαίωσε και ο μάρτυρας του ενάγοντος Σ. Θ., που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος στη συνέχεια, επιχείρησε αορίστως να την αποδώσει "σε κάποια σύμβαση που είχε κάνει ο ενάγων τον Ιούλιο 2003 με μια εταιρία". Τούτο όμως, είναι αδιάφορο για την κρίση του δικαστηρίου, γιατί η αιτούμενη με την αγωγή απώλεια εισοδημάτων αφορούσε εισοδήματα που κατά το χρόνο του τραυματισμού του, απολάμβανε ο ενάγων και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκούσε να συνεχίσει να απολαμβάνει από τις πιο πάνω δραστηριότητές του και όχι σε αναμενόμενα αυξημένα κέρδη, για τα οποία τυχόν είχε λάβει πρόσθετα προπαρασκευαστικά μέτρα ή αναμένοντο από ειδικές περιστάσεις ότι θα είναι αυξημένα. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το δικαστήριο τούτο δεσμεύεται να θέσει ως βάση του συλλογισμού του την κρίση της υπ' αριθμ. 7061/2005 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτό ότι κατά το χρόνο του τραυματισμού του αποκέρδαινε 1000 ευρώ μηνιαίως από την επιχείρηση CATERING που διατηρούσε είναι απορριπτέος, γιατί το δεδικασμένο της αποφάσεως εκείνης εξαντλείται στη ζημία (απώλεια εισοδημάτων) που αυτός υπέστη κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή προγενέστερο χρόνο και δεν καταλαμβάνει την επίδικη ζημία, η οποία δεν είχε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη και επομένως ελλείπει η κατά το άρθρο 322 ΚΠολΔ, ταυτότητα δικαιώματος. Και ναι μεν είναι αληθές ότι: α) με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα ιατρικά σημειώματα χορηγήθηκαν στον ενάγοντα αναρρωτικές άδειες μέχρι τον Ιούλιο 2005 και β) ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμονας Δ. Σ. με την προαναφερόμενη έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης προσδίδει στον ενάγοντα μία μόνιμη μερική αναπηρία της τάξεως του 30%, πλην όμως σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η αναπηρία αυτή, στην προκείμενη περίπτωση δεν ταυτίζεται με αντίστοιχη απώλεια της ικανότητας για κτήση εισοδημάτων, ούτε επηρέασε, έστω και με μειωμένο ποσοστό, την ικανότητα αυτή, εφόσον ουδεμία περιουσιακή ζημία επέφερε στον ενάγοντα. Τέλος, ούτε η, όλως αορίστως διατυπωθείσα κρίση του πραγματογνώμονα ότι "ο ενάγων δεν δύναται να ασκήσει διοικητικά καθήκοντα", χωρίς να διευκρινίζεται τι είδους και ποιάς εμβέλειας διοικητικά καθήκοντα, είναι ικανή να διαφοροποιήσει την κρίση του δικαστηρίου, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας, τα ασκούμενα στην προκείμενη περίπτωση, από τον ενάγοντα, διοικητικά καθήκοντα είναι μικρής έκτασης, αναφερόμενα στην διοίκηση ατομικής επιχείρησης και δεν απαιτούν ιδιαίτερη εγρήγορση πνευματικών λειτουργιών ή εφαρμογή ιδιαίτερων νοητικών μεθόδων. Επομένως, εφόσον από κανένα στοιχείο δεν βεβαιώθηκε ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 25-1-2004 και εφεξής ο ενάγων απώλεσε ή θα απωλέσει εισοδήματα ύψους 18.000 ευρώ μέχρι την άσκηση της αγωγής και 264.000 ευρώ μέχρι τη συνταξιοδότησή του, λόγω της αδυναμίας του να ασκήσει τις συγκεκριμένες επαγγελματικές δραστηριότητες, είναι απορριπτέο, ως κατ' ουσία αβάσιμο, το σχετικό αγωγικό κονδύλιο. Η εκκαλουμένη λοιπόν, που απέρριψε τούτο, με την ίδια ως άνω αιτιολογία, έστω και συνεπτυγμένη, προέβη σε σύννομη και προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με το δεύτερο λόγο της έφεσης του, με τον οποίο πλήττει τις οριστικές διατάξεις της υπ' αριθμ. 2604/2007 αποφάσεως. Περαιτέρω, ο ενάγων με τον πρώτο λόγο έφεσης, παραπονείται: α) για το ότι η υπ' αριθμ. 2604/2007 εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε κατ' ουσία την αιτούμενη, για διάστημα 549 ημερών, δαπάνη βελτιωμένης διατροφής, ύψους 2.745 ευρώ και β) για το ότι η μετεκδοθείσα υπ' αριθμ. 1096/2008, συνεκκαλουμένη, απέρριψε το αίτημα επανεξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας του κονδυλίου αυτού, που είχε υποβάλει. Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος είναι απορριπτέος, πλην των άλλων, προεχόντως ως αλυσιτελής, εφόσον ήδη το κεφάλαιο αυτό επαναφέρεται προς κρίση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου στα πλαίσια προσβολής της πρώτης απόφασης και καθίσταται ερευνητέο. Εν προκειμένω όμως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, στον οποίο, δυνάμει προγενέστερης δικαστικής αποφάσεως, επιδικάστηκε δαπάνη βελτιωμένης διατροφής για το διάστημα μέχρι 24-1-2004, εξακολουθούσε και μεταγενέστερα να δαπανά ποσό για λήψη βελτιωμένης διατροφής, πέραν όσων δαπανούσε με συνθήκες συνήθους διατροφής, ως μέσο κοινωνικό άτομο, ανάλογου βιοτικού επιπέδου. Μόνη η περί τούτου κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι "έπαιρνε βελτιωμένη διατροφή και έδινε 200 ευρώ το μήνα", χωρίς περαιτέρω να αναφέρει αν η διατροφή αυτή ήταν επιβεβλημένη για θεραπευτικούς σκοπούς ή έστω επιθυμητή, λόγω της κατάστασης της υγείας του, δεν θεωρείται επαρκές αποδεικτικό στοιχείο. Άλλωστε, κατά τους γενικώς γνωστούς και αποδεκτούς ιατρικούς κανόνες και τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αναγνωρίζεται αναγκαιότητα για πρόσληψη ειδικής διατροφής σε όλες τις περιπτώσεις σωματικών κακώσεων, όπως αυτή του ενάγοντος (εγκεφαλικές αλλοιώσεις), παρά μόνο σε ειδικότερες περιπτώσεις κακώσεων όπως κατάγματα ή παθήσεις του πεπτικού συστήματος. Το αναφερόμενο στην αγωγή, ως ενδεικνυόμενο για την περίπτωση του, ειδικό διαιτολόγιο, είναι το σύνηθες, ιατρικώς ενδεικνυόμενο για όλους τους ανθρώπους διαιτολόγιο, ανεξαρτήτως σωματικών κακώσεων. Τέλος, ο επαναφερόμενος με την έφεση ισχυρισμός ότι με την υπ' αριθμ. 7061/05 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι έπρεπε να λαμβάνει βελτιωμένη διατροφή έως 24-1-2004 και επιδικάστηκε σ' αυτόν ποσό 5 ευρώ ημερησίως, στερείται οποιασδήποτε έννομης επιρροής στην προκείμενη δίκη, λόγω ελλείψεως των προϋποθέσεων δεδικασμένου, για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο αντίστοιχος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων παραπονείται για την απόρριψη του κονδυλίου βελτιωμένης διατροφής. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 321- 325 ΚΠολΔ και 914, 932 ΑΚ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο που παράγεται από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι συνέπειες της αδικοπραξίας και της ηθικής βλάβης εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση. Κατά πόσο δε, κατά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη μελλοντική δυσμενή εξέλιξη, αποτελεί ζήτημα που διαπιστώνεται με την ερμηνεία της προηγούμενης αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προαναφερθέντα στοιχεία αποδεικνύεται ότι η κατάσταση υγείας του ενάγοντος, μετά τον τραυματισμό του, κατά το χρόνο συζήτησης (21-10-2004) της προγενέστερης από 27-1-2004 αγωγής του, παρουσιαζόταν ως εξής: Είχαν συρραφεί τα θλαστικά τραύματα μετώπου, αριστερού βλεφάρου και ρινορρινίου που είχε υποστεί, είχε υποβληθεί σε επείγουσα, αλλ' επιτυχή χειρουργική επέμβαση αφαιρέσεως του υποσκληριδίου αιματώματος μετωπο-βρεγματικοκροταφικά, είχαν εμφανισθεί ήδη οι μετατραυματικές κλίσεις Ε, που αντιμετωπίζονταν με αντιεπιληπτική αγωγή που έπρεπε να συνεχισθεί έως 24-12-2004, ενώ είχαν παρουσιασθεί και διαταραχές στύσεως (μειωμένη libido), καθώς επίσης και συμπτωματολογία κεφαλαλγίας και ζάλης. Όλη αυτή την κατάσταση έλαβε υπόψη της η υπ' αριθμ. 7061/2005 προηγούμενη απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία, κατά την ακριβή διατύπωσή της, συνεκτίμησε "τους σωματικούς και ψυχικούς πόνους, συνεπεία των δυσμενών επακολούθων που κατέλειπε ο τραυματισμός στην ηλικία των 48 ετών (διαταραχές παθολογικές και σεξουαλικές)" και επιδίκασε στον ενάγοντα το σημαντικό ποσό των 70.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση. Ακολούθως, όμως, όπως βεβαιώνει στην έκθεσή του ο νομίμως διορισθείς ως πραγματογνώμων από το δικαστήριο, νευροχειρουργός Δ. Σ., ο ενάγων παρουσίασε επιδείνωση της συμπτωματολογίας, μετά την 21-10-2004. Ειδικότερα, ο πραγματογνώμονας εκθέτει ότι μετά την αφαίρεση του υποσκληριδίου αιματώματος, αναπτύχθηκε μετατραυματικό ψυχοσύνδρομο, οφειλόμενο στην πορεγκεφαλία του αριστερού κροταφικού πόλου (έλλειψη εγκεφαλικής ουσίας - ατροφία)) που συνιστά αλλοίωση μετατραυματικής αιτιολογίας. Η αλλοίωση αυτή διαπιστώθηκε με την από 11-6-2005 C/T εγκεφάλου, κατά την οποία μεγάλο τμήμα του αριστερού κροταφικού λοβού, από τη βάση του έως τη άνω κροταφική έλικα ελέγχθηκε με χαμηλή πυκνότητα. Αποτέλεσμα της αλλοιώσεως αυτής ήταν η εμφάνιση κατάθλιψης και αλλαγής προσωπικότητας, η οποία εκδηλώνεται με έλλειψη συγκέντρωσης της προσοχής, που έχει ως επακόλουθο την έκπτωση της πρόσφατης μνήμης και αδιαφορία για τις εν γένει υποχρεώσεις μάλιστα έκτοτε χορηγήθηκε και αντικαταθλιπτική αγωγή (βλ. από 7-6-2006 ιατρικό σημείωμα του νευρολόγου Σ. Γ.). Η δυσμενής αυτή εξέλιξη, εμφάνισης ψυχικής πλέον νόσου, αλλά με οργανικό υπόστρωμα, δεν είχε τεθεί υπόψη του προηγούμενου δικαστηρίου, το οποίο είχε λάβει υπόψη μόνο την ύπαρξη παθολογικών και σεξουαλικών διαταραχών. Κατ' ακολουθία τούτων, ο ενάγων δικαιούται για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, πλην της ήδη επιδικασθείσης, το ποσό των 5.000 ευρώ το οποίο, εν όψει του είδους και του βαθμού βαρύτητας της επιδείνωσης, που δεν ήταν προβλεπτή εξ αρχής, καθώς και όλων των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο και δίκαιο. Η υπ' αριθμ. 1096/2008 εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό έσφαλε και άρα πρέπει να γίνει δεκτός ο αντίστοιχος λόγος έφεσης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προκλήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, κατά τη επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα απ' εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις Α.Κ. 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων, επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του. Πάντως προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας (άρθρο 21 §§ 3, 6 Συντ.). Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής (Α.Π. 268/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως από την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ναι μεν παρουσιάζει πορεγκεφαλία του αριστερού κροταφικού λοβού, η οποία αποτέλεσε το οργανικό υπόστρωμα του μετατραυματικού ψυχοσυνδρόμου, που εκδηλώνεται με συμπτώματα κατάθλιψης, έλλειψης συγκέντρωσης, αδιαφορίας, παροδικών κρίσεων κεφαλαλγίας και ζάλης και έκπτωσης πρόσφατης μνήμης, πλην όμως η εξέλιξη της κατάστασης αυτής δεν μπορεί να προβλεφθεί σε βάθος χρόνου, αφού εξαρτάται από την κάθε κλινική περίπτωση και τους παράγοντες που υπεισέρχονται μετά τον τραυματισμό, ενώ η σεξουαλική δυσλειτουργία, όπως ρητώς βεβαιώνεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι παροδική και αντιμετωπίσιμη. Με βάση αυτή την κατάσταση υγείας δεν μπορεί να γίνει λόγος για μόνιμη και διαρκή αναπηρία, η οποία μάλιστα να επηρεάζει αρνητικά το οικονομικό μέλλον του ενάγοντος, όπως απαιτεί η 931 Α.Κ. Συγκεκριμένα δεν προέκυψαν τα απαιτούμενα εκείνα ιδιαίτερα περιστατικά, που θα επηρεάσουν το μέλλον του, ως ελεύθερου επαγγελματία, στην εργασία την οποία ασκούσε και θα συνεχίσει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να ασκεί και μετά τον τραυματισμό του. Η αδυναμία να συνάπτει δημόσιες σχέσεις δεν είναι βάσιμη, στο βαθμό που επικαλείται ο ενάγων, ενώ η οποιαδήποτε προς τούτο δυσχέρεια, αφενός μεν δεν είναι τέτοιου βαθμού, ώστε να επηρεάζει την κοινωνική του εξέλιξη ή την εξέλιξή του ως επαγγελματία, αναπληρούμενη από την επαγγελματική πείρα που έχει αποκτήσει, αφετέρου, και κυρίως, δεν είναι μόνιμη και διαρκής. Εξάλλου, ούτε οι σεξουαλικές διαταραχές μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς την προσωπικότητα του ενάγοντος, ως κοινωνικού ατόμου, εφόσον είναι παροδικής φύσεως (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Όλες οι πιο πάνω επιπτώσεις, που ως συμπτωματολογία επηρεάζουν την καθημερινότητα του ενάγοντος, λήφθηκαν υπ' όψη κατά την επιδίκαση και τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, εφόσον δεν συντρέχουν οι ιδιαίτεροι εκείνοι λόγοι που να δικαιολογούν την επιδίκαση αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο. Η υπ' αριθμ. 1096/2008 εκκαλουμένη απόφαση, λοιπόν, που απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο τούτο, ως κατ' ουσία αβάσιμη, με την ίδια ως άνω αιτιολογία, έστω και συνεπτυγμένη, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ο σχετικός λόγος έφεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ. ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραμόρφωση του περιεχομένου της από 24-7-2007 έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νευροχειρουργού Δ. Σ.. 'Όμως, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά το συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγοντας αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης και με τον τέταρτο λόγο αυτής (σκέλος τρίτο), από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 ΑΚ και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη, ως κατ' ουσίαν αβασίμου, του ποσού της αποζημίωσης εκ του άρθρου τούτου. 'Όμως, το Εφετείο δεν παραβίασε τον ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με τις προαναφερόμενες δε παραδοχές του, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους ως άνω λόγους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης και με τον τέταρτο (σκέλος δεύτερο) από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, παραμόρφωση του περιεχομένου της ως άνω έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως την επιδίκαση μόνον του ποσού των 5.000 Ευρώ, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932). Όμως το Εφετείο δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης (όπως προαναφέρθηκε επί του απορριφθέντος πρώτου λόγου αναίρεσης), περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την επιδίκαση του ποσού των 5.000 ευρώ, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932), δεδομένου ότι, όπως αναφέρει, με την προηγούμενη 7061/2005 απόφαση του Εφετείου, είχε επιδικασθεί για την ίδια αιτία, στον ενάγοντα, το σημαντικό ποσό των 70.000 ευρώ, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους ως άνω λόγους αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σχετικά με την απόρριψη, ως αβασίμου, του αιτήματος αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδημάτων, για την επιδίκαση μόνον του ποσού των 5.000 ευρώ, λόγω πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης από ηθική βλάβη (ΑΚ 932). Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο περιέλαβε με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ανωτέρω κονδύλια, η δε επιδίκαση του ποσού των 5.000 ευρώ, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πλέον της επιδικασθείσας με την προαναφερθείσα προηγούμενη απόφασή του, ποσού 70.000 ευρώ, ανάγεται, ως προς το ύψος του, στην ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως προς την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος για αποζημίωση λόγω βελτιωμένης διατροφής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο και επί του λόγου τούτου, έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν παραβίασε, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου, που δεν εφάρμοσε.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-3-2012 αίτηση για αναίρεση της 4144/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ