Αριθμός 1462/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ταπόγλου, για αναίρεση της 8455/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενη την ..... και με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιωτόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 402/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 1 του Π.Κ. το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 362-363 Π.Κ.) τιμωρείται μόνο κατ' έγκληση, κατά δε εκείνη του άρθρου 117 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει, ότι η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος κατ' έγκληση διωκόμενου, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 Π.Κ. δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης.- Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8.455/2006 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, μεταξύ άλλων πράξεων, για συκοφαντική δυσφήμηση κατά του εγκαλούντος ...... η οποία τελέσθηκε την 19-5-1999, με όσα αυτός (κατηγορούμενος) ισχυρίσθηκε περί του τελευταίου στην κατά τον άνω χρόνο απολογία του ενώπιον της Τακτικής Ανακρίτριας του Πημμελειοδικείου Αθηνών. Η από τον εγκαλούντα για τη δίωξη της άνω πράξεως έγκληση υπεβλήθη την 21-12-2000, δηλαδή σε χρόνο ο οποίος είναι μεταγενέστερος και υπερβαίνει κατά πολύ τρεις μήνες. Τον υποβληθέντα ισχυρισμό του κατηγορουμένου, περί απαραδέκτου της εγκλήσεως, λόγω εκπροθέσμου υποβολής αυτής, το εκδόν την άνω απόφαση δικαστήριο απέρριψε δεχθέν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο εγκαλών έλαβε γνώση της πράξης περί το τέλος του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2000, εντεύθεν δε και μέχρι την 21-12-2000 οπότε και υπεβλήθη η έγκληση, δεν είχε παρέλθει το τρίμηνο. Την περί του εμπροθέσμου της εγκλήσεως κρίση του το δικαστήριο στήριξε, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό του, στην αναγνωσθείσα και περιεχόμενη στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης κατάθεση του μάρτυρα Μ1, ο οποίος, εις αντιδικία ευρισκόμενος με τον κατηγορούμενο, έλαβε γνώση της απολογίας του και των εκεί περί του εγκαλούντος διαλαμβανομένων και ειδοποίησε σχετικώς τον τελευταίο. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο αυτό και απέρριψε τον περί απαραδέκτου της εγκλήσεως ισχυρισμό του κατηγορουμένου, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με εμπρόθεσμο της υποβολής της ένδικης εγκλήσεως, και ορθώς εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 117 του Π.Κ την οποία δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η ειδικότερη αιτίαση της περί εσφαλμένης εκτίμησης και αξιολόγησης της καταθέσεως του μάρτυρα Μ1 είναι απαράδεκτη γιατί, υπό την επίφαση της πλημμελούς αιτιολογίας, πλήττεται η περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η οποία αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη. ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων, 333 παρ. 2, 358, και 364 του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α΄ του ΚΠοινΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου Κώδικα σε παρατηρήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Αντίθετα, ουδεμία ακυρότητα απαγγέλλεται από την, κατά το άρθρο 364 του ίδιου Κώδικα, ανάγνωση και λήψη υπόψη εγγράφων τα οποία υποβάλλονται από τους διαδίκους των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, καθώς και από την ανάγνωση εγγράφων άλλης δίκης ή και αποφάσεως εκδοθείσας επί άλλης δίκης η οποία δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, από δε την ανάγνωση αυτών, χωρίς μάλιστα την εναντίωση του κατηγορουμένου, δεν παραβιάζεται το από το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ΄ του Κ.Ποιν.Δ, δικαίωμα υπεράσπισης, αφού ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να εκθέσει τις απόψεις του, να κάνει παρατηρήσεις και να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις και για τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Επομένως, η αιτίαση, προβαλλόμενη με τον δεύτερο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα την υπ' αριθμ. 2651/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή έξι (6) ετών, καθώς και την υπ' αριθμ. 1526/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε την πρώτη, χωρίς όμως η τελευταία να έχει καταστεί αμετάκλητη, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, τοσούτον μάλλον, αφού, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, ουδόλως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εναντιώθηκε στην ανάγνωση των αποφάσεων αυτών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ) και τη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-2-2007 αίτηση του ......, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8.455/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ