Αριθμός 1295 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου -Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμαντή, για αναίρεση της υπ' αριθ 3463/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 4 Σεπτεμβρίου 2013 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 559/12 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 26-3-2012 αίτηση και οι επ' αυτής από 4-9-2013 πρόσθετοι λόγοι του Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ... για αναίρεση της 3463/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικούς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Κατά δε την παραγρ. 3 εδ. β' σε συνδ. με εδ. α' του ίδιου άρθρου (όπως αντικαταστάθηκε το εδ. α' και προστέθηκε το εδ. β' με το αρθρ. 14 παρ.2 α, β Ν. 2721/1999), αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την, συνεπεία αυτής, πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, ενώ το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακούς βλάπτεται. Κατά δε την παραγρ. 3 περ. α' του ίδιου άρθρου (όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 14 παρ.4 Ν. 2721/1999), αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ... επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Εξάλλου, κατά το αρθρ. 13 περ. στ' Π.Κ., "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ποινικές διατάξεις, που εφαρμόστηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως επί πλαστογραφίας και απάτης. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Π.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές περιστάσεις, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 Π.Κ., εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωση τους. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως, που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό, με τον οποίο είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψη του (Ολ.Α.Π. 2/2005, 1716/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι: (ο μηνυτής κατά το χρόνο υποβολής της εγκλήσεως διατηρούσε τρία καταστήματα στο εμπορικό κέντρο …" της …με αντικείμενο την εμπορία γυναικείων ενδυμάτων. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του αυτής δραστηριότητας συνεργαζόταν από το έτος 1999 με την εδρεύουσα στη …εταιρεία "ON LINE ABEE", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο κατηγορούμενος, από τον οποίο ο μηνυτής προμηθευόταν ενδύματα προς μεταπώληση. Η συνεργασία τους αυτή συνίστατο στην αγορά από το μηνυτή γυναικείων ενδυμάτων με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, για τις οποίες εκδίδονταν τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, το δε τίμημα είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται, όπως και πράγματι γινόταν, απευθείας στην πωλήτρια εταιρεία, συνήθως με επιταγές εκδόσεως ή οπισθογραφήσεως του μηνυτή, και στη συνέχεια, αφού εξοφλούνταν αυτές, η πωλήτρια εταιρεία δια του κατηγορουμένου, ως νομίμου εκπροσώπου της, εξέδιδε τις αντίστοιχες αποδείξεις εισπράξεως, τις οποίες παρέδιδε στο μηνυτή. Ενώ όμως η μεταξύ του μηνυτή και του κατηγορουμένου εμπορική συνεργασία είχε την πιο πάνω μορφή μέχρι τα μέσα του έτους 2004, ο κατηγορούμενος, χωρίς ο μηνυτής να το γνωρίζει ή να έχει δώσει τη συναίνεση του, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο έως το Σεπτέμβριο του έτους 1999 και σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε ακριβώς, είχε καταρτίσει πλαστή έγγραφη δήλωση αποδοχής εκχώρησης τιμολογίων στην Αγροτική Τράπεζα, πλαστογραφώντας την υπογραφή του μηνυτή. Ειδικότερα, η εταιρεία "ON LINE ABEE" του κατηγορουμένου, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, είχε καταρτίσει στις 8-6-1999 με την Αγροτική Τράπεζα σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (FACTORING), στα πλαίσια της οποίας η ως άνω εταιρεία εκχωρούσε προς την Τράπεζα απαιτήσεις αυτής κατά πελατών της, μεταξύ των οποίων και του μηνυτή, και αντίστοιχα η Τράπεζα πίστωνε το λογαριασμό της προμηθεύτριας εταιρείας με το 80% της αξίας των απαιτήσεων, που της μεταβιβάζονταν, προεξοφλώντας με τον τρόπο αυτό τις απαιτήσεις του κατηγορουμένου κατά των πελατών του. Η πιο πάνω εκχώρηση, ωστόσο, δεν είχε γνωστοποιηθεί στο μηνυτή, παρά το ότι ήταν αναγκαίο, μετά την κατάρτιση της συμβάσεως εκχωρήσεως, για τη λειτουργία της σχέσεως μεταξύ της Τράπεζας και του ίδιου ως τρίτου οφειλέτη των εκχωρούμενων απαιτήσεων, αφού η Τράπεζα με την ιδιότητα του πράκτορα (εκδοχέα) είχε μετά την αναγγελία της εκχωρήσεως την ίδια νομική θέση που είχε ο εκχωρητής κατηγορούμενος ως προμηθευτής των πωλουμένων ειδών, δηλαδή καθίστατο δανείστρια και μόνο σ' αυτήν κατέβαλλε πλέον έγκυρα ο μηνυτής. Τούτο, άλλωστε, είχε ρητά συνομολογηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση FACTORING ως υποχρέωση του εκχωρητή κατηγορούμενου, ο οποίος και όφειλε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 4 της εν λόγω συμβάσεως, να αποστείλει στους πελάτες του, όπως ο μηνυτής, το πληροφοριακό έγγραφο της Τράπεζας, με το οποίο ο κάθε αγοραστής θα αποδεχόταν την εκχώρηση των οφειλών του στον πράκτορα (Τράπεζα), καθώς και να επικολλά σε όλα τα τιμολόγια που προορίζονταν για τον οφειλέτη και τον πράκτορα το ειδικό σήμα εκχώρησης των απαιτήσεων. Για το λόγο αυτό ορίσθηκε ρητά στο άρθρο 5 της ίδιας συμβάσεως εκχωρήσεως μεταξύ της Αγροτικής Τράπεζας και της εταιρείας ON LINE ABEE" ότι ο πελάτης, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενεργεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όλες οι πληρωμές αναφορικά με τις εκχωρούμενες απαιτήσεις να πραγματοποιούνται από τους οφειλέτες στον πράκτορα και να απέχει αυτός από κάθε πρωτοβουλία άμεσης είσπραξης των οφειλομένων από τους οφειλέτες του, η δε Τράπεζα ζήτησε προς εξασφάλιση της να της προσκομίσει σχετικό έγγραφο που να αποδεικνύει την αναγγελία προς το μηνυτή, ως πελάτη της εταιρείας "ON LINE ABEE", της εκχωρήσεως των απαιτήσεων της προς αυτήν (Τράπεζα), καθώς και να αναφέρεται επί των σχετικών τιμολογίων πωλήσεως που θα εκδίδονταν από αυτήν προς τους πελάτες της ότι "το προϊόν του παρόντος τιμολογίου έχει εκχωρηθεί στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. - Υποδιεύθυνση FACTORING, που είναι ο μόνος νόμιμος δικαιούχος και η πληρωμή πρέπει να γίνεται αποκλειστικά σ' αυτήν". Ο κατηγορούμενος όμως δεν συμμορφώθηκε στις πιο πάνω υποχρεώσεις του και ουδέποτε ανάγγειλε στο μηνυτή, ούτε όμως και στους λοιπούς πελάτες του την εκχώρηση των απαιτήσεων του, προκειμένου δε να φαίνεται ότι συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις του αποτύπωνε μόνο στα στελέχη των τιμολογίων που παρέδιδε στην Αγροτική Τράπεζα τη σφραγίδα με το παραπάνω κείμενο περί εκχωρήσεως, ενώ στα αντίστοιχα στελέχη αυτών που εξέδιδε και παρέδιδε στο μηνυτή δεν συμπλήρωνε τέτοιο περιεχόμενο, με αποτέλεσμα να τελεί ο τελευταίος σε άγνοια για την εκχώρηση απαιτήσεων που είχε συμφωνηθεί. Με σκοπό δε να παραπλανήσει και τους αρμόδιους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας για το γεγονός ότι και ο μηνυτής συμμετέχει στη σύμβαση εκχωρήσεως και αποδέχεται την εκχώρηση των απαιτήσεων της εταιρείας "ON LINE ABEE" κατ' αυτού προς την παραπάνω Τράπεζα, που προέρχονταν από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία και ενσωματώνονταν στα τιμολόγια πωλήσεως που είχε εκδώσει η πιο πάνω εταιρεία, κατάρτισε πλαστή έγγραφη "δήλωση αποδοχής εκχώρησης τιμολογίων στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", θέτοντας στο τέλος του κειμένου πλαστή υπογραφή του μηνυτή, χωρίς την εντολή ή τη συναίνεση του, την οποία αναπαράγαγε μέσω μηχανικού μέσου (scanner), και στη συνέχεια προσκόμισε στους υπεύθυνους υπαλλήλους του τμήματος FACTORING της Τράπεζας την πιο πάνω δήλωση, προκειμένου να πεισθούν αυτοί ότι έχει περιέλθει σε γνώση του μηνυτή η επίμαχη εκχώρηση των απαιτήσεων της εταιρείας "ON LINE ABEE" και να την χρηματοδοτήσουν, όπως και πράγματι έγινε, με το ποσόν των 56.663,05 ευρώ, δηλαδή το 80% της αξίας των εκχωρηθέντων τιμολογίων, συνολικού ύψους 70.828,82 ευρώ, ποσόν το οποίο φερόταν ότι οφείλει πλέον ο μηνυτής προς την Τράπεζα. Ο χρόνος κατά τον οποίο καταρτίσθηκε το εν λόγω πλαστό έγγραφο δεν προκύπτει μεν με σαφήνεια, καθώς δεν έχει ημερομηνία, τοποθετείται όμως εντός του χρονικού διαστήματος από 8-6-1999 (ημερομηνία καταρτίσεως της επίμαχης συμβάσεως) και εντός των αμέσως επόμενων μηνών. Από την πλευρά του ωστόσο ο μηνυτής, λόγω άγνοιας των σε βάρος του ενεργειών του κατηγορουμένου, συνέχιζε μέχρι τον Ιούλιο του 2004 να καταβάλλει απευθείας στην εταιρεία "ON LINE ABEE" την αξία των εμπορευμάτων που αγόραζε από αυτήν, λαμβάνοντας και τις αντίστοιχες αποδείξεις εισπράξεως και μέχρι το μήνα αυτό είχε εξοφλήσει ολοσχερώς τις οφειλές του προς την εταιρεία του κατηγορουμένου. Και ενώ εξελισσόταν κατά τον τρόπο αυτό η μεταξύ τους συνεργασία, τον Ιούλιο 2004 έλαβε ο μηνυτής από το Τμήμα εξυπηρέτησης εργασιών FACTORING της Αγροτικής Τράπεζας το από 26-7-2004 έγγραφο της, με το οποίο αφενός μεν του ανακοινώθηκε ότι είχε δηλώσει την αποδοχή του για την εκχώρηση των τιμολογίων έκδοσης της εταιρείας "ON LINE ΑΒΕΕ" που εκδίδονταν στο όνομα του, αφετέρου δε του γνωστοποιήθηκε ότι υπήρχε σε βάρος χρεωστικό υπόλοιπο από ανεξόφλητα τιμολόγια συνολικού ποσού 70.828,82 ευρώ, συγχρόνως δε του απεστάλη και αντίγραφο της πιο πάνω "δηλώσεως αποδοχής εκχώρησης τιμολογίων στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος". Έκπληκτος ο μηνυτής για τις εξελίξεις αυτές απέστειλε στην Τράπεζα τις από 17-8-2004 και 7-9-2004 εξώδικες δηλώσεις, με τις οποίες αρνήθηκε την υπογραφή του στην ανωτέρω δήλωση και τη γνώση για την επίμαχη εκχώρηση των τιμολογίων της εταιρείας "ON LINE ΑΒΕΕ", επικαλούμενος την εξόφληση εκ μέρους του κάθε είδους οφειλής του προς την εταιρεία του κατηγορουμένου. Μετά από τις καταγγελίες αυτές του μηνυτή η Τράπεζα διενέργησε έλεγχο και αφού πείσθηκε για την πλαστότητα της πιο πάνω δηλώσεως, δεν στράφηκε κατά του μηνυτή και δεν διεκδίκησε από αυτόν το προαναφερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των ανεξόφλητων τιμολογίων, ο δε κατηγορούμενος με την από 6-8-2004 έγγραφη δήλωση του προς αυτήν της γνωστοποίησε ότι κατά τη σύνταξη της εν λόγω δηλώσεως εκχωρήσεως έδρασε χωρίς την έγκριση ή τη συναίνεση και με άγνοια των πελατών της εταιρείας "ON LINE ΑΒΕΕ", μεταξύ των οποίων και του μηνυτή, και ότι τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις πωλήσεις των εμπορευμάτων και στα αντίστοιχα τιμολόγια είχαν εισπραχθεί από τον ίδιο. Από τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης σε βάρος της Αγροτικής Τράπεζας, με σκοπό να αποκομίσει η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 56.663,05 ευρώ, καθώς χρηματοδοτήθηκε από την εν λόγω Τράπεζα κατά το ποσόν τούτο, αφού η τελευταία προεξόφλησε τα αντίστοιχα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί στο όνομα του μηνυτή, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της, και ενώ αυτός είχε εισπράξει από το μηνυτή το ποσόν των 70.828,82 ευρώ για την πώληση σ' εκείνον των αντίστοιχων εμπορευμάτων, δεν το απέδωσε στην Τράπεζα, όπως όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' της σχετικής συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, αλλά το παρακράτησε, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος. Είναι δε βέβαιο ότι, εάν η Τράπεζα γνώριζε την αλήθεια, ότι δηλαδή ο μηνυτής ως τρίτος οφειλέτης δεν είχε λάβει γνώση της κρίσιμης εκχωρήσεως των απαιτήσεων, όπως αυτή περιγράφτηκε παραπάνω, καθώς και ότι η επίμαχη δήλωση αποδοχής της εκχωρήσεως των τιμολογίων ήταν πλαστή, δεν θα προεξοφλούσε τις απαιτήσεις της εταιρείας "ON LINE ABEE" κατά της επιχειρήσεως του μηνυτή. Με τον ίδιο τρόπο ο κατηγορούμενος ενέργησε και με άλλους πελάτες του, όπως με τον Π. Π. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στην υπ' αριθμ. ... επιταγή της ALPHA BANK, ποσού 45.000 ευρώ, εκδόσεως στην …από την Α. Κ. του Γ., σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της που τηρούσε αυτή στην πιο πάνω Τράπεζα και σε διαταγή της ίδιας, και στην οποία επιταγή η εκδότρια είχε θέσει την υπογραφή της στη θέση του πρώτου οπισθογράφου, ο κατηγορούμενος στις 31-5-2004, έχοντας στην κατοχή του την επιταγή αυτή που του είχε παραδώσει η εκδότρια, έθεσε στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου την υπογραφή του μηνυτή, χωρίς την εντολή ή τη συναίνεση του, ανέγραψε το ονοματεπώνυμο του μηνυτή "Η. Κ." και στη συνέχεια υπέγραψε ο ίδιος στη θέση της τρίτης οπισθογραφήσεως κάτω από την εταιρική επωνυμία της εταιρείας "ON LINE ABEE", ως νόμιμος εκπρόσωπος της, και κατέθεσε την επιταγή αυτή στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος - Υποδιεύθυνση FACTORING, προκειμένου να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας ως προς το ότι η επιταγή αυτή είχε υπογραφεί και από το μηνυτή, άτομο με εμπορική πίστη και φερέγγυο, και ότι έτσι η επιταγή αυτή έφερε πιστοληπτική αξία και ήταν εξασφαλισμένη η πληρωμή της από το φερόμενο ως οπισθογράφο μηνυτή, με τον τρόπο δε αυτό τους έπεισε να δεχθούν και να την λάβουν ως αξία σε πίστωση του λογαριασμού που τηρούσε η οφειλέτρια εταιρεία "ON LINE ΑΒΕΕ", ώστε να χρηματοδοτηθεί με το ποσόν των 45.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της Τράπεζας, καθώς η επιταγή δεν πληρώθηκε κατά τη νομότυπη εμφάνιση της λόγω ελλείψεως αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας, ενώ έγινε και δεκτή η ανακοπή που άσκησε ο μηνυτής κατά της σχετικής κατασχετήριας επιταγής της πιο πάνω Τράπεζας. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 200/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η ανακοπή του μηνυτή και ακυρώθηκε η από 10-11-2004 κατασχετήρια επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας σε βάρος του, με την οποία η τελευταία είχε προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση λόγω του ότι ήταν ακάλυπτη η πιο πάνω τραπεζική επιταγή της ALPHA BANK, με το σκεπτικό ότι στην επιταγή αυτή πράγματι είχε πλαστογραφηθεί η υπογραφή του από τον κατηγορούμενο, ο οποίος με την από 8-11-2004 έγγραφη δήλωση του προς αυτόν και με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του αποδέχθηκε ότι ο ίδιος έθεσε την υπογραφή του μηνυτή στην εν λόγω επιταγή χωρίς αυτός να το γνωρίζει και χωρίς να έχει δώσει την εντολή του. Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις α) της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση και με σκοπό πορισμό περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ, και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση με παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκομίσθηκε και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε, που υπερβαίνουν συνολικά το ποσόν των 15.000 ευρώ. Από την ως άνω δε επανειλημμένη τέλεση εκ μέρους του κατηγορουμένου των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων, λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει ενεργήσει κατά τον ίδιο τρόπο σε βάρος της Αγροτικής Τράπεζας και σε σχέση με άλλους πελάτες του, στα πλαίσια της λειτουργίας της μεταξύ τους συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, προκύπτει αφενός μεν ότι άτομο που διαπράττει απάτες και πλαστογραφίες με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αφετέρου δε εμφανίζει σταθερή ροπή προς διάπραξη' τέτοιων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονται, να του αναγνωρισθεί ωστόσο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ Π.Κ., που του είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως, δεδομένου ότι έχει επιδείξει ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει τις συνέπειες των πράξεων του, εξοφλώντας τμηματικά τις οφειλές του προς την Αγροτική Τράπεζα. Αντιθέτως, το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθεί επιπλέον και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός μέχρι το χρόνο που τέλεσε τα παραπάνω εγκλήματα έζησε πράγματι, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αφού το ότι αυτός έχει λευκό ποινικό μητρώο, δεν αρκεί από μόνο του προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, καθόσον, δεν αποδείχθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο, ούτε εξακριβώθηκε η εν γένει συμπεριφορά του σε όλες τις ως άνω εκφάνσεις και μορφές της (ΑΠ 760/2009), όπως ορίζεται στο διατακτικό). Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, σε δεύτερο βαθμό, των αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 15.000 ευρώ και της απάτης κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 15.000 ευρώ με το ακόλουθο διατακτικό: (Α/ 1 . Κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε με πρόθεση πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως έκανε χρήση αυτών με σκοπό να προσπόρισε! σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ βλάπτοντας τρίτον και είναι άτομο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα, σε μη επακριβώς προσδιορισμένη ημερομηνία και πάντως εντός των μηνών Ιουνίου έως Σεπτεμβρίου 1999, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ON LINE ABEE , έχοντας εμπορική συνεργασία με τον μηνυτή Η. Κ., τον οποίο προμήθευε με γυναικεία ενδύματα, κατάρτισε με πρόθεση τη χωρίς ημερομηνία πλαστή "Δήλωση αποδοχής εκχώρησης τιμολογίων στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ-Υποδ/νση FACTORING" με την οποία φερόταν ότι ο μηνυτής αποδεχόταν την εκχώρηση των απαιτήσεων της εταιρείας ON LINE ABEE κατά αυτού (μηνυτή) προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, που προέρχονταν από τα τιμολόγια που εξέδιδε η εταιρεία ON LINE ABEE στο όνομα του μηνυτή για την πώληση στον τελευταίο εμπορευμάτων και προς την οποία (:τράπεζα) όφειλε πλέον να καταβάλει ο μηνυτής την αξία των τιμολογίων, και ακολούθως στο τέλος του περιεχομένου αυτής στη θέση "Ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ" έθεσε με μηχανικό μέσο,.(scanner),πλαστή .υπογραφή του μηνυτή χωρίς την εντολή και συναίνεση του. Σκοπό είχε να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας ότι δήθεν ο μηνυτής συμμετέχει στη σύμβαση εκχώρησης τιμολογίων προς την Αγροτική Τράπεζα και αποδέχεται την εκχώρηση των απαιτήσεων της εταιρείας ON LINE ABEE κατά του μηνυτή ως αγοραστή-οφειλέτη προς την ανωτέρω τράπεζα, που προέρχονται από την εμπορική τους συνεργασία και ενσωματώνονται στα εκδοθέντα από την ανωτέρω εταιρεία του κατηγορουμένου τιμολόγια. Στη συνέχεια έκανε,, χρήση της παραπάνω πλαστής "δήλωσης αποδοχής εκχώρησης τιμολογίων στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ-Υποδ/νση FACTORING" και την παρέδωσε στους αρμοδίους υπαλλήλους της ίδιας τράπεζας προκειμένου να προεξοφλούνται από την τελευταία τα εκχωρηθέντα τιμολόγια. Περαιτέρω σκoπό είχε να προσπορίσει στην εταιρεία που εκπροσωπούσε ON LINE ABEE, παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία της Αγροτικής Τράπεζας καθώς χρηματοδοτήθηκε από την τελευταία με το ποσό των 56.663,05 ευρώ (80% επί της αξίας των εκχωρηθέντων τιμολογίων, συνολικού ποσού 70.828,82 ευρώ). 2. Στις 31-5-2004 με πρόθεση κατάρτισε πλαστή επιταγή και συγκεκριμένα επί της ... επιταγής της Alpha Bank , ποσού 45.000 ευρώ , εκδόσεως στην .., στις 31-5-2004 από την Α. Κ. του Γ., σε χρέωση του ... λογαριασμού της, που τηρούσε στην ανωτέρω τράπεζα, σε διαταγή της ιδίας, στην οποία η εκδότρια είχε θέσει την υπογραφή της στη θέση του πρώτου οπισθογράφου, έχοντας στην κατοχή του την επιταγή αυτή, την οποία του είχε παραδώσει η εκδότρια, έθεσε στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου πλαστή υπογραφή του μηνυτή χωρίς την εντολή και συναίνεση του και ανέγραψε το όνομα του μηνυτή "Η. Κ." και στη συνέχεια υπέγραψε ο ίδιος στη θέση της τρίτης οπισθογράφησης κάτω από την εταιρική επωνυμία της εταιρείας ON LINE ABEE ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και ακολούθως έκανε χρήση αυτής καταθέτοντας την στην Αγροτική. Τράπεζα της Ελλάδος - Υποδιεύθυνση factoring προκειμένου να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους ως προς το ότι η επιταγή αυτή είναι υπογεγραμμένη και από τον μηνυτή, άτομο με εμπορική πίστη και φερέγγυο και ότι έτσι η επιταγή φέρει πιστοληπτική αξία και είναι εξασφαλισμένη η πληρωμή της από το φερόμενο ως οπισθογράφο-μηνυτή. Περαιτέρω σκοπό είχε να προσπορίσει στην εταιρεία ON LINE ABEE παράνομο περιουσιακό όφελος ισόποσο της αξίας της επιταγής καθώς οι υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας δέχθηκαν να την λάβουν ως αξία σε πίστωση του λογαριασμού που τηρούσε η οφειλέτρια εταιρεία ON LINE ABEE και να την χρηματοδοτήσει με το ποσό των 45.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της τράπεζας καθώς η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε κατά την νομότυπη εμφάνιση της λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων. Είναι δε, άτομο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη πλαστογραφιών ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Β/ Στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και είναι άτομο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα, σε μη επακριβώς προσδιορισμένη ημερομηνία και πάντως εντός των μηνών Ιουνίου έως Σεπτεμβρίου 1999, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ΌΝ LINE ABEE, αφού κατάρτισε την χωρίς ημερομηνία πλαστή "Δήλωση αποδοχής εκχώρησης . τιμολογίων στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ-Υποδ/νση FACTORING ", που αναφέρεται ανωτέρω στην πράξη με στοιχείο Α-1 , παρέδωσε αυτήν στους αρμοδίους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας και παρέστησε ψευδώς, εν γνώσει της αναλήθειας, ότι ο μηνυτής Η. Κ., με τον οποίο η εταιρεία που εκπροσωπούσε με την επωνυμία ON LINE ABEE διατηρούσε εμπορική συνεργασία προμηθεύοντας τον με γυναικεία ενδύματα , συμμετέχει στη σύμβαση εκχώρησης τιμολογίων προς την Αγροτική Τράπεζα και ότι αποδέχεται την εκχώρηση των απαιτήσεων της εταιρείας ON LINE ABEE κατά αυτού (του μηνυτή) προς την ανωτέρω τράπεζα, που προέρχονται από την εμπορική τους συνεργασία και ενσωματώνονται στα εκδοθέντα από την ανωτέρω εταιρεία του κατηγορουμένου τιμολόγια ώστε πλέον οι πληρωμές των τιμολογίων αυτών να γίνονται από το μηνυτή προς την Τράπεζα. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις έπεισε τους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας να προεξοφλήσουν τα εκχωρηθέντα από την εταιρεία ON LINE ABEE τιμολόγια που είχαν εκδοθεί στο όνομα του μηνυτή κατά ποσοστό 80% επί της αξίας τους χρηματοδοτώντας έτσι την εν λόγω εταιρεία με το ποσό των 56.663,05 ευρώ (80% επί της αξίας των εκχωρηθέντων τιμολογίων, συνολικού ποσού 70.828,82 ευρώ). Σκοπό είχε να αποκομίσει η εταιρεία ON LINE ABEE , την οποία εκπροσωπούσε παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 56.663,05 ευρώ με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της Αγροτικής Τράπεζας52. Στις 31-5-2004 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ON LINE ABEE , αφού κατάρτισε την ... πλαστή επιταγή, η οποία περιγράφεται ανωτέρω στη πράξη με στοιχείο Α-2 , παρέδωσε αυτήν στους αρμοδίους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας και παρέστησε ψευδώς σε αυτούς, εν γνώσει της αναλήθειας,, ότι ο μηνυτής Η. Κ. έχει δήθεν υπογράψει επί της οπίσθιας όψης αυτής στη θέση της δεύτερης οπισθογράφησης και. ότι έτσι η επιταγή φέρει πιστοληπτική αξία και είναι εξασφαλισμένη η πληρωμή της από το φερόμενο ως οπισθογράφο-μηνυτή, ο οποίος είχε εμπορική πίστη και με τον τρόπο αυτόν έπεισε τους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας να δεχθούν να την λάβουν από αυτόν (τον κατηγορούμενο) ως αξία σε πίστωση του λογαριασμού που τηρούσε η οφειλέτρια εταιρεία ON LINE ABEE και να χρηματοδοτήσουν την τελευταία με το ποσό των 45.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της τράπεζας καθώς η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε κατά την νομότυπη εμφάνιση της λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων. Σκοπός του ήταν αποκομίσει η εταιρεία ON LINE ABEE παράνομο περιουσιακό, ύψους 45.000 ευρώ μέσω της ισόποσης χρηματοδότησης που έλαβε από την Αγροτική Τράπεζα με αντίστοιχη περιουσιακή .ζημία της τελευταίας. Είναι δε, άτομο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη απατών ως στοιχείο της προσωπικότητας του). Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε, κατά τα εκτεθέντα στο προπαρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ. δ' Π.Κ. (ειλικρινούς μεταμέλειας), που του είχε αναγνωριστεί και πρωτοδίκως, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του περί συνδρομής και των ελαφρυντικών περιστάσεων του ίδιου άρθρου παρ.2 περ. α' και ε' Π.Κ. και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της άνω αποφάσεως, στην έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας , οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος υπέβαλαν προφορικά αυτοτελή ισχυρισμό περί " αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ 2ε ΠΚ, και περαιτέρω μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Π. Σ., αφού ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε "την αθώωση του κατηγορουμένου, άλλως την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2α και 2ε Π.Κ.". Ο υποβληθείς και ι απορριφθείς, κατά τα άνω, τελευταίος αυτοτελής ισχυρισμός, περί χορηγήσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και 2ε Π.Κ. (του προηγούμενου έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου μετά τις πράξεις, αντίστοιχα), όπως προβλήθηκε, ήταν εντελώς αόριστος, αφού έγινε επίκληση μόνο των νομικών διατάξεων που τις προβλέπουν χωρίς να αναφερθούν πραγματικά περιστατικά, που να τις θεμελιώνουν. Εφόσον, λοιπόν, η απλή αναφορά των σχετικών διατάξεων, που προβλέπουν τα άνω ελαφρυντικά, δεν αρκεί, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν ήταν υποχρεωμένο να αποφανθεί ούτε να απαντήσει ειδικά, μάλιστα δε ως προς το πρώτο απάντησε, απορρίπτοντας το με τη δέουσα αιτιολογία. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Πολ.Δ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των πιο πάνω ελαφρυντικών, καθώς και κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' σε συνδ. με αρθρ. 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, περί ελλείψεως ακροάσεως, λόγω παραλείψεως του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί του αιτήματος περί χορηγήσεως του δεύτερου από τα πιο πάνω ελαφρυντικά, είναι αβάσιμος. Ακόμη, με τις προεκτεθείσες παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας και αξιολογώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την τέλεση των ανωτέρω πράξεων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι στην απόφαση αυτή εκτίθενται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία τούτο έκρινε, ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε, εφόσον δέχθηκε, ότι τις πράξεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τέλεσε κατ' εξακολούθηση, η παραδοχή δε αυτή συνιστά επανειλημμένη τέλεση των πράξεων τούτων και περίσταση, από την οποία προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητας του, ενώ, περαιτέρω, στην κύρια αιτιολογία παρατίθενται πλήρως τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά τα παραπάνω εγκλήματα και έτσι πλήρως αιτιολογείται και ο (απαιτούμενος για τη συνδρομή της "κατ' επάγγελμα" τελέσεως αξιόποινης πράξεως) σκοπός του πορισμού εισοδήματος, αφού αυτός, αναγόμενος στο δόλο του δράστη-αναιρεσείοντος, ενυπάρχει στην παραδοχή τελέσεως των εγκλημάτων τούτων για προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους, πραγματικά περιστατικά, που καταφάσκουν τη συνδρομή της έννοιας των εν λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, ως εκ του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τη συνδρομή των ανωτέρω επιβαρυντικών περιστάσεων, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. (όχι δε και από το αρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα, όπως εσφαλμένα αναφέρει ο αναιρεσείων), είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να ασκήσει το εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ. απορρέον δικαίωμα του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωση του. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.2 εδ. α' ΚΠοινΔ στο ακροατήριο διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα, στην κατ' έφεση δίκη σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Ως εκ τούτου, η ανάγνωση εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του σχετικού μέρους των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί η ανάγνωση του να διαπιστώνεται από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση. Συνεπώς, εφόσον στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τούτο έχει την έννοια και της αναγνώσεως του περιεχομένου των αναφερόμενων σ' αυτά εγγράφων. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά του δικαστηρίου το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, ή ποιο αποδεικτέο θέμα αφορούν, πλην όμως είναι αναγκαίο να μνημονεύονται τα στοιχεία, από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του καθενός από εκείνα, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία γι' αυτήν και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας την πλήρως, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα προαναφερόμενα, από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ., δικαιώματα του, δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα κάποιο έγγραφο αναγνώσθηκε, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενο του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο που αναγνώσθηκε.- Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη 745/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, των πρακτικών της ως άνω πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει, ότι αναγνώσθηκε και η "Γνωστοποίηση-Δήλωση-Αποδοχή του Χ. Γ. με ημερομηνία 6-8-2004" (υπ' αριθ. 14 έγγραφο). Έτσι, με βάση τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η άνω από 6-8-2004 έγγραφη δήλωση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία λήφθηκε υπόψη για τη στήριξη της περί ενοχής αυτού κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, δια της αναφοράς της προσβαλλόμενης αποφάσεως στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, από τα οποία προκύπτει, ότι το εν λόγω έγγραφο αναγνώσθηκε πρωτοδίκως, θεωρείται, ότι αναγνώσθηκε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, οπότε παραδεκτά συνεκτιμήθηκε για το σχηματισμό του καταδικαστικού πορίσματος του. Περαιτέρω, ενόψει των προμνημονευόμενων στοιχείων, τα οποία αναφέρονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, κατά τα άνω, στη δευτεροβάθμια δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα της πιο πάνω δηλώσεως, ως εγγράφου, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία γι' αυτήν, ο δε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, εφόσον το εν λόγω έγγραφο αναγνώσθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, μπορούσε να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματα του. Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω μη αναγνώσεως και λήψεως υπόψη του εγγράφου τούτου αλλά και μη προσδιορισμού της ταυτότητας του, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (αρθρ. 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-3-2012 αίτηση και τους επ' αυτής από 4-9-2013 πρόσθετους λόγους του Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ... για αναίρεση της 3463/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε 250ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ