Αριθμός 400/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννου Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου .... , που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για αναίρεση της 3293/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 63/5-12- 2006 και αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1989/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που δήλωσε ότι παραιτείται από την 62/4-12-2006 αίτηση του αναιρέσεως και ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο μετά από τον Εισαγγελέα ή τους παριστάμενους πολιτικώς ενάγοντες και αστικώς υπεύθυνο, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διάταξης αυτής, ως αναφερόμενης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από το νόμο, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ένδικου μέσου της Εφέσεως κατά αποφάσεως, το δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής αποφάσεώς του επί εφέσεως χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 3293/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στη δίκη όπου εκδόθηκε η απόφαση αυτή, ο διευθύνων τη συζήτηση Προεδρεύων Εφέτης, αφού κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση κατά της 1921/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της. Παρέλειψε όμως να δώσει το λόγο στον παρόντα κατηγορούμενο για να αναπτύξει την υπεράσπισή του στο ως άνω κρίσιμο ζήτημα του παραδεκτού της εφέσεώς του. Αντίθετα, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα, το Δικαστήριο διασκέφθηκε μυστικώς και δημοσίευσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη η ως άνω έφεση. Επομένως, ο σχετικός λόγος της υπό κρίση (με αριθ. εκθ. καταθ. 63/5-12-2006) αιτήσεως αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ είναι βάσιμος. Μετά ταύτα και αφού απορριφθεί ως απαράδεκτη η πανομοιότυπη (με αριθ. έκθ. κατάθ. 62/4-12-2006) αίτηση αναίρεσης του ίδιου αναιρεσείοντος, από την οποία παραιτήθηκε νομότυπα ο τελευταίος (άρθρο 476 ΚΠΔ), πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη τη με υπ΄ αριθ. έκθ. καταθέσεως 62/4-12-2006 αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί την 3293/2006 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ