ΑΡΙΘΜΟΣ 768/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Γ. Ν. του Θ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαμαρτζή και 2. Α. Μ. του Χ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χρηστακάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 219-227/2011 αποφάσεως του ΜΟΕ Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Κ. Π. του Η., ο οποίος απεβίωσε και 2. Θ. σύζ. Κ. Π., κάτοικο ... που δεν παρέστη. Το ΜΟΕ Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Φεβρουαρίου 2012 δύο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 339/2012. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 1) 13-2-2012 αίτηση του Γ. Ν. του Θ., κατοίκου ... και 2) 13-2-2012 αίτηση του Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ήδη κρατουμένων, για αναίρεση της 219-227/ 2011 απόφασης του ΜΟΕ Λάρισας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη" και κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι διακρίνονται δύο μορφές δόλου, ήτοι, ο άμεσος και ο ενδεχόμενος. Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά ενώ προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του ή της παράλειψης του δεν υφίσταται αυτής, με ενδεχόμενο δε δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής υπαιτιότητας, ο Ποινικός Κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία προς ύπαρξη ενδεχομένου δόλου πρέπει να διακριβωθεί, το μεν, ότι ο δράστης προέβλεψε ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα, εξαιτίας της πράξης του ή της παράλειψής του, το δε, ότι το αποδέχθηκε. Η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα απόδειξης και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό της πιθανότητας, με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από την διαπίστωση, ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του ή αναδέχθηκε την παράλειψή του, δίχως να λάβει υπόψη του μια τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η έννοια του δόλου, είτε αμέσου είτε ενδεχομένου, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος και τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι ισότιμα και στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, οπότε δεν αρκεί μόνον η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν πράξεις ή παραλείψεις του δράστη, για να μεταβάλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαριά ή ελαφρά παραβίαση του οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση, ότι ο υπαίτιος, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξης ή της παράλειψής του, δεν απώθησε από την συνείδησή του την παράστασή του, εκ των ενεργειών του αυτών προβλεφθέντος, ως δυνατόν να επέλθει, εγκληματικού αποτελέσματος και εντεύθεν το επιδοκίμασε (ΑΠ 408/2009, 418/1999). Εξάλλου, κατά το άρθρο 306 παρ. 1 και 2 περ. 2 ΠΚ, όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα το θάνατο, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον έξι ετών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνίσταται στην από την έκθεση επέλευση του θανάτου του εκτεθέντος προσώπου. Απαιτείται συνεπώς η συνδρομή του αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της έκθεσης, ως αιτίας, και του θανάτου, ως αποτελέσματος. Υποκειμενικά απαιτείται, εκτός από δόλο έστω και τον ενδεχόμενο για το βασικό έγκλημα της έκθεσης και αμέλεια του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ΠΚ για την επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου. Περαιτέρω, υπαίτιος των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ. 1β ν. 3459/2006 πράξεων είναι "όποιος πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διανέμει ή διαθέτει σε τρίτους με οποιοδήποτε τρόπο, αποστέλλει ή παραδίδει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές", τιμωρούμενος κατά το άρθρο 23 του ιδίου νόμου με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα μέχρι (29.412) πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακόσια τριάντα πέντε (588.235) ευρώ, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ενεργεί κατ' επάγγελμα, εάν δε ο υπαίτιος είναι από τα πρόσωπα που απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, τιμωρείται, για αυτήν την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης του άρθρου 23 με πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή οκτακοσίων ογδόντα (880) έως εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ (άρθρ. 30 παρ.4 γν. 3459/2006). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ή κάθε παραδοχή. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, όπως είναι οι ισχυρισμοί για συνδρομή των όρων των άρθρων 34 και 36 του ΠΚ. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 219-227/2011 απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανελέγκτως ότι: "H Β. Π. του Κ. και της Θ. γεννήθηκε στις 21-10-1978 στο Χάγκεν της Γερμανίας και από το έτος 2000, που οι γονείς της επανήλθαν στην Ελλάδα, κατοικούσε επί της οδού ... στην πόλη των …Το έτος 1997 έχοντας χάσει στη Γερμανία σε αυτοκινητικό ατύχημα τον αδελφό της παρουσίασε κατάθλιψη και προς αντιμετώπισή της προχώρησε στη λήψη αντικαταθλιπτικών με σύσταση των ιατρών της. Για να υπερβεί τον πόνο που γεννούσε η απώλεια του αδελφού της άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. Μπροστά στον κίνδυνο δημιουργίας νέων προβλημάτων, που θα είχαν να κάνουν πλέον με τη ζωή της θυγατέρας τους, οι γονείς αυτής, που είχαν εργασθεί στη Γερμανία επί τριάντα και πλέον συναπτά έτη, αποφάσισαν το 2000 να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ατυχώς, όμως γι' αυτούς και τη θυγατέρα τους η απομάκρυνσή τους από τη χώρα της εργασίας τους και της γέννησης και εκπαίδευσης της τελευταίας δεν τους λύτρωσε από τα δεινά των ναρκωτικών, καθόσον αυτή συνέχισε τη χρήση τους και στην πατρίδα της, όπου παρέμενε άεργη. Κατά τις απογευματινές ώρες της 2ας Μαρτίου 2005 η Β. Π. μετέβη μόνη της στο καφενείο του Α. Κ., που βρίσκεται στη συνοικία ... των …όπου παρήγγειλε και ανάλωσε μία μπύρα κατά την πόση της οποίας ήταν εμφανής ο τρόμος των χεριών της, κατάσταση, που με γνωστές τις κατά το συγκεκριμένο χρόνο αναζητήσεις της, προκαλούσε η στέρηση των ναρκωτικών ουσιών. Ακολούθησε στον παραπάνω χρόνο τηλεφωνική επικοινωνία αυτής με τους γονείς της με τη χρήση τηλεκάρτας, που είχε δανεισθεί από το θαμώνα του καφενείου Δ. Α. και συζήτηση με αυτόν και τον ιδιοκτήτη του καφενείου για διάφορα ασήμαντα θέματα μέχρι την 17.30 ώρα περίπου της ίδιας παραπάνω ημέρας, οπότε εμφανίσθηκε στο καφενείο ο 2ος κατηγορούμενος, Α. Μ., ο οποίος την πλησίασε, την κτύπησε φιλικά με το χέρι του στον ώμο της και αυτή σηκώθηκε και έφυγε μαζί του ακολουθώντας τον προς την πλατεία ... όπου οι κατοικίες αμφοτέρων των κατηγορουμένων. Οι τελευταίοι, που είναι εξαρτημένοι χρήστες ναρκωτικών ουσιών και διαμένουν στον συνοικισμό ... γνωρίζονται από μακρού χρόνου. Ο τρόπος της συνάντησης της Β. Π. με τον 2° κατηγορούμενο, που περιγράφεται στην έκθεση ένορκης κατάθεσης του Δ. Α., αποκαλύπτει, ότι αυτοί δεν ήσαν άγνωστοι. Ο 2ος κατηγορούμενος έχοντας φιλικές σχέσεις με τον 1° κατηγορούμενο και γνωρίζοντας αφενός την ανάγκη της Β. Π. για εύρεση ηρωίνης και αφετέρου τη δυνατότητα του τελευταίου να εξασφαλίσει και διαθέσει την επιθυμητή για την πρώτη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, οδήγησε αυτήν στην κατοικία του 1ου κατηγορουμένου, αφού, προηγουμένως, είχε τηλεφωνικώς επικοινωνήσει μαζί του και είχε λάβει τη συναίνεσή του προς τούτο. Εκεί ο 1ος κατηγορούμενος προσέφερε στη Β. Π. ηρωίνη σε σκόνη, την οποία αυτή εισέπνευσε. Ομοίως, όπως οι κατηγορούμενοι διατείνονται, χρήση ηρωίνης δια της ρινικής οδού έκαναν και αυτοί. Δεδομένου, ότι οι εισπνοές δεν ικανοποίησαν την ανάγκη της Β. Π. για λήψη ηρωίνης, ζήτησε από τον 1ο κατηγορούμενο να τη βοηθήσει να κάνει χρήση ηρωίνης ενδοφλεβίως, κάτι που ο τελευταίος πραγματοποίησε σε παρακείμενη αποθήκη. Κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων σε ενδοφλέβια ένεση ηρωίνης προχώρησε και ο 2ος κατηγορούμενος. Ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα η Β. Π. έχασε τις αισθήσεις της και οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν να την επαναφέρουν με μαλάξεις και τεχνητές αναπνοές, πλην όμως η προσπάθεια αυτή δεν τελεσφόρησε. Αν και αυτοί αντιλήφθηκαν την κρισιμότητα της δημιουργηθείσας κατάστασης παρέλειψαν να καλέσουν ασθενοφόρο ή να μεταφέρουν με άλλο μέσο τη Β. Π. στο νοσοκομείο, αλλά αποφάσισαν να τη μετακινήσουν από την κατοικία του 1ου κατηγορουμένου, όπου είχε διατεθεί στην τελευταία η ναρκωτική ουσία, και να τη μεταφέρουν στην κατοικία του 2ου από αυτούς. Προς τούτο ο 1ος κατηγορούμενος περί την 19.00 ώρα της παραπάνω ημέρας ειδοποίησε τηλεφωνικά το γνωστό του οδηγό ΤΑΧΙ Α. Τ. και με τη βοήθεια του 2ου κατηγορουμένου επιβίβασαν την εν τω μεταξύ έχουσα απολέσει οποιαδήποτε επαφή με το περιβάλλον Β. Π. στο ΤΑΧΙ του εν λόγω οδηγού. Η τελευταία εισήλθε στο ΤΑΧΙ συρόμενη από τους κατηγορουμένους. Προηγουμένως, είχαν προσπαθήσει ανεπιτυχώς να την επαναφέρουν κάνοντας πορείες στο προαύλιο χώρο της κατοικίας του 1ου κατηγορουμένου. Στην πρόταση του οδηγού του ΤΑΧΙ να μεταφέρει αυτή στο νοσοκομείο της πόλης, ο 2ος κατηγορούμενος ήταν αρνητικός, απέδωσε την κατάστασή της σε οινοποσία και έδωσε εντολή στον οδηγό να μεταφέρει αυτόν και τη νεαρή γυναίκα στην κατοικία του, που απείχε περί τα 500 μέτρα από την κατοικία του 1ου κατηγορουμένου. Ο 1ος κατηγορούμενος, που είχε καλέσει το ΤΑΧΙ και είχε ακούσει την πρόταση του οδηγού του, καθώς και την εντολή του 2ου κατηγορουμένου να μεταφέρει αυτόν και τη γυναίκα στην κατοικία του, ουδόλως αντέλεξε, ούτε πρότεινε κάτι άλλο, καθόσον εκείνο που τον ενδιέφερε, ήταν να απομακρύνει από την κατοικία του, που ήταν ο τόπος διάθεσης της ναρκωτικής ουσίας, την ευρισκόμενη ήδη σε κωματώδη κατάσταση κοπέλα και να αποκλείσει οποιαδήποτε ανάμειξή του στην υπόθεση αυτή σε περίπτωση, που η κατάσταση της υγείας της τελευταίας εξελισσόταν δυσμενώς. Επίσης, η μεταφορά της κοπέλας στο νοσοκομείο και η ανάθεση της φροντίδας της ανάνηψης και της θεραπείας της στο ιατρικό του προσωπικό θα ενέπλεκε τους κατηγορουμένους με τις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές σε περίπτωση που θα ερωτώντο αναφορικά με τον τρόπο κατά τον οποίο είχε περιέλθει η τελευταία στην εν λόγω κατάσταση. Ούτε μπορούσε αυτή να εγκαταλειφθεί από τον 2ο κατηγορούμενο στην τύχη της, καθόσον είχε γίνει αντιληπτό από πολλούς, ότι είχε συναντηθεί και αποχωρήσει μαζί της τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας από το καφενείο Α. Κ. στα ... Ο οδηγός του ΤΑΧΙ ακολούθησε την εντολή του 2ου κατηγορουμένου και μετέφερε αυτόν και την κοπέλα στον κήπο της κατοικίας του τελευταίου. Εκεί ο 2ος κατηγορούμενος σήκωσε μόνος του τη νεαρή γυναίκα στην αγκαλιά του, παρά το βάρος της, και την ανέβασε στην κατοικία του, ενώ ο οδηγός του ΤΑΧΙ αναγνωρίζοντας τη δυσκολία της κατάστασης αναχώρησε με το αυτοκίνητό του παραιτούμενος από το δικαίωμα να αξιώσει την καταβολή της αμοιβής του. Στην κατοικία του ο 2ος κατηγορούμενος προσπάθησε να συνεφέρει τη μεταφερθείσα αλλά ματαίως. Ενόψει της εξαιρετικής δυσκολίας του θέματος ο 2ος κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον 1ο από αυτούς και τον κάλεσε σε βοήθεια. Ήδη από το χρόνο της αποβίβασης από το ΤΑΧΙ του 2ου κατηγορουμένου και της νεαρής γυναίκας στην κατοικία του παραπάνω ήταν φανερό αφενός το αδύνατο της ανάνηψης και επαναφοράς της τελευταίας χωρίς ιατρική συνδρομή και αφετέρου η έλλειψη περιθωρίων για ανάταξη αυτής από το κώμα με προσπάθειες άπειρων και ανειδίκευτων περί τα ιατρικά ανθρώπων. Οι κατηγορούμενοι, αντιληφθέντες στην κατοικία του 2ου από αυτούς, ότι η Β. Π. δεν επρόκειτο να ανακτήσει τις αισθήσεις της και να επανέλθει στην προηγούμενη κατάσταση, θέλησαν να απαλλαγούν από την παρουσία της και από το πρόβλημα που αυτή δημιουργούσε σ' αυτούς, οπότε τη μετέφεραν υποβαστάζοντάς την και ενώ ήταν ακόμη σε κώμα στην περιοχή του Ληθαίου ποταμού σε απόσταση 300 περίπου μέτρων από την κατοικία του 2ου κατηγορουμένου, όπου έκαναν μια τελευταία προσπάθεια να τη συνεφέρουν περιφέροντάς την υποβασταζόμενη κατά μήκος του ποταμού. Κατά την νύχτα εκείνη επικρατούσε δριμύ ψύχος και από τις 04.00 πρωϊνή ώρα της 3-3-2005 είχε αρχίσει να χιονίζει. Περί τα μεσάνυχτα της 2ας προς την 3η Μαρτίου 2005 οι κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν την ευρισκόμενη σε κωματώδη κατάσταση Β. Π. στη συνοικία ... πλησίον των κατοικιών τους, σε σημείο χαμηλότερο του ερείσματος της περιφερειακής οδού προς την πλευρά του Ληθαίου ποταμού πλησίον κάδου απορριμμάτων. Τις πρωϊνές ώρες της 3-3-2005 επήλθε ο θάνατος της εγκαταλειφθείσας Β. Π. οφειλόμενος κατά την υπ' αρ. πρωτ. 58/10-08-2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστή Dr Ρ. Λ. σε δηλητηρίαση από μίγμα φαρμακευτικών ουσιών της κατηγορίας των οπιούχων και των βενζοδιαζεπινών. Σημειωτέον, ότι το πτώμα έφερε στο δεξί χέρι εμφανή ίχνη πρόσφατης ενδοφλέβιας χρήσης και στο σταλέν δείγμα αίματος διαπιστώθηκε η παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 1,90 γραμμάρια ανά 1000 κ. εκ. αίματος. Η θανούσα ζούσε κατά το χρόνο της εγκατάλειψής της από τους κατηγορουμένους στο προαναφερθέν ερημικό σημείο, καθόσον, όταν ανευρέθηκε το πτώμα της από τους αστυνομικούς, που ειδοποιήθηκαν στο μεταξύ από τους δημοτικούς υπαλλήλους της καθαριότητας, που εμφανίσθηκαν στην περιοχή της εγκατάλειψης προς αποκομιδή των απορριμμάτων, δεν παρουσίαζε ακαμψία και ήταν σε εμβρυακή στάση. Οι κατηγορούμενοι ασχολούνταν με τα ναρκωτικά επί πολλά χρόνια και οι επί των ουσιών αυτών γνώσεις και εμπειρία επέτρεπε σ' αυτούς να προβλέψουν, ότι η κωματώδης κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει η Β. Π. λόγω της χρήσης υπερβολικής ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, που της είχε διαθέσει ο 1ος κατηγορούμενος, η οινοποσία, και η εγκατάλειψή της στην κατάσταση αυτή κατά τα μεσάνυχτα, σε ερημική τοποθεσία και σε μη ορατό σημείο, χωρίς προοπτική παροχής ιατρικής βοήθειας και ενώ επικρατούσε δριμύ ψύχος, ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει αιτιωδώς το θάνατο αυτής, το οποίο ως παραγόμενο από την παράλειψή τους αποτέλεσμα αποδέχονταν. Οι κατηγορούμενοι είχαν ιδιαίτερα νομική υποχρέωση αποτροπής του επελθόντος την θανάτου της Β.Π. λόγω των περισσοτέρων γνώσεων σε σχέση με αυτή σχετικά με την επικινδυνότητα της συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας, αλλά και του γεγονότος, ότι αυτοί παρέστησαν και βοήθησαν αυτή κατά τη χρήση της, μάλιστα ο 1ος διέθεσε σ' αυτήν την ποσότητα της ηρωίνης, της οποίας έκανε χρήση στην οικία του και της έκανε ενδοφλέβια ένεση. Αν οι κατηγορούμενοι είχαν ενδιαφερθεί για τη μεταφορά της νεαρής γυναίκας στο νοσοκομείο, όπως είχε υποδείξει σ' αυτούς ο οδηγός του ΤΑΧΙ, ο θάνατός της θα είχε αποφευχθεί, καθόσον θα αντιμετωπιζόταν η δηλητηρίαση που είχε προκληθεί από τα οπιούχα και τις βενζοδιαζεπίνης. Τα παραπάνω προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδιαιτέρως από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ. Χ. σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Οι ισχυρισμοί του 1ου κατηγορουμένου, ότι ουδεμία ανάμειξη είχε στην όλη εξέλιξη της υπόθεσης μετά την επιβίβαση της νεαρής γυναίκας στο κληθέν από αυτόν αυτοκίνητο [ΤΑΧΙ], δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί, καθόσον δεν αντέχουν στη δυναμική της ακολουθίας των πραγματικών περιστατικών μέχρι την ολοκλήρωση του δράματος. Η Β. Π. εξήλθε από το ΤΑΧΙ με την βοήθεια του 2ου κατηγορουμένου, ο οποίος τη σήκωσε στην αγκαλιά του παρά το βάρος της. Στο χρόνο αυτό η τελευταία ουδεμία επαφή είχε με το εξωτερικό περιβάλλον. Ο συνδυασμό της ενδοφλεβίως διατεθείσας ηρωίνης με την προηγηθείσα λήψη οινοπνευματωδών ποτών, που προκάλεσαν την παρουσία οινοπνεύματος στο αίμα σε συγκέντρωση 1,90 γραμμάρια ανά 1000 κ.ε. αίματος και μάλιστα πολλές ώρες μετά την λήψη τους, απέκοψαν κάθε δυνατότητα εξόδου από το κώμα, χωρίς ιατρική παρέμβαση και νοσοκομειακή μέριμνα και φροντίδα. Σ' αυτή την κατάσταση η παραμονή της κοπέλας στην οικία του 2ου κατηγορουμένου θα δημιουργούσε πλέον πληθώρα ζητημάτων σ' αυτόν και έπρεπε οτιδήποτε ακολουθούσε να συμβεί εκτός αυτής. Το βάρος του σώματός της αξίωνε την σύμπραξη δύο ατόμων για να μεταφερθεί στην περιοχή, όπου τελικώς μετά τις τελευταίες απέλπιδες και απεγνωσμένες προσπάθειες ανάνηψης αφέθηκε, και αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από το διαθέσαντα τη ναρκωτική ουσία. Η αποβίβαση του 2oυ κατηγορουμένου στην κατοικία του, έχοντας αγκαλιά την ημιθανή γυναίκα, η εύρεση του νεκρού σώματος αυτής στο σημείο των κάδων ρίψης απορριμμάτων στο συνοικισμό ... πλησίον του Ληθαίου ποταμού, σε μη ορατό σημείο, που απείχε 100 μέτρα από την κατοικία του ενός και 200 μέτρα από την κατοικία του άλλου, η άρνηση των κατηγορουμένων, ότι γνώριζαν τη θανούσα και ότι είχαν οποιαδήποτε σχέση με αυτή, η εύρεση του ωρολογίου και του σταυρού της κοπέλας στο σπίτι του 1ου κατηγορουμένου, το αίμα στο σημείο της μύτης του νεκρού σώματος, που οφειλόταν στη βιαιότητα με την οποία αποσπάσθηκε το ένρινο κόσμημα, το γεγονός, ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν επισκέφθηκε το νοσοκομείο για να πληροφορηθεί για την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας της νεαρής γυναίκας, ούτε επικοινώνησε με το 2ο κατηγορούμενο για να ερωτήσει σχετικώς, συνέχισαν μάλιστα ο μεν 1ος με χαρτοπαιξία στο σπίτι του με το φίλο της θυγατέρας του προσποιούμενος τον νηφάλιο, ατάραχο και ανέμελο, ο δε δεύτερος βυθίσθηκε σε ύπνο εξουθενωμένος, εξαντλημένος και αποκαμωμένος από την ένταση και την αγωνία των ωρών που είχαν προηγηθεί, αποτελούν ισχυρότατες ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων, δηλαδή πραγματικά περιστατικά, από τα οποία μπορεί κανείς να συμπεράνει με λογική ακολουθία τη σύμπραξη των τελευταίων στο διαπραχθέν έγκλημα [ΚΠοινΔ 178 α']. Κατά συνέπεια οι κατηγορούμενοι, κατά την πλειοψηφήσασα στο δικαστήριο άποψη, τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από κοινού με ενδεχόμενο δόλο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι γι' αυτή και να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός, ότι τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της κακουργηματικής έκθεσης, διότι το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα, που είναι ο θάνατος της νεαρής γυναίκας, δεν οφείλεται σε αμέλεια των κατηγορουμένων αλλά σε ενδεχόμενο δόλο, αφού αυτοί προέβλεψαν, - εγκαταλείποντας εν ζωή και σε κωματώδη κατάσταση την τελευταία στο χωμάτινο έρεισμα ερημικού δρόμου παραπλεύρως κάδου απορριμμάτων, νύχτα, με παγετό και χιονόπτωση αλλά και παραλείποντας να ζητήσουν για αυτή ιατρική βοήθεια και νοσοκομειακή φροντίδα, - το δυνάμενο να παραχθεί από την εν λόγω συμπεριφορά τους αξιόποινο αποτέλεσμα και παρά ταύτα δεν απείχαν από την εκδήλωση της συμπεριφοράς αυτής αποδεχόμενοι την παραγωγή του αποτελέσματος. Κατά την άποψη όμως τριών ενόρκων, ήτοι των Ν. Ζ., Σ. Σ. και Θ. Ν., οι κατηγορούμενοι δεν τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο [ΠΚ 299 παρ. 1] αλλά εκείνη της κακουργηματικής έκθεσης [ΠΚ 306 παρ. 2β'], εφόσον με τη μη μεταφορά και παράδοση από τους τελευταίους σε ιατρική επιμέλεια και φροντίδα της νεαρής γυναίκας, που είχε περιέλθει σε ιδιαιτέρως κακή κατάσταση από τη χρήση ηρωίνης, που είχε διατεθεί από τον 1ο τούτων με τη βοήθεια του 2ου από αυτούς και την εγκατάλειψη της στο παραπάνω σημείο, ενώ υποχρεούνταν να τη μεταφέρουν σε νοσοκομείο, όπου θα τύχαινε ιατρικής μέριμνας και φροντίδας, άφησαν αυτή με πρόθεση αβοήθητη και την εξέθεσαν σε κίνδυνο, οπότε υπήρξε μεν δόλος ως προς το βασικό αδίκημα της έκθεσης, πλην όμως μόνον αμέλεια τους για την επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος της θανάτωσης αυτής. Περαιτέρω, ο υποβληθείς από τους κατηγορουμένους αυτοτελής ισχυρισμός, ότι τα αποδειχθέντα κατά την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στηρίζουν την κατηγορία του άρθρου 307 ΠΚ, δηλ. της παράλειψης λύτρωσης από κίνδυνο ζωής και όχι εκείνη της ανθρωποκτονίας από κοινού με ενδεχόμενο δόλο ομόφωνα το δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι κατηγορούμενοι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος, δηλ. το θάνατο της νεαρής γυναίκας και η υποχρέωση αυτή πήγαζε από τις προηγούμενες πράξεις τους και την όλη συμπεριφορά τους εξαιτίας των οποίων δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του αποτελέσματος [ΠΚ 15]. Η τελευταία διαπίστωση αποκλείει τη συγκρότηση της νομοτυπικής μορφής του τελευταίου αδικήματος. Στη συνέχεια, ο αυτοτελής ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπο αμφοτέρων των κατηγορουμένων περίπτωσης άρσης του καταλογισμού άλλως μειωμένου καταλογισμού [ΠΚ 34 και 36] κρίνεται ομοφώνως απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά επί των οποίων να θεμελιώνεται νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργών ή διατάραξη της συνείδησης, όλη δε η στάση και συμπεριφορά τους δεν μαρτυρεί ή αποκαλύπτει πρόσωπα που λειτουργούσαν υπό το κράτος τέτοιας κατάστασης. Ειδικότερα, η καταβληθείσα προσπάθεια ανάνηψης της νεαρής γυναίκας, η από κοινού πορεία των κατηγορουμένων και αυτής [τελικώς θανούσας] στον προαύλιο χώρο της κατοικίας του 1ου κατηγορουμένου, η τηλεφωνική κλήση του Δ.Χ. αυτοκινήτου [ταξί] από τον 1ο από αυτούς, η τοποθέτηση της τελευταίας από τους δύο στο κάθισμα του κληθέντος αυτοκινήτου, η αποβίβαση του 2ου κατηγορουμένου από αυτό έχοντας αγκαλιά την έχουσα μεγαλύτερο βάρος του κανονικού νεαρά γυναίκα, η αποφυγή μεταφοράς αυτής σε νοσοκομείο, η μετακίνηση αυτής σε ερημικό σημείο με στόχο την απαλλαγή τους από την παρουσία της και την οποιαδήποτε εμπλοκή τους στο ζήτημα που δημιούργησαν με τη διάθεση των ναρκωτικών και επιπλέον η άρνηση ύπαρξης οποιασδήποτε σχέσης μαζί της απέναντι στις αστυνομικές Αρχές, ώστε να αποφευχθεί η εύρεση συνδέσμου ή διαδικασίας συσχέτισης αυτής μαζί τους, δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση γνώμης και το σχηματισμό άποψης, ότι οι κατηγορούμενοι συμπεριφέρονταν σε κατάσταση πνευματικής ή ψυχικής διαταραχής αποδιδόμενης στη χρήση ναρκωτικών ουσιών λόγω της οποίας είχε εκλείψει κατά το χρόνο εκδήλωσης της αξιόποινης συμπεριφοράς η ικανότητά τους να αντιληφθούν το άδικο των πράξεων και παραλείψεων τους και να ενεργήσουν σύμφωνα με την αντίληψή τους για το άδικο αυτό. Εξάλλου, ο πρώτος κατηγορούμενος κατά τον προηγούμενο μήνα από τις 2-3-2005 και σε ημερομηνίες, που δεν διακριβώθηκαν, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση πώλησε δέκα φορές στο Γ. Σ. ναρκωτική ουσία και συγκεκριμένα ηρωίνη άγνωστης ποσότητας έναντι άγνωστου τιμήματος. Δεν προέκυψε, ότι η ενοχοποιούσα τον 1ο κατηγορούμενο για τα παραπάνω κατάθεση Γ. Σ. υπήρξε προϊόν φόβου, που γέννησε η επ' αυτού ασκηθείσα σωματική και ψυχολογική βία της Αστυνομίας. Ο αποδιδόμενος στους Αστυνομικούς ως γενόμενος εις βάρος του ξυλοδαρμός δεν διαγνώσθηκε ιατροδικαστικώς, ούτε πιστοποιήθηκε κατ' άλλο τρόπο, ενώ ο ίδιος δεν υπέβαλε μήνυση ή οποιοδήποτε παράπονο ή διαμαρτυρία ενώπιον των αρμοδίων Αρχών στο χρόνο που διατείνεται, ότι συνέβη η υπ' αυτού προβαλλόμενη ως τελεσθείσα από τα κρατικά όργανα παράνομη πράξη. Επιπλέον η μεταγενέστερη διαφοροποίηση της εις βάρος του 1ου κατηγορουμένου μαρτυρίας του δεν αποδυνάμωσε αυτή αλλά αντίθετα την ενδυνάμωσε και ενίσχυσε. Περαιτέρω, προέκυψε, ότι στις 2 Μαρτίου 2005 ο 1ο κατηγορούμενος διέθεσε ναρκωτικά κατά την παραπάνω έννοια, δηλαδή διέθεσε προς χρήση στο 2ο κατηγορούμενο Α. Μ. και τη Β. Π. άγνωστη ποσότητα ηρωίνης. Από τις προσκομισθείσες ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες του Νευρολόγου - Ψυχιάτρου του Γ.Ν. Άμφισσας Α. Δ. για αμφότερους του κατηγορουμένους αλλά και από τα βιβλιάρια βαριάς αναπηρίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων λόγω χρόνιας χρήσης τοξικών ουσιών και απεξάρτησης του ΚΕΘΕΑ νια τον πρώτο αποδεικνύεται η τοξικομανία τους. Στις πράξεις της πώλησης ηρωίνης κατ' εξακολούθηση προς το Γ. Σ. και της διάθεσης της ίδιας ναρκωτικής ουσίας προς τους Α. Μ. και Β. Π. προέβη ο 1ος κατηγορούμενος κατ' επάγγελμα, καθόσον η επανειλημμένη τέλεση των πράξεων έγινε από αυτόν, που ήταν άεργος, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Τις ίδιες πράξεις τέλεσε χωρίς την επιβαρυντική περίσταση του υπότροπου, καθόσον από του χρόνου της αμετάκλητης καταδίκης παρήλθε το υπό του άρθρου 23 παρ.2 ν. 3459/2006 χρονικό διάστημα. Κατ' ακολουθίαν πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι κατά πλειοψηφία, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από κοινού με ενδεχόμενο δόλο και να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί: α] περί μεταβολής της παραπάνω κατηγορίας σε έκθεση [306 ΠΚ] κατά πλειοψηφία, β] περί μεταβολής της κατηγορίας σε παράλειψη λύτρωσης από κίνδυνο ζωής [307 ΠΚ] ομοφώνως και γ] των άρθρων 34 και 36 ΠΚ ομοφώνως και επιπλέον να κηρυχθεί ένοχος ο 1ος κατηγορούμενος, ομοφώνως, για τις πράξεις της κατ' επάγγελμα πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και της διάθεσης ναρκωτικών ουσιών". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από κοινού με ενδεχόμενο δόλο κατά πλειοψηφία και τον πρώτο τούτων ομοφώνως για τις πράξεις της κατ' επάγγελμα πώλησης ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών, ενώ απέρριψε κατά πλειοψηφία τον ισχυρισμό περί μεταβολής της κατηγορίας σε έκθεση και ομοφώνως τον ισχυρισμό περί μεταβολής της κατηγορίας σε παράλειψη λύτρωσης από κίνδυνο ζωής, ως και τον ισχυρισμό περί εφαρμογής των άρθρων 34 και 36 του ΠΚ με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ κατά πλειοψηφία ενόχους τους κατηγορουμένους Γ. Ν. και Α. Μ. για το ότι: Στα …στις 2.3.2005, από κοινού, από πρόθεση, με ενδεχόμενο δόλο, σκότωσαν άλλον άνθρωπο, δεδομένου ότι πρόβλεψαν, ότι από προηγούμενη αξιόποινη παράλειψή τους είναι δυνατόν να παραχθεί αξιόποινο αποτέλεσμα και παρά ταύτα ενέμειναν σ' αυτήν, αποδεχόμενοι την παραγωγή του αποτελέσματος. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αντιλαμβανόμενοι ότι η Β. Π. είχε περιέλθει σε κωματώδη κατάσταση από προηγηθείσα χρήση ναρκωτικών ουσιών, υποβαστάζοντας αυτή, στο πλαίσιο ενεργειών προς ανάνηψη, από κοινού, τη μετέφεραν πεζή στην παραποτάμια περιοχή ... και εκεί την εγκατέλειψαν αβοήθητη και έφυγαν, γνωρίζοντας ότι, εξαιτίας του κώματος αλλά και της χαμηλής θερμοκρασίας που επικρατούσε ήταν δυνατό να αποβιώσει, παραλείποντας να μεριμνήσουν για την ασφαλή μεταφορά της (με κάθε πρόσφορο μέσο) στο Νοσοκομείο Τρικάλων. Η παραπάνω πράγματι απεβίωσε στο σημείο που την εγκατέλειψαν, ενώ η ως άνω παράλειψη ήταν η μόνη ενεργός αιτία του θανάτου της. ΚΗΡΥΣΣΕΙ ομόφωνα ένοχο τον κατηγορούμενο Γ. Ν. του ότι, έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και μη μπορώντας να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις: 1) Στα …και σε χρόνο που δεν προέκυψε επακριβώς κατά την ανάκριση, πάντως εντός του αμέσως προηγούμενου μήνα από τις 2.3.2005, με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος πώλησε ναρκωτικά κατά την έννοια του άρθρου 4 του Νόμου 1729/1987, ήτοι φυσικές ή τεχνητές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές. Συγκεκριμένα πώλησε δέκα περίπου φορές άγνωστη ποσότητα ηρωίνης αντί αγνώστου τιμήματος στον Γ. Σ.. 2) Στις 2.3.2005 διέθεσε ναρκωτικά κατά την παραπάνω έννοια, ήτοι διέθεσε προς χρήση στο συγκατηγορούμενό του Α. Μ. και τη Β. Π. άγνωστη ποσότητα ηρωίνης. Τις ανωτέρω πράξεις της πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση στον Γ. Σ. και της διάθεσης ναρκωτικών ουσιών στον Α. Μ. και Β. Π. ο κατηγορούμενος Γ. Ν. διαπράττει κατ' επάγγελμα καθόσον προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ενώ δεν απαιτείτο ειδικότερη αναφορά και μνεία του καθενός αποδεικτικού μέσου από τα οποία προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε η αξιολογική τους συσχέτιση. Περαιτέρω, με πλήρη αιτιολογία εκτίθεται ο ενδεχόμενος δόλος των κατηγορουμένων αφού στην προσβαλλόμενη διαλαμβάνεται ότι εγκατέλειψαν το θύμα και ήταν ενδεχόμενο υπό τις αναφερόμενες συνθήκες (κωματώδης κατάσταση του θύματος, δριμύ ψύχος) να επέλθει ο θάνατός της όπως και πράγματι επήλθε τις πρωινές ώρες της 3-3-2005, το αποτέλεσμα δε τούτο της παραλείψεώς τους το αποδέχτηκαν, ενώ περαιτέρω σαφώς διαλαμβάνεται ότι το αποτέλεσμα τούτο δηλαδή ο θάνατος της παθούσης δεν οφείλεται εις αμέλεια αυτών. Έτσι, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί του ότι η πράξη φέρει το χαρακτήρα της θανατηφόρου εκθέσεως και όχι της ανθρωποκτονίας, αν και μη αυτοτελής, απορρίφθηκε αιτιολογημένα από το Δικαστήριο της ουσίας, αφού, ανελέγκτως δέχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι αποδέχτηκαν το θάνατό της ως και ότι αυτός δεν οφείλεται σε αμέλειά τους. Αιτιολογημένα επίσης διαλαμβάνεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των κατηγορούμενων προς αποτροπή του θανάτου της παθούσης, καθόσον αυτοί είχαν περισσότερες γνώσεις περί τα ναρκωτικά, ως τοξικομανείς, για την επικινδυνότητα της συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης), αλλά και παρέστησαν και βοήθησαν το θύμα να κάνει χρήση ηρωίνης, μάλιστα δε ο πρώτος τούτων της έκανε και ενδοφλέβια ένεση στην οικία της. Περαιτέρω, ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί συνδρομής στο πρόσωπό τους, άρσης του καταλογισμού, άλλως μειώσεως, τούτου, ως τοξικομανών, αιτιολογημένα απορρίφθηκε ως αβάσιμος αφού, δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά, στα οποία να θεμελιώνεται νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξη της συνειδήσεως τους, αφού ειδικότερα, η όλη στάση και συμπεριφορά τους αποκαλύπτει ότι δεν λειτουργούσαν υπό το κράτος τέτοιας κατάστασης. Ειδικότερα, η κρίση αυτή της προσβαλλόμενης στηρίζεται επαρκώς στο ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν να ανανήψουν το θύμα από την κωματώδη κατάσταση στον προαύλιο χώρο της κατοικίας του πρώτου κατηγορουμένου, ο πρώτος τούτων τηλεφώνησε στο ταξί για να παραλάβει την παθούσα, αμφότεροι τοποθέτησαν αυτήν στο κάθισμα του ταξί που προσήλθε ενώ απέφυγαν τη μεταφορά αυτής σε νοσοκομείο προκειμένου να μην αποκαλυφθεί η κωματώδης κατάσταση αυτής, που προήλθε από τις άνω ενέργειές τους η δε μετακίνηση της παθούσας στο ερημικό σημείο, όπου ανευρέθη νεκρή, στόχο είχε κατά τις παραδοχές την απαλλαγή τους από την παρουσία της και την οποιαδήποτε εμπλοκή τους στο θέμα αυτό που οι ίδιοι δημιούργησαν, γεγονότα που σαφώς υποδηλώνουν ότι οι κατηγορούμενοι είχαν ικανότητα πλήρους καταλογισμού κατά το άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης των παραβάσεων του νόμου περί τα ναρκωτικά στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος με τη θεμελίωση αυτής στην εξακολουθητική τέλεση των πράξεων τούτων. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης αμφοτέρων των αιτήσεων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλάγιου παράβασης ως και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι παραδοχές ότι συναυτουργός της άνω πράξεως ήταν και ο πρώτος κατηγορούμενος ως και ότι κατά την εγκατάλειψη του θύματος της νυχτερινές ώρες στο αναφερόμενο ερημικό σημείο, το θύμα ζούσε και ο θάνατός της επήλθε τις πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας, 3-3-2005, αναφέρονται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν οι αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και καταδικαστεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ. ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 1) 13-2-2012 αίτηση του Γ. Ν. του Θ., κατοίκου ... και 2) 13-2- 2012 αίτηση του Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ήδη κρατουμένων, για αναίρεση της 219-227/2011 απόφασης του ΜΟΕ Λάρισας. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ