Αριθμός 338/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλετρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Σ. του Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Μπάστα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 23/3/2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/7/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά 137/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκεια της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολή της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 ΚΠολΔ) και προϋποθέτει εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 76/2016). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή αντέσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 79/2018). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επιμέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως (ΑΠ 71/2019, ΑΠ 226/2016), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α' και β' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν. Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 700/2019, 849/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (άρθρο 520 ΚΠολΔ). Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 782/2019, 845/2011, 279/2010). Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείτε κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα, που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 261/2012). Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες, που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1344/2015), εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που, κατά τα ανωτέρω, όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 845/2011). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σφάλματα δε της πρωτόδικης θεωρούνται ως σφάλματα και της εφετειακής (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 300/2017, ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 765/2008). Περαιτέρω επειδή, για την άσκηση της αναιρέσεως, όπως και κάθε κατ' ιδίαν λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον (άρθρα 68 και 556 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Τούτο κρίνεται με βάση την από την προβαλλόμενη πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκαλούμενη στον αναιρεσείοντα βλάβη. Κατά δε το άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Περαιτέρω, με το άρθρο 536 Κ.Πολ.Δ. ορίζονται: 1. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει έφεση ή αντέφεση 2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ' ουσία. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, μόνο του το τυπικό (δικονομικό) σφάλμα του Εφετείου σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύει και λόγο αναιρέσεως, εκτός αν το εντεύθεν παραγόμενο δεδικασμένο δεν έχει την ίδια έκταση και επέρχεται έτσι βλάβη του διαδίκου, που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την άσκηση αναιρέσεως (ΑΠ.1/2003). Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων", χωρίς καμία διάκριση αν αυτή διατάχθηκε κατ' εφαρμογή της § 1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτέα θέματα απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, τη γνώμη των προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ή κατ' εφαρμογή της 2ης παραγράφου του αυτού άρθρου, όταν δηλαδή το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, να διορίσει πραγματογνώμονα διότι, κατά την κρίση του πάντοτε, για την απόδειξη ορισμένου θέματος χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εξομοιώνοντας έτσι, από απόψεως αποδεικτικής δυνάμεως, την πραγματογνωμοσύνη προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ. Η ως άνω αρχή ως προς την αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης ισχύει και όταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 615 § 1 του ΚΠολΔ, (όπως η διάταξη αυτή διαμορφώθηκε με το άρθρο 35 του ν. 1323/1983), διατάχθηκε ως αποδεικτικό μέσο, κατά τη δίκη αναγνωρίσεως της πατρότητας του δια σχετικής αγωγής εναγομένου, η εξέταση του γενετικού του τελευταίου από ειδικούς επιστήμονες, εις τρόπον ώστε, το πόρισμα και της πραγματογνωμοσύνης αυτής θα εκτιμηθεί ελεύθερα από το δικαστήριο, προκειμένου από το συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (έναντι των οποίων, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη) να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για την αμφισβητούμενη πατρότητα του διαδίκου αυτού. Δηλαδή το από το άρθρο 615 § 1 του ΚΠολΔ τεκμήριο, όπως και το πόρισμα των κατόπιν αιματολογικής εξετάσεως του φερομένου ως πατέρα, γνωμοδοτούντων πραγματογνωμόνων δεν αποκλείει την δυνατότητα ερεύνης της πατρότητας και με άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες, έγγραφα κτλ (Ολ. Α.Π. 32/1990). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 388 ΚΠολΔ, το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει πως υπάρχει λόγος, μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει ή όχι νέα πραγματογνωμοσύνη, η δε σχετική κρίση του δεν υπόκειται. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη με την από 24/02/2015 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 68/2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση- παρεμπίπτουσα αγωγή του, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές. Το δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγές, δέχθηκε την κύρια αγωγή και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή με την 132/2018 οριστική απόφαση του. Την απόφαση αυτή πρόσβαλε ο εκκαλών αναιρεσείων με την από 12/12/2018 έφεσή του. Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την υπ' αρ. 137/ 2020 απόφαση που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι συνήψαν ερωτική σχέση με σαρκική συνάφεια και η ενάγουσα συνέλαβε ένα άρρεν τέκνο, το οποίο γεννήθηκε την 25/02/2014 που έλαβε το όνομα Μ. Κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, ήτοι μεταξύ της τριακοστής και εκατοστής ογδοηκοστής ημέρας προ του τοκετού η ενάγουσα είχε σαρκική συνάφεια με τον εναγόμενο και άρα τεκμαίρεται η πατρότητα του τέκνου. Όπως προκύπτει από την ως άνω ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Γ. Φ., διδάκτορος μοριακής βιολογίας και γενετικής μοριακής βιολογίας, γενετιστή που έγινε μετά από λήψη δείγματος βιολογικού υλικού από τον εκκαλούντα, την εφεσίβλητη και το ανήλικο τέκνο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης ο εκκαλών είναι ο βιολογικός πατέρας του ανήλικου τέκνου με πιθανότητα 99,999999%. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η εφεσίβλητη είχε σαρκικές επαφές και με τρίτα άτομα πλην του ιδίου δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός είναι η βιολογικός πατέρας του τέκνου της όπως αβίαστα προκύπτει από την ιατρική πραγματογνωμοσύνη. Ως εκ τούτου ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο εκκαλών - εναγόμενος είναι ο φυσικός πατέρας του Μ. Σ. που γεννήθηκε στο ... στις 25/02/2014.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η εκκαλούμενη απόφαση που αποφάνθηκε ομοίως, δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος με την ένδικη έφεσή του κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των παραδοχών του στην ανωτέρω σκέψη και όπως περαιτέρω προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της πρωτοβάθμιας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλο με αριθμό 132/2018 που δεν εξαφανίσθηκε, έκρινε ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή δεν είχε τα στοιχεία τα οριζόμενα από το άρθρο 216 κώδικα πολιτικής δικονομίας καθόσον δεν είχε ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και τα στοιχεία που καθορίζουν την ευθύνη του προσεπικαλούμενου έναντι του προσεπικαλούντος σε περίπτωση ήττας του στην κύρια αγωγή και ότι "είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη καταρχήν για την αοριστία της καθόσον δεν διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία κάθε αγωγής για το ορισμένο αυτής αλλά και ως μη νόμιμη δεδομένου ότι η μεν κύρια αγωγή είναι διαπλαστική και η σωρευόμενη με την προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή καταψηφιστική έτι δε περαιτέρω δεν υπάγονται στην ίδια διαδικασία", χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της 132/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία όμως είχε απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας την παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντα. Παρά την, όπως ανωτέρω, υιοθέτηση υπό του Εφετείου απορριπτικής αιτιολογίας διάφορης νομικής κατηγορίας από εκείνης του Πρωτοδικείου, το Εφετείο δεν κατέληξε σε επιβλαβέστερο κατ' αποτέλεσμα διατακτικό για τον αναιρεσείοντα, αφού, υφ' οιανδήποτε των ως άνω απορριπτικών αιτιολογιών, το δυσμενές για τον αναιρεσείοντα δεδικασμένο έχει την ίδια έκταση, δηλαδή και υπό τις δύο εκδοχές αποκλείεται εξίσου η ευδοκίμηση της αγωγής και δεν επέρχεται με την εφετειακή απόφαση χειροτέρευση της θέσεως του αναιρεσείοντος ενάγοντος χωρίς αντίθετη έφεση. Συνεπώς ελλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντα για άσκηση αναιρέσεως και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο παραβίασε, όπως έκρινε, τη διάταξη του άρθρου 536 Κ.Πολ.Δ. διότι κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος, καθώς επίσης είναι αβάσιμος και ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης περί δήθεν παραβίασης των παραγράφων 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ .Περαιτέρω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την πατρότητα του ανηλίκου Μ. Σ. αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκη βεβαίωση, έγγραφα) καθώς και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Γ. Φ., Διδάκτορος μοριακής βιολογίας και γενετικής μοριακής βιολογίας, γενετιστή που έγινε μετά από λήψη δείγματος βιολογικού υλικού από τον εκκαλούντα, την εφεσίβλητη και το ανήλικο τέκνο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας της παρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει, κατά λέξη, ότι: "το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψιν, τον κρίσιμο αυτό πραγματικό ισχυρισμό, ο όποιος νόμιμα, ορισμένα, και παραδεκτά, με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και ως λόγος έφεσης) υποβληθέντα, ενώ έπρεπε να ληφθεί υπόψιν, καθώς αποτελούσε, η διενέργεια εκ νέου πραγματογνωμοσύνης, αυτοτελή ισχυρισμό, εφόσον αυτός κατέληγε σε επίκληση νόμιμης συνέπειας, ήτοι την ύπαρξη πατρότητας από πλευράς του αναιρεσείοντος και για το λόγο αυτό καθίσταται αναιρετέα", είναι αβάσιμος, τόσο ως προς την αποδιδόμενη, ως άνω, πλημμέλεια όσο και αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι παρά την υποβολή σχετικού αιτήματος το Εφετείο δεν διέταξε εκ νέου πραγματογνωμοσύνη. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο τμήμα αυτού, ότι "το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν της αποδεικτικό υλικό ενστάσεις και δικόγραφα καθώς και τους ισχυρισμούς μου στο σύνολό τους, ιδίως δε όσον αφορά την σαρκική μου επαφή με την εφεσίβλητη, την μοναδική μου, καθώς δεν έλαβε καθόλου υπόψη της, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του την παθογένεια του σπέρματος του καθώς είναι επί πολλά έτη, ενεργό σεξουαλικό σεξουαλικά άτομο και με σχέσεις διαρκείας, ουδόλως δε είχα μέχρι τότε αλλά και μετά από αυτό παρόμοια περίπτωση με εγκυμοσύνη της εκάστοτε συντρόφου μου. Δηλαδή, αντιμετώπιζα πρόβλημα ολιγοσπερμίας και χαμηλής ποιότητας σπέρματος, ωστόσο όμως το τελευταίο δεν ήταν πλήρως αζωικό ώστε να υφίσταται ακόμα σε κάθε περίπτωση, πλήρης αδυναμία τεκνοποίησης εκ μέρους μου" καθότι ο ισχυρισμός αυτός πλήττει τα ανελέγκτως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Τέλος ο ισχυρισμός κατά το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) είναι απαράδεκτος αφού από το εφετήριο προκύπτει σαφώς, και σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ότι η ένσταση αυτή δεν έχει αχθεί στην εκκλητή δίκη με λόγο εφέσεως και δεν αρκεί για να ερευνηθεί η συμπερίληψη των προτάσεων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του την από 13-04-2018 προσκομισθείσα έκθεση Γνωμοδότησης επί θεμάτων ταυτοποίησης βιολογικών δεσμών, μέσω ανάλυσης DNA του καθηγητή Βιολογίας του ΕΚΠΑ κυρίου Θ. Π.. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη, τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πιο πάνω λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντα (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14/7/2020 αίτηση του Γ. Δ. για αναίρεση της 137/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης . Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ