Αριθμός 1587/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεόδωρου Κανελλόπουλου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Μ. Α. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευρυδίκη Τασσίνη, με δήλωση του άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Β. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Τσατραφύλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1284/2011 μη οριστική και 1053/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6620/2014 μη οριστική, 1380/2017 μη οριστική και 1075/2019 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48/) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (ΑΠ 1130/2022). 2. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αναφέρονται στις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθ.614 επ. ΚΠολΔ ως είχαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν.4335/2015) υπ' αριθ. 1075/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσία την από 20.6.2013 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 1053/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την από 06.10.2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης περί αναγνώρισης πατρότητας του ανηλίκου τέκνου της.Η ένδικη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 16.4.2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός τριάντα ημερών από την κατά την 17-11-2020 επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης(βλ.σχετική επί του σώματός της βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ.) κατ' άρθρο 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από την επομένη της επιδόσεώς της(18-11-2020) άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των τριάντα ημερών, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 17.12.2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 18.11.2020 έως 6.4.2021 και συνολικά χρονικού διαστήματος μέχρι την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης 4 μηνών και 19 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (30ήμερη προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 16.4.2021. Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 3. Κατά το άρθρο 1481 εδ. α` του ΑΚ, όπως ισχύει με το ν. 1329/1983 "η πατρότητα τεκμαίρεται, αν αποδειχθεί ότι αυτός, για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης". Κατά το άρθρο 1482 του ΑΚ "το τεκμήριο του προηγούμενου άρθρου ανατρέπεται, αν προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα". Κατά το άρθρο 1468 του ΑΚ "κρίσιμο διάστημα της σύλληψης θεωρείται το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοσιοστή και στην εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από τον τοκετό". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο της μητέρας του αρκεί να αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος ήρθε σε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα του τέκνου κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται μεταξύ των 180 και 300 ημερών προ του τοκετού. Αποδεικνυομένου δε του γεγονότος αυτού, της σαρκικής, κατά το κρίσιμο διάστημα, συνάφειας με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να απαιτείται λεπτομερής περιγραφή του τρόπου τέλεσης αυτής, αρκούσης και της εκ του συνόλου των περιστάσεων μαρτυρίας της συντέλεσής της, γεννάται τεκμήριο για την πατρότητα του εναγομένου και δεν απαιτείται η απόδειξη οποιουδήποτε άλλου περιστατικού (ΑΠ 299/2010).Η ανατροπή του τεκμηρίου του άρθρου 1481 εδ. α`ΑΚ επέρχεται ύστερα από σχετική ένσταση του εναγομένου, όταν προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα, όπως συμβαίνει όταν ο φερόμενος ως πατέρας εστερείτο της ικανότητας προς τεκνοποίηση ή η μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως είχε σαρκική επαφή με περισσότερους άνδρες ή ήταν έγγαμη, όχι όμως και όταν ο φερόμενος ως πατέρας είχε αμφιβολίες για την πατρότητα του τέκνου εξαιτίας της ηθικώς αξιόμεμπτης συμπεριφοράς της μητέρας κατά ή πριν από το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως, αν τέτοια και μόνον διαγωγή της μητέρας δεν ήταν ικανή, κατά τους κανόνες της κοινής λογικής και εμπειρίας, να αποτρέψει ή αποκλείσει την από αυτόν (φερόμενο ως πατέρα) σύλληψη του τέκνου, αφού άλλωστε, μετά τον ν. 1329/1983 δεν ισχύει πλέον η ένσταση του ακολάστου βίου της μητέρας, κατά το άρθρο 1543 ΑΚ , όπως αυτό ίσχυε προ της κατά τα ανωτέρω αντικαταστάσεως του, η προβολή της οποίας ενστάσεως καθιστούσε απαράδεκτη την αγωγή (ΑΠ 273/2011). Περαιτέρω, η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 368 ΚΠολΔ, είτε όταν το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτέα θέματα απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, τη γνώμη προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης είτε υποχρεωτικά, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου για την απόδειξη ορισμένου θέματος χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ ελευθέρως και δεν έχει αυξημένη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων, δύναμη, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν. Η με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερούμενη αρχή, ως προς την αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης, ισχύει και όταν διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο η εξέταση, από ειδικούς επιστήμονες, του αίματος εκείνου ο οποίος φέρεται στη δίκη της αναγνωρίσεως της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ως πατέρας αυτού, εις τρόπον ώστε το πόρισμα της εξετάσεως αυτής, που θα εκτιμηθεί ελεύθερα, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, να οδηγήσει το δικαστήριο στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για την αμφισβητούμενη πατρότητα. Με τα δεδομένα αυτά το, με τη διάταξη του άρθρου 615 § 1 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν.4335/2015-, που ορίζει ότι: "Αν στις διαφορές της πρώτης παραγράφου του προηγούμενου άρθρου" στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναγνώριση της πατρότητας "ένας διάδικος, χωρίς να έχει ειδικούς λόγους υγείας, αρνείται να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους, που του επιβλήθηκαν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας, οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί"), καθιερούμενο αμάχητο τεκμήριο για την απόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου εκείνου που αρνήθηκε χωρίς να συντρέχουν δικαιολογητικοί της αρνήσεως λόγοι, να υποβληθεί στις εξετάσεις που διατάχθηκαν από το δικαστήριο, πρόδηλη έχει την έννοια, όταν εκείνος που αρνήθηκε είναι ο φερόμενος ως πατέρας εναγόμενος, ότι λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του, όχι για την πατρότητα του εναγομένου, αλλά για την ύπαρξη στο αίμα του τελευταίου στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητα του. Τεκμαίρεται δηλαδή αμαχήτως, από την άρνηση εκείνου, που υποχρεώθηκε σε εξετάσεις, να υποβληθεί σ` αυτές, ό,τι ευνοϊκό για τον αντίδικό του θα περιείχε η έκθεση των ιατρών αν η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε γινόταν κανονικά. Από το στοιχείο δε αυτό, συνεκτιμώμενο ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μπορεί το δικαστήριο να οδηγηθεί σε θετική ή αρνητική για την πατρότητα του εναγομένου κρίση, αναλόγως αν από τις άλλες αποδείξεις προκύπτει ή όχι η έλλειψη αναγκαίας για την πατρότητα προϋποθέσεως (ΟλΑΠ 32/1990,ΑΠ 908/2011). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ. 1/1999,28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 860/2008). Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 15/2006), αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 661/1984,ΑΠ 74/2016).Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017, ΑΠ 1376/2011). 4. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητος(αναιρεσίβλητη), στις ... γέννησε στο Μ. Α. ένα θήλυ τέκνο, το οποίο ονομάζεται Ν.. Κατά το κρίσιμο, δε, χρονικό διάστημα της σύλληψης του εν λόγω τέκνου, το οποίο τοποθετείται χρονικά ανάμεσα στην τριακοσιοστή (300η) ημέρα (30/11/2004) και την εκατοστή ογδοηκοστή (180η) ημέρα (30/3/2005) πριν τον τοκετό (άρθρο 1468 του ΑΚ), η ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητος, η οποία ήταν άγαμη, διατηρούσε ερωτική σχέση με σαρκική συνάφεια με τον εναγόμενο-εκκαλούντα(αναιρεσείοντα). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητος, περί τον Μάρτιο του έτους 2004 συνήψε ερωτικό δεσμό με τον εναγόμενο-εκκαλούντα, ο οποίος διήρκεσε μέχρι τα τέλη του έτους 2004 με αρχές του επόμενου έτους. Όταν η ενάγουσα-εφεσίβλητος διήνυε τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της, ο πατέρας της (και μάρτυρας απόδειξης), επισκέφθηκε τον εναγόμενο-εκκαλούντα στο χώρο εργασίας του, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε ότι διατηρούσε σοβαρή σχέση με την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα. Τότε, δε, οι ανωτέρω συμφώνησαν να συναντηθούν εκτός χώρου εργασίας του εναγομένου-εκκαλούντος και να συνομιλήσουν, πλην όμως, στη συνέχεια, επικοινώνησε με τον πατέρα της ενάγουσας-εφεσιβλήτου, δικηγόρος του εναγομένου, και ήδη εκκαλούντος, ο οποίος ζήτησε να μην ξαναενοχληθεί σχετικά ο εντολέας του. Ύστερα από την ειρημένη άκαρπη προσπάθεια προσέγγισης του εναγομένου-εκκαλούντος και μετά τη γέννηση του τέκνου της, η ενάγουσα εφεσίβλητος επέδωσε στον αντίδικό της την από 29/1/2009 εξώδικη δήλωση..., με την οποία τον προσκαλούσε να επικοινωνήσει με την πληρεξούσια δικηγόρο της προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα εκ μέρους του της αναγνώρισης της πατρότητας του ανήλικου τέκνου της. Παρ' όλα αυτά ο εναγόμενος, και ήδη εκκαλών, εξακολούθησε να αρνείται οποιαδήποτε σχέση του με το ανήλικο τέκνο της ενάγουσας-εφεσιβλήτου, επιδίδοντας σε αυτήν στις 10-2-2009 την από 6/2/2009 εξώδικη απάντησή του ...Ακολούθησε η από 16/2/2009 εξώδικη απάντηση της ενάγουσας-εφεσιβλήτου, που επιδόθηκε στον εναγόμενο-εκκαλούντα στις 18/2/2009 ....Με την τελευταία η ενάγουσα-εφεσίβλητος καλούσε τον ενάγοντα-εκκαλούντα αφ' ενός μεν να επικοινωνήσει με την πληρεξούσια δικηγόρο της προκειμένου να συμμετάσχει "σε εξέταση ελέγχου αμφισβητουμένης πατρότητας, σε δημόσιο νοσοκομειακό ίδρυμα", αφού αυτός εξακολουθούσε να αμφισβητεί την ευθύνη του για την πατρότητα του πιο πάνω ανηλίκου, αφ' ετέρου δε τον πληροφορούσε ότι θα προσέφευγε στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια προς διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων του μνησθέντος τέκνου. Ο εναγόμενος, και ήδη εκκαλών, αρνούμενος και πάλι, την οποιαδήποτε σχέση του με το προεκτεθέν ανήλικο τέκνο, στις 4/3/2009 επέδωσε την από 25/2/2009 εξώδικη απάντησή του ...με την οποία, μάλιστα δήλωνε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητος δεν είχε κανένα απολύτως δικαίωμα να του τάσσει προθεσμίες και να τον καλεί να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε εξέταση, ενώ χαρακτήριζε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, και ήδη εφεσιβλήτου, περί πατρότητας του προρρηθέντος ανηλίκου ως "μυθεύματα". Κατόπιν τούτων η ενάγουσα-εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 6/10/2009 και με αύξ. αριθμ. έκθ. κατάθ. 10251/2009 ένδικη αγωγή. Περαιτέρω με την 1284/2011 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ως άνω αγωγής, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης επί της εν λόγω αγωγής, προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, διορίσθηκε, δε, πραγματογνώμονας η Ε. Λ. του Ν., Βιολόγος, ειδική σε εξετάσεις DNA και θέματα πατρότητας, η οποία αφού λάμβανε δείγμα από την ενάγουσα εφεσίβλητο (αν τούτο το έκρινε απαραίτητο), από τον εναγόμενο-εκκαλούντα και το προαναφερθέν ανήλικο τέκνο, και προέβαινε σε ανάλυση των δειγμάτων, εφαρμόζοντας την μέθοδο υβριδοποίησης DNA με RNA, ή όποια άλλη μέθοδο ήθελε αυτή κρίνει σκόπιμη ή και συνδυασμό περισσότερων μεθόδων, ακολούθως θα προέβαινε στη σύνταξη έκθεσης, και θα ήταν υποχρεωμένη να γνωμοδοτήσει αν ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών είναι πατέρας του ανηλίκου τέκνου της ενάγουσας, και ήδη εφεσιβλήτου. Η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη δεν κατέστη δυνατό να διεξαχθεί, διότι ο εναγόμενος-εκκαλών, παρά το γεγονός ότι κλητεύθηκε δύο μέρες νόμιμα και εμπρόθεσμα ...να παραστεί στις 22/11/2011 και στις 19/12/2011 για τη διενέργειά της .. δεν εμφανίστηκε προκειμένου να πραγματοποιηθεί η απαραίτητη λήψη δείγματος αίματος ή οιουδήποτε ετέρου γενετικού υλικού ...Αλλά και η ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το παρόν Δικαστήριο με την 6620/2014 απόφασή του δεν κατέστη δυνατό να διεξαχθεί. Τούτο, διότι, μολονότι ο διορισθείς με την ειρημένη -6620/2014-απόφαση πραγματογνώμων Θ. Π. του Α. κλήτευσε, και αυτός δύο φορές, τον εναγόμενο-εκκαλούντα νόμιμα και εμπρόθεσμα ....να παραστεί στο εργαστήριό του ...στις 18/1/2016 και στις 8/2/2016, αντίστοιχα, για τη διενέργεια της σχετικής πραγματογνωμοσύνης ...,ο πιο πάνω διάδικος δεν εμφανίσθηκε προκειμένου να πραγματοποιηθεί η απαραίτητη λήψη δείγματος αίματος ή οιουδήποτε άλλου γενετικού υλικού.... Η μη προσέλευση του εναγομένου, και ήδη εκκαλούντος, στους πιο πάνω πραγματογνώμονες ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη άρνηση αυτού να υποβληθεί στην απαραίτητη αιματολογική εξέταση ή την λήψη οιουδήποτε γενετικού υλικού, αφού ο εν λόγω διάδικος δεν επικαλείται ειδικό λόγο υγείας, που εμποδίζει τη σχετική εξέταση. Η αδικαιολόγητη αυτή άρνησή του εκτιμάται ελεύθερα σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις και δεν αποτελεί αμάχητο τεκμήριο για την πατρότητα ή μη του εναγομένου-εκκαλούντος ...όμως από αυτήν συνάγεται εκ μέρους του αποδοχή, [η οποία μάλιστα, διάταξη δεν προσκρούει στο Σύνταγμα, με δεδομένο ότι το δίκαιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του τέκνου ...σε συνδυασμό με τις διατάξεις για την προστασία της οικογένειας και της παιδικής ηλικίας ...παρέχει στην μητέρα του ανήλικου τέκνου το δικαίωμα να ζητήσει να αναγνωρισθεί το τέκνο της δικαστικά και να συνδεθεί νομικά με τον φυσικό του πατέρα ...] του ισχυρισμό της ενάγουσας-εφεσιβλήτου ότι αν είχε διενεργηθεί η σχετική πραγματογνωμοσύνη θα εντοπίζονταν στο αίμα του ανήλικου τέκνου της, γονιδιακές μορφές που θα μπορούσαν να αποδοθούν στον εναγόμενο-εκκαλούντα, δηλαδή θα αποδεικνυόταν επιστημονικά ότι αυτός είναι φυσικός πατέρας του. Ενόψει όλων των προδιαληφθέντων αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος-εκκαλών είναι πατέρας του ανηλίκου τέκνου της ενάγουσας-εφεσιβλήτου, καθόσον από το πιο πάνω αποδεικτικό υλικό ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητος, είναι πολύ πιθανόν κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου να είχε σαρκική συνάφεια με άλλους άνδρες. Τα αυτά αφού δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Επομένως οι σχετικοί, πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο ενάγων, και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και ως εκ τούτου απορριπτέοι...... Κατά συνέπεια, τα όσα ο εναγόμενος-εκκαλών διατείνεται με αμφότερους τους πιο πάνω λόγους έφεσής του, είναι αβάσιμα από ουσιαστική άποψη και απορριπτέα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε τον αναιρεσείοντα πατέρα του ανηλίκου τέκνου της. 5. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1481 εδ. α` του ΑΚ και μη εφαρμογής εκείνης του άρθρου 1482 Α.Κ. Ειδικότερα αναφέρεται ότι: α)οι διάδικοι περί τον Μάρτιο του έτους 2004 συνήψαν ερωτικό δεσμό, και συνάμα είχαν ολοκληρωμένες γενετήσιες επαφές, ο οποίος διήρκεσε μέχρι τα τέλη του έτους 2004 με αρχές του επόμενου έτους, από τον οποίο γεννήθηκε στις 26-9-2005 το τέκνο της αναιρεσίβλητης δηλαδή, εντός του κρίσιμου χρονικού διαστήματος της συλλήψεως του ανηλίκου το οποίο αρχίζει αναδρομικώς (ex tunc) από την προτεραία της γεννήσεως, περιλαμβάνεται δε μεταξύ της 300ης ημέρας και της 180ης ημέρας προ του τοκετού και β) η μη απόδειξη του κατ` ένσταση, προβληθέντος πρωτοδίκως και κατ` έφεση από τον αναιρεσείοντα, καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού του, ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως του τέκνου, ήλθε σε σαρκική συνάφεια με άλλον άνδρα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, καθόσον δεν στήριξε την κρίση της σε κάποια αιτιολογία, άλλως είχε ανεπαρκή αιτιολόγηση, και συγκεκριμένα ότι αναιτιολόγητα δέχεται την ύπαρξη σαρκικής συνάφειας και το χρονικό διάστημα αυτής που τοποθετείται από 30-11-2004 μέχρι 30-3-2005, καθώς και την έλλειψη σαρκικής συνάφειας της αναιρεσίβλητης με άλλους άνδρες, ενώ περαιτέρω ότι αναιτιολόγητα εκτίμησε την άρνησή του να συμμετάσχει στην διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης συνάγοντας εκ μέρους του αποδοχή των ισχυρισμών της ότι αυτός είναι ο βιολογικός πατέρας του ανήλικου τέκνου της αναιρεσίβλητης. Από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους και ιδίως ως προς το ουσιώδες ζήτημα της σαρκικής συνάφειας, την οποία είχε ο αναιρεσείων με την αναιρεσίβλητη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα αυτής από 30-11-2004 μέχρι 30-3-2005,συνεπεία της οποίας τεκμαίρεται η πατρότητά του. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, σε σχέση με την ανωτέρω παραδοχή της προσβαλλομένης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για ασαφή και ελλιπή σχετικώς αιτιολογία, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας της παραδοχής του Εφετείου περί ολοκληρωμένων γενετήσιων επαφών κατά το χρονικό διάστημα αυτής από 30-11-2004 μέχρι 30-3-2005, λόγω μη αναφοράς της συχνότητας και του διαστήματος αυτών, ενόψει του ισχυρισμού του ότι η σχέση του με την αναιρεσίβλητη ήταν εντελώς περιστασιακή και το επίμαχο διάστημα η αναιρεσίβλητη προσπαθούσε να αποστασοποιηθεί, είναι απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη έλλειψη αναφέρεται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγο, και το πόρισμα του Εφετείου περί σαρκικών συνευρέσεων των διαδίκων κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, είναι σαφές. Επίσης, η αιτίαση ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα εκτίμησε την άρνησή του να συμμετάσχει στην διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης συνάγοντας εκ μέρους του αποδοχή των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης ότι αυτός είναι ο βιολογικός πατέρας του ανήλικου τέκνου της, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγο, διότι οι σχετικές ως άνω διατάξεις των άρθρων 387 ΚΠολΔ και 615 ΚΠολΔ (ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο) δεν είναι ουσιαστικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο κατά τα προκύπτοντα από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε από όλα τα συνεκτιμηθέντα και ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης σε συνδυασμό και με το ανωτέρω τεκμήριο για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης. 6. Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011,ΑΠ 148/1991, ΑΠ 311/1985). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, τις 24/2012 και 61/2015 εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Ουδόλως δε ήταν αναγκαίο να μνημονεύσει το Εφετείο από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του γεννηθέντος από την τελευταία, κατά τις 26-09-2005, τέκνου, το περιλαμβανόμενο μεταξύ της 300ης και της 180ης ημέρας πριν από τον τοκετό, ήλθε αυτή σε σαρκική συνάφεια με τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο και τεκμαίρεται γι` αυτό η πατρότητα του, ο δε πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, δεν μπορεί να θεμελιωθεί στο ότι το Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την αξιολόγηση αυτών, κατέληξε σε παραδοχή διαφορετικών γεγονότων από εκείνα που θεωρεί αληθινά ο αναιρεσείων και είναι αβάσιμος. 7.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-4-2021 αίτηση αναίρεσης του Μ. Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1075/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ