Αριθμός 1221/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χας Δ. Β., το γένος Ι. Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Β. του Δ., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και για λογαριασμό των δύο ανήλικων τέκνων του Δ. - Ά. Β. και Ι. Β., 3) Β. συζ. Γ. Β., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό των δύο ανήλικων τέκνων της Δ. - Ά. Β. και Ι. Β., 4) Μ. - Έ. (M. - H.) Β. (V.) του Γ., κατοίκου ... και 5) Ρ. - Λ. (R. - L.) Β. (V.) του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλκυόνη Πολυκράτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2069/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1971/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι 1η, 2ος και 3η των ήδη αναιρεσειόντων με την από 14-6-2018 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 252/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Εκδόθηκε η 83/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 1-6-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4145/546/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), εκδοθείσα 83/7-1-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της 1971/2016 απόφασής του με τη 252/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 22-6-2014 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 2069/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κρατώντας και επαναδικάζοντας την από 17-3-2013 αγωγή αυτών, τη δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 17-3-2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ζήτησαν, εκτός άλλων, χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του συζύγου, πατέρα, πεθερού και παππού τους Δ.-Ά. Β., που επήλθε από το σ' αυτή περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα, από υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ... ΔΧΦ αυτοκίνητου Δ. Κ.. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 2069/2014 οριστική απόφασή του, έκρινε ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανατωθέντος (πεζού) και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 22-6-2014 έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με τη 1971/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης οι εκκαλούντες-ενάγοντες άσκησαν την από 14-6-2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με τη 252/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αναιρέθηκε η προσβληθείσα απόφαση λόγω ασάφειας, ανεπάρκειας και αντίφασης των αιτιολογιών της και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Με την από 5-3-2020 κλήση των εκκαλούντων (εναγόντων) η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ΔΧΦ αυτοκινήτου κατά ποσοστό 40% και του θανατωθέντος κατά ποσοστό 60%, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και αφού κράτησε και επαναδίκασε την από 17-3-2013 αγωγή των αναιρεσειόντων, δέχτηκε αυτή εν μέρει, επιδικάζοντας στους τελευταίους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 5.000 ευρώ στη σύζυγο του θανατωθέντος, των 3.000 ευρώ στο τέκνο του, των 1.000 ευρώ στη νύφη του και των 2.000 ευρώ σε κάθε εγγονό του. Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσο της ηθικής βλάβης όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 10/2017, 9/2015). Και αυτό, γιατί μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2020, ΑΠ 604/2018). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσείοντες-μέλη της οικογένειας του θανατωθέντος Δ.-Ά. Β., κατ' άρθρ. 932 του ΑΚ, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 28-3-2011 και περί ώρα 20.50 ο Δ. Κ. του Ν. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Φ.Δ.Χ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην δεύτερη εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της εθνικής οδού Τρίπολης - Σπάρτης, με κατεύθυνση προς τη Σπάρτη. Η προαναφερθείσα εθνική οδός, όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, καθώς και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, η οποία στο σημείο όπου έγινε το ένδικο ατύχημα και στο ρεύμα πορείας προς τη Σπάρτη γίνεται διακεκομμένη, με πλάτος οδοστρώματος 7,20 μέτρα και ερείσματος 1,10 μέτρα στο ρεύμα πορείας προς τη Σπάρτη και 0,90 μέτρα στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Επίσης, η ως άνω εθνική οδός στο σημείο όπου έγινε το επίδικο ατύχημα είναι, μετά από μικρή δεξιά στροφή, ευθεία και παρουσιάζει κατωφέρεια με μικρή κλίση, δεν έχει εγκατάσταση φωτισμού, ενώ η ορατότητα, πλην της στροφής και της νύκτας, δεν περιορίζεται από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Το όριο ταχύτητας, σύμφωνα με την υπάρχουσα ρυθμιστική της ταχύτητας των οχημάτων πινακίδα (Ρ-32), ορίζεται σε 80 χιλιόμετρα την ώρα, λόγω εθνικού οδικού δικτύου και, κατά τον ως άνω χρόνο, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, καθώς οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν ήταν καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή, ενώ των πεζών σχεδόν μηδενική. Όταν ο ως άνω οδηγός του φορτηγού έφθασε στο 44° χιλιόμετρο, της ως άνω οδού, κινούμενος, περί τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, αντιλήφθηκε, μετά την έξοδό του από τη δεξιά ως προς την πορεία του στροφή, τον Δ. - Ά. Β., σύζυγο της πρώτης ενάγουσας, πατέρα του δευτέρου, πεθερό της τρίτης και παππού των λοιπών εναγόντων, να έχει εισέλθει στο ρεύμα πορείας του και να έχει αρχίσει να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα, με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου. Ο προαναφερθείς οδηγός μόλις αντιλήφθηκε τον ως άνω πεζό, αρχικά χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο προειδοποίησης (κόρνα), προκειμένου να αποστρέφει τον πεζό να συνεχίσει την πορεία στο οδόστρωμα, στην συνέχεια όμως, όταν αντιλήφθηκε ότι ο πεζός συνέχισε να διασχίζει το οδόστρωμα, τροχοπέδησε το όχημά του και επιχείρησε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (Σπάρτης- Τρίπολης). Παρά τις ανωτέρω ενέργειές του, λίγο πριν κατορθώσει να ακινητοποιήσει το όχημά του, επέπεσε επί του πεζού, ο οποίος είχε διασχίσει ήδη όλο το ένα ρεύμα πορείας του οδοστρώματος, (Τρίπολης- Σπάρτης) και είχε φτάσει, στη διαχωριστική γραμμή, (ίσως και να είχε εισέλθει και κατά μικρό μήκος στο αντίθετο ρεύμα της ως άνω οδού Σπάρτης- Τρίπολης), με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, με αποτέλεσμα ο πεζός να πέσει στο έδαφος και να εκτινάχθει σε απόσταση 5,50 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, στο ρεύμα της οδού Τρίπολης - Σπάρτης. Το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του ανωτέρω οδηγού κατά ποσοστό 40%, ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει ως επαγγελματίας οδηγός, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, έτσι ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 ΚΟΚ). Ειδικότερα ο ανωτέρω οδηγός, καίτοι στο σημείο που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα δεν υπήρχε φωτισμός, υπήρχε δεξιά ως προς την πορεία του στροφή, υπήρχε κατωφέρεια, το όχημά του ήταν φορτωμένο, ενώ ο ίδιος ήταν ηλικίας 72 ετών, δεν μείωσε την ταχύτητά του ακόμα και κάτω από το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας. Περαιτέρω, όταν αντιλήφθηκε τον πεζό να έχει εισέλθει στο οδόστρωμα δεν τροχοπέδησε αμέσως, έτσι ώστε να μπορέσει να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχημά του, αλλά χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο του οχήματος του, με αποτέλεσμα, έστω και ο ελάχιστος χρόνος που μεσολάβησε, να αποβεί καθοριστικός για την ακινητοποίηση του οχήματος του. Στην ανωτέρω κρίση οδηγείται το Δικαστήριο από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το επισυναπτόμενο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, τα ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα, μέχρι το σημείο της σύγκρουσης ανέρχονται σε 21 μέτρα και αυτά (ίχνη), ξεκινούν σε απόσταση περί τα δέκα μέτρα από την έξοδο από την στροφή. Έτσι ο ανωτέρω οδηγός, πρέπει να αντιλήφθηκε τον πεζό από απόσταση περί τα 31 μέτρα. Από το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι ο πεζός στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα κατόρθωσε να διασχίσει ολόκληρο το ένα ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού και να φτάσει στη διαχωριστική γραμμή (ίσως και λίγο μετά απ' αυτή) συνάγεται ότι ο οδηγός του ως άνω φορτηγού, δεν προέβη στους αναγκαίους χειρισμούς προκειμένου να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχημά του ... Συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος κατά το υπόλοιπο ποσοστό ήτοι κατά 60% είναι ο πεζός, ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε, να καταβάλλει, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ως άνω εθνικής οδού, χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, (άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.). Ειδικότερα καίτοι, στο σημείο που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες και διαβάσεις πεζών, η κίνηση των οχημάτων ήταν συχνή και, των πεζών σχεδόν μηδενική, δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, και επικρατούσε σκοτάδι νύχτας, ήταν σε μικρή απόσταση μετά από στροφή, ενώ οι σωματικές δυνάμεις του πεζού λόγω της ηλικίας του ήταν μειωμένες (ηλικίας 77 ετών), ο ανωτέρω πεζός επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, την κίνηση των οχημάτων επί της ανωτέρω οδού, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του ως άνω φορτηγού. Επιπλέον, ενόψει του ότι η κατοικία του πεζού ήταν απέναντι από το σημείο σύγκρουσης, ο τελευταίος γνώριζε καλά την επικινδυνότητα αυτού, λόγω της υπάρχουσας στροφής σε μικρή απόσταση, ενώ, όπως συνομολογείται από τους ενάγοντες, διέσχιζε σχεδόν καθημερινά τον ως άνω δρόμο, προκειμένου να μεταβαίνει στο υπάρχον απέναντι από την οικία του εκκλησάκι και στην συνέχεια να επιστρέφει σ' αυτή. Επομένως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η προβληθείσα από την δεύτερη εναγομένη ένσταση συνυπαιτιότητας του ως άνω πεζού. Συνεπεία του ανωτέρω ατυχήματος ο ανωτέρω πεζός Δ. - Ά. Β. υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κακώσεις θώρακος. Αρχικά μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Σπάρτης, όπου διασωληνώθηκε, και στη συνέχεια διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Τρίπολης, όπου νοσηλεύτηκε στην εντατική μονάδα έως την 6-5-2011. Στη συνέχεια νοσηλεύτηκε στην χειρουργική κλινική του ιδίου Νοσοκομείου. Στις 9-5-2011 διακομίστηκε στο Νοσοκομείο Σπάρτης σε βαριά κατάσταση, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι την 15-5-2011 και ώρα 19.20, οπότε απεβίωσε, συνεπεία των ανωτέρω κακώσεων. ... Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, το βαθμό υπαιτιότητας του υπαιτίου οδηγού, τον βαθμό συνυπαιτιότητας του θανόντος, την ηλικία του (77 ετών), τον στενό συγγενικό σύνδεσμο του θανόντος με τους τους ενάγοντες, την θλίψη που δοκίμασαν οι τελευταίοι από τον αιφνίδιο θάνατο του συγγενικού τους προσώπου, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση της δεύτερης εναγομένης, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να τους επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των πέντε χιλιάδων και σαράντα πέντε (5045) ευρώ, στο δεύτερο εξ αυτών ατομικά, το ποσό των τριών χιλιάδων και σαράντα πέντε ευρώ (3045) ευρώ, μετά δε την αφαίρεση του ποσού των σαράντα πέντε (45) ευρώ, από τον καθένα εξ αυτών, προκειμένου να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγοντες, ως προς το ποσό αυτό, ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, τα ποσά των πέντε χιλιάδων (5000) και τριών χιλιάδων (3000) ευρώ αντίστοιχα, στην τρίτη εξ αυτών ατομικά, το ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, στους τέταρτη και πέμπτη των εξ αυτών το ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ στον καθένα, καθώς και στους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, το ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ, για λογαριασμό καθενός εκ των ανηλίκων τέκνων τους Δ. - Α. και Ι. Β....". Όμως, το Εφετείο, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσειόντων, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα προαναφερόμενα ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι κατώτερα και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 25 του Συντάγματος, επιδίκασε σ' αυτούς, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του μέλους της οικογένειάς τους Δ.-Ά. Β., τα ως άνω ποσά, είναι βάσιμος. Μετά απ' αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετά από αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης σ' αυτό από τον Άρειο Πάγο με τη 252/2020 απόφασή του. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ίδιου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ , ώστε κατά τη δικάσιμο αυτή οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, το οποίο έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των τελευταίων, που παραστάθηκαν χωρίς να καταθέσουν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο, υποβληθέν με το δικόγραφο της αναίρεσης, αίτημά τους, (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 83/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ