Αριθμός 538/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Β. πρώην συζύγου Δ. Π., το γένος Η. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Δενέζη. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τούλιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2190/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4719/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του προτεινόμενου με την εισήγηση αναιρετικού λόγου και του τρίτου (εν μέρει) λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 4-10-2007 αγωγή της η εδώ αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος, τότε σύζυγός της, να της καταβάλει το ποσό των 31.882,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις, ως αποζημίωση για την αποκλειστική από αυτόν χρήση, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 μέχρι 4-10-2007, ενός διαμερίσματος, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στην ίδια και στον εναγόμενο κατά ποσοστά 65% και 35%, αντίστοιχα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε μερικώς την αγωγή. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή. Με το άρθρο 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 361 Α.Κ.: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι, ενόψει του υπ' αρ.2994/24-9-1987 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα, ως τότε σύζυγοι, απέκτησαν κατά κυριότητα 65% και 35% εξ αδιαιρέτου ο καθένας (ενάγουσα-εναγόμενος) το με στοιχεία Β1-διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού ... αρ.23 στην περιοχή ..., επιφανείας 118 τ.μ. καθώς και την υπ' αρ.2 αποθήκη του υπογείου επιφανείας 6 τ.μ. και την υπ' αρ.Π-6 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του ισογείου-πυλωτής, επιφανείας 20 τ.μ. Από τον Δεκέμβριο του έτους 2001 διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων και κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ τους αποφάσισαν να εξακολουθεί να διαμένει ο εναγόμενος στο ανωτέρω ακίνητο με το γιο του, καθόσον ήταν κατάλληλα διαρρυθμισμένο για την πάθησή του (εναγομένου) (σκλήρυνση κατά πλάκας). Επίσης συμφώνησαν, σε αντιστάθμισμα της ωφέλειας που απεκόμιζε ο εναγόμενος από την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης, να εισπράττει η ενάγουσα το μίσθωμα ενός άλλου διαμερίσματος που βρίσκεται στην ... στην οδό ... αρ.21 και ανήκει σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Έτσι η αναζήτηση από τον εναγόμενο, που κάνει αποκλειστική χρήση του κοινού με την ενάγουσα διαμερίσματος στο ..., αποζημίωσης, πρέπει ν' απορριφθεί ουσιαστικά διότι, πέραν της συμφωνίας, η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε πέντε χρόνια μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ως εκ τούτου είχε δημιουργηθεί στον εναγόμενο η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκούσε το δικαίωμά της κάτω από τις προαναφερθείσες ειδικές συνθήκες (την αναπηρία του εναγομένου) και της επί μακρό χρόνο διατηρηθείσας κατάστασης (της είσπραξης ολόκληρου του μισθώματος του κοινού διαμερίσματος στην ... από την ενάγουσα). Κατά συνέπεια έπρεπε να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή κατ' ουσίαν αλλά και ως ασκούμενη κατά παράβαση της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, εφόσον η αλλαγή κατοικίας για τον εναγόμενο θα είχε επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες διότι η διαμόρφωση των χώρων του διαμερίσματος εξυπηρετούσε το πρόβλημα υγείας του". Υπό τις παραδοχές αυτές το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα της οικείας (εκ του άρθρου 361 Α.Κ.) ενστάσεως του εναγομένου και ειδικότερα με την συμφωνία των διαδίκων (πρώην συζύγων) να παραμείνει ο εξ αυτών αναιρεσίβλητος (εναγόμενος) στην χρήση του ενδίκου επικοίνου μεταξύ αυτών διαμερίσματος, η δε αναιρεσείουσα να εισπράττει "ως αντιστάθμισμα" το μίσθωμα άλλου, επίσης επικοίνου διαμερίσματος. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ.) με τον οποίο - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του - υποστηρίζεται το αντίθετο. Περαιτέρω με τον ίδιο (τρίτο) λόγο κατά το δεύτερο μέρος του (ωσαύτως εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ.), πλήττεται η εκ μέρους του Εφετείου απόρριψη της αγωγής ως ασκουμένης κατά κατάχρηση δικαιώματος. Την αυτή διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι την κρίση του Εφετείου ότι η ένδικη αγωγή της ασκείται καταχρηστικώς, πλήττει η αναιρεσείουσα και με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ. Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι, όπως προκύπτει από το παρατεθέν ανωτέρω μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης (ιδίως δε από την χρήση της φράσεως "πέραν της συμφωνίας") προκύπτει ότι η μεν απόρριψη της αγωγής ως ασκουμένης κατά κατάχρηση δικαιώματος έγινε επικουρικώς, η δε κύρια αιτιολογία της απόρριψής της (ήτοι εκείνη που έχει ως βάση την συμφωνία των διαδίκων) στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π. 7/ 2002). Εξάλλου κατά το άρθρο 1169 Α.Κ. "Η επικαρπία αποσβήνεται και με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον κύριο ότι παραιτείται. Για τα ακίνητα η δήλωση αυτή γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που κοινοποιείται στον κύριο και υποβάλλεται σε μεταγραφή". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο, με βάση τις παραδοχές που προπαρατέθηκαν, έκρινε ότι έπρεπε "ν' απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή κατ' ουσίαν αλλά και ως ασκούμενη κατά παράβαση της καλής πίστης και των χρηστών ηθών", όπως κατά λέξη αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, στέρησε την απόφασή του αυτή νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα: 1) Οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης είναι αντιφατικές διότι απέρριψε την αγωγή (σωρευτικά και όχι επικουρικά, όπως χωρίς αμφιβολία προκύπτει από το ανωτέρω κατά λέξη παρατιθέμενο απόσπασμά της) και λόγω ελλείψεως του σχετικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας (από το οποίο κατά τις παραδοχές της η τελευταία παραιτήθηκε με προφορική συμφωνία με τον αναιρεσίβλητο και αντίστοιχη παραίτηση εκείνου από όμοιο δικαίωμά του σε άλλο κοινό διαμέρισμα) αλλά και λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του (υπάρχοντος) δικαιώματος αυτής. Δηλαδή δέχθηκε και ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα λόγω συμφωνίας παραιτήσεώς της από αυτό και ότι είχε το δικαίωμα αυτό αλλά το άσκησε καταχρηστικά. 2) Οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας που φέρεται ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και ειδικά ως προς τη διάρκεια αυτής, η οποία δεν αναφέρεται παρότι είναι ουσιώδης. Τούτο διότι αν η συμφωνία αυτή ίσχυε απεριορίστως και μετά τη λύση του γάμου τους επρόκειτο για παραίτηση αυτών από το δικαίωμα της επικαρπίας σε ακίνητα, για την οποία όμως, με βάση τις ίδιες παραδοχές της, δεν τηρήθηκε, όπως έπρεπε για να είναι έγκυρη, ο νόμιμος τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου. 3) Οι αιτιολογίες της είναι επίσης ανεπαρκείς ως προς την καταχρηστικότητα της ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, αφού: α) δεν δέχθηκε ευθέως ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του αλλά μόνο ότι η αγωγή ασκήθηκε "κατά παράβαση της καλής πίστης και των χρηστών ηθών" και β) τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα (εκτός από εκείνα που αναφέρονται στη συμφωνία των διαδίκων περί παραιτήσεως από τις εκατέρωθεν αξιώσεις τους για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω), ήτοι η πάροδος μακρού χρόνου συνεπεία της οποίας ο αναιρεσίβλητος πίστεψε ότι η αναιρεσείουσα δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της και η αναπηρία αυτού, δεν είναι επαρκή για τη θεμελίωση της καταχρηστικότητας, κατά τα προεκτεθέντα. Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, έπρεπε να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι ο προταθείς με την εισήγηση (άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.) αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. και ο τρίτος (εν μέρει) λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από το ίδιο άρθρο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η τελευταία από τις προαναφερθείσες ελλείψεις της αιτιολογίας της (με τα στοιχεία 3β). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π. 399/2011). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ("πράγμα") ο οποίος προτάθηκε και δεν ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη (Α.Π. 39/2010). Τούτο δεν έχει την έννοια ότι το δικαστήριο οφείλει να αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία οδηγήθηκε σε κάθε επί μέρους παραδοχή του αλλά αρκεί γενική μνεία αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 (περ.β) και αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Συγκεκριμένα η αναιρεσιβαλλομένη, το μεν δέχθηκε τη δήθεν προφορική συμφωνία του αναιρεσιβλήτου και εμού περί της τύχης της - μέχρι της διαστάσεώς μας - κοινής μας κατοικίας, χωρίς καμία απόδειξη, ήτοι χωρίς να εξετάσει εάν και πώς δηλώναμε στις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες τη χρήση του ακινήτου αυτού αλλά και του ετέρου κοινού μας διαμερίσματος στην ..., αλλά και χωρίς να αναφέρει σε ποια αποδεικτικά μέσα στηρίχθηκε για την απόδειξη της όποιας προφορικής συμφωνίας, το δε δεν ανέφερε τις αποδείξεις στις οποίες βασίσθηκε για να απορρίψει την αγωγή μου στο σύνολό της, παρότι έκρινε κατ' ουσία την ένδικη διαφορά και δη δεν αιτιολογεί πώς κατέληξε στην κρίση της, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει ούτε αιτιολογεί: 1) ούτε ποιο το εισπραττόμενο μίσθωμα από το διαμέρισμα της ..., 2) ούτε από πού αποδεικνύεται η δήθεν μίσθωσή του από εμένα και η είσπραξη του μισθώματος και μάλιστα ολόκληρου αυτού και όχι κατά την αναλογία μου, 3) ούτε ποια η εμπορική και μισθωτική αξία των δύο διαμερισμάτων, ήτοι του διαμερίσματος του ... (όπου κατοικούσε ο αναιρεσίβλητος) και του διαμερίσματος της ... και 4) ούτε γιατί κατά την κρίση της τα δύο διαμερίσματα - καίτοι έχουν τόσο μεγάλη διαφορά σε τετραγωνικά, παλαιότητα και αξία λόγω των περιοχών που βρίσκονται - αξιολογήθηκαν (προφανώς) ως αντίστοιχης αξίας ώστε να συμψηφιστούν οι αξίες τους. Ταυτόχρονα η αναιρεσιβαλλομένη δεν αναφέρεται σε κανένα από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσεκόμισα και επικαλέστηκα, τόσο πρωτόδικα όσο και κατά την εκδίκαση της εφέσεως ούτε και έλαβε υπόψη το οποιοδήποτε από αυτά αλλά αντίθετα δίκασε σαν να ήμουν απούσα, πλην και πάλι ούτε καν αναφέρεται στα όποια αποδεικτικά στοιχεία προσεκόμισε ο αναιρεσίβλητος ...". Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού σ' αυτόν δεν αναφέρεται ποιος ήταν ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας που παραδεκτά προτάθηκε και δεν ελήφθη υπόψη από το εφετείο. Αλλά και αν εκτιμηθεί ότι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των αποδεικτικών μέσων που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε (άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ.) και πάλι αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και παρά ταύτα δεν ελήφθησαν υπόψη. Κατά το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ.) ο ίδιος λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν οφείλει να αναφέρει ειδικά τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίζεται κάθε επί μέρους παραδοχή του, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι το εφετείο αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του, ήτοι μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκη βεβαίωση και έγγραφα. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να μην καταδικασθεί όμως η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου διότι ο τελευταίος δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-10-2010 αίτηση της Β. πρώην συζύγου Δ. Π. για αναίρεση της 4719/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ