Αριθμός 458/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. συζύγου Ε. Π., το γένος Γ. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευθυμίου Πολιτόπουλου και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Χειρδάρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/1999 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 22/9/2000 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση και από 21/5/2001 πρόσθετη παρέμβαση του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 10/4/2001 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4628/2004 και 408/2008 μη οριστικές και η 2899/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2899/2010 μη οριστική και 2857/2012 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/12/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά ανέγνωσε την από 25/10/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 6-10-2021 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, μετά από διαδοχικές ματαιώσεις κατά τις δικασίμους 10-3-2014, 25-5-2019 και 19-10-2020, η από αυτήν ασκηθείσα, από 3-12-2012 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Καταθ. 1053/2012), με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 2857/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν οι από 11-10-2010 και από 16-5-2011 εφέσεις των αναιρεσίβλητων και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι από 1-9-2010 και από 6-9-2010 αντίθετες εφέσεις της αναιρεσείουσας και των υπόλοιπων εναγόντων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) κατά της 2899/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες, Γ. Λ., Α. Λ. και Σ. Κ. (στη θέση του πρώτου και τρίτου από τους οποίους, μετά το θάνατό τους, στις 5-2-2003 και στις 31-12-2003, αντίστοιχα, υπεισήλθαν οι κληρονόμοι τους, οι οποίοι συνέχισαν τη δίκη), με την από 29-11-1999 αγωγή τους (από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν ως προς την δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Ε. Χ. - "ΜΕΛ ΑΕ"), ζήτησαν, μετά νομότυπη παραίτηση από το πρώτο αίτημα της αγωγής, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σε καθένα από αυτούς (και ήδη μετά το θάνατο του πρώτου και του τρίτου στους κληρονόμους τους) ως αποζημίωση, κατ' άρθρο 28 του Ν. 2685/1999, τα αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την από 22-9-2000 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης προσεπικάλεσε, προκειμένου να παρέμβουν στη δίκη, την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ) ΑΕ και την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ), ως ευθυνόμενες αναγωγικά έναντι αυτού, οι οποίες άσκησαν υπέρ αυτού, τις από 21-5-2001 και από 10-4-2001 πρόσθετες παρεμβάσεις, αντίστοιχα. Τα ανωτέρω δικόγραφα συνεκδικάστηκαν και επ' αυτών εκδόθηκαν από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, (α) η 4628/2004 μη οριστική απόφαση, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, έως ότου περατωθεί τελεσίδικα η δίκη επί της από 21-1-1987 προσφυγής του πρώτου αρχικού ενάγοντος ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων για την ακύρωση της 13/5-1-1987 απόφασης της Υφυπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, (β) η 408/2008 μη οριστική απόφαση, με την οποία ανεστάλη η πρόοδος της δίκης, προκειμένου οι κληρονόμοι του αρχικού ενάγοντος, Γ. Λ., οι οποίοι συνέχισαν τη δίκη μετά το θάνατό του, να προσκομίσουν πιστοποιητικά υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομίας και (γ) η 2899/2010 οριστική απόφαση, με την οποία, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες η προσεπίκληση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ)" και η ασκηθείσα από την τελευταία υπέρ αυτού από 21-5-2001 πρόσθετη παρέμβαση (καθόσον στη θέση του ΟΑΕ, μετά το πέρας της εκκαθάρισης, υπεισήλθε το Ελληνικό Δημόσιο ως ειδικός διάδοχος αυτού και έτσι επήλθε σύγχυση προσεπικαλούντος και προσεπικαλούμενου) και, ακολούθως, έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Κατά της άνω οριστικής απόφασης ασκήθηκαν: (α) η από 1-9-2010 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, (β) η από 6-9-2010 έφεση των υπόλοιπων εναγόντων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), (γ) η από 11-10-2010 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και (δ) η από 16-5-2011 έφεση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και επ' αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 2857/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, οι μεν εφέσεις της ήδη αναιρεσείουσας και των υπόλοιπων εναγόντων απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, ενώ οι εφέσεις των ήδη αναιρεσίβλητων έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η 2899/2010 οριστική απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η ένδικη αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Σημειώνεται ότι κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης, εκτός από την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε και η από 5-11-2013 αίτηση αναίρεσης από τους υπόλοιπους ενάγοντες, ωστόσο, στη συνέχεια, οι τελευταίοι παραιτήθηκαν από το δικόγραφό της με το από 6-2-2015 δικόγραφο παραίτησης. Από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο διακεκριμένο από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των μετόχων της. Επομένως, είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και έχει ίδια περιουσία ανεξάρτητη από αυτή των μετόχων της. Οι τελευταίοι, με την ιδιότητά τους αυτή, έχουν μόνο τα παρεχόμενα σ' αυτούς από το νόμο δικαιώματα, με τα οποία εκφράζεται και η έννομη σχέση που τους συνδέει με την εταιρεία. Στα δικαιώματα αυτά δεν περιλαμβάνεται και δικαίωμα συγκυριότητας στα περιουσιακά στοιχεία ή δικαίωμα στην περιουσία (ως σύνολο) της ανώνυμης εταιρείας. Εξάλλου, η μετοχή, ως αξιόγραφο, είναι περιουσιακό αγαθό, η οποία, εκτός από την ονομαστική της αξία, δηλαδή αυτή που αναγράφεται στον τίτλο της και δηλώνει το τμήμα του μετοχικού κεφαλαίου που εκπροσωπεί, έχει και την πραγματική ή εσωτερική αξία της, η οποία προκύπτει από τη διαίρεση της πραγματικής αξίας της περιουσίας της εταιρείας με το συνολικό αριθμό των μετοχών, σε δεδομένη στιγμή. Με τον τρόπο αυτό η αξία που περικλείεται στη μετοχή αποτελεί αντανάκλαση της αξίας της εταιρικής περιουσίας (ΑΠ 260/2020, ΑΠ 1298/2006). Περαιτέρω, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρείας ανάγεται στη διαχείριση της εταιρείας. Η αύξηση αυτή, με την εισδοχή νέων μετοχών, δεν αλλοιώνει απλώς τη δυναμική θέση των παλαιών μετόχων στη σχέση πλειοψηφίας και μειοψηφίας, αφού αφορά τη συμμετοχή της κάθε ομάδας στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων, αλλά επιπλέον, και κυρίως, επηρεάζει την πραγματική ή εσωτερική αξία της μετοχής. Τούτο, διότι, βάσει της αρχής της ισότητας των μετόχων, η κατά τα ανωτέρω πραγματική αξία της μετοχής μειώνεται τόσο περισσότερο όσο περισσότερο αυξάνεται ο αριθμός των μετοχών. Επομένως, σε περίπτωση που η ανώνυμη εταιρεία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 1386/1983 "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων" και, στη συνέχεια, γίνει, κατά παράβαση των άρθρων 25 παρ. 1 και 29 της 77/91/13-12-1974 Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία με το π.δ 409/1986, αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, χωρίς προηγούμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης των παλαιών μετόχων και χωρίς δικαίωμα προτιμήσεως αυτών στην απόκτηση των νέων μετοχών, αυτή η διττή παρανομία (κατά την υπαγωγή και κατά την επακολουθούσα και συνακόλουθη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου), συνεπάγεται τη μείωση της πραγματικής αξίας των παλαιών μετοχών και προσβάλλει με τον τρόπο αυτό απ' ευθείας την περιουσία των παλαιών μετόχων, προκαλώντας σ' αυτούς άμεση ζημία. Συνεπώς, οι μέτοχοι αυτοί δικαιούνται να απαιτήσουν αποζημίωση κατά τα άρθρα 914, 298 και 297 ΑΚ (ΟλΑΠ14/1999, ΑΠ 795/2000). Περαιτέρω στο άρθρο 28 του νόμου 2685/18-2-1999 (το οποίο δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 26, 94 παρ. 1 και 95 του Συντάγματος, της ανωτέρω Οδηγίας, του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ΟλΑΠ 31/2002, ΟλΣτΕ 167/2016), ορίζονται τα εξής: "1) Θεωρούνται έγκυρες και δε θίγονται τα πάσης φύσεως δικαιώματα των κυρίων τους, μετοχές, οι οποίες προήλθαν από αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ανωνύμων εταιριών, οι οποίες είχαν υπαχθεί στις ρυθμίσεις του νόμου 1836/1983 (ΦΕΚ 107Α), δυνάμει υπουργικών αποφάσεων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 8 και 10 παρ. 1 του Ν. 1836/1983, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από τα άρθρα 47 και 49 του Ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43Α) και οι οποίες αποφάσεις κηρύχθηκαν ή αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση άκυρες, εφόσον: α) οι σχετικές με τις ανωτέρω αυξήσεις τροποποιήσεις του καταστατικού έχουν εγκριθεί από τις κατά περίπτωση αρµόδιες αρχές εποπτείας, β) οι σχετικές εγκριτικές αποφάσεις του Υπουργού Εµπορίου ή του Νοµάρχη έχουν δηµοσιευθεί, σύµφωνα µε την τότε ισχύουσα νοµοθεσία, στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της Εφηµερίδας της Κυβερνήσεως και γ) οι ανωτέρω δηµοσιευθείσες εγκριτικές αποφάσεις παραµένουν σε ισχύ κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου. Οι, κατά το χρόνο αυξήσεως του κεφαλαίου, μέτοχοι των ανωτέρω εταιριών, καθώς και οι καθολικοί διάδοχοί τους, διατηρούν μόνο αξίωση πλήρους αποζημιώσεως κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις για τις τυχόν ζημίες που υπέστησαν συνεπεία των ανωτέρω αυξήσεων. 2) Η αγωγή αποζημιώσεως στρέφεται αποκλειστικά κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αποκλειομένης οποιασδήποτε ευθύνης του Νομικού προσώπου της εταιρείας, την οποία αφορούν οι αυξήσεις κεφαλαίου, των μετόχων που απέκτησαν τις μετοχές, των φυσικών προσώπων που καθ` οιονδήποτε τρόπο άσκησαν διοίκηση ή διαχείριση της εταιρείας μετά την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του Ν. 1386/1983, καθώς και όσων απέκτησαν νοµίµως περιουσιακά στοιχεία των ανωτέρω εταιρειών. Η αγωγή, εφόσον δεν έχει ήδη ασκηθεί, ασκείται µέσα σε αποκλειστική προθεσµία δεκαοκτώ (18) µηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την 31-12-1998, είτε εκκρεµούσε, ασκηθείσα από τα πρόσωπα του δευτέρου εδαφίου της προηγούµενης παραγράφου, αίτηση ή προσφυγή ακυρώσεως ή αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας της αυξήσεως κεφαλαίου, είτε είχε εκδοθεί αµετάκλητη απόφαση, µε την οποία έγινε δεκτή τέτοια αίτηση ή προσφυγή ή αγωγή των ανωτέρω προσώπων. Από το κείμενο της ανωτέρω διάταξης, που έχει διατυπωθεί κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, προκύπτει ότι με αυτήν ρυθμίζεται μια κατηγορία εννόμων σχέσεων και καθορίζονται οι συνέπειες των αυξήσεων κεφαλαίου ανωνύμων εταιρειών, οι οποίες συντελέστηκαν με διοικητικές πράξεις, κατά παράβαση της προαναφερόμενης Οδηγίας, η οποία ορίζει ότι κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας, πρέπει να αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση των μετόχων. Συνίστανται, δε, οι συνέπειες αυτές, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου, αφενός μεν στο ότι οι νέες μετοχές που εκδόθηκαν συνεπεία των ανωτέρω αυξήσεων κεφαλαίου, παραμένουν έγκυρες, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1, αφετέρου δε στην αποτελεσματική προστασία των τυχόν θιγόμενων παλιών μετόχων, με τη διευκόλυνση της διεκδίκησης πλήρους αποζημίωσης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, για όποιες ζημιές υπέστησαν, από τις ως άνω αυξήσεις κεφαλαίου, ο τρόπος υπολογισμού και ο καθορισμός του ύψους της οποίας επαφίεται στα δικαστήρια. Εξάλλου, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν έχει ο ενάγων, όταν το αίτημα που πρόβαλε με την αγωγή του ήταν μη νόμιμο, αλλά το δικαστήριο της ουσίας το απέρριψε ως αόριστο, καθόσον η απόρριψη αγωγικού αιτήματος ως μη νόμιμου είναι δυσμενέστερη γι` αυτόν, από την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αόριστου (ΑΠ 828/2019, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 1021/2018, ΑΠ 1403/2017, ΑΠ 42/2015, ΑΠ 1464/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, που παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο της οποίας εκθέτει και το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ιστορούνται τα εξής: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.Ε. ΜΕΛ" κρίθηκε προβληματική και υπήχθη στο καθεστώς του Ν. 1386 δυνάμει της υπ' αριθμό 678/13-4-1984 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό Β 238/16-4-1984 ΦΕΚ. Το μετοχικό κεφάλαιο της ανωτέρω επιχείρησης κατά το χρόνο υπαγωγής της στο Ν. 1386/1983 16-4-1984 ανερχόταν στο ποσό των 364.265.000 δραχμών, διαιρεμένο σε 364.265 μετοχές ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών η καθεμία. Τον παραπάνω χρόνο η Εθνική Τράπεζα κατείχε 145.706 μετοχές, ήτοι ποσοστό 40% του συνολικού αριθμού αυτών, ο πρώτος ενάγων κατείχε 137.412 μετοχές, ήτοι ποσοστό 37,723% του συνολικού αριθμού αυτών, εκ του οποίου (ποσοστού 37,723%) ποσοστό 20% μετά δικαιώματος ψήφου είχε παραχωρήσει ως ενέχυρο στην ανωτέρω τράπεζα, προς εξασφάλιση της τελευταίας από εγγύηση που υποσχέθηκε προς αυτήν ο ανωτέρω ενάγων, η δεύτερη ενάγουσα κατείχε 50.000 μετοχές, ήτοι ποσοστό 13,726% του συνολικού αριθμού αυτών, ο τρίτος ενάγων κατείχε 27.000 μετοχές, ήτοι ποσοστό 7,412% του συνολικού αριθμού αυτών και ο Α.Σ. λέγεται ότι κατείχε 4.147 μετοχές, ήτοι ποσοστό 1,139% του συνολικού αριθμού αυτών. Κατά την ημέρα υπαγωγής της άνω επιχείρησης στο καθεστώς του ν. 1386/1983, οι οφειλές αυτής προς τρίτους, σύμφωνα με τον ισολογισμό αυτής έως την 31-12-1983, τον οποίο συνέταξε ο Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ) και δημοσίευσε στις 30-4-1984, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 4.557.098.406 δραχμών, ήτοι προς την Εθνική Τράπεζα 3.176.797.462 δραχμές, προς το Ελληνικό Δημόσιο 649.563.108 δραχμές, προς ασφαλιστικά ταμεία 371.855.691 δραχμές και προς λοιπούς πιστωτές 358.881.875 δραχμές. Ο Υπουργός Βιομηχανίας δυνάμει της υπ' αριθμό 154/6-6-1986 απόφασης, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό Β 414/11-6-1986 ενέκρινε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕ, με την οποία αυξήθηκε το μετοχικό κεφάλαιο της ανωτέρω επιχείρησης κατά το ποσό των 750.000.000 δραχμών, που καταβλήθηκε από τον κρατικό προϋπολογισμό, με αποτέλεσμα το μετοχικό κεφάλαιο να ανέλθει στο ποσό των 1.114.265.000 δραχμών. Αργότερα, ο ίδιος Υπουργός με την υπ' αριθμό 13/5-1-1987 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό Β 24/16-1-1987 ΦΕΚ, ενέκρινε την από 18-11-1986 σύμβαση, που καταρτίστηκε από τον ΟΑΕ και την Εθνική Τράπεζα, με την οποία οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι: (α) διαπίστωσαν ότι οι οφειλές της επιχείρησης προς τρίτους, κατά τη διάρκεια των δύο και ήμισυ ετών, κατά τα οποία η διοίκηση της επιχείρησης ασκήθηκε, ανήλθαν από το ποσό των 4.557.098.406 δραχμών στο ποσό των 11.332.000.000 δραχμών, που αναλύεται σε χρέη προς την Εθνική Τράπεζα 8.247.300.000 δραχμές, σε χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο 1.055.790.000 δραχμές, σε χρέη προς Δημόσιους Οργανισμούς 557.812.000 δραχμές, χρέη προς ασφαλιστικά ταμεία 529.698.000 δραχμές, χρέη προς τον ΟΑΕ 840.000.000 δραχμές, χρέη προς πιστωτές εσωτερικού 84.000.000 δραχμές, χρέη προς πιστωτές εξωτερικού 9.700.000 δραχμές, χρέη προς τράπεζες εξωτερικού 1.700.000 δραχμές και χρέη προς το προσωπικό αυτής (ΜΕΛ ΑΕ) 6.000.000 δραχμές, β) μείωση μετοχικού κεφαλαίου από 1.114.265.000 δραχμές, εκ του οποίου ποσό 750.000.000 δραχμές ανήκε, διαιρεμένο σε ονομαστικές μετοχές, στον ΟΑΕ, στο ελάχιστο αναγκαίο ποσό των 5.000.000 δραχμών και γ) αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης κατά 11.832.000.000 δραχμές, ήτοι σύνολο οφειλών προς τρίτους 11.332.000.000 δραχμές, πλέον 500.000.000 δραχμών εισφορά εκ του ΟΑΕ, από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η ζημιογόνος διοίκηση της άνω επιχείρησης από τον ΟΑΕ συνεχίστηκε, με αποτέλεσμα οι ζημίες αυτής να ανέλθουν κατά την 31-12-1997 στο ποσό των 8.230.257.875 δραχμών, σύμφωνα με τον ισολογισμό της υπό ημερομηνία 31-12-1997. Κατά το μήνα Μάιο του έτους 1998 ο ΟΑΕ πώλησε με δημόσιο διαγωνισμό την "Α.Ε. ΜΕΛ" αντί τιμήματος 2.200.000.000 δραχμών. Την ακύρωση των ανωτέρω αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της "Α.Ε. ΜΕΛ" ζήτησε ο πρώτος ενάγων με την από 2-10-1990 αγωγή του και οι λοιποί δύο ενάγοντες με την από 24-10-1990 παρέμβασή τους, οι οποίες (αγωγή και παρεμβάσεις) απευθύνονται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ασκήθηκαν κατά του ΟΑΕ. Επί των ανωτέρω αγωγής και παρεμβάσεων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμούς 8686/1991 και 464/1993, αντίστοιχα, αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες δέχθηκαν ότι είναι άκυρες οι αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕ ΜΕΛ, που έγιναν από τον ΟΑΕ, αλλά με την τελευταία απόφαση διατάχθηκαν αποδείξεις, που συνεχίζουν να διεξάγονται, για τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρενέβη στο Εφετείο υπέρ του ΟΑΕ, περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης, που ασκήθηκε με την αγωγή και με τις παρεμβάσεις των άνω προσώπων. Η κατά το χρόνο συντάξεως της αγωγής συνολική αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας της ΑΕ ΜΕΛ ανέρχεται στο ποσό των 78.020.000.000 δραχμών. Συνεπεία της πωλήσεως της ΑΕ …οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία ίση με το ποσοστό συμμετοχής εκάστου αυτών στο μετοχικό κεφάλαιο και, συνεπώς, κατά το ποσοστό εκάστου ενάγοντος στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της ΑΕ…, με αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο να οφείλει σε καθένα από τους ενάγοντες, σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 2685/1999, την αναλογία του, επί της εκ δραχμών 78.020.000.000 αξίας των περιουσιακών στοιχείων της ΑΕ…, ποσοστού συμμετοχής αυτών στο μετοχικό κεφάλαιο της άνω επιχείρησης, ήτοι στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 29.431.500.000 δραχμών (δρχ 78.020.040.000 Χ 37,723%), στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 10.709.031.000 δραχμών (δρχ. 78.020.040.000 Χ 13,726%) και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 5.782.845.000 δραχμών (δρχ. 78.020.040.000 Χ 7,412%). Με βάση αυτό το ιστορικό, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, ο πρώτος αρχικός ενάγων, Γ. Λ., στη θέση του οποίου μετά το θάνατό του υπεισήλθε η αναιρεσείουσα, η οποία συνεχίζει τη δίκη, ως μια εκ των κληρονόμων του (ενώ, όπως προεκτέθηκε, οι υπόλοιποι κληρονόμοι αυτού παραιτήθηκαν από την ασκηθείσα από αυτούς από 5-11-2013 αίτηση αναίρεσης), ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει ως αποζημίωση το ως άνω ποσό των 29.431.500.000 δραχμών. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, καθόσον το αιτούμενο ποσό δεν ζητείται λόγω ζημίας του πρώτου αρχικού ενάγοντος, η οποία προκλήθηκε σ' αυτόν συνεπεία των ανωτέρω δύο αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της υπαχθείσας στις διατάξεις του Ν. 1386/1983 ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε. …", που έγιναν χωρίς προηγούμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης των παλιών μετόχων της, ένας εκ των οποίων ήταν ο αρχικός πρώτος ενάγων, για την αποκατάσταση της οποίας υπόχρεο είναι αποκλειστικά το Ελληνικό Δημόσιο κατά την ειδική πρόβλεψη της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 28 του Ν. 2685/1999, αλλά λόγω ζημίας που επήλθε σ' αυτόν από άλλη γενεσιουργό αιτία και συγκεκριμένα από την πώληση της άνω εταιρείας εκ μέρους του ΟΑΕ σε χρόνο μεταγενέστερο των αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της, η οποία, όμως, δεν καλύπτεται από τη ρύθμιση της ως άνω διάταξης, με βάση την οποία ασκήθηκε η ένδικη αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αφού με αυτήν αποζημιώνονται, σύμφωνα με τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, οι παλιοί μέτοχοι για ζημίες που υπέστησαν μόνο από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, που έγινε χωρίς προηγούμενη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και χωρίς δικαίωμα προτίμησης αυτών (παλιών μετόχων) στην απόκτηση των νέων μετοχών. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ένδικη αγωγή, απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστη, μολονότι, κατά τα προεκτεθέντα, ήταν μη νόμιμη. Ωστόσο, παρά το σφάλμα τούτο της προσβαλλόμενης, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόρριψη της ως άνω, μη νόμιμης, αγωγής, αφού έτσι η θέση της καθίσταται χειρότερη, ενόψει του δυσμενέστερου της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης από την απόρριψη αυτής ως αόριστης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, που πλήττει την προσβαλλόμενη, γιατί κατά παράβαση των άρθρων 28 παρ. 1 και 2 Ν. 2685/1999, 914, 297 και 298 ΑΚ, απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη, είναι απαράδεκτος λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας της αντίφασης αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 1368/2021, ΑΠ 759/2016, ΑΠ 895/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, αφού στη σελίδα 28 αυτής αναφέρει τη σύνθεση του μετοχικού κεφαλαίου, αποτελούμενη από την Εθνική Τράπεζα κατά 40%, τον Γ. Λ. κατά 37,723%, την Α. Ε.. Λ. κατά 37,723% κλπ, ενώ στη σελίδα 36 κρίνει αόριστη την αγωγή, διότι δήθεν δεν αναφέρονται η ιδιότητα των αρχικώς εναγόντων ως μετόχων και τα ποσοστά τους. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη πλημμέλεια - αντίφαση αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στο διατακτικό της, στο οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) διατυπώνεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι απορρίπτει την από 29-11-2009 αγωγή, έτσι ώστε να μην εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου της. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73, 516 και 517 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι κύρια θετική προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται, τόσο κατά το χρόνο της άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησής της. Εξάλλου, κατ' αρχάς, θεωρείται ότι ο εκκαλών έχει έννομο συμφέρον, όταν αυτός έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την οριστική απόφαση, την οποία προσβάλλει, δηλαδή, όταν με την απόφαση απορρίπτονται αιτήσεις και προτάσεις του ή αντιθέτως γίνονται δεκτές αιτήσεις (ΑΠ 1159/2021). Επίσης, από το συνδυασμό των άρθρων 74 παρ. 1, 75 παρ.1 και 517 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι ο προσθέτως παρεμβάς υπέρ του εναγομένου σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, εάν πρόκειται για απλή πρόσθετη παρέμβαση, οπότε υφίσταται μεταξύ του κυρίου διαδίκου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος απλή ομοδικία, έχει δικαίωμα να ασκήσει αυτοτελώς έφεση και αν ακόμη ο υπέρ ου η παρέμβαση διάδικος άσκησε αυτοτελή έφεση, δυνάμενος, μάλιστα, να προτείνει και άλλους, εκτός από τους προβαλλόμενους με την έφεση του κυρίου διαδίκου λόγους, χωρίς να εξαρτάται η μια έφεση από την άλλη (ΑΠ 1000/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 517 ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Ως διάδικοι νοούνται εκείνοι, οι οποίοι ήταν στη δίκη αντίδικοι του εκκαλούντος. Ειδικότερα, δε, στην απλή, κατ' άρθρο 75 ΚΠολΔ, ομοδικία κάθε ομόδικος, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους λοιπούς και μπορεί μόνος του να επισπεύσει τη δίκη χωρίς να καλέσει τους άλλους ομοδίκους του (ΑΠ 559/2009). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις εφέσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ και του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, καθόσον, η μεν Εθνική Τράπεζα δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκησή της, διότι νίκησε, αφού η προσεπίκληση του Ελληνικού Δημοσίου κατ' αυτής απορρίφθηκε, ενώ η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου δεν απευθυνόταν κατά όλων των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την από 22-9-2000 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης προσεπικάλεσε, προκειμένου να παρέμβει στη δίκη, την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", η οποία άσκησε υπέρ αυτού την από 10-4-2001 πρόσθετη παρέμβαση. Ακολούθως, μετά την έκδοση της 2899/2010 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο ηττήθηκε κατά ένα μέρος, αφού η ένδικη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, η υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, απλή ομόδικός του, είχε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, έννομο συμφέρον να ασκήσει αυτοτελώς έφεση κατά του μέρους της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο ηττήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του οποίου παρενέβη προσθέτως και ως εκ τούτου παραδεκτά άσκησε την από 16-5-2011 έφεση. Επομένως, το Εφετείο που δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γι' αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, με την άνω οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (2899/2010), η ένδικη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στους ενάγοντες, Α. χήρα Γ. Λ., Ε. Λ., Μ. Λ., Χ. Π., Α. Λ., Η. Κ. και Ά. Κ. τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά. Συνεπώς, ορθά το Ελληνικό Δημόσιο απεύθυνε την από 11-10-2010 έφεσή του κατά των ανωτέρω αντιδίκων του, έναντι των οποίων ηττήθηκε, ενώ δεν είχε υποχρέωση, κατά τα αναπτυσσόμενα στη μείζονα πρόταση, να την απευθύνει και κατά των υπόλοιπων διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης, που στην προκείμενη περίπτωση ήταν η (μη ενάγουσα) ομόδικός του Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία, επειδή πρόκειται για δίκη με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει να οριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. Ν 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, εκδοθείσα 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται για το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, ούτε υπέβαλε αίτημα για καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά του έξοδα με δήλωση στα πρακτικά συνεδρίασης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-12-2012 (Αριθ. Καταθ. 1053/2012) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2857/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ