Αριθμός 548/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1. της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ALPINE MAYREDER Bau G.m.b.H - ΤΕΡΝΑ Α.Ε - ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ - POWELL ELECRTICAL SYSTEMS Inc" (παλιά επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ALPINE MAYREDER Bau G.m.b.H - ΤΕΡΝΑ ΑΕ - ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ - POWELL ELECTRICAL SYSTEMS Inc."), η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα Αναδόχου του έργου "Επέκταση Γραμμής 3, Τμήμα Αιγάλεω - Χαϊδάρι "Σταθμός Μετεπιβίβασης Χαϊδάρι, Αμαξοστάσιο Ελαιώνα" και των παρακάτω εταιρειών μελών αυτής ήτοι 2.της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ Ανώνυμος Τουριστική Τεχνική και Ναυτιλιακή Εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3.της εταιρείας με την επωνυμία "Alpine Mayreder Bau G.m.b.H" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4.της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 5.της εταιρείας με την επωνυμία "POWELL ELECTRICAL SYSTEMS INC", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Σοφία Δημητρακοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο - Ευγένιο Χριστοφιλόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Νοεμβρίου 2007 προσφυγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 724/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 24 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 παρ. 4 και 5 του ν. 1418/1984, υπ' αριθ. 724/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 27-11-2007 προσφυγή των ήδη αναιρεσειουσών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και άρθρο 13 παρ. 6 ν. 1484/1984). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπι να ερευνηθούν οι λόγοι της. 2. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 4 και 6 του ν. 1418/1984, και άρθρου 57 παρ.1 και 7 του ΠΔ 609/1985 συνάγεται ότι, η ενώπιον του Εφετείου προσφυγή, με την οποία εισάγονται διαφορές από τη σύμβαση για την εκτέλεση δημοσίων έργων με βάση το ν. 1418/1984, απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, εφόσον, είτε δεν ασκήθηκε προηγουμένως αίτηση θεραπείας, από τον προσφεύγοντα, είτε ασκήθηκε αίτηση, αλλά κατά παράβαση ουσιωδών διαδικαστικών τύπων προβλεπομένων, από τις ως άνω διατάξεις, διότι και στην περίπτωση αυτή η αίτηση θεραπείας είναι απαράδεκτη και συνεπώς αποκλείεται η κατ' ουσίαν επανεξέταση των παραπόνων του ενδιαφερομένου εντός των κόλπων της Διοικήσεως, στην οποία αποσκοπεί η θέσπιση του ενδικοφανούς αυτού μέσου, προ της ασκήσεως προσφυγής στο δικαστήριο. Ειδικότερα, από τις διατάξεις προβλέπεται ότι, όταν κύριος του έργου δεν είναι το Δημόσιο, αλλά άλλο νομικό πρόσωπο, υπαγόμενο στις ρυθμίσεις των ως άνω διατάξεων, αυτός που ασκεί αίτηση θεραπείας, η οποία κατά τους ρητούς ορισμούς της παρ. 4 του άρθρου 12 ν. 1418/1984, επιδίδεται πάντοτε με δικαστικό επιμελητή, υποχρεούται: 1) όπως εντός 10 ημερών από της επιδόσεως της αιτήσεως στον Υπουργό, να επιδώσει αντίγραφο της αιτήσεως στον αντισυμβαλλόμενο, και 2) να υποβάλει στον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων επικυρωμένο αντίγραφο του αποδεικτικού εμπρόθεσμης επίδοσης της αίτησης του αυτής, στον αντισυμβαλλόμενο. Η υποβολή του εν λόγω αντιγράφου γίνεται μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την επίδοση στον αντισυμβαλλόμενο. Οι αιτήσεις θεραπείας στην περίπτωση αυτή δεν εισάγονται για συζήτηση στο συμβούλιο πριν περάσει η κατά νόμο μηνιαία ανατρεπτική προθεσμία για υποβολή αντιρρήσεων. Οι τυχόν αντιρρήσεις που έχει δικαίωμα να υποβάλλει κατά την παρ. 6 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, ο κύριος του έργου, συζητούνται μαζί με την αίτηση θεραπείας. Μαζί συζητούνται και εξετάζονται και οι τυχόν αντίθετες για το ίδιο θέμα αιτήσεις θεραπείας. Εξάλλου, από το ότι εκείνος που ασκεί την αίτηση θεραπείας υποχρεούται όπως εντός 10ήμερης προθεσμίας υποβάλει προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων επικυρωμένο αντίγραφο του αποδεικτικού περί της εμπροθέσμου επιδόσεως αντιγράφου της αιτήσεως θεραπείας προς τον αντισυμβαλλόμενο, συνάγεται ότι το αντίγραφο της αιτήσεως θεραπείας επιδίδεται προς τον αντισυμβαλλόμενο αποκλειστικά, επί ποινή απαραδέκτου, με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο, διότι μόνο επί τοιούτων επιδόσεων εκδίδεται αποδεικτικό. Οι διαδικαστικοί αυτοί τύποι, λόγω του επιδιωκομένου με αυτούς σκοπού είναι ουσιώδεις, αφού διασφαλίζεται, κυρίως, το θεμελιώδες δικαίωμα ακροάσεως και υπεράσπισης του καθού στρέφονται οι αιτιάσεις με την αίτηση θεραπείας. Τούτο διότι παρέχεται σ' αυτόν η δυνατότητα: α) να υποβάλλει τις αντιρρήσεις του κατά των αιτιάσεων του αναδόχου του έργου και β) να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του αρμοδίου οργάνου και να αναπτύξει τις απόψεις του. Έτσι το τελευταίο τούτο (όργανο) δύναται να εκφέρει την κρίση του, μετά την εκτίμηση των εκατέρωθεν υποβαλλομένων ισχυρισμών και στοιχείων, γεγονός που συμβάλλει αποφασιστικά στην πλήρη διάγνωση της διαφοράς και συνακόλουθα στην ορθή επίλυσή της. Συνεπώς, η μη τήρηση των τύπων αυτών καθιστά την αίτηση θεραπείας απαράδεκτη και την επακολουθούσα προσφυγή ενώπιον του Εφετείου απορριπτέα για το λόγο αυτό, είναι δε αδιάφορο εάν επί της αιτήσεως θεραπείας αποφάνθηκε το αρμόδιο όργανο ή άφησε αυτήν ανεξέταστη, τεκμαιρόμενη ως απορριφθείσα εκ της παρόδου άπρακτης της προθεσμίας εντός της οποίας κατά νόμο έπρεπε να αποφανθεί το όργανο τούτο. Οι διατάξεις λοιπόν αυτές, που ρυθμίζουν τη διαδικασία που ακολουθείται στην προδικασία, παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου", είναι και ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση αυτών, συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή ιδιωτικού δικαιώματος (ΑΠ 653/2010, 1432/2007, 873/1992). Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 του νόμου 1418/1984, εξειδικεύονται οι όροι η σύνθεση και αρμοδιότητες των οργάνων που εμπλέκονται στις συμβάσεις των δημοσίων. Ειδικότερα, προβλέπονται: α) "Εργοδότης" ή "κύριος του έργου" είναι το Δημόσιο η άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα για λογαριασμό του οποίου καταρτίζεται η σύμβαση ή κατασκευάζεται το έργο, β) "Φορέας κατασκευής του έργου" είναι η αρμόδια Αρχή ή Υπηρεσία που έχει την ευθύνη παραγωγής του έργου, γ) "Ανάδοχος εργολήπτης" ή "ανάδοχος" είναι η εργοληπτική επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί με σύμβαση η κατασκευή του έργου, δ) "Σύμβαση" είναι η γραπτή συμφωνία μεταξύ του εργοδότη ή του φορέα κατασκευής του έργου και του ανάδοχου για την κατασκευή του έργου καθώς και όλα τα σχετικά τεύχη, σχέδια και προδιαγραφές, ε) "Διευθύνουσα Υπηρεσία" ή "Επιβλέπουσα Υπηρεσία" είναι τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου που είναι αρμόδια για την παρακολούθηση, έλεγχο και διοίκηση της κατασκευής του έργου, στ) "Προϊσταμένη Αρχή" ή "Εποπτεύουσα Αρχή" είναι, η Αρχή ή Υπηρεσία ή όργανο του φορέα κατασκευής του έργου που εποπτεύει την κατασκευή του και ιδίως αποφασίζει για κάθε μεταβολή των όρων της σύμβασης ή άλλων στοιχείων αυτής όπου αυτό ορίζεται από το νόμο αυτόν και τα π.δ/τα που εκδίδονται με εξουσιοδότηση του, ζ) "Τεχνικό Συμβούλιο" είναι το συλλογικό όργανο του φορέα κατασκευής του έργου το οποίο γνωμοδοτεί στα θέματα που ορίζει ο νόμος αυτός και τα π.δ/τα που εκδίδονται με εξουσιοδότηση του. Από τα εκτιθέμενα στη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προβλέπονται και θεσμοθετούνται επιτροπές και συμβούλια, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, που εμπλέκονται σε διαφορετικά στάδια της εξέλιξης του έργου. Στις επιτροπές και στα συμβούλια δε αυτά μπορούν να μετέχουν και πρόσωπα του φορέα ή του κυρίου του έργου. Όταν λοιπόν προβλέπεται από το νόμο η επίδοση ορισμένου εγγράφου, σε κάποιο από τα όργανα αυτά, για να επέλθουν τα από το νόμο οριζόμενα αποτελέσματα, θα πρέπει αυτή να γίνεται στο συγκεκριμένο όργανο ή συμβούλιο που ορίζει ο νόμος, αφού το ένα δεν εκπροσωπεί το άλλο, ούτε εμπλέκεται στις αρμοδιότητές του. Η έλλειψη της επίδοσης δεν καλύπτεται, όταν γίνεται σε άλλο από το οριζόμενο πρόσωπο ή όργανο, στη σύνθεση του οποίου μετέχει ως μέλος εκπρόσωπος του φορέα ή κυρίου του έργου, στον οποίο και έπρεπε να επιδοθεί το έγγραφο. 3. Στην κρινόμενη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης προσφυγή της αναιρεσείουσας, κατά της τεκμαιρομένης απορριπτικής απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, λόγω παρόδου άπρακτης της προθεσμίας των τριών μηνών, επί της 13-6-2007 αιτήσεως θεραπείας για τις διαλαμβανόμενες σε αυτήν αιτιάσεις, ως απαράδεκτη διότι από τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της προσφυγής προέκυπτε ότι δεν είχε τηρηθεί η προσήκουσα διαδικασία, όπως στην προηγούμενη σκέψη αναφέρθηκε και συγκεκριμένα διότι η αίτηση θεραπείας δεν είχε επιδοθεί στην κυρία του έργου (αναιρεσίβλητη), ούτε αποδεικτικό τέτοιας επίδοσης είχε κοινοποιηθεί στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Με την ως άνω προσφυγή, κατά το ενδιαφέρον, τους λόγους αναιρέσεως, μέρος της, ιστορούσε η προσφεύγουσα τα εξής: "..... Επειδή έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και συγκεκριμένα: 1) Κατά της απόφασης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας του Έργου με Θέμα: Σύμβαση CΟΝ-06/002, Επέκταση Γραμμής 3 Τμήμα "Αιγάλεω - Χαϊδάρι", Σταθμός Μετεπιβίβασης Χαϊδάρι, Αμαξοστάσιο Ελαιώνα - Στατική Μελέτη Εφαρμογής Κτηρίου Εναπόθεσης Συρμών Αμαξοστασίου Ελαιώνα και με αριθμό πρωτοκόλλου CΟΝ-06/002-ΑΜ 306/07-02-07, η οποία κοινοποιήθηκε σε εμάς την 7-2-2007 ασκήσαμε την από 22-2-2007 ένστασή μας προς την Προϊσταμένη Αρχή του έργου 2) Επί της ως άνω ενστάσεως μας εξεδόθη η υπ' αρ. πρωτ. 1001 (α) Π.3.2007 απορριπτική απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής η οποία μας διαβιβάστηκε την 15η-3-2007 .Κατά της απόρριψης της ως άνω Ενστάσεως μας από την Προϊσταμένη Αρχή, ασκήσαμε νομίμως και εμπροθέσμως, κοινοποιώντας προς τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, την από 13-6-2007 Αίτηση μας Θεραπείας, όπως αποδεικνύεται από την με αριθ. .../ 13-6-2007 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … η οποία κοινοποιήθηκε νομίμως και στην Προϊσταμένη Αρχή του έργου, με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε." προς γνώση της, όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό .../13-6-2007 έκθεση επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, και γνωστοποιήσαμε τις ως άνω επιδόσεις στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ εντός της νομίμου προθεσμίας με την από 20-6-2007 εξώδικη γνωστοποίηση εκθέσεως επιδόσεως, με την υπ'αριθμ..../21-6-2007 έκθεση επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή 3) Κατόπιν απράκτου παρόδου και της τασσόμενης στην παρ.7 του άρθρου 12 του Ν. 1418/1984 προθεσμίας τριών (3) μηνών και μέσα στην προθεσμία των δύο(2) μηνών από την λήξη της τρίμηνης ως άνω(από την επίδοση της αίτησης θεραπείας) προθεσμίας , ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΥΜΕ δια της παρούσης μας ενώπιον του Δικαστηρίου σας...". Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής δέχτηκε τα εξής: "... Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη προσφυγή η οποία αρμόδια και παραδεκτά φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, λόγω της φύσεως της καθής, του είδους του έργου και του τόπου εκτέλεσης αυτού (άρθρα 1 παρ. 1-3, 13 παρ.1 και 2 του ν. 1418/1984, 64 Εισ. Ν. ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω μη τηρήσεως ουσιωδών διαδικαστικών τύπων, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή (προσφυγή) περιστατικά, που προκύπτουν άλλωστε από την επίκληση και προσκομιδή των προαναφερομένων εκθέσεων επιδόσεων, αν και κύριος του έργου δεν είναι το Δημόσιο, εν τούτοις αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης θεραπείας, δεν επιδόθηκε στην "αντισυμβαλλόμενη" καθής - κυρία και φορέα του έργου, (αρθρ. 76 παρ. 9 περ. α Ν. 3669/08-ΚΝΚΔΕ) αλλά στην Προϊσταμένη Αρχή του έργου, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η αίτηση θεραπείας δεν έχει ασκηθεί και να καθίσταται ως εκ τούτου η προσφυγή απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεκτού γενομένου ως και ουσία βασίμου του ισχυρισμού της καθ' ης (άρθρο 77 παρ. 3 περ. α Ν. 3669/08 - ΚΝΚΔΕ)..". Με τις, ως άνω κρίσεις του το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με τις οποίες προβλέπεται η τήρηση ορισμένης προδικασίας, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε διασφαλίζεται, κυρίως το δικαίωμα ακροάσεως και υπεράσπισης του καθού αφορούν οι αιτιάσεις που ασκούνται με την αίτηση θεραπείας. Οι διατάξεις δε του ΠΔ 609/1985, δεν είναι κανονιστικού περιεχομένου και συνακόλουθα δεν θεσπίζονται δευτερεύοντες κανόνες δικαίου. Άλλωστε, η προηγούμενη της προσφυγής αίτηση θεραπείας και η ενδικοφανής γι' αυτήν προδικασία προβλέπεται ευθέως, από το άρθρο 13 του νόμου 1418/1984. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ` έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έτσι παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς, με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου είτε αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση θετικώς με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993). Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 13-6-2007 αίτησης θεραπείας που απευθύνεται στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, όσον αφορά την ερμηνεία που προσέδωσε στην αναγραφομένη στη αίτηση αυτή "κοινοποίηση στο ΔΣ της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ, ως Προϊσταμένης Αρχής του έργου", με αποτέλεσμα να απορρίψει την προσφυγή της ως απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως τούτο εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στην απορριπτική του κρίση, δεν έλαβε υπόψη του αποκλειστικά ή κυρίως την εν λόγω αίτηση θεραπείας, αλλά και τα υπόλοιπα αναφερόμενα έγγραφα καθώς και τα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες-προσφεύγουσες, με το δικόγραφο της προσφυγής και τι προτάσεις τους στο Εφετείο. Στα έγγραφα αυτά γινόταν ευθέως αναφορά ότι η αίτηση Θεραπείας επιδόθηκε στην Προϊσταμένη αρχή του έργου.. Αντιθέτως δεν υπήρχε αναφορά ότι η αίτηση επιδόθηκε στην κυρία του έργου. Τέλος, για τη συνδρομή του από το αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου, απαιτείται το δικαστήριο να ερεύνησε την ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ανακοπή, προσφυγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα επί της ουσίας της υπόθεσης αλλά απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας (176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-9-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.724/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλει στην αναιρεσείουσα κοινοπραξία τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης τη οποία ορίζει στις δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ