ΑΡΙΘΜΟΣ 1176/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ανδρέα Ξένου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου), Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά και Πάνο Πετρόπουλο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Α. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 87, 88, 89, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97 και 98/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Βόλου. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 15 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1442/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ "Υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 α' και 263 του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' του ΠΚ και δη δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή, έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου κατά το άρθρο 52 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων), ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα "να εκδίδη επικεκυρωμένα υπ' αυτού αντίγραφα των παρ' αυτώ υπαρχόντων παντός είδους εγγράφων, ως υπεύθυνος περί της ακριβείας αυτών", κατά δε το άρθρο 53 του ως άνω ν.δ. "Μεταφράσεις των εν τη ξένη γλώσση συντεταγμένων εγγράφων, γενόμεναι υπό Δικηγόρου, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπ' όψιν, εφ' όσον συνοδεύονται υπό του μεταφρασθέντος εγγράφου, φέροντος επ' αυτού χρονολογημένην και ενυπόγραφον του μεταφράσαντος δικηγόρου βεβαίωσιν, ότι η μετάφρασις αφορά αυτό τούτο το έγγραφον", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2690/1999 Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας "Η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του ενδιαφερομένου γίνεται, από οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή από τα Κ.Ε.Π. , βάσει του δελτίου ταυτότητας ή των αντίστοιχων εγγράφων που προβλέπονται στο άρθρο 3". Από τις εκτεθείσες διατάξεις, προκύπτει σαφώς, ότι, πλην των περιπτώσεων των άρθρων 42, 96, 340 παρ. 2β και 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, δεν είναι στα καθήκοντα του δικηγόρου η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής. Eξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ.Ε ΚΠΔ, λόγον της αποφάσεως αποτελεί (και) η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν από τη διάταξη που εφηρμόσθη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 87-89/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το ΜΟΔ Βόλου, κήρυξε τον δικηγόρο Γ. Α. ένοχο του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών που ανεστάλη επί τριετία, αφού δέχθηκε ότι "στον Βόλο, στις 06-02-2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος ενώ ήταν δικηγόρος, που στα καθήκοντα του ανάγεται, σύμφωνα με τον Δικηγορικό Κώδικα (άρθρα 38, 52 ν.δ. 3028/1954) και το άρθρο 11 του Ν. 2690/1999, η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και ως προς την δραστηριότητα του αυτή, θεωρείται δημόσιος υπάλληλος και υπάγεται στο άρθρο 13 α' του Π.Κ., σε δημόσιο έγγραφο βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα αυτός, με την παραπάνω ιδιότητα του στον ανώτερο τόπο και χρόνο βεβαίωσε ψευδώς το γνήσιο της υπογραφής των A. T. και S. S., αν και γνώριζε ότι αυτή η υπογραφή ετέθη (από τους τρεις πρώτους συγκατηγορουμένους του και) όχι από τις ως άνω αλλοδαπές. Το γεγονός αυτό, της ψευδούς βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των προαναφερόμενων αλλοδαπών μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθότι παρέχει απόδειξη προς κάθε τρίτο ότι τα έγγραφα των εξουσιοδοτήσεων είναι γνήσια. Εν συνεχεία, στις 12-02-2006 έκανε χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων και των ψευδών βεβαιώσεων προσκομίζοντας αυτά στον Δήμο Αρτέμιδος ...". Με αυτά που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, το ΜΟΔ Βόλου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 του ΠΚ, και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για την πράξη αυτή, καθόσον αυτός, ως δικηγόρος, δεν ήσαν υλικά και λειτουργικά αρμόδιος, για την έκδοση των παραπάνω εγγράφων βεβαιώσεων, διότι στις αρμοδιότητες των δικηγόρων, εκτός των περιπτώσεων των άρθρου 42, 96, 340 παρ. 2β και 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, δεν περιλαμβάνεται η αρμοδιότητα της βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής, κατά τα άνω εκτεθέντα. Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, προβαλλομένου τρίτου λόγου αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως και των λοιπών, παραδεκτώς ασκηθέντων, προσθέτων λόγων και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 εδ.α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 Ν. 3160/2003, κατά την οποία "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο". ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 87- 89/2008 απόφαση του ΜΟΔ Βόλου, κατά το μέρος που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Γ. Α. του Σ. για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σ' αυτόν ποινής για την παράβαση αυτή Και Κηρύσσει τον κατηγορούμενο Γ. Α. του Σ. αθώο του ότι: "Στον Βόλο, στις 06-02-2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος ενώ ήταν Δικηγόρος, που στα καθήκοντα του ανάγεται, σύμφωνα με τον Δικηγορικό Κώδικα (άρθρα 38, 52 ν.δ. 3028/1954) και το άρθρο 11 του Ν. 2690/1999, η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και ως προς την δραστηριότητα του αυτή, θεωρείται δημόσιος υπάλληλος και υπάγεται στο άρθρο 13 α' του Π.Κ., σε δημόσιο έγγραφο βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα αυτός, με την παραπάνω ιδιότητα του στον ανώτερο τόπο και χρόνο βεβαίωσε ψευδώς το γνήσιο της υπογραφής των A. T. και S. S., αν και γνώριζε ότι αυτή η υπογραφή ετέθη (από τους τρεις πρώτους συγκατηγορουμένους του και) όχι από τις ως άνω αλλοδαπές. Το γεγονός αυτό, της ψευδούς βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των προαναφερόμενων αλλοδαπών μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθότι παρέχει απόδειξη προς κάθε τρίτο ότι τα έγγραφα των εξουσιοδοτήσεων είναι γνήσια. Εν συνεχεία, στις 12-02-2006 έκανε χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων και των ψευδών βεβαιώσεων προσκομίζοντας αυτά στον Δήμο Αρτέμιδος". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ