Αριθμός 192/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Πολατίδου - Βαλαβάνη που ανακάλεσε την από 9/3/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Ι., 2) Π. Γ. του Μ., 3) Ι. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγραφιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/8/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη, από 29-8-2017 (αριθμ. καταθ…) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 77/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο μετά από συνεκδίκαση αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, κατά της 19/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 2-2-2012 αγωγή των αναιρεσίβλητων, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, από την προσβολή της προσωπικότητάς τους, απέρριψε την έφεση των αναιρεσίβλητων, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους, τα μικρότερα ποσά, των 2.500 ευρώ, σε καθένα από τους δύο πρώτους και των 10.000 ευρώ, στον τρίτο αναιρεσίβλητο. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). 'Ετσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 1180/2022, ΑΠ 972/2020). Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η ψευδής καταμήνυση, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε, με αυτήν, στην κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος (αρθρ. 229 ΠΚ, ΑΠ 474/2020, ΑΠ 611/2019), καθώς και η απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ (ΑΠ 605/2021, ΑΠ 292/2020, AΠ 1116/2019, AΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015, ΑΠ 1216/2014). Σύμφωνα με τις τελευταίες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει, για κάποιον άλλο, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου, ως στοιχεία της προσωπικότητας του. Συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται, είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη, είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης, που έγινε από άλλον (ΑΠ 496/2021, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 474/2020, ΑΠ 1113/2019). Παράλληλα, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου, γεγονός, είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές (ΑΠ 496/2021, ΑΠ 193/2018). Στην έννοια δε του ''τρίτου'', κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κλπ, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής ή της συκοφαντικής δυσφήμησης, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου, που περιήλθε στο δικαστή, τον εισαγγελέα και το γραμματέα του δικαστηρίου και, εν γένει, σε πρόσωπα θεσμικώς αρμόδια, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του ''τρίτου'', δεν δικαιολογείται, ούτε από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 362-363 ΠΚ, αφού, κατά το γλωσσικό νόημα της λέξης, ''τρίτος'' είναι οποιοσδήποτε, που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων, οπότε ο όρος αυτός καλύπτει κάθε φυσικό πρόσωπο, που δεν είναι ο δράστης ή ο παθών του εγκλήματος και, συνεπώς, καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του εννόμου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου μέλους μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης αυτού, που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου, που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός. Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της έννομης σχέσης που αφορά τα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου ''τρίτος'', αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παράστασης για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών, είτε για λόγους τυπικούς (όπως πχ σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης κλπ), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου εννόμου αγαθού. Δεν αποκλείεται δε, ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους, ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει ή να δυσφημήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 485/2022). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγόντων (δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι), ενεργώντας για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανήλικου κατά την άσκηση της αγωγής και μετέπειτα κατά τη συζήτηση αυτής, ενηλικιωθέντος τέκνου τους, Ι. Κ., (τρίτου αναιρεσίβλητου), ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, με αυτή, ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα), στις 18-11-2010, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνης, την από 15-11-2010 έγκληση σε βάρος τους, για τα αδικήματα της παραμέλησης εποπτείας ανηλίκου, όσον αφορά τους ίδιους και τα αδικήματα, της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, της αποπλάνησης παιδιού και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών, όσον αφορά τον ανήλικο γιο τους, παραθέτοντας αναλυτικά τα διαλαμβανόμενα στην έγκληση περιστατικά. Ότι τα περιστατικά αυτά είναι αναληθή και συκοφαντικά, η δε εναγομένη τελώντας σε γνώση της αναλήθειάς τους, προέβη στην υποβολή της έγκλησης, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους και να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους και ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, προσεβλήθη η τιμή και η υπόληψή τους. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, την επιδίκαση των αναφερόμενων σ' αυτή ποσών, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν συνεπεία της πιο πάνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης και της προσβολής της προσωπικότητάς τους. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα ουσιώδη στοιχεία των προαναφερθεισών διατάξεων, που την καθιστούν ορισμένη, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, ήτοι την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης σε βάρος των εναγόντων, συνιστάμενη στην ψευδή καταμήνυσή τους, με την υποβολή της άνω έγκλησης και στη συκοφαντική δυσφήμησή τους, με τους διαλαμβανόμενους σ'αυτή, εν γνώσει της εναγομένης, ψευδείς ισχυρισμούς σε βάρος των εναγόντων και την, εντεύθεν, προσβολή της προσωπικότητάς τους. Ειδικότερα, αναφέρονται στο ένδικο αγωγικό δικόγραφο τα, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ψευδή πραγματικά περιστατικά, που η εναγομένη επικαλέσθηκε για τη θεμελίωση της σε βάρος τους έγκλησης, η γνώση της περί της αναλήθειας αυτών (ισχυρισμών), η πρόθεσή της να προκαλέσει (δια της άνω έγκλησης) την ποινική τους δίωξη, καθώς την προσβολή της τιμής, της υπόληψης και εν γένει της προσωπικότητάς τους, και, τέλος, ότι συνεπεία της προσβολής αυτής προκλήθηκε, σ' αυτούς, ηθική βλάβη. Συνεπώς, το Εφετείο που δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος των εναγόντων, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και συνεπώς ο πρώτος υπο στοιχ. Α λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Έτσι, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα, με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς η εν λόγω εκτίμηση δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1422/2021, ΑΠ 342/2021). Επίσης, κατά το εδ. β της ίδιας, ως άνω διάταξης (559 αρ. 1 ΚΠολΔ), η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του. Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής, είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν (ΑΠ 587/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1378/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: ".... Η εναγοµένη και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα) και ο Α. Γ. του Μ. (µη διάδικος στην προκείµενη δίκη) τέλεσαν νόµιµο γάμο, σύμφωνα µε τους Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις 26.12.2002, στην Κοζάνη. Από το γάµο τους απέκτησαν τρία τέκνα, ήτοι τα δίδυµα, Μ. Γ. και Α. Γ., που γεννήθηκαν την 19.1.2004 και την Α. Γ., που γεννήθηκε την 25.11.2007. Η έγγαµη συμβίωση των συζύγων δεν εξελίχθηκε οµαλά, µε αποτέλεσµα να διακοπεί οριστικά από τον Απρίλιο του έτους 2008. Η εν λόγω διάσπαση συνοδεύτηκε από έντονες δικαστικές διαμάχες, που αφορούσαν την έκδοση διαζυγίου, τη χρήση της οικογενειακής στέγης και τον προσδιορισμό της διατροφής της εναγοµένης και των τέκνων. Με την υπ' αριθµ. 1710/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων) ρυθµίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του Α. Γ. µε τα ανήλικα τέκνα του και ορίστηκε ότι αυτός είχε δικαίωµα επικοινωνίας µαζί τους, ως εξής: α) κάθε πρώτο και τρίτο Σάββατο του µήνα, από ώρα 12.00 µέχρι ώρα 19.00, β) κάθε δεύτερη και τέταρτη Κυριακή του µήνα, από ώρα 10.00 μέχρι ώρα 19.00, γ) τρείς (3) ηµέρες κατά τη διάρκεια των εορτών Χριστουγέννων - Πρωτοχρονιάς και του Πάσχα και δ) επτά (7) ηµέρες κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών. Η επικοινωνία του ανωτέρω µε τα ανήλικα τέκνα του, ελάμβανε χώρα στο ισόγειο διαμέρισμα των γονέων του, Μ. Γ. και Α. Γ., το οποίο βρίσκεται στην επί της ... τριώροφη οικοδοµή. Σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ιδίας οικοδοµής διαμένουν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, Χ. Κ. και Π. Γ. (πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων) και ο ηλικίας 19 ετών σήµερα γιος τους, Ι. Κ., τρίτος ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος (τρίτος αναιρεσίβλητος). Καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής των ανηλίκων στο διαμέρισμα του παππού και της γιαγιάς τους, συνεχώς παρόντες ήταν οι τελευταίοι, καθώς και ο πατέρας τους, πλην ελαχίστων περιπτώσεων που, για επαγγελματικούς λόγους, αναγκαζόταν να απουσιάζει, ενώ κάποιες φορές και ύστερα από απαίτηση των ανηλίκων, το διαμέρισμα επισκεπτόταν ο τρίτος ενάγων, προκειµένου να παίξει µε τα πρώτα εξαδέλφια του, τα οποία τον υπεραγαπούσαν. Στο πλαίσιο της αντιδικίας των δύο συζύγων, η εναγοµένη κατέθεσε στις 12.4.2010 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας του συζύγου της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης η εναγοµένη ισχυρίστηκε προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου ότι είχε δανείσει άτυπα στο σύζυγό της, το ποσό των 70.000 ευρώ. Τον εν λόγω ισχυρισμό της επιβεβαίωσε ο αδελφός της Α. Κ., ο οποίος εξετάστηκε, ως μάρτυρας. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον εν διαστάσει σύζυγο της εναγοµένης, ο οποίος κατέθεσε την από 14.7.2010 ?γκλησή του κατά της τελευταίας και του αδελφού της για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και ψευδορκία μάρτυρα και την από 20.7.2010 έγκλησή του κατά της εναγοµένης για συκοφαντική δυσφήμηση, που αφορούσε τα διαλαμβανόµενα στις προτάσεις της στη δίκη συντηρητικής κατάσχεσης, στην οποία είχε καταθέσει ως µάρτυρας, όπως και σε άλλες δίκες, η δεύτερη ενάγουσα Π. Γ., αδελφή του Α. Γ.. Την 18-11-2010, λίγες ηµέρες µετά την κλήση της από τον Πταισµατοδίκη Κοζάνης για παροχή εγγράφων εξηγήσεων επί των σε βάρος της εγκλήσεων του εν διαστάσει συζύγου της, η εναγοµένη υπέβαλε έγκληση εναντίον των εναγόντων, καταγγέλλοντας τους µεν πρώτο και δεύτερη εξ αυτών, για το αδίκημα της παραµέλησης εποπτείας ανηλίκου (άρθρο 360 ΠΚ), τον δε τρίτο εξ αυτών για τα αδικήματα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 ΠΚ), της αποπλάνησης παιδιού (άρθρο 339 ΠΚ) και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών (άρθρο 346 ΠΚ). Πιο συγκεκριµένα, σύμφωνα µε τα διαλαμβανόµενα στην από 15-11-2010 (…) έγκληση της εναγοµένης κατά των εναγόντων, ο µεν τρίτος εξ αυτών, Ι. Κ., ανήλικος ανιψιός της εναγοµένης (τέκνο της αδελφής του εν διαστάσει συζύγου της) επί µία διετία πριν την υποβολή της εν λόγω εναντίον του εγκλήσεως, δηλαδή όντας ο ίδιος ηλικίας 13-15 ετών, προέβη σε ασελγείς χειρονομίες και πράξεις σε βάρος της ηλικίας (κατά το αυτό χρονικό διάστηµα) 5-7 ετών θυγατέρας της εναγοµένης και πρώτης εξαδέλφης του ….και, ειδικότερα, τη θώπευε στο στήθος και στο σώμα, ενώ, όταν κάθονταν στον υπολογιστή, την έπαιρνε αγκαλιά, της κατέβαζε το εσώρουχο και τη θώπευε στα γεννητικά όργανα, οι δε πρώτος και δεύτερη των εναγόντων, γονείς του ανωτέρω ανηλίκου, παρέλειψαν να τον εμποδίσουν να τελέσει τις ανωτέρω καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις. Σύμφωνα µε τους ισχυρισμούς της εναγοµένης, που περιέχονται στην ανωτέρω εγκλησή της, την 6-11-2010, ούσα η ίδια εκπαιδευτικός (καθηγήτρια φιλόλογος), ξεκίνησε µία γενική συζήτηση µε την επτάχρονη θυγατέρα της …για θέµατα σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας, εξηγώντας της ότι δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτοµα του αντίθετου φύλου να την αγκαλιάζουν και να τη χαϊδεύουν στο στήθος ή στα γεννητικά όργανα, όταν, προς µεγάλη της έκπληξη, η θυγατέρα της την διέκοψε και της φώναξε: "Μαμά ο Γ.. µε κάνει έτσι όταν πηγαίνω στη γιαγιά", εξηγώντας περαιτέρω ότι ο ανήλικος εξάδελφός της την πιέζει στο στήθος, τη χαϊδεύει και τη γαργαλάει, ενώ στην ερώτηση της εναγοµένης προς τη θυγατέρα της, εάν ο εξάδελφός της κάνει και κάποιες άλλες χειρονομίες στο σώμα της, η τελευταία απάντησε δείχνοντας τα αντίστοιχα σηµεία του σώματος και κατεβάζοντας το εσώρουχό της ότι: "Ναι µε παίρνει αγκαλιά για να δούμε τον υπολογιστή και µε χαϊδεύει ανάµεσα στα πόδια και στο πουλάκι... Μου κατεβάζει το βρακάκι και µε χαϊδεύει εδώ µπροστά που κάνουμε τσίσα". Μάλιστα, όταν επενέβη ο δίδυµος αδελφός της…, Μ…, λέγοντας στην αδελφή του ότι λέει ψέματα, η τελευταία του απάντησε αμέσως ότι: "Δεν λέω ψέματα. Όταν ακούει να έρχεται η γιαγιά ή εσύ σταµατάει)". Με βάση την ανωτέρω έγκληση, διατάχθηκε από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνης η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, µετά το πέρας της οποίας η έγκληση της εναγοµένης απορρίφθηκε µε την υπ' αριθµ. 54/2011 Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κοζάνης, ως ουσιαστικά αβάσιµη, κατ' εφαρµογήν της διάταξης του άρθρου 47 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, διότι "...τα όσα αναφέρονται στην έγκληση αποτελούν μυθεύµατα της εγκαλούσας, που δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και κυρίως από καµία κατάθεση της ανήλικης …". Κρίθηκε, εξάλλου, ότι εκτός από "προφανέστατα αβάσιμη" η έγκληση έγινε από δόλο και γι' αυτό η εγκαλούσα καταδικάστηκε στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας. Κατά της παραπάνω απορριπτικής Διάταξης ασκήθηκε προσφυγή από την εγκαλούσα - εναγοµένη, η οποία απορρίφθηκε µε την υπ' αριθμ. 62/2011 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, ο οποίος ομοίως έκρινε ότι, "τα όσα διαλαµβάνονται στην έγκληση της προσφεύγουσας είναι ψευδή και ορθά η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κοζάνης την απέρριψε ως τέτοια µε την προσβαλλόμενη διάταξη". Εν προκειμένω οι ενάγοντες αρνούνται κατηγορηματικά τα όσα τους αποδίδει η εναγοµένη, χαρακτηρίζουν δε το περιεχόµενο της έγκλησης ως ψευδές και αποκύηµα φαντασίας και ισχυρίζονται ότι αυτή προέβη στην υποβολή της έγκλησης µε προφανή σκοπό να τους στιγµατίσει ηθικά και να προσβάλει βάναυσα την τιµή και την υπόληψή τους. Το Δικαστήριο, αφού εκτίµησε στο σύνολό τους τα ενώπιόν του εισφερθέντα-αποδεικτικά στοιχεία, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση όχι µόνο περί του ότι όσα η εναγοµένη διατείνεται και διέλαβε στην ανωτέρω έγκλησή της ήταν εξ ολοκλήρου αναληθή και αβάσιµα, αλλά και για το ότι η εναγοµένη γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελλομένων και παρ' όλα αυτά προέβη στην υποβολή της παραπάνω έγκλησης, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, µε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των εναγόντων και να βλάψει την τιµή και την υπόληψή τους. Πιο συγκεκριµένα, τα καταγγελλόμενα από τον εναγοµένη δεν επιβεβαιώνονται από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο, ούτε καν από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθµίου Δικαστηρίου μάρτυρα ανταπόδειξης, Α. Κ., αδελφό της εναγοµένης, ο οποίος επανειλημμένα κατέθεσε ότι τα όσα υποστήριξε η εναγοµένη στην έγκλησή της τα πληροφορήθηκε από την τελευταία και ο ίδιος δεν έχει άµεση αντίληψη αυτών. Επιπλέον, ο προαναφερθείς µάρτυρας κατέθεσε ότι, αν και διατηρεί στενές σχέσεις µε την ανήλικη ανιψιά του…, από την 6-11- 2010 (οπότε έγιναν γνωστά στην εναγοµένη, κατά τους ισχυρισμούς της, τα εν λόγω γεγονότα σε βάρος της ανήλικης θυγατέρας της) µέχρι και την κατάθεσή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν συζήτησε το ζήτημα µε αυτήν, προκειµένου να µην "προκαλέσει στο παιδί κάποια εντονότερη διαταραχή, υπενθυμίζοντάς του την όλη κατάσταση". Αντίθετα, ο εξετασθείς ενώπιον του Πρωτοβαθµίου Δικαστηρίου ως μάρτυρας Α. Γ., πατέρας της φερόμενης ως παθούσας, κατέθεσε κατηγορηματικά ότι καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής της ανήλικης θυγατέρας του στο σπίτι των παππούδων ήταν παρόντες τόσο ο ίδιος, όσο και οι παππούδες των ανηλίκων, προκειµένου να επιτηρούν τα εγγόνια τους και να απολαμβάνουν την ολιγόωρη παρουσία τους στο σπίτι και δεν, υπέπεσε στην αντίληψή τους οποιαδήποτε ασελγής χειρονομία του εγγονού τους Ι. Κ. σε βάρος της Α... Η εν λόγω δικανική κρίση ενισχύεται περαιτέρω από τα κάτωθι στοιχεία, ήτοι : α) από το χρόνο της υποβολής της έγκλησης, δηλαδή λίγες ηµέρες αφ' ότου κλήθηκε η εναγοµένη από τον Πταισματοδίκη Κοζάνης για παροχή εγγράφων εξηγήσεων επί των εγκλήσεων που είχε υποβάλει σε βάρος της ο εν διαστάσει σύζυγός της, β) από την προκλητική άρνησή της να συμμορφωθεί στην παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνης για διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειµένου να ελεγχθεί η ψυχική και ψυχολογική υγεία της ανήλικης θυγατέρας της … και να διερευνηθεί αν όσα καταγγέλλονται στην έγκληση λέχθηκαν από την ανήλικη ως αντικατοπτρισµός της πραγματικότητας ή κατά πλάσμα της πραγματικότητας και εν συνεχεία να ληφθεί κατάθεσή της παρουσία των διορισθέντων πραγματογνωµόνων. Συγκεκριµένα, στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης που διατάχθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Κοζάνης, διορίστηκαν ως πραγματογνώµονες η…., Κλινική Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια και η Δ. Μ., παιδοψυχίατρος, Επιμελήτρια Α' του Γ.Ν. Ξάνθης, ώστε, αφενός µεν να προετοιμάσουν την ανήλικη για την εξέτασή της από τον διενεργούντα την προκαταρκτική εξέταση Πταισματοδίκη και να παρίστανται κατά τη διάρκεια της εξέτασης αυτής, όπως επιτάσσει ο νόμος (άρθρο 226Α ΚΠΔ), αφετέρου δε να συντάξουν παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη σχετικά µε την ψυχική και ψυχολογική υγεία της ανήλικης, ώστε να διαπιστωθεί αν τα όσα αναφέρονται στην έγκληση ότι λέχθηκαν από την ανήλικη, αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Η εναγοµένη, ωστόσο, µε προκλητικό και εριστικό τρόπο αρνήθηκε να συνεργαστεί µε τις νόµιµα διορισθείσες πραγματογνώµονες, οι οποίες, κατ' επιλογή της εναγοµένης, ουδέποτε συνάντησαν την ανήλικη …, η οποία βεβαίως ουδέποτε κατέθεσε ενώπιον του Πταισματοδίκη σχετικά µε τα ως άνω καταγγελλόμενα. Αντιθέτως, στα πλαίσια της όλης στάσης της, η εναγοµένη κατέθεσε αίτημα διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης στον τρίτο ενάγοντα και αίτηµα αντικατάστασης της διορισθείσας πραγματογνώµονα Β. Κ., µε προφανή στόχο την παρέλκυση της διαδικασίας και την εκ των προτέρων αμφισβήτηση των πορισµάτων των πραγµατογνωµόνων, τα οποία τελικώς δεν συντάχθηκαν µε ευθύνη της εναγοµένης. Η αρνητική στάση της εναγοµένης απέναντι στη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, όπως περιγράφεται παραπάνω, είχε ως μοναδικό σκοπό τη συσκότιση της έρευνας για την ανακάλυψη της αλήθειας, η οποία προφανώς είναι διαφορετική από αυτήν που ισχυρίζεται η εναγοµένη, γεγονός το οποίο η τελευταία οπωσδήποτε γνώριζε, γι' αυτό και επιχείρησε µε κάθε τρόπο να προβάλει κάθε είδους εμπόδια στη διεξαχθείσα προκαταρκτική εξέταση, µε κορυφαίο και καθοριστικό γεγονός την άρνησή της να εμφανίσει την ανήλικη Α. στις διορισθείσες πραγματογνώµονες, που είχε ως αποτέλεσµα να καταστεί άκαρπη η προσπάθεια να ληφθεί κατάθεση από την ανήλικη. Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης είναι και το γεγονός ότι η εναγοµένη, αν και διατείνεται ότι "η ανήλικη θυγατέρα της έχει στιγµατιστεί από τα όσα διαδραµατίστηκαν σε βάρος της και θα τα κουβαλάει µέσα της όλη της τη ζωή" και ανησύχησε ιδιαιτέρως για τον κίνδυνο που διέτρεξε η ανήλικη να τραυματισθεί ψυχολογικά, ακόµα και κατά τη διαδικασία της εξέτασής της, στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης, µε όλες τις εγγυήσεις που επιτάσσει η κείμενη νοµοθεσία (στην ανησυχία της αυτή αποδίδει την άρνησή της να συνεργαστεί µε τις πραγματογνώµονες), εντούτοις, όπως αποδείχθηκε, στα πέντε περίπου έτη που έχουν μεσολαβήσει από την υποβολή της έγκλησης µέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, δεν έκρινε σκόπιµο να ζητήσει τη βοήθεια παιδοψυχίατρου ή παιδοψυχολόγου για την ανήλικη θυγατέρα της, προκειµένου να την παρακολουθήσει για όσο χρόνο κρίνεται απαραίτητος για την αντιμετώπιση των ψυχικών τραυμάτων που της προκάλεσαν οι τελεσθείσες σε βάρος της ασελγείς πράξεις και χειρονομίες του εξαδέλφου της. Ο μάρτυρας ανταπόδειξης - αδερφός της εναγοµένης και ιατρός στο επάγγελµα, εντελώς αόριστα αρχικά κατέθεσε ότι η εναγοµένη αρκέστηκε να απευθυνθεί σε ειδική συμβουλευτική τηλεφωνική γραµµή, ενώ στη συνέχεια, αορίστως αναφέρθηκε σε "κάποιο κέντρο της Θεσσαλονίκης, το οποίο είναι δηµόσιος φορέας που αφορά την ψυχική υγιεινή", στο οποίο απευθύνθηκε η εναγοµένη. Η εναγοµένη, προς ενίσχυση και απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της, προσκοµίζει την υπ' αριθµ. 0144/ 14.2.2011 απόδειξη του Ειδικού Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, από την οποία αποδεικνύεται µεν η εξέταση της ανήλικης "Α. Γ." στα Τακτικά Εξωτερικά Ιατρεία, πλην, όµως, δεν προκύπτει ούτε η ατία της εξέτασης, πολλώ δε µάλλον η περαιτέρω παρακολούθηση αυτής από εξειδικευμένο για την αντιμετώπιση τέτοιας φύσεως ψυχικών τραυµάτων παιδοψυχίατρο η παιδοψυχολόγο, γεγονός που οπωσδήποτε θα είχε συμβεί αν τα καταγγελλόμενα εγκλήματα σε βάρος της ανήλικης είχαν πράγματι τελεσθεί. Αντιθέτως, η εναγοµένη υπέδειξε, µε τη µορφή υποβολής σχετικού αιτήµατος, προς τον διενεργούντα την προκαταρκτική εξέταση εισαγγελέα, να υποβληθεί ο ενάγων, Ι. Κ., σε ψυχιατρική εξέταση για να διακριβωθεί η κατάσταση της ψυχικής του υγείας, γεγονός που αποδεικνύει ότι, µε την υποβολή της ?γκλησής της σε βάρος των εναγόντων, αποσκοπούσε στον ηθικό και ψυχικό στιγµατισµό του ανηλίκου και των λοιπών εγκαλουµένων συγγενών του. Τούτο επιρρωνύεται επιπλέον από το γεγονός ότι η εναγοµένη αποφάσισε να ζητήσει την παρέμβαση του αρµοδίου για το ζήτημα αυτό Εισαγγελέα πριν το συζητήσει προηγουμένως µε τον εν διαστάσει σύζυγό της και πατέρα της ανήλικης, προκειµένου να εξετασθεί από κοινού πως θα μπορούσε να διακριβωθεί αρχικά το αληθές η µη των εν λόγω αναφεροµένων από την ανήλικη θυγατέρα τους και ακολούθως ο τρόπος αντιμετώπισης της όλης κατάστασης. Εξάλλου, η εναγοµένη πριν ακόµη γίνει η καθορισθείσα συνάντησή της µετά του εν διαστάσει συζύγου της για το ίδιο ζήτημα, στο γραφείο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνης, την 10η ώρα της 18.11.2010, είχε ήδη δώσει εντολή στην πληρεξουσία δικηγόρο της προς σύνταξη της ως άνω έγκλησης σε βάρος των εναγόντων, η οποία φέρει ημερομηνία σύνταξης την 15.11.2010 και κατατέθηκε την 18.11.2010 και ώρα 10.00 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κοζάνης, όπως τούτο αποδεικνύεται από την ηµεροµηνία της εκθέσεως εγχειρήσεως αυτής. Ενόψει των παραπάνω, αποδείχθηκε αφενός µεν ότι τα όσα η εναγοµένη διέλαβε στην ανωτέρω έγκλησή της ήταν εξ ολοκλήρου αναληθή και κατασκευασμένα από την ίδια, αφετέρου δε ότι η εναγοµένη, αν και γνώριζε ότι ήταν εξ ολοκλήρου αναληθή τα γεγονότα που διέλαβε στην έγκλησή της, δεν δίστασε να υποστηρίξει τ' αντίθετα, εν γνώσει της αναλήθειάς τους, µε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη και καταδίκη των εναγόντων, αλλά και τη συκοφαντική δυσφήμησή τους, δεδομένου ότι γνώριζε πως, µε τον τρόπο αυτό, θα υποστεί βλάβη η τιµή και υπόληψή τους, γεγονός το οποίο και εξ αρχής επιδίωξε με την ψευδή έγκλησή της. Υπό τα δεδοµένα αυτά, ενόψει και των όσων εκτέθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα νομική σκέψη, υφίσταται παράνοµη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, δεδοµένου ότι η εναγοµένη µε την υποβολή της ψευδούς εγκλήσεώς της, αφενός µεν τους ενέπλεξε σε µία ιδιαιτέρως επιβαρυντική, από ψυχολογικής απόψεως, γι' αυτούς ποινική διαδικασία, αφετέρου δε έβλαψε την τιµή και την υπόληψή τους και έθιξε την κοινωνική και ηθική τους αξία, καθώς παρουσίασε τον μεν τρίτο ενάγοντα ως άτοµο που επιδιώκει την ικανοποίηση των γενετήσιων ορµών του µε την τέλεση ασελγών πράξεων σε βάρος της μόλις επτά ετών πρώτης εξαδέλφης του, τους δε πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, ως ανάξιους γονείς, που παραλείπουν να εποπτεύουν τον ανήλικο υιό τους και να τον αποτρέπουν από την τέλεση αξιοποίνων πράξεων µε ιδιαίτερη ποινική και ηθική απαξία. Η εναγοµένη βέβαια υποστηρίζει, επαναφέροντας και την πρωτοδίκως υποβληθείσα εκ του άρθρου 367 παρ. 1γ του ΠΚ ένστασή της, ότι το περιεχόµενο της συγκεκριμένης εγκλήσεως (όπως παραπάνω εκτέθηκε) δεν είχε άδικο χαρακτήρα, διότι συνετάγη προς προστασία των νοµίµων δικαιωμάτων της ανήλικης θυγατέρας της Α., της οποίας έχει αποκλειστικά την επιμέλεια. Η εν λόγω, όµως, ένσταση δεν µπορεί να τύχει εφαρµογής στην προκειμένη περίπτωση και τυγχάνει απορριπτέα, καθόσον δεν αίρεται η ποινική ευθύνη του υπαιτίου για τους προαναφερθέντες λόγους, όταν οι επίµαχες αναφορές περιέχουν τα στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφηµήσεως, όπως εν προκειμένω, κατά παραδοχή της σχετικής αντενστάσεως των εναγόντων, της υποβληθείσας καθ' υποφοράν δια του δικογράφου της αγωγής, ως βάσιµης και στην ουσία (άρθρ. 367 παρ. 2 ΠΚ). Σημειωτέον μάλιστα ότι ήδη η εναγοµένη µε την υπ' αριθµ. 884/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης κρίθηκε ένοχη για τις τελεσθείσες σε βάρος των εναγόντων πράξεις σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι έξι (26) µηνών. Ενόψει δε του ως άνω εισφερθέντος αποδεικτικού υλικού, το Δικαστήριο µπορεί να μορφώσει εδραία δικανική πεποίθηση για την ουσία της διαφοράς, χωρίς να είναι αναγκαίο προς διακρίβωση της αλήθειας να αναµείνει την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως επί της ποινικής δίκης. Συνακόλουθα, το αίτηµα της εναγοµένης για αναβολή της προκείµενης δίκης έως την έκδοση αµετακλήτου αποφάσεως επί της ποινικής δίκης (άρθρ. 250 ΚΠολΔ), κρίνεται απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιµο. Επίσης, το υποβληθέν αίτημα της εναγοµένης να διαταχθεί από το παρόν Δικαστήριο η διεξαγωγή δικαστικής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης επί της ανήλικης θυγατέρας της, προκειµένου να διαπιστωθεί αν πράγματι αλήθευαν ή όχι τα όσα εκείνη ανέφερε στην ως άνω έγκλησή της σε βάρος των εναγόντων, κρίνεται αβάσιµο και παρελκυστικό της προκείµενης διαδικασίας, δοθέντος του ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ίδια η εναγοµένη, στην ως άνω διαταχθείσα κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης πραγματογνωμοσύνη, αρνήθηκε να συνεργαστεί µε τις νόµιµα διορισθείσες πραγµατογνώµονες, οι οποίες, κατ' επιλογή της, ουδέποτε συνάντησαν την ανήλικη Α., ούτε βεβαίως η τελευταία κατέθεσε ενώπιον του αρµοδίου Πταισματοδίκη σχετικά µε τα καταγγελλόμενα. Κατά συνέπεια, αφού αποδείχθηκε ότι µε τις ως άνω ενέργειες της εναγοµένης προσβλήθηκε η τιµή, η υπόληψη και η εν γένει προσωπικότητα των εναγόντων, καθώς και το ότι η προσβολή αυτή καλύπτεται κατά το υποκειμενικό στοιχείο από υπαίτια συμπεριφορά της εναγοµένης, όπως αυτή αναλύθηκε παραπάνω, η τελευταία έχει την υποχρέωση αποκατάστασης της εντεύθεν ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες. Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο που έκρινε οµοίως, ορθά το νόµο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίµησε και ουδόλως έσφαλε, όσα δε περί του αντιθέτου διατείνεται η εναγοµένη µε την ?φεσή της κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιµα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η ανωτέρω αδικοπραξία, το µέγεθος της προσβολής, το βαθµό υπαιτιότητας της εναγοµένης, καθώς και την κοινωνική κα? οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των εναγόντων πρέπει να καθοριστεί στα ποσά των 2.500, 2.500 και 10.000 ευρώ, αντιστοίχως, πέραν του ποσού των 44 ευρώ, κατά το οποίο επιφυλάχθηκε έκαστος εξ αυτών να αξιώσει ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, τα οποία (ποσά) είναι ανάλογα µε την ηθική βλάβη που υπέστη έκαστος από αυτούς και προς αποκατάσταση αυτής, από την προαναφερθείσα παράνομη και υπαίτια πράξη της αντιδίκου τους (άρθρ. 932 ΑΚ). Το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, όµως, επιδίκασε για την παραπάνω αιτία και υπέρ των εναγόντων τα ποσά των 3.000, 3.000 και 14.000 ευρώ αντιστοίχως (πέραν του ποσού των 44 ευρώ κατά το οποίο επιφυλάχθηκε έκαστος εξ αυτών να αξιώσει ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου). Έτσι, όµως, έσφαλε ως προς την ορθή εφαρµογή του νόµου και την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά µε το επιδικασθέν υπέρ εκάστου των εναγόντων ποσό. Κατ' ακολουθία, ο σχετικός λόγος εφέσεως της εναγοµένης, µε τον οποίο παραπονείται ως προς το ύψος των επιδικασθέντων σε βάρος της ποσών, πρέπει να γίνει δεκτός κατά τα προαναφερθέντα ποσά, που κρίθηκαν εύλογα, ως βάσιµος και στην ουσία, απορριπτοµένου του αντίστοιχου λόγου εφέσεως των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιµου. Σύμφωνα µε τα προαναφερθέντα και δεδομένου του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι εφέσεων προς έρευνα, πρέπει η κρινόµενη έφεση των εναγόντων να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αντιθέτως, η κρινόµενη έφεση της εναγοµένης, ως προς τον παραπάνω λόγο που κρίθηκε βάσιµος, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιµη .....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των εναγόντων - αναιρεσίβλητων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ όσον αφορά την έφεση της αναιρεσείουσας, αφού δέχθηκε ότι έλαβε χώρα προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, με τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, απορρίπτοντας την ένσταση της εναγομένης από το άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ, περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς της, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, απέρριψε όλους τους λόγους της έφεσης αυτής, πλην εκείνου που έπληττε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς το εύλογο των χρηματικών ποσών, που επιδίκασε προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των εναγόντων, ύψους 3.000 ευρώ σε καθένα των δύο πρώτων και 14.000 ευρώ στον τρίτο, ακολούθως δε κατά παραδοχή του τελευταίου λόγου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει εντόκως σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες, το μικρότερο ποσό των 2.500 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από την προσβολή της προσωπικότητάς τους. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων, 362-363 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας των αναιρεσίβλητων, με τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης, ως ειδικότερης μορφής αδικοπραξίας και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής των αναιρεσίβλητων κατά της αναιρεσείουσας και την παροχή στους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας είναι παράνομη και υπαίτια και επίσης τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της προσβολής της προσωπικότητας των αναιρεσίβλητων, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη, την οποία επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα δε, όσον αφορά την συκοφαντική δυσφήμηση, πληρούται τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού, καθόσον σύμφωνα με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, η αναιρεσείουσα - εναγομένη, μολονότι γνώριζε, ότι τα διαλαμβανόμενα στην έγκλησή της για τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες, περιστατικά, ότι δηλαδή ο μεν τρίτος αναιρεσίβλητος, επί µία διετία πριν την υποβολή της έγκλησης, ηλικίας κατά το διάστημα αυτό, 13-15 ετών, προέβη στις αναφερόμενες ασελγείς χειρονομίες και πράξεις σε βάρος της ηλικίας (κατά το αυτό χρονικό διάστηµα) 5-7 ετών θυγατέρας της και πρώτης εξαδέλφης του, Α., οι δε πρώτος και δεύτερη αυτών - γονείς του, παρέλειψαν να τον εμποδίσουν να τελέσει τις άνω καταγγελόμενες πράξεις, ήταν ψευδή, ως κατασκευασμένα από την ίδια, και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των ως άνω αναιρεσίβλητων, κατέθεσε την άνω ψευδή έγκλησή της στη Γραμματεία της Εισαγγελίας Πλη/κών Κοζάνης, απευθυνόμενη στην αρμόδια Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κοζάνης, η οποία διέταξε προκαταρκτική εξέταση για τα καταγγελόμενα αδικήματα, που διενεργήθηκε από τον Πταισματοδίκη Κοζάνης, με σκοπό, (πέραν της ποινικής καταδίωξης των αναιρεσίβλητων για τις αξιόποινες πράξεις, που τους απέδωσε), να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους, το οποίο και εξ αρχής επεδίωξε με την ψευδή έγκλησή της. Από τις προπαρατιθέμενες δε αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, στις οποίες γίνεται λόγος για υποβολή της έγκλησης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνης, στην προκαταρκτική εξέταση που διέταξε ο τελευταίος και τη διενέργειά της, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του Εισαγγελέα από Πταισματοδίκη, είναι σαφές ότι οι διαλαμβανόμενοι στην άνω έγκληση ψευδείς ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, περιήλθαν σε γνώση των ως άνω προσώπων, στα οποία κατέθηκε η έγκληση και ασχολήθηκαν με την εξέτασή της, ήτοι Εισαγγελείς, Πταισματοδίκης και Γραμματείς, οι οποίοι έτσι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έλαβαν γνώση του περιεχομένου της. Τα πρόσωπα δε αυτά, ενώπιον των οποίων έλαβαν χώρα οι ψευδείς ως άνω ισχυρισμοί, εντάσσονται στην έννοια του ''τρίτου'' στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως οι εισαγγελείς, οι Γραμματείς και οι Πταισματοδίκες κλπ, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. Επομένως, ο πρώτος, υπό στοιχ. Β λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ιδίως αυτών των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, ως προς την έννοια του τρίτου στην αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, με τις αιτιάσεις ότι, ''στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται ρητή αναφορά σε τρίτους, ενώπιον των οποίων η ίδια φέρεται ότι διατύπωσε τους υποτιθέμενους ψευδείς ισχυρισμούς και, σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο κύκλος των προσώπων, που αναφέρει η προσβαλλόμενη ως "τρίτα" πρόσωπα, είναι ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Κοζάνης, ο Πταισματοδίκης που ανέλαβε την προκαταρκτική εξέταση και οι Γραμματείς των τμημάτων μηνύσεων της Εισαγγελίας ή του Πταισματοδικείου Κοζάνης, τα πρόσωπα αυτά, δεν είναι τρίτοι, κατά τις τελευταίες διατάξεις'', είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι δε λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον ίδιο λόγο, σύμφωνα με τις οποίες, δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση των αναιρεσίβλητων - εναγόντων καθόσον: α) Η ίδια προέβη στην υποβολή της έγκλησης, μετά την άρνηση του συζύγου της και των γονέων του τρίτου αναιρεσίβλητου, να προβούν από κοινού στη διερεύνηση του ζητήματος, που δημιουργήθηκε μετά τις αποκαλύψεις της ανήλικης, διαλαμβάνοντας σ' αυτή αποκλειστικά και μόνο όσα της ανέφερε η ανήλικη θυγατέρα της, σχετικά με όσα διαδραματίστηκαν σε βάρος της, κατά τρόπο που δεν άφηνε σ' αυτή περιθώρια για αμφιβολίες. β) Λόγω της άνω άρνησης, δεν είχε άλλη δυνατότητα από το να απευθυνθεί στη δικαιοσύνη για τη διερεύνηση του θέματος, αφού αν δεν λαμβανόταν κανένα μέτρο η κατάσταση θα συνεχιζόταν προς βλάβη της θυγατέρας της, δεδομένου ότι ο σύζυγός της επέμενε να αφήνει κατά τις ώρες επικοινωνίας, τα τέκνα τους στην οικία των γονέων του, όπου συνέβησαν τα καταγγελόμενα. Και γ) ενήργησε αποκλειστικά και μόνο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων της θυγατέρας της για την οποία ήταν και νομικά υπεύθυνη, ως ασκούσα αποκλειστικά την επιμέλειά της, αιτούμενη δικαστική προστασία, δεν αφορούν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, περί τα πράγματα. Περαιτέρω, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο, υπό στοιχ. Γ, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση της διάταξης του άρθρου 352 Α παρ. 1 του ΠΚ, με το οποίο ορίζεται ότι, ''όταν το θύμα είναι ανήλικο, ο ύποπτος ή κατηγορούμενος για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, υποβάλλεται σε διαγνωστική εξέταση της ψυχογενετήσιας κατάστασής του. Η εξέταση αυτή διατάσσεται μόνο εφόσον συναινεί ο καθού αφορά αυτή κατά την προδικασία από τον αρμόδιο εισαγγελέα ή, αν διενεργείται τακτική ανάκριση, από τον αρμόδιο ανακριτή και κατά την κύρια διαδικασία από το δικαστήριο'', με τις εσφαλμένες κατ' αυτή, παραδοχές, ότι η ίδια ζητώντας την αντικατάσταση της (ψυχολόγου) Κ. και την ψυχιατρική εξέταση του ανηλίκου (τρίτου ενάγοντος) αποσκούσε στην παρέλκυση της διαδικασίας και στην υποβολή σε ταλαιπωρία του ανηλίκου και των γονέων του, ενώ πράγματι αυτή, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη και με δεδομένο ότι η μικρή ηλικία της θυγατέρας της καθιστούσε δυσχερή την κατάθεσή της, υπέβαλε αίτημα, για τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με τον ανήλικο τότε (τρίτο ενάγοντα), ηλικίας 16 ετών και την αντικατάσταση της άνω ψυχολόγου, η αποδοχή η μη των οποίων εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, χωρίς να αποσκοπεί σε παρέλκυση διαδικασίας ή ταλαιπωρία του ανηλίκου. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, καθώς υπό την επίφαση της παραβίασης της ανωτέρω διάταξης, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), από το δικαστήριο της ουσίας. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, υπό στοιχ. Ε λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, δεχόμενο ως αποδεικτικό στοιχείο της αναλήθειας των από αυτή καταγγελομένων, το κατατεθέν από το μάρτυρα ανταπόδειξης (αδελφό της), ότι, ''αν και διατηρεί στενές σχέσεις με την ανήλικη Α., από τις 6-11-2010, οπότε έγιναν γνωστά τα καταγγελθέντα μέχρι την κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν συζήτησε το ζήτημα με την ανήλικη, προκειμένου να μην προκαλέσει στο παιδί εντονότερη διαταραχή, υπενθυμίζοντάς του την όλη κατάσταση'', παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία μπορεί πράγματι να προκαλέσει κάποιος εντονότερη διαταραχή σε ένα παιδί, όταν του υπενθυμίζει γεγονότα που είναι καλό να ξεχαστούν. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό, ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα προς τούτο απαιτούμενα στοιχεία και δη ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την αληθινή έννοια, του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας και η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από το Εφετείο, την οποία η αναιρεσείουσα χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι τα ανωτέρω επικαλούμενα για τη θεμελίωση του υπόψη αναιρετικού λόγου δεν αποτελούν δίδαγμα της κοινής πείρας. Ακολούθως, από τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας, η οποία ισχύει και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δηλαδή σε περίπτωση παραδοχής του ενδίκου μέσου της έφεσης, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκδικάζει την υποβληθείσα αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ως ηττηθείς διάδικος, που βαρύνεται με την πληρωμή των εξόδων του αντιδίκου του αμφοτέρων των βαθμών, λογίζεται εκείνος ως προς τον οποίο αποβαίνει δυσμενής η κατάληξη της δίκης με την παραδοχή ή την απόρριψη της αιτήσεως, αδιαφόρως αν αυτός άσκησε το ένδικο μέσο ή ο αντίδικος του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε, από 1-1-2002 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2915/2001, το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου, κατά το άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε (και όχι λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης), απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (ΑΠ 1324/2020, ΑΠ 620/2020, ΑΠ 505/2020, ΑΠ 700/2019, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1331/2013). Επίσης, από τα άρθρα 176 εδ. α, 183 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η κρίση του δικαστηρίου, πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου, περί της έκτασης της καταδίκης του ηττώμενου διαδίκου στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1324/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 77/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, στοιχ. Δ, λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων, 176 και 179 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, ότι εσφαλμένα επέβαλε σ' αυτή μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ποσού 1.400 ευρώ, ενώ όφειλε να απορρίψει την αγωγή και να μην επιβάλλει σε βάρος της δικαστικά έξοδα, άλλως, ενόψει του ιστορικού της ένδικης διαφοράς και της εύλογης αμφιβολίας ως προς την έκβαση της δίκης, όφειλε να προβεί στο συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν υποβλήθηκε σχετικός πίνακας εξόδων και σε κάθε περίπτωση η επιβληθείσα σε βάρος της δικαστική δαπάνη, μετά τη μερική παραδοχή της αγωγής δεν έπρεπε να υπερβεί το ποσό των 100 ευρώ. Ο λόγος, όμως, αυτός, όσον αφορά την αιτίαση περί μη συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, λόγω εύλογης αμφιβολίας, ως προς την έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατά τον ένδικο χρόνο, μεταξύ των αναφερομένων στο άρθρο 179 ΚΠολΔ, περιπτώσεων, δεν περιλαμβανόταν και η εύλογη αμφιβολία των διαδίκων για την έκβαση της δίκης, ενώ ως προς τις λοιπές αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εν προκειμένω, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή των αναιρεσίβλητων και ακολούθως εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 178 και 183 ΚΠολΔ, καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε μέρος της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ποσού 1.400 ευρώ, μολονότι δεν υποβλήθηκε από τους αντιδίκους της ο κατάλογος εξόδων του άρθρου 190 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού και χωρίς τον κατάλογο αυτό το δικαστήριο προχωρεί κατά το άρθρ. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ στην εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον για την επιδίκασή τους υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της έφεσης. Πράγμα δε, υπό την προεκτεθείσα έννοια είναι και ο λόγος έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων (ΑΠ 620/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 904/2019, ΑΠ 4/2018). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το λόγο έφεσης και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά, είτε ''εκ του πράγματος'', με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 14/2004, 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1262/2018, ΑΠ 217/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και ακολούθως δέχθηκε την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη τούτου, διαλαμβάνοντας θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 501/2021, ΑΠ 177/2021, ΑΠ 169/2019). Έτσι, αν ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διαπιστώνει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το δεδικασμένο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος (ΑΠ 501/2021, ΑΠ 177/2021, ΑΠ 944/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 410/2016). Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο δεν ερεύνησε νόμιμα προταθέντα ισχυρισμό για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 154/2022, ΑΠ 944/2020, ΑΠ 612/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις παραδοχές του, ότι τα αναφερόμενα στην έγκλησή της περιστατικά ήταν εξ ολοκλήρου αναληθή, ότι η ίδια γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελλομένων και ότι προέβη στην υποβολή της έγκλησης με πρόθεση να προκαλέσει την καταδίωξη των αντιδίκων της και να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, εξέτασε το λόγο αυτό της έφεσης και τον απέριψε, ως αβάσιμο, μετά από επανεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Στη συνέχεια, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέδωσε δύναμη δεδικασμένου: α) Στις με αριθμούς, 54/2011 και 61/2011 Διατάξεις της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνης και του Εισαγγελέα Εφετών Κοζάνης, αντίστοιχα, με την πρώτη των οποίων απορρίφθηκε η έγκλησή της κατά των αναιρεσίβλητων (για τις αξιόποινες πράξεις της παραμέλησης εποπτείας ανηλίκου, όσον αφορά τους δύο πρώτους και της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας, της αποπλάνησης παιδιού και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών, όσον αφορά τον τρίτο αναιρεσίβλητο).και με τη δεύτερη απορρίφθηκε και η προσφυγή που άσκησε η ίδια κατά της 54/2011 Διάταξης, καθόσον όλες οι παραδοχές της ταυτίζονται με τις παραδοχές των εισαγγελικών διατάξεων. Και, β) στη με αριθμό 884/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, με την οποία κρίθηκε ένοχη για τις τελεσθείσες από την ίδια σε βάρος των εναγόντων πράξεις και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 26 μηνών, καθώς κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι άνω εισαγγελικές διατάξεις και καταδικαστική απόφαση αποτελούν τα κύρια και καθοριστικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση της. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να ασχοληθεί με το επικαλούμενο δεδικασμένο από τις άνω Διατάξεις και την καταδικαστική απόφαση, ούτε να δεχθεί ότι δεσμεύεται από αυτό. Τέτοια δε ενασχόληση ή δέσμευση του δικαστηρίου της ουσίας από δεδικασμένο, δεν συνάγεται, από μόνη την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των άνω Διατάξεων των Εισαγγελέων και του απορριπτικού της έγκλησης διατακτικού τους, στις οποίες πράγματι αναφέρθηκε το δικαστήριο της ουσίας, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασής του, αφού με την υποβολή της εν λόγω έγκλησης και το ψευδές περιεχόμενό της, σύμφωνα με τις παραδοχές του, τελέστηκε η προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, με τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης και όχι ως δεσμευόμενο από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτές. Ενόψει δε αυτών, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι δέχθηκε δεδικασμένο, χωρίς να ερευνήσει το νόμιμα προταθέντα με τον τρίτο λόγο της έφεσής της ισχυρισμό, περί μη ύπαρξης δεδικασμένου από τις αναφερόμενες ως άνω Διατάξεις των Εισαγγελέων Πλημ/κών και Εφετών Κοζάνης, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε, ούτε δέχθηκε δεδικασμένο από τις Διατάξεις αυτές. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ /2021, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018). Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, ήτοι: Α. 1) τη με αριθμό ../11-12-2014 αίτησή της προς τον Ιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε τη σύσταση της οικείας Επιτροπής πραγματογνωμόνων για τη διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης της θυγατέρας της, Α. Γ., 2) το με αριθμό πρωτοκ. ..15-12-2014 έγγραφο του άνω Ιατρικού Συλλόγου προς αυτή, με το οποίο την πληροφόρησε ότι η σύσταση επιτροπής πραγματογνωμόνων, όταν αφορά ανήλικα τέκνα, είναι εφικτή μετά τη σύμφωνη γνώμη των γονέων, 3) τη με αριθμό …έκθεση επίδοσης της δικαστικής Επιμελήτριας Κοζάνης, Κ. Π., για την επίδοση στον εν διαστάσει σύζυγό της, της από 22-12-2014 εξώδικής της, με την οποία τον καλούσε να επικοινωνήσει με τα γραφεία του Ιατρικού Συλλόγου, προκειμένου να παράσχει τη συναίνεσή του για τη διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την ανήλικη, 4) την με αριθμό πρωτοκ. …αίτησή της προς τον Ιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε πληροφορίες για το αν παρασχέθηκε συναίνεση από τον πατέρα της ανήλικης και 5) την με αριθμό πρωτοκ. ... απάντηση του Ιατρικού Συλλόγου, σύμφωνα με την οποία δεν υποβλήθηκε κάποια αίτηση από το σύζυγό της, έγγραφα, τα οποία αν λάμβανε υπόψη δεν θα απέρριπτε το αίτημα πραγματογνωμοσύνης ως παρελκυστικό της διαδικασίας. Β. 1) την από με αριθμό πρωτοκ. ... παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη της παιδοψυχιάτρου Δ. Μ., στην οποία ουδέν αναφέρεται περί εριστικής και προσβλητικής συμπεριφοράς της (αναιρεσείουσας) απέναντί της και 2. Την από 18-3-2011 ψυχολογική έκθεση της Β. Κ., της οποίας η ίδια ζήτησε την αντικατάσταση, και Γ. 1) την από 3-8-2006 εξώδικη του Α. Γ. κατ' αυτής, υπογεγραμμένη από την β' ενάγουσα, µε την οποία, ήδη πριν τη γέννηση του τρίτου παιδιού της, της ζητούσε να αποχωρήσει από την οικογενειακή κατοικία, μαζί µε τα τέκνα τους, 2) την υπ' αριθμ. 1710/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (ασφαλιστικά µέτρα), 3) Την υπ' αριθμ. 194/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (ειδικ. διαδικασία διαφορών του αφορούν τις σχέσεις γονέων και τέκνων, 4) Την υπ αριθμ. 1522/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (διαδικασία ασφαλιστικών µέτρων), 5) Την υπ αριθμ. 33/2012 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, 6) Την υπ' αριθμ. 107/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (ειδική διαδικασία), 7) Την υπ' αριθμ. 10359/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (ασφαλιστικά μέτρα), 8) Κατηγορητήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης µε κατηγορούμενο τον Αθανάσιο Γκάρα, 9) Την από 6-3-2019, υπ' αριθμ. καταθ. ΜΤΕ, … αγωγή διατροφής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, 10) την υπ' αριθμ. 190/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (ειδική διαδικασία), έγγραφα από τα οποία προέκυπτε σαφέστατα η πλήρης αδιαφορία του μάρτυρα των αντιδίκων (συζύγου της) για τα τέκνα τους, απέναντι στα οποία διέφευγε συστηματικά των νοµίµων υποχρεώσεών του διατροφής, τα οποία αγνόησε πλήρως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ενώ αν τα είχε λάβει υπόψη της είναι βέβαιο ότι θα είχε καταλήξει υπερ της µη επίδειξης από μέρους της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς απέναντι στους ενάγοντες. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και ''όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκοµίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άµεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, µερικά εκ των οποίων αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς, όµως, να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (άρθρ. 355 και 395 Κ.Πολ.Δ.)'', σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Ο ίδιος δε ως άνω λόγος αναίρεσης, καθό μέρος με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών και επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, από το άρθρο 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του ''ευλόγου'' εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ''ευλόγου'' και συνακόλουθα το ''εύλογο'' εμπεριέχεται αναγκαίως στο ''ανάλογο''. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αριθμούς 1 ή 19, αντίστοιχα) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 501/2021, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018). Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, όπως ήδη εκτέθηκε, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του μεγέθους της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών κλπ, να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη), να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο. Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και επομένως, δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 322/2014, ΑΠ 285/2012, ΑΠ 1166/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ήδη εκτέθηκε, επιδικάστηκε στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την αναφερόμενη σ' αυτή παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, το ποσό των 2.500 ευρώ, σε καθένα από τους δύο πρώτους και το ποσό των 10.000 ευρώ, στον τρίτο αναιρεσίβλητο. Έτσι που έκρινε Εφετείο, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ακόμη, καθόρισε το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσίβλητων, αφού συνεκτίμησε τα πλέον πρόσφορα, για το σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογης, κρίσης του, σχετικά με το ύψος της επιδικαστέας στους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία, όπως αυτά δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του, ''οι συνθήκες, υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το μέγεθος της προσβολής, ο βαθμός υπαιτιότητας της εναγομένης (αναιρεσείουσας) και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών'', χωρίς να έχει την υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του, ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος κατά το περιεχόμενό του, έστω και αν δεν γίνεται επίκληση, ενάριθμα, συγκεκριμένης αναιρετικής πλημμέλειας, εκτιμάται ως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και, καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους τα άνω ποσά, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την ένδικη αιτία, που είναι πολύ μεγαλύτερα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιστάσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού τους αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-8-2017 (αρ. καταθ….) αίτηση αναίρεσης της 77/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ