Αριθμός 1525/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Γαλλικής εταιρείας με την επωνυμία SPBI, με έδρα την Γαλλία, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως καθολικής διαδόχου της συγχωνεύθείσας σ'αυτή δια απορροφήσεως αρχικής αναιρεσείουσας εταιρείας "CHANTIERS BENETEAU S.A" (ΣΑΝΤΙΕ ΜΠΕΝΕΤΩ ΕΣ-Α) με έδρα την Γαλλία, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Κιλιμίρη. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "OCEAN ΓΙΩΤΣ - ΝΑΥΠΗΓΗΣΗ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΣΚΑΦΩΝ ΑΝΑΨΥΧΗΣ Α.Ε", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σελούλη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Μαΐου 2006 αγωγή της αρχικής αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6775/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 847/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1644/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 8 Μαρτίου 2012 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 18 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 847/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 23.4.2008 έφεση της αρχικής αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6775/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την από 23.5.2006 αγωγή της με αντικείμενο αφενός μεν την άρση και την παράλειψη στο μέλλον της προσβολής από την αναιρεσίβλητη των καταχωρημένων και στην Ελλάδα υπ' αριθ. 82342/11.4.1986 και 87015/16.10.1987 αλλοδαπών σημάτων της προς διάκριση προϊόντων της κλάσης 12, τα οποία παράγει και εμπορεύεται και η αντίδικός της, χρησιμοποιώντας το διαγεγραμμένο ήδη υπ' αριθ. 137315/11.11.1997 σήμα της, που αποτελεί απομίμηση, αλλιώς παραποίηση, των δικών της σημάτων, αφετέρου δε την επιδίκαση σ' αυτή (αναιρεσείουσα) χρηματικής ικανοποίησης 100.000 ευρώ (ποσό στο οποίο περιόρισε την αγωγή της) λόγω της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε σ' αυτή από την ως άνω προσβολή των σημάτων της υπό συνθήκες αθέμιτου από την πλευρά της αναιρεσίβλητης ανταγωνισμού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να χαρακτηρίζεται αυτή ως ορισμένη είναι κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ και η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 224 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 4 του ν. 2915/2001, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρ. 237§1 του ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του. Μεταβολή της βάσης της αγωγής που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρ. 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή και αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994? ΑΠ 389/2010). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: " Η εκκαλούσα (αρχική αναιρεσείουσα) είναι εταιρεία που εδρεύει στη Γαλλία και έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την κατασκευή και εμπορία ιστιοπλοϊκών και μηχανοκίνητων σκαφών... Για τη διάκριση των προϊόντων της έχει κατοχυρώσει και χρησιμοποιεί στην Ελλάδα τα σήματα 1) το 82342/11.4.1986 αλλοδαπό σήμα που απεικονίζει ένα θαλάσσιο ίππο... προς διάκριση προϊόντων, μεταξύ άλλων, της κλάσης 12 (οχήματα, μηχανήματα κινήσεως κατά γη, αέρα και θάλασσα), το οποίο έγινε δεκτό με την 4896/1987 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και ισχύει έκτοτε νομίμως και 2) το 87015/16.10.1987 αλλοδαπό σήμα που αποτελείται από τη λεκτική ένδειξη OCEANIS... προς διάκριση των αυτών ως άνω προϊόντων..., το οποίο έγινε δεκτό με την 5181/1988 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και ισχύει έκτοτε νομίμως. Εξ άλλου η εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) ελληνική εταιρεία... που εδρεύει στα ..., έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας τη ναυπήγηση πλαστικών σκαφών, την εμπορία σκαφών, την εισαγωγή και εξαγωγή σκαφών και εξαρτημάτων... Η εφεσίβλητη, στην αρχή της λειτουργίας της και προς διάκριση των προϊόντων της για την κλάση 12 χρησιμοποιούσε το 137315/1997 ημεδαπό σήμα, αποτελούμενο από την απεικόνιση ενός θαλάσσιου ίππου και τη λεκτική ένδειξη Ocean, το οποίο... είχε γίνει δεκτό με την 7186/1998 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Όμως μετά από άσκηση τριτανακοπής από την ήδη εκκαλούσα κατά της παραπάνω απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων εκδόθηκε η 4405/9.5.2000 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι μεταξύ των πιο πάνω προγενέστερων σημάτων της εκκαλούσας και του ως άνω μεταγενέστερου σήματος της εφεσίβλητης υπάρχει προσέγγιση τόσο κατά το λεκτικό μέρος όσο και κατά την απεικόνιση, ώστε να δημιουργείται κίνδυνος συγχύσεως του καταναλωτικού κοινού, εξαφανίσθηκε η 7186/1998 απόφασή της και απορρίφθηκε η 137315/1997 δήλωση του επίμαχου σήματος της εφεσίβλητης. Η προσφυγή, που άσκησε η εφεσίβλητη κατά της ως άνω 4405/9.5.2000 απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, απορρίφθηκε με την 5890/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη απρόσβλητη από ένδικα μέσα... και έτσι διαγράφηκε η δήλωση του 137315/1997 ημεδαπού σήματος... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη από το έτος 2000 έπαυσε να χρησιμοποιεί προς διάκριση των προϊόντων της το ανωτέρω σήμα που διαγράφηκε. Αντ' αυτού προς διάκριση των ίδιων προϊόντων της χρησιμοποιεί τα ημεδαπά σήματα, που είχε καταθέσει με τις 146854, 146855, 146856 και 14857/21.10.1999 δηλώσεις της και έγιναν δεκτά με τις 7253, 7257, 7254 και 7255/2000 αντίστοιχες αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Τα εν λόγω σήματα αποτελούνται από την απεικόνιση θαλάσσιου ίππου και τις λεκτικές ενδείξεις Ocean club, Ocean jet, Ocean star και Ocean YACHTS αντίστοιχα. Η εκκαλούσα, με την προσθήκη - αντίκρουση των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφων προτάσεών της, ισχυρίστηκε ότι τα εν λόγω σήματα συνιστούν επουσιωδώς παραλλαγμένα σήματα του επίδικου σήματος, που περιέχεται αυτούσιο σ' αυτά ως κυρίαρχο συστατικό τους. Όπως δε αποδεικνύεται από τις 186, 187, 188 και 189/23.10.2006 αιτήσεις της εκκαλούσας ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, που κατατέθηκαν μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής (2.6.2006) και τις 2880, 2881, 2882 και 2883/18.3.2008 αποφάσεις της ανωτέρω Επιτροπής, που εκδόθηκαν μετά τη δημοσίευση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου..., η εκκαλούσα... ζήτησε και πέτυχε τη διαγραφή των παραπάνω μεταγενέστερων σημάτων της εφεσίβλητης. Όμως αντικείμενο της δίκης επί της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με το περιεχόμενο και τα αιτήματά της, αποτέλεσε η χρήση του συγκεκριμένου αρχικού σήματος της εφεσίβλητης, όπως αυτό είχε εξατομικευθεί με την 137315/1997 δήλωση ημεδαπού σήματος και την 7186/1998 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και το οποίο, παρά την παραπάνω αμετάκλητη διαγραφή του, φέρεται, κατά την αγωγή, να συνεχίζει να το χρησιμοποιεί η εφεσίβλητη και όχι τα αμέσως παραπάνω μεταγενέστερα σήματα της εφεσίβλητης, ως παραλλαγμένες μορφές του διαγραφέντος σήματος. Τα τελευταία, ανεξάρτητα από το αν πράγματι αποτελούν ή όχι παραλλαγμένες μορφές του διαγραφέντος σήματος, δεν συνιστούν ως αυθύπαρκτα σήματα, εξατομικευμένα με τις πιο πάνω διαφορετικές δηλώσεις ημεδαπών σημάτων και τις αντίστοιχες αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, το ίδιο αντικείμενο δίκης, επιδεκτικό επιτρεπτής κατά το άρθρ. 224εδ.β ΚΠολΔ συμπληρώσεως και διευκρινίσεως, αλλά διαφορετικά αντικείμενα δίκης, λόγος για τον οποίο άλλωστε και η εκκαλούσα τα προσέβαλε κατά τη διάρκεια της επιδικίας με διαφορετικές αιτήσεις της και πέτυχε την ακύρωσή τους με διαφορετικές αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα με την αγωγή της δεν ζήτησε την απαγόρευση της χρήσης από την εφεσίβλητη της ένδειξης Ocean και της απεικόνισης του θαλάσσιου ίππου, ως συστατικών στοιχείων των παραπάνω ή άλλων οποιωνδήποτε σημάτων ή του διαγραφέντος σήματος ως συστατικού άλλων σημάτων, αλλά την απαγόρευση της χρήσης του διαγραφέντος αρχικού σήματος, καθώς και της απεικόνισης του θαλάσσιου ίππου και της λεκτικής ένδειξης Ocean μόνων ή σε συνδυασμό τους (και όχι σε συνδυασμό με άλλες λεκτικές ενδείξεις), αιτήματα που επαναλαμβάνει αυτούσια και με την έφεσή της". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθ' όλες τις σωρευτικές νομικές θεμελιώσεις της στις διατάξεις του ν. 2239/1994 περί σημάτων, του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού, του ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, του ν. 213/1975, κυρωτικού της Διεθνούς Συμβάσεως των Παρισίων περί προστασίας της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας και των άρθρ. 57, 60 και 919 του ΑΚ, με την παραδοχή ότι η εφεσίβλητη από το έτος 2000 έπαυσε να χρησιμοποιεί το διαγραφέν αρχικό της σήμα και έκτοτε χρησιμοποιεί τα πιο πάνω μεταγενέστερα σήματα, ενώ απέκρουσε, ως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, τον ισχυρισμό της εκκαλούσας ότι τα παραπάνω χρησιμοποιούμενα μεταγενέστερα σήματα της εφεσίβλητης αποτελούν επουσιωδώς παραλλαγμένα σήματα του επίδικου σήματος, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε". Συνακόλουθα το Εφετείο, αφού συμπλήρωσε κατά το άρθρ. 534 ΚΠολΔ τις σχετικές αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους αντίθετους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας. Σύμφωνα με όσα παραπάνω έγιναν με την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτά, αντικείμενο της δίκης είναι η προσβολή των σημάτων της αναιρεσείουσας με τη χρήση από την αναιρεσίβλητη της λεκτικής ένδειξης Ocean σε συνδυασμό με την απεικόνιση θαλάσσιου ίππου, που ως ενιαίο όλο καταχωρήθηκε με την υπ' αριθ. 7186/1998 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ως ημεδαπό σήμα με αριθμό 137315/1997, για να διαγραφεί όμως στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 4405/2000 απόφαση της ίδιας Επιτροπής. Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι μ' αυτή ζητήθηκε πράγματι η προστασία των σημάτων της αναιρεσείουσας από την προσβολή τους με τη χρήση από την αναιρεσίβλητη του ως άνω συγκεκριμένου σήματός της είτε ως συνολικής παράστασης είτε κατά τις επιμέρους ενδείξεις του. Ειδικότερα με την ένδικη αγωγή ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, " (1) να απαγορευθεί στην εναγομένη να παράγει, εμπορεύεται και διαθέτει στην ελληνική αγορά... ιστιοπλοϊκά σκάφη εν γένει, τα οποία φέρουν ως σήμα και διακριτικό γνώρισμα αυτών τη λεκτική και απεικονιστική ένδειξη Ocean και την απεικόνιση θαλάσσιου ίππου και να απέχει από οποιαδήποτε χρήση των ενδείξεων αυτών, (2) να απαγορευθεί στην εναγομένη να χρησιμοποιεί τις ενδείξεις Ocean και απεικόνιση θαλάσσιου ίππου, μόνες ή σε συνδυασμό (εννοείται μεταξύ τους), σε οποιοδήποτε υλικό, συμπληρωματικό της εμπορίας ιστιοπλοϊκών σκαφών, όπως επί διαφημιστικού και εν γένει προωθητικού των πωλήσεών της υλικού κλπ και να απέχει από οποιαδήποτε χρήση των ανωτέρω διακριτικών γνωρισμάτων... (3) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποσύρει από την αγορά τα αναφερόμενα προϊόντα της υπό τις ενδείξεις Ocean και απεικόνιση θαλάσσιου ίππου... και (4) να διαταχθεί η περιγραφή, κατάσχεση και καταστροφή των εμπορευμάτων της αντιδίκου, τα οποία φέρουν τις ενδείξεις Ocean και απεικόνιση θαλάσσιου ίππου, όπως και του συνοδευτικού αυτών υλικού...". Με την προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμήθηκε ορθώς ότι το αίτημα της ένδικης αγωγής να απαγορευθεί στην εναγομένη να χρησιμοποιεί τις ενδείξεις Ocean και απεικόνιση θαλάσσιου ίππου όχι απλώς από μόνες τους, δηλαδή ως αυτοτελείς (ξεχωριστές) ενδείξεις, αλλά και σε συνδυασμό, έχει την έννοια της απαγόρευσης όχι του οποιουδήποτε δυνατού συνδυασμού, αλλά του μεταξύ τους μόνον συνδυασμού. Άλλωστε με διαφορετική εκδοχή ένα αίτημα, που θα αφορούσε την απαγόρευση γενικώς κάθε συνδυαστικής χρήσης των ως άνω ενδείξεων, θα ήταν απορριπτέο ως αόριστο, αφού δεν είναι εξ ορισμού δεδομένο ότι ο συνδυασμός των ενδείξεων αυτών με κάθε άλλη δυνατή ένδειξη θίγει οπωσδήποτε τη διακριτική δύναμη των σημάτων της αναιρεσείουσας και δημιουργεί έτσι σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, αν ληφθεί υπόψη ότι ο κίνδυνος σύγχυσης είναι σε κάθε περίπτωση συνάρτηση της διαφοροποίησης που επιφέρει στην όλη οπτική και ηχητική εικόνα του σήματος, η προσθήκη περαιτέρω ενδείξεων, οι οποίες για το λόγο ακριβώς αυτό θα πρέπει να εξειδικεύονται στο δικόγραφο της αγωγής. Είναι λοιπόν προφανές ότι η όποια προσβολή των σημάτων της αναιρεσείουσας με τη χρήση από την αναιρεσίβλητη άλλων σημάτων της, έστω και αν αυτά, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, αποτελούν επουσιωδώς παραλλαγμένα σήματα του παραπάνω αρχικού σήματος της αντιδίκου της, το οποίο ως κυρίαρχο στοιχείο και αυτά εμπεριέχουν, θεμελιώνει διαφορετικό οπωσδήποτε αντικείμενο δίκης, στο οποίο το Εφετείο ούτε αυτεπαγγέλτως μπορούσε να επεκταθεί ούτε κατόπιν του ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, που συνιστά σαφώς μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής της. Δηλαδή, εφόσον το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι τα σήματα της αναιρεσείουσας δεν προσβλήθηκαν με τη χρήση από την αναιρεσίβλητη του υπ' αριθ. 137315/1997 σήματός της ή των επιμέρους μεμονωμένων ενδείξεών του, αλλά με τη χρήση ενδεχομένως των μεταγενέστερων υπ' αριθ. 146854, 146855, 146856 και 146857/1999 σημάτων της, που σε σχέση με το προηγούμενο σήμα της έχουν και τυπική αυθυπαρξία, δεν μπορούσε, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν του σχετικού ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, να δεχθεί την ένδικη αγωγή της στη βάση της διαφορετικής αυτής προσβολής των σημάτων της, εξετάζοντας αν τα μεταγενέστερα σήματα της αντιδίκου της αποτελούν ή όχι επουσιώδη παραλλαγή του αρχικού σήματός της, αφού η εξέταση αυτή συνιστά ακριβώς ενασχόληση με διαφορετικό αντικείμενο δίκης κατά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής. Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε κατά τον ως άνω τρόπο, αφενός μεν έλαβε υπόψη τον σχετικό πρωτόδικο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε από κοινού με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφετέρου δε δεν έκρινε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την επιχειρούμενη με τον ισχυρισμό αυτό μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής. Έτσι οι αντίθετοι τρίτος και πρώτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αντίστοιχες πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξ άλλου με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι η προσβολή των σημάτων της αναιρεσείουσας με τη χρήση από την αναιρεσίβλητη σημάτων επουσιωδώς παραλλαγμένων σε σχέση με το αρχικό υπ' αριθ. 137315/1997 σήμα της συνιστά διαφορετικό αντικείμενο δίκης κατ' ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής και έτσι εσφαλμένα δεν εξέτασε τη μεταξύ των σημάτων αυτών σχέση απόλυτης ομοιότητας κατά τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ουσία της υπόθεσης και όχι ως προς την εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση συνιστά η κρίση του Εφετείου ότι ο σχετικός με την απόλυτη ομοιότητα όλων των σημάτων της αναιρεσίβλητης ισχυρισμός της αναιρεσείουσας οδηγεί σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής, που ελέγχεται αναιρετικά με λόγο μόνον από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2.9.2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "CHANTIERS BENETEAU S.A.", που απορροφήθηκε ήδη από την εταιρεία SPBI, για αναίρεση της υπ' αριθ. 847/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ