Αριθμός 1707/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Τoυ αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Α, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, Χρήστο Μητκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Γ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σουρή. Κοινοποιούμενη στον Γ. Δ. του Π. κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1169/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2804/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείων με την από 29-4-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 1-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ : "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό. που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1045, 1051, 1113 AK, συνάγεται η αρχή, ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο συγκύριος, λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών και, επομένως, δεν μπορεί να ισχυρισθεί, ότι κατέστη κύριος του εξ αδιαιρέτου μεριδίου τους με έκτακτη χρησικτησία, πριν καταστήσει σ'αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό, διότι, σε περίπτωση αντιποιήσεως της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα, αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης αυτής (Ολ. ΑΠ 485/1982). Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκοινωνοί, ύστερα από άτυπη συμφωνία μεταξύ τους, παραχώρησαν τη νομή του κοινού ακινήτου σ' έναν από τους συγκυρίους, για να το νέμεται έκτοτε, με γνώση των λοιπών, αποκλειστικά για τον εαυτό του. (Α.Π. 784/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη εκθέτει στην ανακοπή τρίτου, την οποία άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του οφειλέτου αυτού Γ. Δ. (στον οποίο, ως αναγκαίο ομόδικο, κοινοποίηθηκε η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως) σύμφωνα με το άρθρο 74 Ν.Δ.356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", τα ακόλουθα: Ότι είναι κυρία, νομέας και κάτοχος του σαφώς κατά θέση, έκταση και όρια περιγραφομένου οικοπέδου μετά των επ' αυτού υφισταμένων παλαιών και κατεδαφιστέων κτισμάτων, το οποίο κείται στα …των …. Ότι περιήλθε το ακίνητο σ'αυτήν με δωρεά εν ζωή από τον πατέρα της Γ. Μ., με το νομίμως μεταγραφέν από της καταρτίσεώς του υπ'αριθ..../26-6-1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλιθέας Ιωάννου Βερβενιώτη. Ότι το ακίνητο αυτό αποτελείται από τα επαρκώς περιγραφόμενα δύο όμορα οικόπεδα, με τα επ'αυτών παλαιά κτίσματα, εκ των οποίων το ένα έχει εμβαδόν 68,31 τ.μ. και το άλλο 135 τ.μ. Ότι στην κυριότητα του πατρός της αναιρεσίβλητης, τα 2 οικόπεδα περιήλθαν ως εξής: α1)τοεκτάσεως 68,31 τ.μ. και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άλλου, των 135 τ.μ., με αγορά από τον δεύτερο των καθ'ων η ανακοπή και την μητέρα του Α. Π. Δ., εκ των οποίων ο μεν πρώτος είχε την ψιλή κυριότητα, η δε άλλη την επικαρπία των ακινήτων αυτών. Για την σύμβαση αυτή, συνετάγη το υπ'αριθ..../24-4-1941 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Πολύδωρου Βαρδουλάκη, το οποίο όμως μετεγράφη νομίμως την 17-2-2003. β1)Το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του εκτάσεως 135 τ.μ. οικοπέδου περιήλθε στον πατέρα της αναιρεσίβλητης με αγορά από τον πατέρα του δευτέρου των καθ'ων η ανακοπή και σύζυγό της Α. Δ., Π. Δ., με το νομίμως μεταγραφέν από της καταρτίσεώς του υπ'αριθ..../24-4-1941 πωλητήριο συμβόλαιο του αμέσως ανωτέρω αναφερομένου συμβολαιογράφου. Περαιτέρω εκθέτει στην ανακοπή τα ακόλουθα κατά λέξιν: ".....Από της αγοράς του ανωτέρω συνολικού και ενιαίου ακινήτου που του παρεδόθη αμέσως μετά την σύνταξη και υπογραφή των ως άνω ... και ... της 24-4-1941 συμβολαίων, ο δικαιοπάροχος μου και πατέρας μου Γ. Μ. του Α., ενέμετο και κατείχε αυτό διάνοια κυρίου, ασκών επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στον κύριο χωρίς ποτέ να ενοχληθεί η εμποδισθεί από τρίτον, μέχρι την κατά τα άνω προς εμέ δωρεά του με το υπ' αριθμόν .../26-6-1979 συμβόλαιο. Ειδικότερα ο δικαιοπάροχός μου και πατέρας μου αμέσως με την παράδοση σ'αυτόν του αγορασθέντος ακινήτου κατώκησε σε αυτό μαζί με τους γονείς του και δη στα τρία υπάρχοντα δωμάτια ενώ τα άλλα δύο τα μίσθωσε σε τρίτους και διέμεινε εκεί καθ' όλη την περίοδο της κατοχής της Αθήνας από τα Γερμανικά στρατεύματα και μέχρι του έτους 1946, ότε νυμφεύθηκε την μητέρα μου και μετά από λίγους μήνες μετεκόμισε στο Μαρούσι. Επανήλθε στο ως άνω ακίνητο το έτος 1958 όπου και κατοίκησε με την εν τω μεταξύ αποκτηθείσα οικογένεια του (σύζυγο και τρία παιδιά), και για διάστημα δώδεκα περίπου ετών. Στο διάστημα της απουσίας του είχε μισθώσει το εν λόγω ακίνητο σε διάφορους τρίτους πράγμα το οποίο επανέλαβε και μετά την εν έτει 1972 αλλαγή κατοικίας (μετακομίσαμε όλη η οικογένεια στην Καλλιθέα) μέχρι της κατά τα άνω δωρεάς του σε μένα. Τις πράξεις αυτές νομής επί του ενδίκου ακινήτου συνέχισα εγώ μετά την ως άνω δωρεά και παράδοση του το έτος 1979. χωρίς ποτέ να ενοχληθώ ή εμποδισθώ στην άσκηση τους από τρίτους περιελάμβανα αυτό στις κατά νόμο ετησίως υποβαλλόμενες φορολογικές μου δηλώσεις και κατέβαλα και καταβάλω μέχρι σήμερον τους βαρύνοντας αυτό φόρους και τέλη μέχρι δε το έτος 1990 περίπου εξεμίσθωνα αυτό σε τρίτους...". Έτσι, ο πατέρας της ανακοπτούσης, κατά την ανακοπή, και αν ακόμη δεν κατέστη κύριος παραγώγως, επειδή δεν είχε μεταγραφεί το ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο μέχρι της δωρεάς των ακινήτων στην ανακόπτουσα, εν τούτοις κατέστη κύριος α1)με τακτική χρησικτησία, επειδή εκείνος τα ενεμήθη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 10 ετών με καλή πίστη και τελών με την πεποίθηση, ότι είχε νόμιμο τίτλο (νομιζόμενο τίτλο) και β1)άλλως, με έκτακτη χρησικτησία, διότι το ενεμήθη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών με διάνοια κυρίου, ήτοι από της αγοράς (1941) μέχρι της δωρεάς εν ζωή στην ανακόπτουσα (1979). Όσον αφορά το πρόσωπο της ανακοπτούσης, αυτή ιστορεί: Ότι έγινε κυρία των ακινήτων α1)παραγώγως, λόγω της συμβάσεως της δωρεάς εν ζωή και της μεταγραφής του δωρητηρίου συμβολαίου (άρθρο 1033 ΑΚ) και β1)άλλως, με έκτακτη χρησικτησία, για την οποία προσμετρά στον χρόνο της νομής της και τον χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου της. Ότι ενώ έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση σχετικά με τα δύο οικόπεδα, επειδή το πρώτο από τα αναφερθέντα, υπ'αριθ..../24-4-1941, πωλητήριο συμβόλαιο μετεγράφη την 17-2-2003, έως τότε τα αφορώντα αυτό ακίνητα, ήτοι το οικόπεδο των 68,31 τ.μ. και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου των 135 τ.μ., εφαίνοντο στα βιβλία μεταγραφών να ανήκουν κατά κυριότητα στον δεύτερο καθ'ού η ανακοπή, καθόσον εν των μεταξύ είχε αποβιώσει η κατά το παρελθόν επικαρπώτρια μητέρα του. Έτσι, το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο, έχον κατ'εκείνου απαίτηση 63.000.000 δρχ. από φόρους, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα εν λόγω ακίνητα με τις υπ'αριθ..../28-3-1985 και .../23-4-1985 εκθέσεις αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών .., καίτοι κυρία των ακινήτων είχε ήδη καταστεί η ανακόπτουσα κατά τους εκτεθέντες τρόπους. Ζητεί δε εν τέλει με την ανακοπή της η ήδη αναιρεσίβλητη, να αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία των κατεσχημένων ακινήτων και να ακυρωθούν οι δύο εκθέσεις αναγκαστικής κατασχέσεως. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα προς τούτο από τις διατάξεις των άρθρων 117, 118, 216 ΚΠολΔ στοιχεία. Ειδικότερα δε, όσον αφορά την κτήση της κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία από τον πατέρα της, εφόσον η ανακόπτουσα εκθέτει, ότι από της αγοράς των ακινήτων κατά το έτος 1941 οι πωλητές παρέδωσαν αυτά αμέσως μετά από την σύνταξη και υπογραφή των συμβολαίων στον πατέρα της, ο οποίος έκτοτε τα κατείχε και τα ενέμετο με διάνοια κυρίου, δεν ήταν απαραίτητο η ανακόπτουσα να αναφέρει στο δικόγραφο της ανακοπής, για να είναι ορισμένη, ότι ο πατέρας της εγνωστοποίησε στους πωλητές - συγκυρίους και μάλιστα του εκτάσεως 135 τ.μ. ακινήτου, ότι έκτοτε ενέμετο τα ακίνητα με διάνοια κυρίου καθ'όλη την έκτασή των για τον εαυτό του, σύμφωνα με τις αναφερθείσες στην αρχή σκέψεις. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ανακοπή και την ερεύνησε περαιτέρω, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 περ.α' Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [Α.Π. 193/2010]. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του προ της εισαγωγής του Αστικού Κωδικός, ισχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (Ν. 8 παρ. 1 Κώδ. (7, 39) ν. 9 παρ. 1 πανδ. 50-14) ν.δ. παρ. 20 πανδ. (41-4) ν.6. πανδ. (44-3) ν. 76 παρ. 1, πανδ. (18-1) ν.7 παρ. 3 πανδ. (23-3) μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί πράγματος με έκτακτη χρησικτησία δηλαδή με άσκηση νομής σε αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου αδιαλείπτως επί τριακονταετία και περαιτέρω ο χρησιδεσπόζων μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο του προκτήτορος, όταν εγένετο κατά νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος. Εξ' άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται νομή με διάνοια κυρίου επί 20 έτη, συνυπολογίζεται δε και η νομή του δικαιοπαρόχου. Εάν η χρησικτησία άρχισε πριν από την έναρξη της ισχύος του Αστικού Κώδικος, ήτοι πριν από την 15-2-1946, τότε εφαρμόζονται, σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 65 Εις.Ν.Α.Κ., οι διατάξεις εκείνου του νόμου, δηλαδή του Β.Ρ.Δικαίου ή του Α.Κ., με τις οποίες συμπληρώνεται συντομότερα ο χρόνος της χρησικτησίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Η Α. Δ. ως επικαρπώτρια και ο γιός της Γ. Δ. (απολιπόμενος β' καθ'ου η ανακοπή- β' εφεσίβλητος) ως ψιλός κύριος, πώλησαν με το υπ' αριθ. .../24-4-1941 συμβόλαιο...στον πατέρα της ανακόπτουσας και α' εφεσίβλητης Γ. Μ., τα ως άνω δικαιώματά τους α) σε ένα οικόπεδο εντός σχεδίου, μαζί με τον επ' αυτού πεπαλαιωμένο οικίσκο δύο δωματίων και μαγειρείου, που βρίσκεται στη θέση " … του δήμου …και στην οδό ..., εμβαδού 68,31 τ.μ. (ή με τα τότε ισχύοντα μέτρα επιφανείας, 122 τετραγωνικών τεκτονικών πήχεων), που συνόρευε...και β) στο 1/2 εξ αδιαιρέτου άλλου οικοπέδου τους συνεχόμενου του προηγούμενου, εμβαδού 135 τ.μ. (ή 240 τετραγωνικών τεκτονικών πήχεων) μαζί με την επ' αυτού πεπαλαιωμένη οικία τριών δωματίων (τρείς μικροκατοικίες)...Το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου αυτού ανήκε στον παραπάνω σύζυγο και πατέρα των πωλητών Π. Δ., ο οποίος με το υπ' αριθ. .../24-4-1941 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφτηκε νόμιμα την ίδια ημερομηνία, πώλησε και μεταβίβασε το εν λόγω μερίδιο του στον ίδιο παραπάνω αγοραστή Γ. Μ.. Το πρώτο από τα ως άνω συμβόλαια μεταγράφτηκε το έτος 2003...Μέχρι της μεταγραφής του, που παράγει έννομες συνέπειες μόνο για το μέλλον και δεν ανατρέχει στο παρελθόν, ούτε και στη χρονολογία του τίτλου που μεταγράφεται, ο Γ. Μ. δεν απόκτησε κυριότητα στα ακίνητα που αφορά με παράγωγο τρόπο, αφού δεν είχε ολοκληρωθεί η εμπράγματη δικαιοπραξία μεταβίβασης τούτων, όμως και τα δύο ανωτέρω ακίνητα περιήλθαν αμέσως στη νομή και κατοχή του και από τότε τα νεμόταν στο σύνολο τους με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι της 23-2-1946 και ανεξάρτητα από καλή πίστη από την ημερομηνία αυτή και εφεξής, εφόσον εγκαταστάθηκε σ' αυτά και τα εκμεταλλευόταν, αρχικά για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του, και εν συνεχεία εκμισθώνοντας τα σε τρίτους. Ειδικότερα, αρχικά κατοίκησε εκεί με τους γονείς του μέχρι το έτος 1946, οπότε παντρεύτηκε και μετακόμισε στην Καλλιθέα Αττικής. Οι γονείς του όμως εξακολούθησαν να κατοικούν εκεί, ενώ ο Γ. Μ. επανήλθε αργότερα και στέγασε στις ίδιες οικίες την οικογένεια του, που αποτελούνταν από τη σύζυγο του και τα τρία παιδιά τους, μέχρι το έτος 1972. Τότε μετακόμισε και πάλι από την περιοχή αυτή και εκμίσθωνε τις εν λόγω οικίες σε διάφορους μισθωτές, ενώ παράλληλα μεριμνούσε για την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων των οικιών αυτών, τη συντήρηση τους και τις επισκευές που απαιτούνταν. Στις εν λόγω πράξεις νομής και κατοχής προέβαινε τόσο αυτοπροσώπως όσο και διά μέσου τρίτων προσώπων (γονείς, ενοικιαστές) μέχρι το έτος 1979, έχοντας δε συμπληρώσει εικοσαετή νομή με διάνοια κυρίου ήδη από το έτος 1966 (αρθρ. 64, 65 ΕισΝΑΚ), έγινε κύριος των ακινήτων αυτών με έκτακτη χρησικτησία (πέραν του ότι είχε γίνει κύριος του 1/2 εξ' αδιαιρέτου του δευτέρου από τα παραπάνω οικόπεδα, που απόκτησε από τον Π. Δ., και με παράγωγο τρόπο, εφόσον μετέγραψε αμέσως το σχετικό πωλητήριο συμβόλαιο, όπως προαναφέρεται). Το έτος 1979 ο Γ. Μ. μεταβίβασε στην κόρη του ανακόπτουσα και α' εφεσίβλητη το σύνολο των ανωτέρω ακινήτων λόγω δωρεάς εν ζωή, με το υπ' αριθ. .../26-6-1979 συμβόλαιο...που μεταγράφτηκε νόμιμα στις 5-7-1979...Έτσι η ανακόπτουσα έγινε κυρία των ακινήτων αυτών στο σύνολο τους, με παράγωγο τρόπο, αφού απόκτησε από αληθινό κύριο, που είχε καταστεί τέτοιος τόσο με παράγωγο τρόπο, σε σχέση με το 1/2 εξ αδιαιρέτου του δεύτερου από αυτά, όσο και με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία), σύμφωνα με τα παραπάνω. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο ως άνω β' πωλητής των ανωτέρω ακινήτων Γ. Δ. (β' καθ' ού η ανακοπή και β' εφεσίβλητος), ήταν οφειλέτης του α' καθ' ού η ανακοπή και εκκαλούντος Δημοσίου από διάφορους φόρους και τέλη, για τα ποσά των 37.107.846 και 26.015.518 δρχ. Για την εξασφάλιση των εν λόγω απαιτήσεων του, το α' καθ' ού -εκκαλούν επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη του, με βάση τις υπ' αριθ. 4416/18-10-1984 και 1274/1985 έγγραφες παραγγελίες του προϊσταμένου της Α' Δ.Ο,Υ Αθηνών, και συντάχτηκαν οι υπ' αριθ. .../28-3-1985 και .../23-4-1985 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... Με αυτές κατασχέθηκαν α1)ένα οικόπεδο έκτασης 135,81 τ.μ. με τα παραρτήματα...που βρίσκεται στη θέση " …"...που συνορεύει...και β1)ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου άλλου οικοπέδου έκτασης 135 τ.μ. που βρίσκεται στην ίδια θέση και συνορεύει...Από την περιγραφή των ακινήτων αυτών και σε σύγκριση με τα προαναφερόμενα που απόκτησαν αρχικά ο Γ. Μ. και εν συνεχεία η ανακόπτουσα -α' εφεσίβλητη, με τους τρόπους που εκτίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι αυτά ταυτίζονται, άσχετα αν το πρώτο αναφέρεται και στις δύο εκθέσεις κατάσχεσης ως έκτασης 135,81 τ.μ. αντί 68,31 τ.μ. Από όλα τα περιστατικά αυτά συνάγεται ότι κατά το χρόνο επιβολής των κατασχέσεων που προσβάλλονται με την ανακοπή, τα παραπάνω ακίνητα δεν ανήκαν στην περιουσία του β' καθ' ού η ανακοπή, οφειλέτη του α' καθ' ού, αλλά είχαν περιέλθει και ανήκαν στην κυριότητα της ανακόπτουσας ως ενιαίο ακίνητο, και συνακόλουθα οι ως άνω κατασχέσεις που επέβαλε το α' καθ' ου, είναι χωρίς αποτέλεσμα...". Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε γίνει κυρία των ακινήτων πριν επιβληθούν σε αυτά οι αναγκαστικές κατασχέσεις. Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις αναφερθείσες ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του Β.Ρ.Δ., τις οποίες, ορθώς, δεν εφάρμοσε, αφού εφαρμογή έχουν στην παρούσα υπόθεση οι διατάξεις του Α.Κ. για την έκτακτη χρησικτησία. Τούτο δε, επειδή με τις διατάξεις του Α.Κ. η έκτακτη χρησικτησία, για την οποία δεν απαιτείται καλή πίστη για τον νομέα, συμπληρώθηκε συντομότερα, ήτοι την 15-2-1966 (έναρξη ισχύος του Α.Κ. ή 15-2-1946, συμπλήρωση είκοσι ετών την 15-2-1966), σύμφωνα με τα άρθρα 64, 65 Εισ.Ν.Α.Κ. Ενώ αντιθέτως, εάν εφηρμόζοντο οι διατάξεις του Β.Ρ.Δ., υπό τις οποίες απαιτείται και καλή πίστη στο πρόσωπο του νομέως, η έκτακτη χρησικτησία (τριακονταετία) θα συνεπληρώνετο την 24-4-1971 (από την ημέρα της αγοράς, 24-4-1941, έως την 24-4-1971). Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ και ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Εξ άλλου, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλομένη απόφαση ως προς την κτήση της κυριότητος από τον δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία, επειδή ενεμήθη τα ακίνητα με διάνοια κυρίου επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών, καθόσον αναφέρονται όλες οι γενόμενες από εκείνον πράξεις νομής. Τέλος, δεν εχρειάζετο στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, να αναφέρει το Εφετείο στην απόφασή του περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης είχε καταστήσει γνωστό στους πωλητές - συγκυρίους του, ότι ενέμετο για λογαριασμό του ολόκληρο το ακίνητο, αφού οι συγκύριοι επώλησαν το ακίνητο με συμβόλαιο και του παρέδωσαν την νομή. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Απριλίου 2010 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.2804/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ