Αριθμός 1363/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με τη παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: 1) Χ1 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2308/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Οκτωβρίου 2006, τρεις, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1781/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική ποινική δικογραφία με τη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμ. πρωτ. 57/6-2-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις υπ΄αριθ. 120/20-10-2006, 121/20-10-2006 και 122/20-10-2006 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Χ1 2) Χ2 και 3) Χ3 , οι οποίες ασκήθηκαν στο όνομα και για λογαριασμό τους από τον δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Ανδρεουλάκο, δυνάμει των από 12-10-2006 προσαρτημένων στις αιτήσεις και νομίμως θεωρημένων εξουσιοδοτήσεων και στρέφονται κατά του υπ΄αριθ. 2308/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄αριθ. 1537/2005 βούλευμά του παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία και κατά συρροή, από την οποία το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία των παθόντων υπερβαίνει για κάθε πράξη το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το υπ΄αριθ. 2308/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε την 16-10-2006 στον πρώτο αναιρεσείοντα Χ1 και την 11-10-2006 στους λοιπούς αναιρεσείοντες Χ2 και Χ3 με θυροκόλληση, σύμφωνα με τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 2 και 273 ΚΠΔ. Επακολούθησε η επίδοσή του την 1-11-2006 και την 25-10-2006 στον διορισθέντα αντίκλητό τους Γεώργιο Ανδρεουλάκο, οι δε αιτήσεις ασκήθηκαν την 20-10-2006 (δηλαδή πριν από την ολοκλήρωση της επιδόσεως) ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγησαν δε από εκείνον οι υπ΄αριθ. 120/20-10-2006, 121/20-10-2006 και 122/20-10-2006 εκθέσεις, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β΄ του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη, στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (ΑΠ 1023/2006). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ΄είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε με δικές τους σκέψεις, αλλά και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ΄είδος και συγκεκριμένα από τη μήνυση, τις χωρίς όρκο καταθέσεις των μηνυτών, τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και είναι συνημμένα στη δικογραφία, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματά τους, προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1,Χ3 και Χ2 για την αποδιδόμενη σ΄αυτούς αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και κατά συρροή με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 ευρώ (άρθρα 26 παρ. 1α΄, 27 παρ. 1, 45, 94, 386 παρ. 1, 3 εδ. β΄, σε συνδ. παρ. 1 ΠΚ) για την οποία ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται και στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το Συμβούλιο τούτο αναφέρεται, καθόσον αφορά το εν λόγω θέμα, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων. Περαιτέρω στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εκτίθεται ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Οι μηνύτριες Ψ1 και Ψ2 ασκούν με την νομική μορφή ομορρύθμου εταιρείας, εμπορία χονδρικού εμπορίου ειδών ραπτικής στην Αθήνα σε ιδιόκτητο διατηρητέο ακίνητο επί της ..... Κατά το έτος 2000 εμφανίστηκε στην επιχείρηση των ο κατηγορούμενος Χ1 γιος του ..... παλαιού γνωστού και φίλου του πατέρα των, τον οποίο είχαν να δουν για διάστημα άνω των 15 ετών. Ο ανωτέρω εκμεταλλεύτηκε τη συναισθηματική φόρτιση των μηνυτριών και επιχείρησε την δημιουργία μ' αυτές κοινωνικών σχέσεων, τις οποίες και πέτυχε. Εμφανίστηκε στις ως άνω ως επιτυχημένος επιχειρηματίας εισαγωγής πολυτίμων λίθων, ότι, είχε πολλές δραστηριότητες και συμμετοχές σε διάφορες επιχειρήσεις, ότι είχε πάρα πολλές γνωριμίες τόσο στον επιχειρηματικό κόσμο, όσο και με ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, οι οποίοι του διασφάλιζαν την απόλυτη επιτυχία των όποιων επιχειρηματικών επιλογών του. Ο Χ1 κατά τις επισκέψεις του στην επιχείρηση των Ψ1 και Ψ2 γνωρίστηκε με τον μηνυτή Ψ3 ο οποίος διατηρεί όμορη επιχείρηση λευκών ειδών, μ' εκείνη των μηνυτριών Ψ1 και Ψ2 στους οποίους επαναλάμβανε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του, τις πολλές διασυνδέσεις του και τις επενδυτικές ευκαιρίες που γνώριζε. Εντέλει περί τον Ιανουάριο του έτους 2001 ανέφερε σ' αυτούς ότι, υπήρχε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επενδυτική προοπτική με επιτυχημένους επιχειρηματίες και συγκεκριμένα ότι, οι Χ3 και Χ2 είχαν μία υγιή και ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση ειδών υαλουργείου, που είχε τεράστιες προοπτικές και ενόψει της υποχρεωτικής αναβάθμισης της από ατομική επιχείρηση σε ανώνυμη εταιρεία, δημιουργούνταν σ'αυτούς οι κατάλληλες προϋποθέσεις συμμετοχής σε αυτήν, συνέστησε δε τους μηνυτές στους συγκατηγορούμενους του Χ3 και Χ2. Τον ίδιο μήνα συναντήθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι με τους μηνυτές και οι πρώτοι διαβεβαίωσαν τους τελευταίους ότι οι Χ3 και Χ2 είταν ιδιόκτητο εργοστάσιο κατασκευής και εμπορίας υάλου, με τζίρο ποσού άνω των 900.000.000 δραχμών, ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση είχε όλες τις προϋποθέσεις ένταξης της σε χρηματοδοτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής ένωσης, που όμως έπρεπε υποχρεωτικά να μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία για να συμμετάσχει στα προγράμματα αυτά και να μπορέσει να επιτύχει την εκταμίευση όσο το δυνατόν μεγαλυτέρων ποσών επιδοτήσεων και ενδιαφερόταν για χρηματοδότες, προκειμένου να γίνει επέκταση των εγκαταστάσεων και να επιτύχουν έτσι την εκταμίευση ποσών από επιδοτήσεις τουλάχιστον 200.000.000 δραχμών. Η μετατροπή της ατομικής επιχείρησης σε ανώνυμη εταιρεία θα πραγματοποιούνταν εντός του έτους 2001 με καταλυτική ημερομηνία το τέλος του έτους. Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν στους μηνυτές ότι, ήταν μια καλή επενδυτική ευκαιρία γι' αυτούς με επιχειρηματική προοπτική και πρότειναν στους μηνυτές να προβούν σε χρηματοδότηση για την αναβάθμιση των εγκαταστάσεων της επιχείρησης, το κόστος των οποίων κατά τους υπολογισμούς των ανερχόταν στο ποσό των 100.000.000 δραχμών, για το οποίο ζητούσαν χρηματοδότες, οι οποίοι εν συνεχεία με την σύσταση της ανώνυμης εταιρείας θα ανελάμβαναν μετοχές ισόποσης αξίας μετά από τον υπολογισμό της καθαρής θέσης της εταιρείας, χωρίς σ' αυτή να υπολογίζονται τα ποσά των επιδοτήσεων. Έτσι οι μηνυτές πείστηκαν και κατέβαλαν στους κατηγορουμένους κατά τον Μάρτιο του 2001, αφενός οι αδελφές Ψ1 και Ψ2 από κοινού ποσό 37.900.000 δραχμών και αφετέρου ο Ψ3 ποσό 56.100.000 δραχμών. Για να πειστούν οι μηνυτές ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κινδυνεύσουν τα χρήματα που έδιναν για καθαρά επενδυτικούς και συμφέροντες λόγους, οι κατηγορούμενοι παρέδωσαν σ'αυτούς ισόποσες επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, Τράπεζας Εργασίας και Αγροτικής Τράπεζας διαφόρων ποσών και με διαφορετικές χρονολογίες εκδόσεως, με εκδότη των περισσοτέρων τον Χ2 σε διαταγή Χ1 πλην των υπ' αριθμ....., ...., ....και .... επιταγών της Αγροτικής Τράπεζας, ποσών 4.800.000, 4.900.000, 6.700.000 και 8.470.000 δραχμών, που ήταν εκδόσεως ..... και τις οποίες είχε οπισθογραφήσει ο Χ2 και είχε παραδόσει τις δύο πρώτες στις αδελφές Ψ1 και Ψ2 και τις δύο τελευταίες στον Ψ3 . Από τις επιταγές που οι κατηγορούμενοι είχαν παραδώσει στις Ψ1 και Ψ2 ορισμένες είχαν χρονολογία εκδόσεως τον Μάιο του 2001 και τότε, αυτοί διόρθωσαν την χρονολογία από Μάιο σε Σεπτέμβριο. Ο μηνυτής Ψ3 δεν έβλεπε τους κατηγορουμένους κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2001, γι' αυτό και σφράγισε δύο επιταγές εκδόσεως Ιουνίου 2001. Το ίδιο έπραξε και η Ψ1 κατά τον Σεπτέμβριο του 2001. Μετά την σφράγιση των επιταγών οι κατηγορούμενοι διαμαρτυρήθηκαν στους μηνυτές, γιατί έτσι ανατρέπονταν τα επιχειρηματικά των σχέδια. Κατόπιν τούτου, οι μηνυτές δεν σφράγισαν άλλες επιταγές μέχρι τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2001 η Ψ1 και το τέλος του χρόνου ο Ψ3 , όταν πια διαπίστωσαν ότι δεν είχε ιδρυθεί η εταιρεία. Μετά τον Σεπτέμβριο του 2001 εμφανιζόταν στους μηνυτές μόνο ο Χ1 ο οποίος διαβεβαίωνε αυτούς ότι προχωρούσε η ίδρυση της εταιρείας, που θα ήταν επιτυχημένη, πλην όμως οι διαδικασίες για την ίδρυση της ήταν χρονοβόρες. Η εταιρεία όμως δεν ιδρύθηκε ποτέ και οι μηνυτές διαπίστωσαν ότι, όλα όσα είχαν διαβεβαιώσει οι κατηγορούμενοι σ' αυτούς ήταν ψέματα και αν γνώριζαν την αλήθεια, δεν επρόκειτο να δώσουν σ' αυτούς κανένα χρηματικό ποσό. Συγκεκριμένα η ατομική επιχείρηση των Χ3 και Χ2 υπήρχε, αλλά ήταν καταχρεωμένη και όφειλε χρήματα σε τράπεζες και στο Δημόσιο και σε ιδιώτες, οι οποίοι είχαν στραφεί εναντίον των δικαστικώς για την αναγκαστική είσπραξη των ποσών που όφειλαν σ' αυτούς. Ο δε λογαριασμός της ΕΤΕ, του οποίου φερόταν δικαιούχος ο Χ2 και από τον οποίο προερχόταν οι επιταγές που είχε εκδώσει και παραδώσει στους μηνυτές, είχε κλείσει. Ο Χ1 όχι μόνο δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο και καμιά οικονομική δραστηριότητα, αλλά είχε απασχολήσει αρκετές φορές τη δικαιοσύνη με εγκλήματα απάτης και πλαστογραφίας. Και βέβαια δεν υπήρχε καμία περίπτωση η ατομική επιχείρηση των Χ3 και Χ2 να μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία και να τύχει των επιδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι οι μηνυτές, δεν έχουν εισπράξει κανένα ποσό από εκείνα που κατέβαλαν στους κατηγορουμένους, παρά τις περί του αντιθέτου υποσχέσεις των και ούτε έχουν βρεθεί επ' ονόματι τους περιουσιακά στοιχεία ικανά να μπορέσουν να εισπράξουν αναγκαστικά τις απαιτήσεις των αυτές. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και ισχυρίζονται τα εξής: Κατά το έτος 1999 ο Χ1 είχε φέρει σε επαφή τους Χ3 και Χ2 με χους μηνυτές προκειμένου να δανείζουν σ΄αυτούς χρήματα για να καλύπτουν τις ανάγκες της ατομικής επιχείρησης του τελευταίου και ουδέποτε διαβεβαίωσαν αυτούς ότι, επρόκειτο να μετατραπεί η ατομική επιχείρηση του τελευταίου σε ανώνυμη εταιρεία, προκειμένου να ενταχθεί σε χρηματοδοτικά προγράμματα και ακόμη ότι, ο Χ2 διέθετε και διαθέτει υγιή επιχείρηση ειδών υαλουργίας με ιδιόκτητο εργοστάσιο κατασκευής και εμπορίας υάλου με μεγάλο πελατολόγιο και σοβαρούς τζίρους και ποτέ δεν κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων αντικρούονται από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας που έχουν προαναφερθεί στο κεφάλαιο "ΠΙ". Eπ' αυτών, πέραν των όσων έχουν προεκτεθεί στο κεφάλαιο "ΙΙΙ", της παρούσας. Πρέπει να λεχθούν και τα εξής, που προκύπτουν από τα σ' αυτό αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία: Η οποιαδήποτε μερική διευκόλυνση των κατηγορουμένων κατά το παρελθόν με ποσά κατά πολύ μικρότερα των κατά τον Μάρτιο του 2001 καταβληθέντων στους κατηγορουμένους και η εξόφληση αυτών, δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό των ότι, επακολούθησε δάνειο τόσο μεγάλου ποσού, χωρίς την παράσταση των προαναφερθέντων ψευδών γεγονότων. Αντίθετα, η από πλευράς κατηγορουμένων επιδειχθείσα συνέπεια στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων των αυτών, διευκόλυνε στην μετέπειτα κατά τον Μάρτιο του 2001 απόσπαση των συγκεκριμένων ποσών των 37.900.000 δρχ. από τις Ψ1 και Ψ2 και 56.100.000 από τον Ψ3 . Οι διαβεβαιώσεις αυτές των κατηγορουμένων σε συνδυασμό με την επιδειχθείσα αυτή συνέπεια στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων των και την εξαιτίας αυτής εμπιστοσύνη των μηνυτών στους κατηγορουμένους, συνέτειναν ώστε, να μην ζητήσουν τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού, που να διαλαμβάνει τις συμφωνίες των. Η χρονολογία εκδόσεως των επιταγών δεν ενδιέφερε τους μηνυτές γιατί, αυτές παραδόθηκαν με τη συμφωνία ν' αντικατασταθούν με μετοχές της ανώνυμης εταιρείας και επιπλέον γιατί οι κατηγορούμενοι διόρθωναν τις χρονολογίες εκδόσεως των. Και βέβαια μπορεί να λειτουργούσε εργοστάσιο κατασκευής φωτιστικών σωμάτων και παραγωγής προϊόντων υάλου, πλην όμως η αξία αυτού σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις που έχει ο Χ2 στο Δημόσιο και τις τράπεζες, δεν μπορεί να καλύψει κανένα ποσό των απαιτήσεων των μηνυτών, γι' αυτό άλλωστε και δεν έχει εισπραχθεί απ' αυτούς κανένα χρηματικό ποσό από το αποσπασθέν συνολικά ποσό των 94.000.000 δραχμών. Ακόμη, μπορεί να μην κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως ο Χ2 , πλην όμως ο πιστωτής του ..... είχε ζητήσει την κήρυξη του σε πτώχευση με την από 8-10-2001 [μεταγενέστερη της απόσπασης των χρημάτων από τους μηνυτές], αίτησή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία και κατά συρροή, από την οποία το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία των παθόντων υπερβαίνει για κάθε πράξη το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου υπ΄αριθ. 1537/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογεί πλήρως ότι δεν πρόκειται για αθέτηση υποσχέσεως, αλλά αντιθέτως υφίσταται καθαρή παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Πράγματι η εμφάνιση των αναιρεσειόντων ως επιτυχημένων επιχειρηματιών, με πολλές επιχειρηματικές δραστηριότητες και γνωριμίες στον επιχειρηματικό κόσμο, η ψευδής παράσταση ότι είΧαν μία κερδοφόρα επιχείρηση ειδών υαλουργείου που είχε τεράστιες προοπτικές, με ιδιόκτητο εργοστάσιο και τζίρο ποσού άνω των 900.000.000 δραχμών, καθώς και ότι η επιχείρησή τους αυτή συνεκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις εντάξεώς της σε χρηματοδοτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αποτελούν ασφαλώς γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ. Οι περαιτέρω διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων ότι πρόκειται να μετατρέψουν την ατομική τους επιχείρηση σε ανώνυμη εταιρεία και ότι θα μπορέσουν έτσι να επιτύχουν την ένταξή τους σε διάφορα χρηματοδοτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με αποτέλεσμα η επιχείρησή τους να καταστεί στο μέλλον ιδιαίτερα ισχυρή και από τις πιο σύγχρονες, συνοδευόταν ταυτοχρόνως με τις εν γνώσει ψευδείς παραστάσεις των παραπάνω γεγονότων. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφή αιτιολογία αντικρούει τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι επρόκειτο για σύμβαση δανείου, ενώ δεν δημιουργείται αντίφαση από την παραδοχή ότι η οποιαδήποτε μερική διευκόλυνση των κατηγορουμένων κατά το παρελθόν με ποσά κατά πολύ μικρότερα των κατά τον Μάρτιο του 2001 καταβληθέντων και η εξόφληση αυτών, δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό τους ότι επακολούθησε δάνειο τόσο μεγάλου ποσού, χωρίς την παράσταση των προαναφερθέντων ψευδών γεγονότων. Τέλος οι λοιπές στις κρινόμενες αιτήσεις διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν, υπό το πρόσχημα ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατ΄ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να επιβληθούν σε καθένα από αυτούς τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθούν οι υπ΄αριθ. 120/20-10-2006, 121/20-10-2006 και 122/20-10-2006 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Χ1 2) Χ2 και 3) Χ3 κατά του υπ΄αριθμ. 2308/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον καθένα από τους αναιρεσείοντες. Αθήνα 18 Ιανουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση, από 20-10-2006, τρεις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1 2) Χ2 και 3) Χ3 , με αριθμούς εκθέσεων 120, 121 και 122/2006, αντιστοίχως, κατά του 2308/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παρ. 3 εδ. β΄ του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Εξάλλου,σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη, στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ΄είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον εκ του άρθου 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 2308/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό Συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία και κατά συρροή με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. Ειδικότερα, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με εξολοκλήρου κατά τούτο επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι μηνύτριες Ψ1 και Ψ2 ασκούν με την νομική μορφή ομορρύθμου εταιρίας, εμπορία χονδρικού εμπορίου ειδών ραπτικής στην Αθήνα σε ιδιόκτητο διατηρητέο ακίνητο επί της ..... Κατά το έτος 2000 εμφανίστηκε στην επιχείρηση των ο κατηγορούμενος Χ1 γιος του ..... παλαιού γνωστού και φίλου του πατέρα των, τον οποίο είχαν να δουν για διάστημα άνω των 15 ετών. Ο ανωτέρω εκμεταλλεύτηκε τη συναισθηματική φόρτιση των μηνυτριών και επιχείρησε τη δημιουργία μ' αυτές κοινωνικών σχέσεων, τις οποίες και πέτυχε. Εμφανίστηκε στις ως άνω ως επιτυχημένος επιχειρηματίας εισαγωγής πολυτίμων λίθων, ότι, είχε πολλές δραστηριότητες και συμμετοχές σε διάφορες επιχειρήσεις, ότι είχε πάρα πολλές γνωριμίες τόσο στον επιχειρηματικό κόσμο, όσο και με ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, οι οποίοι του διασφάλιζαν την απόλυτη επιτυχία των όποιων επιχειρηματικών επιλογών του. Ο Χ1 κατά τις επισκέψεις του στην επιχείρηση των Ψ1 και Ψ2 γνωρίστηκε με τον μηνυτή Ψ3 ο οποίος διατηρεί όμορη επιχείρηση λευκών ειδών, μ' εκείνη των μηνυτριών Ψ1 και Ψ2 στους οποίους επαναλάμβανε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του, τις πολλές διασυνδέσεις του και τις επενδυτικές ευκαιρίες που γνώριζε. Εντέλει περί τον Ιανουάριο του έτους 2001 ανέφερε σ' αυτούς ότι, υπήρχε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επενδυτική προοπτική με επιτυχημένους επιχειρηματίες και συγκεκριμένα ότι, οι Χ3 και Χ2 είχαν μία υγιή και ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση ειδών υαλουργείου, που είχε τεράστιες προοπτικές και ενόψει της υποχρεωτικής αναβάθμισής της από ατομική επιχείρηση σε ανώνυμη εταιρία, δημιουργούνταν σ' αυτούς οι κατάλληλες προϋποθέσεις συμμετοχής σε αυτήν, συνέστησε δε τους μηνυτές στους συγκατηγορούμενους του Χ3 και Χ2 Τον ίδιο μήνα συναντήθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι με τους μηνυτές και οι πρώτοι διαβεβαίωσαν τους τελευταίους ότι οι Χ3 και Χ2 είχαν ιδιόκτητο εργοστάσιο κατασκευής και εμπορίας υάλου, με τζίρο ποσού άνω των 900.000.000 δραχμών, ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση είχε όλες τις προϋποθέσεις ένταξης της σε χρηματοδοτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που, όμως, έπρεπε υποχρεωτικά να μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία, για να συμμετάσχει στα προγράμματα αυτά και να μπορέσει να επιτύχει την εκταμίευση όσο το δυνατόν μεγαλυτέρων ποσών επιδοτήσεων, και ενδιαφερόταν για χρηματοδότες, προκειμένου να γίνει επέκταση των εγκαταστάσεων και να επιτύχουν έτσι την εκταμίευση ποσών από επιδοτήσεις τουλάχιστον 200.000.000 δραχμών. Η μετατροπή της ατομικής επιχείρησης σε ανώνυμη εταιρία θα πραγματοποιούνταν εντός του έτους 2001 με καταλυτική ημερομηνία το τέλος του έτους. Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν στους μηνυτές ότι, ήταν μια καλή επενδυτική ευκαιρία γι' αυτούς με επιχειρηματική προοπτική και πρότειναν στους μηνυτές να προβούν σε χρηματοδότηση για την αναβάθμιση των εγκαταστάσεων της επιχείρησης, το κόστος των οποίων, κατά τους υπολογισμούς των, ανερχόταν στο ποσό των 100.000.000 δραχμών, για το οποίο ζητούσαν χρηματοδότες, οι οποίοι εν συνεχεία, με την σύσταση της ανώνυμης εταιρίας θα ανελάμβαναν μετοχές ισόποσης αξίας μετά από τον υπολογισμό της καθαρής θέσης της εταιρίας, χωρίς σ' αυτή να υπολογίζονται τα ποσά των επιδοτήσεων. Έτσι οι μηνυτές πείστηκαν και κατέβαλαν στους κατηγορουμένους κατά τον Μάρτιο του 2001, αφενός οι αδελφές Ψ1 και Ψ2 από κοινού ποσό 37.900.000 δραχμών και αφετέρου ο Ψ3 ποσό 56.100.000 δραχμών. Για να πειστούν οι μηνυτές ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κινδυνεύσουν τα χρήματα που έδιναν για καθαρά επενδυτικούς και συμφέροντες λόγους, οι κατηγορούμενοι παρέδωσαν σ' αυτούς ισόποσες επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, Τράπεζας Εργασίας και Αγροτικής Τράπεζας διαφόρων ποσών και με διαφορετικές χρονολογίες εκδόσεως, με εκδότη των περισσοτέρων τον Χ2 σε διαταγή Χ1 πλην των υπ' αριθμ....., ....., ..... και .... επιταγών της Αγροτικής Τράπεζας, ποσών 4.800.000, 4.900.000, 6.700.000 και 8.470.000 δραχμών, που ήταν εκδόσεως ..... και τις οποίες είχε οπισθογραφήσει ο Χ2 και είχε παραδώσει τις δύο πρώτες στις αδελφές Ψ1 και Ψ2 και τις δύο τελευταίες στον Ψ3 Από τις επιταγές που οι κατηγορούμενοι είχαν παραδώσει στις Ψ1 και Ψ2 ορισμένες είχαν χρονολογία εκδόσεως το Μάιο του 2001 και, τότε, αυτοί διόρθωσαν την χρονολογία από Μάιο σε Σεπτέμβριο. Ο μηνυτής Ψ3 δεν έβλεπε τους κατηγορουμένους κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2001, γι' αυτό και σφράγισε δύο επιταγές εκδόσεως Ιουνίου 2001. Το ίδιο έπραξε και η Ψ1 κατά το Σεπτέμβριο του 2001. Μετά την σφράγιση των επιταγών οι κατηγορούμενοι διαμαρτυρήθηκαν στους μηνυτές, γιατί έτσι ανατρέπονταν τα επιχειρηματικά των σχέδια. Κατόπιν τούτου, οι μηνυτές δεν σφράγισαν άλλες επιταγές μέχρι το Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2001 η Ψ1 και το τέλος του χρόνου ο Ψ3 , όταν πια διαπίστωσαν ότι δεν είχε ιδρυθεί η εταιρία. Μετά το Σεπτέμβριο του 2001 εμφανιζόταν στους μηνυτές μόνο ο Χ1 ο οποίος διαβεβαίωνε αυτούς ότι προχωρούσε η ίδρυση της εταιρίας, που θα ήταν επιτυχημένη, πλην όμως οι διαδικασίες για την ίδρυση της ήταν χρονοβόρες. Η εταιρία, όμως, δεν ιδρύθηκε ποτέ και οι μηνυτές διαπίστωσαν ότι, όλα όσα είχαν διαβεβαιώσει οι κατηγορούμενοι σ' αυτούς ήταν ψέματα και αν γνώριζαν την αλήθεια, δεν επρόκειτο να δώσουν σ' αυτούς κανένα χρηματικό ποσό. Συγκεκριμένα η ατομική επιχείρηση των Χ3 και Χ2 υπήρχε, αλλά ήταν καταχρεωμένη και όφειλε χρήματα σε τράπεζες και στο Δημόσιο και σε ιδιώτες, οι οποίοι είχαν στραφεί εναντίον των δικαστικώς για την αναγκαστική είσπραξη των ποσών που όφειλαν σ' αυτούς. Ο δε λογαριασμός της ΕΤΕ, του οποίου φερόταν δικαιούχος ο Χ2 και από τον οποίο προερχόταν οι επιταγές που είχε εκδώσει και παραδώσει στους μηνυτές, είχε κλείσει. Ο Χ1 όχι μόνο δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο και καμιά οικονομική δραστηριότητα, αλλά είχε απασχολήσει αρκετές φορές τη δικαιοσύνη με εγκλήματα απάτης και πλαστογραφίας. Και βέβαια δεν υπήρχε καμία περίπτωση η ατομική επιχείρηση των Χ3 και Χ2 να μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία και να τύχει των επιδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι οι μηνυτές, δεν έχουν εισπράξει κανένα ποσό από εκείνα που κατέβαλαν στους κατηγορουμένους, παρά τις περί του αντιθέτου υποσχέσεις των και ούτε έχουν βρεθεί επ' ονόματι τους περιουσιακά στοιχεία ικανά να μπορέσουν να εισπράξουν αναγκαστικά τις απαιτήσεις των αυτές. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και ισχυρίζονται τα εξής: Κατά το έτος 1999 ο Χ1 είχε φέρει σε επαφή τους Χ3 και Χ2 με χους μηνυτές προκειμένου να δανείζουν σ΄ αυτούς χρήματα για να καλύπτουν τις ανάγκες της ατομικής επιχείρησης του τελευταίου και ουδέποτε διαβεβαίωσαν αυτούς ότι, επρόκειτο να μετατραπεί η ατομική επιχείρηση του τελευταίου σε ανώνυμη εταιρία, προκειμένου να ενταχθεί σε χρηματοδοτικά προγράμματα και, ακόμη, ότι ο Χ2 διέθετε και διαθέτει υγιή επιχείρηση ειδών υαλουργίας με ιδιόκτητο εργοστάσιο κατασκευής και εμπορίας υάλου με μεγάλο πελατολόγιο και σοβαρούς τζίρους και ποτέ δεν κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων αντικρούονται από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας που έχουν προαναφερθεί. Eπ' αυτών, πέραν των όσων έχουν προεκτεθεί, πρέπει να λεχθούν και τα εξής: Η οποιαδήποτε μερική διευκόλυνση των κατηγορουμένων κατά το παρελθόν με ποσά κατά πολύ μικρότερα των κατά το Μάρτιο του 2001 καταβληθέντων στους κατηγορουμένους και η εξόφληση αυτών, δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό των ότι, επακολούθησε δάνειο τόσο μεγάλου ποσού, χωρίς την παράσταση των προαναφερθέντων ψευδών γεγονότων. Αντίθετα, η από πλευράς κατηγορουμένων επιδειχθείσα συνέπεια στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων των αυτών, διευκόλυνε στην μετέπειτα κατά το Μάρτιο του 2001 απόσπαση των συγκεκριμένων ποσών των 37.900.000 δρχ. από τις Ψ1 και Ψ2 και 56.100.000 από τον Ψ3. Οι διαβεβαιώσεις αυτές των κατηγορουμένων σε συνδυασμό με την επιδειχθείσα αυτή συνέπεια στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων των και την εξαιτίας αυτής εμπιστοσύνη των μηνυτών στους κατηγορουμένους, συνέτειναν, ώστε να μην ζητήσουν τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού, που να διαλαμβάνει τις συμφωνίες τους. Η χρονολογία εκδόσεως των επιταγών δεν ενδιέφερε τους μηνυτές, γιατί αυτές παραδόθηκαν με τη συμφωνία ν' αντικατασταθούν με μετοχές της ανώνυμης εταιρίας και επιπλέον γιατί οι κατηγορούμενοι διόρθωναν τις χρονολογίες εκδόσεως τους. Και βέβαια μπορεί να λειτουργούσε εργοστάσιο κατασκευής φωτιστικών σωμάτων και παραγωγής προϊόντων υάλου, πλην όμως η αξία αυτού σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις που έχει ο Χ2 στο Δημόσιο και τις τράπεζες, δεν μπορεί να καλύψει κανένα ποσό των απαιτήσεων των μηνυτών, γι' αυτό άλλωστε και δεν έχει εισπραχθεί απ' αυτούς κανένα χρηματικό ποσό από το αποσπασθέν συνολικά ποσό των 94.000.000 δραχμών. Ακόμη, μπορεί να μην κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως ο Χ2 , πλην όμως ο πιστωτής του ..... είχε ζητήσει την κήρυξη του σε πτώχευση με την από 8-10-2001 [μεταγενέστερη της απόσπασης των χρημάτων από τους μηνυτές], αίτησή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού προέβη στη διόρθωση του πρωτοδίκου βουλεύματος 1537/2005 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά τα σ' αυτό εκτιθέμενα, απέρριψε κατ' ουσίαν τις κατά του εν λόγω βουλεύματος εφέσεις των κατηγορουμένων και επικύρωσε το βούλευμα αυτό, όπως διορθώθηκε. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογεί πλήρως ότι δεν πρόκειται για αθέτηση υποσχέσεως, αλλά αντιθέτως υφίσταται καθαρή παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Πράγματι, η εμφάνιση των αναιρεσειόντων ως επιτυχημένων επιχειρηματιών, με πολλές επιχειρηματικές δραστηριότητες και γνωριμίες στον επιχειρηματικό κόσμο, η ψευδής παράσταση ότι είχαν μία κερδοφόρα επιχείρηση ειδών υαλουργείου που είχε τεράστιες προοπτικές, με ιδιόκτητο εργοστάσιο και τζίρο ποσού άνω των 900.000.000 δραχμών, καθώς και ότι η επιχείρησή τους αυτή συνεκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις εντάξεώς της σε χρηματοδοτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αποτελούν γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ. Οι περαιτέρω διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων ότι πρόκειται να μετατρέψουν την ατομική τους επιχείρηση σε ανώνυμη εταιρία και ότι θα μπορέσουν έτσι να επιτύχουν την ένταξή τους σε διάφορα χρηματοδοτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με αποτέλεσμα η επιχείρησή τους να καταστεί στο μέλλον ιδιαίτερα ισχυρή και από τις πιο σύγχρονες, συνοδευόταν ταυτοχρόνως με τις εν γνώσει ψευδείς παραστάσεις των παραπάνω γεγονότων. Εξάλλου, το προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφή αιτιολογία αντικρούει τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων κατά τους οποίους επρόκειτο για σύμβαση δανείου. Η ειδικότερη παραδοχή του βουλεύματος ότι "η οποιαδήποτε μερική διευκόλυνση των κατηγορουμένων κατά το παρελθόν με ποσά κατά πολύ μικρότερα των κατά τον Μάρτιο του 2001 καταβληθέντων και η εξόφληση αυτών, δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό τους ότι επακολούθησε δάνειο τόσο μεγάλου ποσού, χωρίς την παράσταση των προαναφερθέντων ψευδών γεγονότων" δεν είναι ενδοιαστική ή αντιφατική, καθόσον με αυτή δεν δέχεται το Συμβούλιο ότι τα επίμαχα χρηματικά ποσά δόθηκαν από τους μηνυτές λόγω δανείου. Αντιθέτως, δέχεται ότι το γεγονός της κατά το παρελθόν δόσεως από τους μηνυτές στους κατηγορουμένους, λόγω δανείου, μικρότερων ποσών και η εξόφληση αυτών δεν παριστά αληθή τον υπερασπιστικό ισχυρισμό τους ότι και στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο περί καταβολής λόγω δανείου άνευ οποιασδήποτε ψευδούς παραστάσεως. Επομένως, η αντίθετη προς τα ανωτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, διορθώθηκε με αυτό το πρωτόδικο στο σημείο που εδέχετο ότι αληθές ήταν (αντιθέτως προς τα ψευδώς παρασταθέντα) ότι οι κατηγορούμενοι "δεν είχαν ιδιόκτητο ακίνητο", δι' αντικαταστάσεως της τελευταίας αυτής φράσεως με τη φράση ότι η επιχείρηση ειδών υαλουργείου "δεν διέθετε ιδιόκτητο εργοστάσιο". Επομένως, η μερικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι αντιφατικώς δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών αφενός τη λειτουργία εργοστασίου κατασκευής φωτιστικών και προϊόντων υάλου και αφετέρου ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν ιδιόκτητο ακίνητο, παραθεωρεί την ανωτέρω διόρθωση και είναι εκ του λόγου αυτού αβάσιμη και, πάντως, είναι αβάσιμη, διότι είναι νοητή η επ' ονόματι κάποιου προσώπου λειτουργία εργοστασίου και εν γένει επιχειρήσεως, χωρίς αυτή να είναι εγκατεστημένη αναγκαίως σε ιδιόκτητο ακίνητό του. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων πλήττουν, υπό το πρόσχημα ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και είναι εκ τούτου απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμες και να επιβληθούν σε καθένα από αυτούς τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 20 Οκτωβρίου2006 τρεις αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3 , περί αναιρέσεως του 2308/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 19 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ