ΑΡΙΘΜΟΣ 635/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου, Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Χαραλαμπέα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1153/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1382/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης, με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Το έγκλημα μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους από έναν δράστη κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δυο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αρ. 1153/2012 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον απόντα, ωσεί παρόντα, αναιρεσείοντα κλοπής ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, από κοινού και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, που μετατράπηκε σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στις 24.1.2005 κατά τις νυκτερινές ώρες ενεργώντας από κοινού με τον Μ. Μ., αφού παραβίασαν πλαϊνή θύρα του καταστήματος με το διακριτικό τίτλο " ΠΛΑΙΣΙΟ" ιδιοκτησίας της εταιρείας "ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΕΒΕΕ" που βρίσκεται στην ... επί της οδού ..., υπεύθυνος του οποίου ήταν ο Χ. Λ., εισήλθαν εντός αυτού και αφαίρεσαν τα λεπτομερώς κατ' είδος και αξία, αναφερόμενα στο διατακτικό της αποφάσεως αντικείμενα, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα της άνω εταιρείας και έχουν συνολική αξία 25.956,08 ευρώ που είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ενσωματώνοντας τα στην περιουσία τους". Κατ' ακολουθίαν τούτων κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ένοχο, του ότι: "Στην ..., την 24-1-2005, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Μ. Μ., με πρόθεση του από κοινού αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα "οπλικά" κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, τα δε αντικείμενα της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος έχοντας κοινό δόλο και ενεργώντας από κοινού εισήλθε, παραβιάζοντας την πλαϊνή θύρα του επί της οδού ... καταστήματος με την επωνυμία "Πλαίσιο", ιδιοκτησίας της εταιρείας "ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΕΒΕ", υπεύθυνος του οποίου τυγχάνει ο Χ. Λ., εντός αυτού και αφαίρεσε τα εξής αντικείμενα: 1) έναν φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας Toshiba Ρ20-771 P434/1024/80GB/17 W, αξίας 2.888,30 ευρώ, 2) έξι κινητά τηλέφωνα Nokia 6670 Aluminium Grey, αξίας εκάστου 365,18 ευρώ, 3) τέσσερα κινητά τηλέφωνα Motorola V3 αξίας έκαστο 455,00 ευρώ, 4) τέσσερα κινητά τηλέφωνα Nokia 6630 Aluminium Grey, αξίας έκαστο 446,36, 5) Ν/Β Acer 1802 WSMI Ρ 4530/80gb/ 512mb/dvdsm αξίας 1.471,57 ευρώ, 6) πέντε κινητά τηλέφωνα Sharp GX 30i Vodafone live αξίας έκαστο 279,00 ευρώ, 7) Ν/Β Toshiba M30-842 ΡΜ725/512/60 GB/15.4T αξίας 1.371,99 ευρώ, 8) Ν/Β Fujitsu Amilo A1630 AMD 643700+/512 DDR αξίας 1.286,46 ευρώ, 9) Ν/Β Acer 2012 WLCI ΡΜ 1,5/512/15.4TFT/40 GB αξίας 1.182,50 ευρώ, 10) Ν/Β HP ZV 5374EA Ρ 43,2/512 MB/80 GB/15,4 WXG αξίας 1.145,85 ευρώ, 11) Ν/Β Sony VGN-B1-XP ΡΜ 735/512/14,1 TFT/DVD αξίας 1.141,51 ευρώ, 12) Ν/Β HP DV 1074 ΕΑΡΜ 735/512/ΜΒ/60 GB/14WXGA/ αξίας 1.071,45 ευρώ, 13) Ν/Β Acer 4501 WLCI PM 715/40 GB/256MB/Combo αξίας 997,16 ευρώ, 14) Ν/Β HP ZE4951EA ΡΜ725/512 DDR/15TFT/60 GB/ αξίας 985,18 ευρώ, 15) δύο Palmtor QTEK S100 GSM/GPRS Intel 416 MHZ αξίας έκαστο 476,28 ευρώ, 16) τρία κινητά τηλέφωνα Nokia 6260 αξίας έκαστο 307,49 ευρώ, 17) Ν/Β ΗΡ Χ 9105ΕΑ AMD Sempron 2800+/40 GB/512 αξίας 701,85 ευρώ, 18) Palmtor QTEK 2020 GSM/GPRS Intel 400 MHZ αξίας 567,49 ευρώ, 19) κινητό τηλέφωνο Ericsson Ρ 910 Silver αξίας 529,70 ευρώ, 20) Ericsson V 800 3G Vodafon Live αξίας 450,00 ευρώ, 21) δύο Συσκευές i-mode NEC 401 i αξίας έκαστη 225,00 ευρώ, 22) Κινητό τηλέφωνο Nokia 7600 Grey αξίας 404,52 ευρώ, 23) Κινητό τηλέφωνο Siemens SX1-Ice Blue αξίας 353,50 ευρώ, 24) Κινητό τηλέφωνο Motorola V80 αξίας 320,00 ευρώ, 25) Nokia 32 General αξίας 297,18 ευρώ, 26) Κινητό τηλέφωνο Nokia 6230 αξίας 276,11 ευρώ, 27) κινητό τηλέφωνο Nokia 6230 Vodafone live αξίας 269,00 ευρώ, 28) τρία κινητά τηλέφωνα Nokia 2600 Iron Blue αξίας έκαστο 80,98 ευρώ 29) Κινητό τηλέφωνο Motorola V 620 αξίας 220,00 ευρώ, 30) Κινητό τηλέφωνο Samsung Ε 300 αξίας 183,28 ευρώ, 31) Κινητό τηλέφωνο Samsung X450 αξίας 119,21 ευρώ, 32) Κινητό τηλέφωνο Nokia 3120 Lime αξίας 98,77 ευρώ, 33) Κινητό τηλέφωνο Nokia 2650 Silver αξίας 96,68 34) δύο Κάρτες SIM Cosmotε Καρτοκινητής αντικατ. αξίας έκαστη 10,56 ευρώ, 35) Κινητό τηλέφωνο Nokia 5510 Red αξίας 1271 ευρώ, 36) Nokia d 211 αξίας 12.71 ευρώ, 37) Nokia D211 αξίας 12,71 ευρώ, 38) Κινητό τηλέφωνο Nokia 2600 Iron Blue αξίας 80,98 ευρώ, 39) Κινητό τηλέφωνο Samsung Ε 300 αξίας 183,28 ευρώ, 40) Κινητό τηλέφωνο Sharp GX 30i Vodafone Live αξίας 279,00 ευρώ, 41) Nokia 32 General αξίας 297,18 ευρώ 42) Κινητό τηλέφωνο Nokia Aluminium grey αξίας 446,36 ευρώ, 43) δύο συσκευές i -mode NEC 401 i i αξίας εκάστη 225,00 ευρώ, 44) Κινητό τηλέφωνο Ericsson Ρ 910 Silver αξίας 529,70 ευρώ και συνολικής αξίας 25.956,08 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, το αντικείμενο δε της ανωτέρω κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας". Με αυτά που κατ' αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεώς του δέχθηκε, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής από κοινού αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν όλα τα ανωτέρω αναγκαία για την θεμελίωση του εγκλήματος αυτού περιστατικά αυτά, με ειδική μνεία στο σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2, 45, 372 παρ. 1 του ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει στο σκεπτικό του ότι ο συγκατηγορούμενός του Μ. Μ. κηρύχθηκε ένοχος για την αυτή πράξη, ούτε υπάρχει αντίφαση από το ότι στο μεν σκεπτικό μνημονεύεται ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ενεργούντες από κοινού, εισήλθαν στον χώρο του καταστήματος και αφήρεσαν τα κλοπιμαία αντικείμενα τα οποία είχαν σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων (ενεργώντας από κοινού με τον Μ. Μ.) εισήλθε στο χώρο του καταστήματος, αφήρεσε τα κλοπιμαία αντικείμενα τα οποία είχε σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα, διότι με την παραδοχή από κοινού ενεργείας στο διατακτικό απλώς εξειδικεύει την περιγραφή των ενεργειών του αναιρεσείοντος, η οποία δεν αντιφάσκει με το ότι στο σκεπτικό αναφέρεται ότι και ο έτερος κατηγορούμενος προέβη στις αυτές ενέργειες. Η έκφραση στο προοίμιο του διατακτικού ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα "οπλικά" κινητά πράγματα αντί ξένα "ολικά" κινητά πράγματα, οφειλομένη σε πρόδηλη γραφική παραδρομή δεν ενέχει αντίφαση εκ του ότι τα κλοπιμαία δεν είναι όπλα αλλά ηλεκτρονικοί υπολογιστές, συσκευές i-mode, κάρτες καρτοκινητής τηλεφωνίας και κινητά τηλέφωνα. Περαιτέρω το Δικαστήριο αφού δέχθηκε ως τυπικά δεκτή την έφεση δεν ώφειλε να ερευνήσει αν αυτός κλητεύθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επειδή είχε δικασθεί ερήμην, διότι ο σχετικός λόγος εφέσεως αναφερόταν στο εμπρόθεσμο της εφέσεώς του και όχι σε ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αντιφατικές αιτιολογίες είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 2, 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η ανάγνωση από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση του Εισαγγελέα εγγράφου που δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή εγγράφου που αναφέρεται μεν, αλλά που, για κάποιο νόμιμο λόγο, δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του και χωρίς να αντιλέξει ο κατηγορούμενος στην ανάγνωσή του, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επιφέρει. Κατά το άρθρο 502 παρ. 1 του ΚΠοινΔ στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπ' όψη οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 502 παρ. 1 και 365 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταθέσεως μάρτυρα κατηγορίας, που δόθηκε στην προδικασία, δεν παραβιάζει δικαίωμα, που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από τα άρθρα 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και από το άρθρο 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, εκτός αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του είχε αντιλέξει στην ανάγνωση της εν λόγω καταθέσεως. Αν, δηλαδή, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν αντιλέξει στην ανάγνωση της ως άνω καταθέσεως, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα, που παρέχεται σε αυτόν, από τις προαναφερόμενες διατάξεις, να θέτει ερωτήματα στο μάρτυρα, αφού διατηρείται το από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του να κάνει παρατηρήσεις και να εκθέσει τις απόψεις του επί της καταθέσεως του μάρτυρα. Δεν δημιουργείται δε καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση, εφόσον δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος. Εάν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως απουσίαζε ο αναιρεσείων, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, ο ίδιος επιλέγει να μην ασκήσει τα παραπάνω δικαιώματά του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης και των πρακτικών της, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο ανέγνωσε την έκθεση ενόρκου εξετάσεως του μάρτυρα Ι. Φ., την από 2-3-2005 έκθεση ενόρκου εξετάσεως της μάρτυρα Σ. Κ., την από 19-3-2007 έκθεση ενόρκου εξετάσεως του μάρτυρα Γ. Τ., την από 25-1-2007 κατάθεση του "απολιπομένου μάρτυρα" Χ. Λ., οι καταθέσεις, όμως, αυτές αναγνώσθηκαν ως αναγνωσθέντα στην πρωτοβάθμια δίκη έγγραφα, κατά την ανάγνωση της πρωτόδικης αποφάσεως και των πρακτικών της, και συνεπώς, δεν υφίστατο υποχρέωση του Δικαστηρίου, προ της αναγνώσεως να ερευνήσει την φυσική παρουσία στο ακροατήριό του των εξ αυτών Ι. Φ. και Σ. Κ., καθ' όσον ο κατηγορούμενος Γ. Τ., του οποίου αναγνώσθηκε η ενώπιον της Ανακριτρίας του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Πατρών ένορκη εξέταση απουσίαζε, ο δε μάρτυρας Χ. Λ. ευρέθη απών, αφού δε χαρακτηρίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη ως απολειπόμενος, βεβαιώνεται ότι δεν βρισκόταν στο ακροατήριο. Εξάλλου, από καμία διάταξη του ΚΠοινΔ δεν απαγορεύεται η ανάγνωση στο ακροατήριο της ληφθείσης ενώπιον του Ανακριτή ενόρκου εξετάσεως του μετέπειτα κατηγορουμένου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ), συνιστάμενος στο ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο οι άνω καταθέσεις χωρίς αίτημα, χωρίς να εκφωνηθούν τα ονόματά τους ώστε να ερευνηθεί η παρουσία τους στο ακροατήριο, χωρίς να βεβαιωθεί το ανέφικτο της εμφανίσεώς τους και χωρίς να μνημονεύονται στην κλήση για εμφάνιση, που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν.3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναιρέσεως που αναφέρονται στα στοιχεία Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Η της παραγράφου 1 του άρθρου 510". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε διαδοχικά με την παρ.2 άρθρ.1 Ν. 2207/1994, παρ. 3 άρθρ. 2 Ν. 2479/1997 και με το άρθρο 2 Ν. 3904/2010 "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής. Η αναστολή εκτελέσεως της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μέχρι και τριών ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχομένη αναιρετικά πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών μετέτρεψε σε χρηματική προς 10 ευρώ ημερησίως την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, επειδή έκρινε κατά λέξη: "Επειδή η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη μετατρέπεται σε χρηματική ποινή (άρθρ. 82 παρ. 1 εδ. γ' του ΠΚ). Συντρέχει επομένως περίπτωση η άνω επιβληθείσα στον κατηγορούμενο περιοριστική της ελευθερίας ποινή να μετατραπεί σε χρηματική ποινή, αφού δε ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ποσού της μετατροπής η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου, πρέπει κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογιστεί σε δέκα (10) ευρώ ημερησίως". Έτσι, όμως, υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, που ελέγχεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ. Πρέπει, επομένως, εφόσον η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως (οι οποίοι απορρίφθηκαν, κατά τα ανωτέρω, ως αβάσιμοι), ο δε αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο), επειδή η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προέβη στη μετατροπή της ανωτέρω ποινής φυλακίσεως χωρίς να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως προς την περί μετατροπής της ποινής φυλακίσεως διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση, πρέπει, να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 1153/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσης ποινής φυλακίσεως στον αναιρεσείοντα Γ. Τ. του Α. σε χρηματική. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 6 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση του Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της ιδίας (με αριθμό 1153/2012) αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ