Αριθμός 1066/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Η. του Δ., 2 Θ. Γ. του Ι., 3 Δ. Ι. του Ε., 4 Δ. Δ. ως καθολικού διαδόχου και ειδικότερα εκ διαθήκης κληρονόμου του Δ. Σ. του Χ., 5 Α. Ι. του Π., 6 Ι. Λ. του Κ., 7 Κ. Κ. του Σ., 8. Λ. Δ. του Α., 9 Λ. Θ. του Α., 10 Δ. Μ. του Σ., 11 Μ. Μ. του Ι., 12 Ν. Κ. του Ε., 13. α) Κ. Ν. του Σ. και ) Π. Ν. του Σ. ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος Ν. Σ. του Α., 14Χ. Ν. του Ν., 15 Δ. Π. του Λ., 16 Χ. Π. του Θ., 17 Χ. Π. του Η., 18. Δ. Π. του Δ., 19 Δ. Π. του Χ., 20 Δ. Π. του Ν., 21 Β. Π. του Μ., 22 Δ. Π. του Ε., 23 Π. Π. του Α., 24. Μ. Σ. του Α., 25 Σ. Σ. του Α., 26 Ν. Σ. του Μ., 27 Θ. Τ. του Δ., 28 Λ. Τ. του Ι., όλων των ανωτέρω κατοίκων ... 29. Μ. Ε. του Α., το γένος Α. Φ., κατοίκου ... 30. Β. Μ. του Ν., κατοίκου ... 31. Ε. Μ. χήρα Ν., το γένος Α. Ρ., κατοίκου ... 32. Π. Τ. του Γ., κατοίκου ... 33. Σ. Τ. του Γ., (στο υπ' αριθ. 18818/10-8-2011 πληρεξούσιο αναγράφεται Τ.) κατοίκου ... 34. Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ... 35. Μ. Τ. χήρα Γ. Τ. του Π., κατοίκου ... 36. Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ... 37. Α. χας Γ. Γ. το γένος Θ. Ν., κατοίκου ... 38. Γ. Λ. ( εκ παραδρομής εγγράφει στο αναιρετήριο Λ.) του Κ., κατοίκου ... 39. Ν. Π. του Δ., κατοίκου ... 40. Φ. χήρας Ε. Π., το γένος Χ. Γ., κατοίκου ... και 41. Ε. Λ. του Α., κατοίκου ..., άπαντες εκπροσωπήθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Δανάης Τιμίνη και Παναγιώτη Γιαννόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) Α.Ε. που εδρεύει στην Αθήνα, όπως αυτή εκπροσωπείται νόμιμα, και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Στυλιανό Σταματόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις 2. Γ. Γ., φερόμενου ιδιοκτήτη του υπ' αριθ…αγρού κτηματικής περιφέρειας ... και ο οποίος ανήκει στην 37η αναιρεσείουσα, η οποία και είχε ασκήσει προς κατοχύρωση των δικαιωμάτων της κύρια παρέμβαση δια των προτάσεων ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, 3. Ι. Τ. του Ι., κατοίκου ... φερόμενου ιδιοκτήτη του υπ' αριθ… αγροτεμάχιου, κατά τον κτηματολογικό Πίνακα που συνεταξε η αναιρεσίβλητη εταιρία και ο οποίος ανήκει στην 29η αναιρεσείουσα, η οποία και είχε ασκήσει προς κατοχύρωση των δικαιωμάτων της κύρια παρέμβαση ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, 4. Ν. Μ. του Β., κατοίκου ... φερόμενου ιδιοκτήτη του υπ'αριθ.. αγρού που ανήκει στον 30ο αναιρεσείοντα κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, και κατά 2/8 στην 31η αναιρεσείουσα οι οποίοι και είχαν ασκήσει προς κατοχύρωση των δικαιωμάτων του κύρια παρέμβαση ενώπιον του δικάσαντος εφετείου, 5. Ε. Κ. του Π., κατοίκου ... ως φερόμενου ιδιοκτήτη των αγρών με α/α κατά τον κτηματολογικό πίνακα της αναιρεσίβλητης εταιρίας και .. και υπό αρ… και … αγροτεμάχια, για τα οποία άσκησε μεν αρχικώς κύρια παρέμβαση ο δικαιοπάροχος ημών των 32ου, 33ου, 34ου, 35ης αναιρεσειόντων, Γ. Τ., ήδη δε ενόψει του θανάτου αυτού και συνεχίζουν την δίκη οι 32ος, 33ος, 34ος,35ος αναιρεσείοντες. 6. Ι. Τ. του Σ., κατοίκου ... ως φερόμενου ιδιοκτήτη των αγρών υπ' αριθ. …αγροτεμάχιο, για το οποίο άσκησε κύρια παρέμβαση ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, ο 36ος αναιρεσείων προς κατοχύρωση των συμφερόντων του και αντιποιούμενος του αντικειμένου της δίκης (6ος αναιρεσίβλητος) και 7. Δ. Π. του Ν., κατοίκου ... ως φερόμενου ιδιοκτήτη αγρού υπό α/α .., το 1/4 του οποίου διεκδικεί κατά πλήρη κυριότητα ο 46ος αναιρεσείων, έχοντας ασκήσει προς τούτο κύρια παρέμβαση δια των προτάσεων, ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου. Οι 2ος 3ος, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΝΟΜΙΜΩΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣ: 1.Μ. Δ. του Ν. κατοίκου ... 2. Σ. Π. του Ε., 3 Ε. Π. του Ε., 4 Μ. Π. του Ε. και 5 Α. Π. του Η., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ... Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 84/8-8-2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των άλλων διαδίκων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:196/2006 μη οριστική και 183/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-5-2010 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 855/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη και την επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2012 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 7-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και δωδέκατου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 6-6-2012 κλήση των αναιρεσειόντων, εκτός των υπ'αριθμ. 31, 42-44 και 46, η από 31-5-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 183/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 855/2012 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση (20-4-2012) της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθ. .../6-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Φλώρινας …, ακριβή αντίγραφα της ως άνω κλήσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς όλους τους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους (2-7). Εξ άλλου, από τις υπ'αριθ. .../6-7-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Φλώρινας … προκύπτει ότι έχει επιδοθεί στους ανωτέρω απολειπομένους αναιρεσιβλήτους και ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτών. Κατά το άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος (2001) "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικό επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ.1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το όρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων". Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκαση της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάσει το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ (Ολ) 14/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, το Εφετείο δίκασε αίτηση, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για την επιφάνεια, τα επικείμενα, δένδρα και εγκαταστάσεις, που απαλλοτριώθηκαν με την υπ'αριθμ. 1051855/4815/0010/13-7-2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 652/28-7-2004 Τ-Δ'), για λόγους δημοσίας ωφέλειας, υπέρ και δαπάνες της Δημοσίας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού ΑΕ, (ΔΕΗ), έκταση συνολικού εμβαδού 2.394.863 τ.μ., η οποία ευρίσκεται στην περιοχή του Νομού Φλώρινας και ειδικότερα στα ... όπως η έκταση αυτή αποτυπώνεται στο με κλίμακα 1:5000 κτηματολογικό διάγραμμα και στον από μηνός Ιουλίου 2003 κτηματολογικό πίνακα, τα οποία έχει συντάξει ο τοπογράφος Ι. Κ. και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της Διεύθυνσης Ηλεκτροπαραγωγής του Υπουργείου Ανάπτυξης Κ. Χ. στις 4-7-2004. Μεταξύ των απαιτήσεων και παρεμβάσεων ήταν και αυτές των αναιρεσειόντων. Οι αναιρεσείοντες-ανταιτούντες-παρεμβαίνοντες με τις αναιτήσεις και τις παρεμβάσεις τους ζήτησαν τον οριστικό προσδιορισμό τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα ακίνητα (καλλιεργούμενες εδαφικές εκτάσεις), τα φυτά, τα οπωροφόρα, δένδρα, καθώς επίσης και τις διάφορες εγκαταστάσεις (γεωργήσεις, συστήματα άρδευσης, αποθήκες). Η συζήτηση της από 7-7-2005 αίτησης της ΔΕΗ, των ανταιτήσεων και παρεμβάσεων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων και ειδικότερα από τη προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 5-4-2006, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 196/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Επακολούθησε η έκδοση των υπ'αριθ. 49/2007, 134/2007, 9/2008 αποφάσεων του ιδίου ως άνω Εφετείου με αντικατάσταση των διορισθέντων πραγματογνωμόνων και τελικά η υπόθεση συζητήθηκε στις 3-6-2009, οπότε και δικάστηκαν η ως άνω αίτηση της ΔΕΗ, οι ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των αναιρεσειόντων και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, επίσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αναιρεσειόντων και ειδικότερα για το έδαφος, τα φυτά, τα οπωροφόρα δένδρα και τις διάφορες εγκαταστάσεις είναι ο χρόνος της πρώτης συζήτησης της αίτησης προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, δηλαδή η 5-4-2006, δεδομένου ότι είχε παρέλθει έτος από τη συζήτηση για τον προσδιορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως στις 24-2-2005. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου, με το να λάβει υπόψη του το Εφετείο ως κρίσιμο χρόνο εκείνον της πρώτης συζητήσεως (5-4-2006) που εκδόθηκε η υπ'αριθ.196/2006 μη οριστική απόφαση που διέταξε την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και όχι αυτόν της δεύτερης συζητήσεως (3-6-2009), που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος, έκτος και ενδέκατος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.1 του Ν.2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, ΚΑΑΑ" η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου, καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση προσδιορίζεται κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου και των αμέσως επομένων 19-20. Τα άρθρα 1-590 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και κατά την ειδική αυτή διαδικασία, εκτός αν αντιβαίνουν στις διατάξεις του παρόντος νόμου. Περαιτέρω, κατ'άρθρο 20 του ιδίου νόμου (ΚΑΑΑ), αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστη, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π.1330/2002) και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 571/2004). Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αίτησης επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους, ώστε το δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση του, απορρίπτοντας, σιωπηρά, σχετικό ισχυρισμό των καθ'ων η αίτηση και ήδη αναιρεσειόντων, δεν παράλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, που είχε σχέση με την ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αίτησης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας ως αόριστη είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997), Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006). Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό, και γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε (ΑΠ 2133/2007, ΑΠ 2104/2007, ΑΠ 2100, 2101/2007, ΑΠ 1850/2007). Επομένως, οι τέταρτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ο πρώτος κατ'ορθή εκτίμηση, ελλείψει αναφοράς των ως άνω στοιχείων, είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι. Οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, ως προς το μέρος κατά το οποίο, υπό την επίκληση αυτών, στην πραγματικότητα πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.), είναι επίσης απαράδεκτοι (ΑΠ 2061/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 352 παρ.1-2 ΚΠολΔ η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 343 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι διάδικοι δικαιούνται να παρίστανται στην αποδεικτική διαδικασία, περιλαμβανομένης άρα και της διεξαγωγής της δικαστικώς διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, αφού και αυτή αποτελεί διεξαγωγή αποδείξεως και πρέπει να καλούνται προς τούτο από τον διεξάγοντα την απόδειξη διάδικο, δεν διαγράφεται με ποινή ακυρότητος, ούτε χωρεί για την παράβαση της αναίρεση ή αναψηλάφηση , ώστε να επιφέρει ακυρότητα κατά το άρθρο 159 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, επιφέρει όμως ακυρότητα υπό την προϋπόθεση της παρ.3 του άρθρου αυτού, ήτοι όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου έχει προκαλέσει στον προτείνοντα αυτήν διάδικο βλάβη η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλον τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 1264/2002).Στην προκειμένη περίπτωση, με τους όγδοο, ένατο και δέκατο λόγους αναιρέσεως αποδίδονται από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο πλημμέλειες από τον αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, αφ'ενός μεν δεν έλαβε υπόψη του εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης (ΔΕΗ) , σύμφωνα με την οποία, βάσει των προσωρινών τιμών μονάδος, κατήρτησε συμβάσεις, αφ'ετέρου δε έλαβε υπόψη του την διαταχθείσα απ'αυτό πραγματογνωμοσύνη, η οποία έγινε μονομερώς με την πρωτοβουλία αυτής, χωρίς οι αναιρεσείοντες να λάβουν γνώση τόσο της ορκίσεως όσο και των ενεργειών του πραγματογνώμονα, με συνέπεια να στερηθούν του δικαιώματος να προσκομίσουν συγκριτικά στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους, καθώς και του δικαιώματος διορισμού τεχνικού συμβούλιου, αφού ουδέποτε ειδοποιήθηκαν προς τούτο και έτσι να υποστούν βλάβη, καθώς και τις εκθέσεις τεχνικών συμβούλων της. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην προκειμένη περίπτωση, στήριξε την κρίση του, για την πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, αφενός μεν και στην εξώδικη ομολογία των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης ΑΕ (ΔΕΗ), αφετέρου δε, απορρίπτοντας, κατ'ουσίαν, σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για ακυρότητα της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, δι'έλλειψη βλάβης (ΑΠ 1264/2002), εκτίμησε ελεύθερα αυτή και τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, και για την κρίση του δε αυτή δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία και δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρ. 387 ΚΠολΔ, ΑΠ 1971/1990). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) "αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριωμένη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής", κατά δε την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου "εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις που κατατίθενται με την ποινή του απαραδέκτου πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για το οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται το μεν, ότι η αίτηση ενώπιον του Εφετείου για οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως μετά από προηγηθέντα προσωρινό προσδιορισμό αυτής από το Μονομελές Πρωτοδικείο, είναι αυτοτελής αίτηση (εισαγωγικό δικόγραφο) και δεν αποτελεί ένδικο βοήθημα (μέσο) κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που προσδιορίζει προσωρινώς την αποζημίωση ,το δε ότι ο καθ'ου μπορεί με εμπροθέσμως κατατιθέμενες προτάσεις να ασκήσει ανταίτηση. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι εκ των 29 έως και 38 και ο 46ος εκ των αναιρεσειόντων προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως εναντίον των 1 -28, 39-45 και 47 εκ των καθ'ων η αίτηση, των οποίων την κυριότητα των ιδιοκτησιών τους αμφισβητούσαν αυτοί (29-38, 46) , είχαν δε ασκήσει παρέμβαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος και είχαν καταστεί διάδικοι και η αίτηση οριστικού προσδιορισμού ως προς αυτούς ήταν απαράδεκτη λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας του άρθρου 20 παρ.1-5 Ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, βάσει των αναφερομένων, στην ανωτέρω νομική σκέψη είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 περ.γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 19 παρ.5 και 6 του Ν..2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει, ότι κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται να παρέμβει με δήλωσή του κατά τη συζήτηση της αίτησης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας χωρίς καμία προδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτά κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι οι εκ των αναιρεσειόντων-καλούντων 29-30, 32-38 και 46 άσκησαν κύριες παρεμβάσεις, με τις οποίες αντιποιούντο απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες, οι οποίες εφέροντο καταχωρημένες εν ονόματι άλλων προσώπων. Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απεφάνθη επ'αυτών και δεν περιέλαβε διάταξη το διατακτικό της. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι ανωτέρω αναιρεσείοντες-καλούντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.9 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Επίσης, βάσιμος είναι και ο δωδέκατος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι 33ος- 36ος εκ των αναιρεσειόντων - καλούντων προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον ενώ παρέστησαν κατά την επ'ακροατηρίω διαδικασία και δήλωσαν βιαία διακοπή της δίκης, συνεπεία θανάτου του Γ. Τ. (ανταιτούντος-παρεμβαίνοντος) και συνέχιση αυτής από τους ιδίους, ως μοναδικοί καθολικοί διάδοχοι αυτού, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχθηκε τ' ανωτέρω, στην συνέχεια απέρριψε την παρέμβαση του ανωτέρω αποβιώσαντος και αρχικού διαδίκου Γ. Τ.. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι τρίτος και ο δωδέκατος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις από τους αριθ. 9 περ. γ' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, κατά το μέρος που άφησε αδίκαστες τις κυρίες παρεμβάσεις των υπ'αριθμ. 29-30 και 32-38 εκ των αναιρεσειόντων-καλούντων και κατά το μέρος που απέρριψε την παρέμβαση του εκ των αρχικώς αναιρεσειόντων Γ. Τ., καθολικοί διάδοχοι του οποίου τυγχάνουν οι υπ'αριθ. 33-36 εκ των αναιρεσειόντων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση για τα ως άνω αναιρούμενα μέρη, στο ίδιο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, κατά διορθωτική, με συμπλήρωση ερμηνεία του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν.4055/2012, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, εκ των υπ'αριθ. 29-30, 32-38 και 33-36, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πρώτης αναιρεσίβλητης (ΔΕΗ), καθώς και η τελευταία στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσειόντων (29-30,32-38,33-36) (άρθρ. 176, 180, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ. 183/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες-καλούντες, εκτός των υπ'αριθ. 29-30, 32-38, και 33-36 στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ και την τελευταία (ΔΕΗ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (29-30, 32-38, 33-36), τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ