Αριθμός 1788/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ανδρέου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "… Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πάσχου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2028/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3615/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου. Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017, 275/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσβάλλει την απόφαση με την εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή α) τις διατάξεις της σσε 2012-2013, που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας την 16.7.2012, β) τις διατάξεις της σσε 2014-2015 και γ) τις διατάξεις της σσε 2016-2017, από τις οποίες προκύπτουν οι κατηγορίες των εργαζόμενων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και στις οποίες δεν υπάγεται η αναιρεσείουσα ως υπάλληλος γραφείου, η οποία μπορούσε να παρέχει τις υπηρεσίες της ανεξάρτητα από τη λειτουργία ή μη της ξενοδοχειακής μονάδας. Όμως, στο λόγο αυτό, δεν καθορίζεται σε ποιο ακριβώς νομικό σφάλμα υπέπεσε η αναιρεσιβαλλόμενη με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στις παραδοχές της. Η αναιρεσείουσα, αρκείται στη γενική αναφορά περί παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων και εκθέτει ακολούθως ότι η αναιρεσιβαλλόμενη "εδέχθη εσφαλμένα και άνευ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ότι η αναιρεσείουσα που προσελήφθη την 1.4.2003, προσέφερε την εργασία της έως 12.11.2013, οπότε εκδόθηκε η υπ'αριθμ ΕΟΤ ΠΥΤ …/2013 απόφαση σφράγισης του ξενοδοχείου, δεχόμενη εσφαλμένως ατελώς, ανεπαρκώς κι άνευ εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ότι η σφράγιση έλαβε χώρα κατά το χρόνο αυτόν, ήτοι την 12.11.2013, ενώ αν ελάμβανε υπόψη της τα νομίμως προσκομισθέντα και επιβληθέντα έγγραφα καθώς και τις νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, θα οδηγείτο εις έτερο αποδεικτικό πόρισμα, ήτοι ότι η σιωπηρή καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως μεταξύ των αντιδίκων - διαδίκων μερών έλαβε χώρα την 9.1.2018, πράγμα το οποίο συμπορεύεται και με το αναμφισβήτητο γεγονός της μη υπάρξεως καταγγελίας εκ μέρους της αντιδίκου αναιρεσιβλήτου για σπουδαίο λόγο, που σε ουδέν σημείο η αναιρεσιβαλλομένη κάνει μνεία, όταν μάλιστα δίχως κανένα νόμιμο έρεισμα εξομοιώνει την αναιρεσείουσα με εργαζόμενη στην εταιρεία "…", η οποία ήταν τρίτο μέρος μη διάδικο και δη μισθώτρια εταιρεία της ξενοδοχειακής μονάδας, μεταξύ της οποίας και της αναιρεσείουσας ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση υφίστατο, συνεπώς η ανωτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης δεν τελεί εν αιτιώδει συνδέσμω και συναφεία με την επίδικη αξίωση, με αποτέλεσμα η αιτιολογία της να είναι ατελής, ανεπαρκής και αναιτιολόγητη, καθόσον εξαρτά το αποτέλεσμα της δίκης όχι από την αναιρεσείουσα και συμβαλλόμενη εργασιακά με την εναγομένη, αλλά αυτήν με τρίτους, καθ' υπέρβαση των υποκειμενικών ορίων της δίκης, δι' ο και το αποδεικτικό πόρισμα να είναι εντελώς εσφαλμένο και επιζήμιο για την αναιρεσείουσα, διότι την θεωρεί εργαζομένη της "…"...". Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αναίρεσης, είναι αόριστος, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύει το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε η αναιρεσιβαλλομένη κατά την εφαρμογή των διατάξεων που επικαλείται στο αναιρετήριο και μάλιστα με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα από την απόφαση πραγματικά περιστατικά. Αφορά κατ' επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξή της σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από την αναιρεσείουσα. Επομένως, δεν αποδίδει πλημμέλεια με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες, εξάλλου, δεν παραθέτει ούτε αποσπασματικά και, κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, ενόψει του ότι, κατ' άρθρα 339, 421 επ. ΚΠολΔ, αποτελούν, όπως και κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, που καταργήθηκε με το νόμο 4335/2015, ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία και η χωριστή αναφορά κάθε μιας τούτων, πλην του ότι τηρήθηκαν γι' αυτές οι νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 1708/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που αυτή νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε η αλήθεια των αγωγικών ισχυρισμών της ως προ το χρόνο που έλαβε χώρα η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της από την αναιρεσίβλητη και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη: α) τις …, … και …/2019 ένορκες βεβαιώσεις στη συμβολαιογράφο … Βασιλική Κέστη, οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της αντιδίκου της και με το περιεχόμενο τους αποδεικνύουν την παροχή της εργασίας της στην αναιρεσίβλητη έως και το έτος 2017, β) το ΣΤΕ …/2015 Πρακτικό Σφράγισης του Τμήματος Τ. Α. με την επισυναπτόμενη σε αυτό γνωστοποίηση της απόφασης της Επιτροπής Προσφυγών του ν. 3270/2004 από τα οποία προκύπτει ότι η σφράγιση της ξενοδοχειακής μονάδας, στην οποία παρείχε την εργασία της η αναιρεσείουσα εκτελέστηκε την 29.4.2015 και το σχετικό πρακτικό παραλήφθηκε από την αναιρεσείουσα, γεγονός που αποδεικνύει de facto και de jure ότι η αναιρεσείουσα παρείχε την εργασία της έως την ανωτέρω ημερομηνία, το δε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης δεν τελεί και σε αιτιώδη σύνδεσμο με την από 4.1.2018 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, στο περιεχόμενο της οποίας, όμως, δεν αναφέρεται, από την οποία προκύπτει ότι η σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα την 9.1.2018 και όχι την 12.11.2013, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, παραδοχή εξ αιτίας της οποίας απέρριψε την αγωγή. Ο λόγος αυτός αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος το μεν διότι ρητά αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι αυτή κατέληξε στο πόρισμά της από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, καθώς και τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα (αναιρεσείουσα), νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, το δε διότι σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα η αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί την 1.4.2003 ως υπάλληλος γραφείου, πλήρους απασχόλησης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) εταιρεία ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων, κύριος σκοπός της οποίας ήταν η εκμετάλλευση ιδιόκτητου και ευρισκόμενου στη θέση "…" … ξενοδοχείου …, προσέφερε δε σε αυτήν τις υπηρεσίες της έως τις 12.11.2013, οπότε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. …/2013 απόφαση σφράγισης του παραπάνω ξενοδοχείου, στο οποίο αφορούσε η εργασία της ενάγουσας, καταγγέλθηκε δε σιωπηρά η επίδικη εργασιακή σύμβαση από την εναγομένη, αφού αρνήθηκε να δεχθεί περαιτέρω τις υπηρεσίες της ενάγουσας, ενώ η άρνησή της συνοδεύτηκε από περιστάσεις, εκ των οποίων, αναμφίβολα, προέκυψε κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δήλωσή της περί λύσης της συμβάσεως. Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εκμεταλλευόταν το εν λόγω ξενοδοχείο, εκμισθώνοντάς το σε άλλες εταιρείες, που αναλάμβαναν τη διαχείριση και λειτουργία του, τελευταίως δε το είχε εκμισθώσει στην εταιρεία με την επωνυμία "…Α.Ε.", η οποία προέβαινε και σε πλήρη εκμετάλλευσή του, δίχως να έχει προηγουμένως εφοδιαστεί με το Ειδικό Σήμα Λειτουργίας, με συνέπεια να εκδοθεί η ως άνω η ανωτέρω απόφαση σφράγισης και να διακοπεί οριστικά η λειτουργία του, να καταγγελθούν δε όλες οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της εταιρείας "…", ουδείς εκ των εργαζομένων της οποίας, απασχολήθηκε έκτοτε, στο εν λόγω ξενοδοχείο και επομένως πρόκειται για περιστάσεις από τις οποίες σαφώς συνάγεται δήλωση της εναγομένης για λύση της υπόψιν σύμβασης, καθότι, ελλείψει αντικειμένου εργασίας, ουδόλως χρειαζόταν πλέον τις υπηρεσίες της ενάγουσας. Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη έλαβε υπόψη της το περιεχόμενο των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα εγγράφων, αλλά κατέληξε, μετά από την συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, σε πόρισμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο στην αίτηση αναιρέσεως, χωρίς όμως να υποπέσει, κατά την κατάρτιση του οντολογικού μέρους της ελάσσονος πρότασής της στην αναιρετική πλημμέλεια που τής αποδίδεται. Εξάλλου και στην αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται ως εσφαλμένη η κρίση ότι η αναιρεσείουσα απολύθηκε σιωπηρώς την 12.11.2013, όχι όμως και η κρίση της ότι διακόπηκε η λειτουργία της ξενοδοχειακής μονάδας, στην οποία η αναιρεσείουσα εργαζόταν, και ότι απομακρύνθηκε το σύνολο του προσωπικού της κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο. Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, η δε αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 3615/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ