Αριθμός 82/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θ. Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη, και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πέτσα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 4) Β. Π. του Σ., …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Κουρούκλη. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα αναβολής. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία το ανωτέρω δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο τοπικά για την εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας ως τοπικά αρμόδιο, 331/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και 368/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-9-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια των άρθρων 713 και 719 ΑΚ, με την σύμβαση της εντολής, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας και να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεσή της (ΑΠ 487/2017, ΑΠ 185/2015). Εξάλλου, η άνω διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ δεν έχει το χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως και επομένως οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν, εκ των προτέρων, ότι στον εντολοδόχο θα καταβάλλεται αμοιβή για την εκτέλεση της εντολής, οπότε στην περίπτωση αυτή η σύμβαση θα έχει το χαρακτήρα της έμμισθης εντολής (ΑΠ 679/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) είναι γεωργοί και ασχολούνται κατ' επάγγελμα με την παραγωγή αγροτικών προϊόντων στην ευρύτερη περιοχή της Καστοριάς και η εναγομένη εταιρία (αναιρεσείουσα) που εδρεύει στην … … δραστηριοποιείται στην εμπορία αγροτικών …. Στα πλαίσια του συστήματος ολοκληρωμένης διαχείρισης φυτικής παραγωγής και δη της παραγωγής ντομάτας (με βάση τα πρότυπα… ) και δυνάμει του από … ιδιωτικού συμφωνητικού οι ενάγοντες, μαζί με άλλους οκτώ (8) παραγωγούς της ίδιας περιοχής, κατάρτισαν έγγραφη συμφωνία με την εναγόμενη εταιρία, η οποία, στα πλαίσια προώθησης των σκοπών λειτουργίας της "για συστηματική, οργανωμένη και ομαδική συγκέντρωση, διαλογή και συσκευασία, αποθήκευση, συντήρηση και διάθεση στο εσωτερικό της χώρας ή στο εξωτερικό των οπωροκηπευτικών … των παραγωγών της" και προκειμένου να πετύχει την καλύτερη δυνατή τιμή, ανέλαβε κατά την καλλιεργητική περίοδο του έτους 2010 την προώθηση, ενίσχυση και συντήρηση της καλλιέργειας ντομάτας στο Νομό … από τους παραγωγούς της με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγής αυτής προς οικονομικό όφελος των παραγωγών της με συγκεκριμένους όρους και συμφωνίες. Ειδικότερα η εναγομένη εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση: α) να αγοράσει με υπόδειξη παραγωγού και παραδώσει σε αυτόν 19.000 φυτά τομάτας, τα οποία θα είναι επιλεγμένα από αναγνωρισμένα φυτώρια παραγωγής αυτών και θα φέρουν τα απαραίτητα πιστοποιητικά της ποικιλίας και του είδους αυτών στην όσο το δυνατό, καλύτερη τιμή που θα ισχύει γι' όλους τους παραγωγούς. Το κόστος αγοράς κάθε φυτού, όπως αυτό θα προκύπτει από το σχετικό τιμολόγιο αγοράς της εταιρίας, θα συμψηφίζεται με τη πρώτη εκκαθάριση, β) να υποστηρίζει τον παραγωγό με την τεχνογνωσία της και αναλαμβάνει την εφαρμογή του συστήματος της ολοκληρωμένης διαχείρισης, προκειμένου να διασφαλίσει τη διάθεση της παραγωγής τομάτας στην αγορά ευκολότερα, με τους καλύτερους δυνατούς όρους και με την μεγαλύτερη τιμή. Σε περίπτωση καταστροφής της καλλιέργειας λόγω καιρικών συνθηκών όποια δοθείσα προκαταβολή θα επιστραφεί άμεσα, γ) να πληρώνει τον παραγωγό και να τον ενημερώνει για την ποιότητα της παραγωγής του. Στο ίδιο συμφωνητικό φέρεται υπό στοιχείο δ και συμφωνία για κατώτατη τιμή πλην όμως δεν συμπληρώθηκε η σχετική ένδειξη, οπότε δεν ισχύει τέτοια συμφωνία. Επίσης συμφωνήθηκε η εκκαθάριση για κάθε παραγωγό να γίνεται με το τέλος της συγκομιδής. Περαιτέρω ο παραγωγός (εν προκειμένω ο ενάγων) ανέλαβε την υποχρέωση με την υπογραφή του συμφωνητικού : α) να δηλώνει υπεύθυνα και εμπρόθεσμα την ακριβή γεωργική έκταση σε στρέμματα που πρόκειται να καλλιεργήσει με την καλλιέργεια τομάτας β) να συμμορφώνεται με την υπόδειξη της εταιρίας για τον ακριβή χρόνο φύτευσης των κηπευτικών, ώστε να επιτυγχάνεται (ως προς τον κατάλληλο χρόνο) η καλύτερη των προϊόντων τους, γ) να παραδίδει στην εταιρία το σύνολο της παραγωγής των καλλιεργούμενων φυτών με ελάχιστο κατώτατο όριο πέντε (5) κιλά τομάτας ανά φυτό. Τον παραγωγό βαρύνουν και τα έξοδα μεταφοράς, διαλογής και συσκευασίας του προϊόντος καθώς και τα εν γένει έξοδα της ολοκληρωμένης διαχείρισης, δ) ο παραγωγός, ευθύνεται έναντι της εταιρίας σε κάθε περίπτωση παράδοσης ποσότητας μικρότερης από την προβλεπόμενη, δηλαδή μικρότερη των πέντε κιλών ανά φυτό, σε αποζημίωση...., ε) ο παραγωγός εντάσσεται υποχρεωτικά στο πρόγραμμα της ολοκληρωμένης διαχείρισης των κηπευτικών, στο οποίο εντάχθηκε η εταιρία, και συνεπώς υποχρεούται να ακολουθεί πιστά τις σχετικές οδηγίες της εταιρίας και των οργάνων της (ειδικών συμβούλων, γεωπόνων κ.λ,π.) για τον τρόπο της καλλιέργειας αυτών, ζ) Ο παραγωγός με το παρόν ιδιωτικό συμφωνητικό εκχωρεί προς την εταιρία ολόκληρη την παραγωγή της τομάτας, σε περίπτωση δε αδικαιολόγητης διακοπής της συνεχούς ροής παράδοσης των προϊόντων των κηπευτικών προς την εταιρία, η τελευταία έχει τα επιλεκτικό δικαίωμα και κατά την διακριτική της ευχέρεια να αρνηθεί περαιτέρω την παραλαβή των προϊόντων του παραγωγού ή να αποδεχτεί με μειωμένη τιμή την συνολική διακομισθείσα ποσότητα της τομάτας. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη εταιρία "αναλαμβάνει τη πώληση της τομάτας έναντι προμήθειας 10% επί της αναγραφομένης τιμής πωλήσεως του τιμολογίου, που θα βρίσκεται στη διάθεση των παραγωγών". Επισημαίνεται ότι η εναγομένη συνυπέγραψε ξεχωριστό συμφωνητικό με κάθε παραγωγό και όχι με όλους μαζί ως ενιαίο σύνολο. Οι διάδικοι αντισυμβαλλόμενοι περαιτέρω συμφώνησαν προφορικά να παραδίδουν οι παραγωγοί, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, την παραγωγή τους ντομάτας του έτους 2010 σταδιακά στο συσκευαστήριο του Δ. Γ. στο… … , όπου γινόταν η διαλογή αυτής (της τομάτας), δηλαδή απορριπτόταν η ακατάλληλη ποσότητα και η εναπομείνασα (κατάλληλη) διαμοιραζόταν σε 4 κατηγορίες ανάλογα με την ποιότητά τους, ήτοι κατηγορία EXTRA, κατηγορία Α, Β και Γ. Η διαδικασία διαλογής και συσκευασίας ανά ποιότητα γινόταν από τον προαναφερόμενο Δ. Γ., παρισταμένου για λογαριασμό της εναγομένης εταιρίας ενός υπαλλήλου αυτής ονόματι Ι. Δ., ο οποίος επόπτευε όλη τη διαδικασία και τον οποίο οι παραγωγοί αναγνώριζαν ως εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρίας, αφού ήταν ο άνθρωπος που από την πρώτη στιγμή ερχόταν σε άμεση επαφή μαζί τους. Μετά τη διαδικασία αυτή ο Δ. Γ. συνέτασσε μία κατάσταση διαλογής για κάθε παραγωγό χωριστά, στην οποία ανέγραφε σε στήλες την ημερομηνία παράδοσης, τις ποσότητες που παραδόθηκαν ανά κατηγορία διαλογής, την ποσότητα ακατάλληλης προς πώληση ντομάτας με την ένδειξη "scarta" και τα σύνολα της παραδοθείσας ποσότητας και με την κριθείσα ακατάλληλη ποσότητα και χωρίς αυτή. Με βάση τις ως άνω καταστάσεις συντάσσονταν τα αντίστοιχα δελτία αποστολής και η εναγομένη παραλάμβανε με δικά της φορτηγά τις συσκευασμένες ποσότητες τομάτας και τις προωθούσε απευθείας στους εκάστοτε αγοραστές. Επίσης όσον αφορά στα έξοδα συμφωνήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, να βαρύνεται ο παραγωγός με τα έξοδα μεταφοράς, διαλογής και συσκευασίας του προϊόντος καθώς και τα εν γένει έξοδα της ολοκληρωμένης διαχείρισης. Αυτό καταγράφηκε και στο επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό, προφορικά συμφωνήθηκε δε περαιτέρω προσδιορισμός εξόδων κατ' ανώτατο όριο σε 0,15 ευρώ ανά κιλό, κατά τα γενικώς κρατούντα στην αγορά και τις συναλλακτικές επαφές, ώστε να υπάρχει και μία σταθερή αναφορά και διασφάλιση για τους παραγωγούς και να μην αιφνιδιαστούν από τυχόν υπερβολική διόγκωση εξόδων που θα απέβαινε σε βάρος τους κατά το στάδιο της εκκαθάρισης. Όσον αφορά στην τιμή πώλησης συμφωνήθηκε ότι θα ήταν η τρέχουσα τιμή πώλησης για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η οποία και θα αποδιδόταν στον παραγωγό μετά την αφαίρεση-παρακράτηση εκ μέρους της εναγομένης και για λογαριασμό της του ως άνω αναφερόμενου ποσοστού 10% επί των τιμών των τιμολογίων πώλησης που αποτελούσε και τη συμφωνηθείσα αμοιβή της, καθώς και των προαναφερομένων εξόδων. Από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια πώλησης σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η μέση τιμή πώλησης της ντομάτας του ενάγοντος και των λοιπών παραγωγών από την … για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο του έτους … χωρίς να κρίνεται απαραίτητη η κατανομή σε δύο περιόδους (όπως ισχυρίζεται η εναγομένη) διαμορφώθηκε ως εξής: 1) 0,90 ευρώ στην ποιότητα extra, 2) 0,70 ευρώ στην ποιότητα Α, 3) 0,37 ευρώ στην ποιότητα Β και 4) 0,62 ευρώ στην ποιότητα Δ. Η διαδικασία παραδόσεως της παραγωγής ξεκίνησε περί τα μέσα Ιουλίου του … και ολοκληρώθηκε περί τα τέλη … του Ιδίου έτους. Συγκεκριμένα: 1) για τον 1ο ενάγοντα (Θ. Κ.), όπως προκύπτει από τη δική του κατάσταση διαλογής ξεκίνησε στις 28-7-2010 (πρώτη παράδοση) και ολοκληρώθηκε στις 15-9-2010 (τελευταία παράδοση), 2) για τον 2ο ενάγοντα (Π. Κ.), όπως προκύπτει από τη δική του κατάσταση διαλογής ξεκίνησε στις 3-8-2010 (πρώτη παράδοση) και ολοκληρώθηκε στις 6-10-2010, 3) για τον 3ο ενάγοντα (Στ. Ν.), όπως προκύπτει από τη δική του κατάσταση διαλογής ξεκίνησε στις 24-7-2010 (πρώτη παράδοση) και ολοκληρώθηκε στις 24-9-2010 (τελευταία παράδοση), και 4) για τον 4ο ενάγοντα (Β. Π. θ. Κ.), όπως προκύπτει από τη δική του κατάσταση διαλογής ξεκίνησε στις 3-8-2010 (πρώτη -παράδοση) και ολοκληρώθηκε στις 29-8-2010 (τελευταία παράδοση). Κατά την διάρκεια του ως άνω χρονικού διαστήματος έκαστος ενάγων παρέδωσε κατά τον ως άνω περιγραφόμενο τρόπο τις ακόλουθες ποσότητες: 1) ο 1ος 70.200 κιλά ντομάτας όλων των ποικιλιών και συγκεκριμένα: α) 6.292 κιλά κατηγορίας EXTRA, β) 41.389 κιλά κατηγορίας Α, γ) 10762 κιλά κατηγορίας B, δ) 7.806 κιλά κατηγορίας Γ και ε) 3.951 κιλά που κρίθηκαν ακατάλληλα (scarta). Μετά την αφαίρεση της ποσότητας που κρίθηκε ακατάλληλη απέμειναν 66.249 κιλά σύμφωνα με την κατάσταση διαλογής, 2) Ο 2ος 39.865 κιλά ντομάτας όλων των ποικιλιών και συγκεκριμένα: α) 2.797 κιλά κατηγορίας EXTRA, β) 25.624 κιλά κατηγορίας Α, γ) 6.877 κιλά κατηγορίας Β, δ) 1.361 κιλά κατηγορίας Γ και ε) 3.206 κιλά που κρίθηκαν ακατάλληλα (scarta). Μετά την αφαίρεση της ποσότητας που κρίθηκε ακατάλληλη απέμειναν 36.659 κιλά σύμφωνα με την κατάσταση πλην όμως στην αγωγή αναφέρεται ποσότητα 35.392 κιλών με διαφοροποίηση στις παραδοθείσες ποσότητες όλων των κατηγοριών και αναφορά των ποσοτήτων 2.766, 24.431, 6.859 και 1.336 κιλά αντίστοιχα ανά κατηγορία. Πρόκειται για μικρότερες ποσότητες από τις αναφερόμενες στην οικεία κατάσταση διαλογής, πλην όμως εφεξής θα γίνεται αναφορά στα ως άνω αιτούμενα με την αγωγή (άρθρ. 111, 115 του ΚΠολΔ), 3) Ο 3ος 25.690 κιλά ντομάτας όλων των ποικιλιών και συγκεκριμένα: α) 2.347 κιλά κατηγορίας EXTRA, β) 14.295 κιλά κατηγορίας Α, γ) 4.552 κιλά κατηγορίας Β, δ) 2.358 κιλά κατηγορίας Γ και ε) 2.138 κιλά που κρίθηκαν ακατάλληλα (scarta). Μετά την αφαίρεση της ποσότητας που κρίθηκε ακατάλληλη απέμειναν 23.552 κιλά σύμφωνα με την κατάσταση διαλογής, 4) ο 4ος 5.724 κιλά ντομάτας όλων των ποικιλιών και συγκεκριμένα: α) 261 κιλά κατηγορίας EXTRA, β) 3.009 κιλά κατηγορίας Α, γ) 759 κιλά κατηγορίας Β, δ) 809 κιλά κατηγορίας Γ και ε) 886 κιλά που κρίθηκαν ακατάλληλα (scarta). Μετά την αφαίρεση της ποσότητας που κρίθηκε ακατάλληλη απέμειναν 4.838 κιλά σύμφωνα με την κατάσταση διαλογής. Μετά την ως άνω περιγραφόμενη διαδικασία οι ως άνω ποσότητες πωλήθηκαν σε τρίτους από την εναγομένη που είχε αναλάβει τη σχετική υποχρέωση με το ως άνω συμφωνητικό. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι από το σύνολο των 325.883 κιλών που της παραδόθηκαν από όλους τους συμβεβλημένους παραγωγούς πωλήθηκαν από 10-7-2010 έως 23-12-2010 μόνον τα 270.475 κιλά και κρίθηκαν περαιτέρω ακατάλληλα προς πώληση 55.408 κιλά τομάτας. Προς τούτο προσκομίζει και την από 31-1-2012 εκτυπωθείσα κατάσταση με λεπτομερή αναφορά των πωλήσεων "από 10-7-2010 έως 23-12-2010" (ημερομηνία, αριθμό παραστατικού, όνομα αγοραστή, περιγραφή προϊόντος, ποσότητα και αξία), η οποία επισημαίνεται ότι, μολονότι αναφέρεται σε πωλήσεις έως 23-12-2010, ολοκληρώνεται στην ημερομηνία της 5ης-10-2010. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι καταστράφηκε η ως άνω κριθείσα ακατάλληλη ποσότητα και με βάση την ποσότητα που δεν πώλησε υπολογίζει ένα ποσοστό φύρας, το οποίο κατανέμει ισόποσα σε όλους τους παραγωγούς, αντιμετωπίζοντας αυτούς ως ομάδα, πλην όμως αυθαίρετα και μάλιστα παρά τις διαφοροποιήσεις στις ποσότητες που παρέδωσε καθένας από αυτούς, οι οποίες (διαφοροποιήσεις) κυμαίνονται σε μεγάλο εύρος με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον 1ο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο Θ. Κ. να έχει παραδώσει (αφαιρουμένης της ποσότητας που εξαρχής κρίθηκε ακατάλληλη-scarta) 66.249 κιλά και του Β. Π.υ να έχει παραδώσει μόλις 4.838 κιλά. Αφαιρώντας ποσοστό φύρας 15,72% η εναγομένη επαναϋπολογίζει τις παραληφθείσες ποσότητες και συγκεκριμένα για τους ήδη ενάγοντες-εφεσίβλητους ισχυρίζεται ότι παρέδωσαν 55.834,66, 30.896,21, 19.849,63 και 4.077,47 κιλά αντίστοιχα. Άπαντα τα ανωτέρω μαζί με τα έξοδα και το τελικό οφειλόμενο ποσό καταγράφονται στον προσκομιζόμενο από την εναγομένη πίνακα, o οποίος τιτλοφορείται "συγκεντρωτική -κατάσταση παραλαβής ντομάτας από …" και προφανώς συντάχθηκε από την ίδια (την εναγομένη) και όχι από τον Δ. Γ., όπως ισχυρίζεται οψίμως η τελευταία, λαμβανομένου υπόψιν ότι αναφέρει στοιχεία πωλήσεων (και κυρίως τίμημα αυτών) που προφανώς δεν γνώριζε ούτε και μπορούσε να γνωρίζει ο Δ. Γ.ς. Οι ως άνω ισχυρισμοί της εναγομένης δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, τουναντίον αποδείχθηκε ότι έκαστος των εναγόντων παρέδωσε και η εναγομένη παρέλαβε τις ως άνω αναφερόμενες ποσότητες ανά κατηγορία και μετά την αφαίρεση της ακατάλληλης ποσότητας (scarta), χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω καταστροφή συσκευασθείσας ποσότητας τομάτας που είχε ήδη διέλθει το στάδιο της διαλογής. Οι συγκεκριμένες ως άνω ποσότητες μετά τη διαλογή και τη συσκευασία τους παραδόθηκαν, προκειμένου να προωθηθούν προς πώληση, στην εναγομένη, η οποία τις παρέλαβε χωρίς να διατυπώσει οιαδήποτε επιφύλαξη και τις πώλησε σε τρίτους. Η μη προσκομιδή των σχετικών τιμολογίων εκ μέρους της, μολονότι είχε αναλάβει η ίδια τη σχετική υποχρέωση, δεν αναιρεί την υποχρέωσή της να αποδώσει το τίμημα που εισέπραξε στους ενάγοντες, οι οποίοι δεν μπορεί να υποχρεωθούν στα αδύνατα, ήτοι εν προκειμένω να υποχρεωθούν να εξεύρουν τα σχετικά παραστατικά που θα αποδείκνυαν την πώληση της ποσότητας που παρέδωσαν και διήλθε της διαδικασίας διαλογής και συσκευασίας, ήτοι ήταν έτοιμη προς πώληση. Είναι λογικά προφανές και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι οι ανωτέρω ποσότητες παραδόθηκαν στην εναγομένη και περαιτέρω διατέθηκαν από αυτήν σε τρίτους, καθόσον δεν προκύπτει ότι τυχόν καταστράφηκαν με την επίσημη και νόμιμη διαδικασία, κατόπιν σχετικής αδείας, όπως απαιτείται για το συγκεκριμένο αγροτικό προϊόν. Επισημαίνεται ότι η μόνη αποδειχθείσα απόσυρση ντομάτας για ταφή φέρεται ότι έγινε μετά τη διαλογή στο … … από τον Ε. Σ. στις 10-11-2010 για λογαριασμό της εναγομένης και αφορά προφανώς στην ποσότητα που κρίθηκε "σκάρτη" και δεν διατέθηκε τελικά περαιτέρω, ενώ δεν δύναται να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί της ποσότητας που καταστράφηκε λόγω των αντιφατικών ισχυρισμών κυρίως της εναγομένης επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Συγκεκριμένα στο υπ' αριθμ. … τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του Ε. Σ., το οποίο προσκομίζεται σε φωτοτυπία (χωρίς να βεβαιώνεται ότι πρόκειται περί ακριβούς αντιγράφου), έχει αναγραφεί "98/ΤΟΝΟΙ", η εξετασθείσα ως μάρτυρας στο ακροατήριο λογίστρια της εναγομένης Μ. Κ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς έκανε λόγο για 198 τόνους και 3 φορτηγά, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας για 5 φορτηγά και 5 τόνους, η δε προσκομιζόμενη από την εναγομένη "συγκεντρωτική κατάσταση παραλαβής ντομάτας …" αναφέρει για 55.408 κιλά ντομάτας ακατάλληλα προς πώληση, τα οποία ισχυρίζεται ότι καταστράφηκαν και τα οποία, ακόμη και συνυπολογιζόμενα με τα 22.866 κιλά που χαρακτηρίσθηκαν σκάρτα, δεν ταυτίζονται ούτε και προσεγγίζουν τα προαναφερόμενα νούμερα. Η δε ως άνω αναφερόμενη κατάσταση πωλήσεων που προσκομίζει η εναγομένη δεν αναιρεί τα ανωτέρω, καθόσον πρόκειται για απλό λογιστικό φύλλο που εκτυπώθηκε ένα και πλέον έτος μετά και αναφέρει πωλήσεις έως τις 5-10-2010 μολονότι αφορά κατά τον τίτλο του πωλήσεις έως 23-12-2010, ημερομηνία η οποία προφανώς δεν αναφέρεται τυχαία αφού δεν συμπίπτει ούτε με τη λήξη ημερολογιακού έτους ούτε με τη λήξη της περιόδου συγκομιδής ή διαλογής. Σημειωτέον δε ότι και η ίδια η ως άνω λογίστρια της εναγομένης Μ. Κ., εξετασθείσα στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι "τα τιμολόγια ήταν μέχρι …", ενώπιον δε του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς η ίδια κατέθεσε ότι η ντομάτα πωλούνταν μέχρι και τον Δεκέμβριο (βλ. τα υπ' αριθμ. 15/2014 πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Καστοριάς), από την κατάθεση δε της ανωτέρω και μόνο αναιρείται η ακρίβεια της κατάστασης πωλήσεων που προσκόμισε η εναγομένη. H εναγόμενη είχε αναλάβει την υποχρέωση να ενημερώνει τους ενάγοντες παραγωγούς για την ποιότητα της παραγωγής τους και να τους πληρώνει, προβαίνοντας σε εκκαθάριση στο τέλος της συγκομιδής, η οποία ολοκληρώθηκε στις 15-9-2010, 6-10-2010, 24-9-2010 και 29-8-2010 αντίστοιχα για κάθε ενάγοντα. Σε συμμόρφωση με την ως άνω υποχρέωση που ανέλαβε απέστειλε σε καθένα των εναγόντων την από 5-1-2011 εξώδικη δήλωση και προσφορά, με την οποία τους γνωστοποίησε τη συνολική εκκαθάριση για το έτος 2010, με βάση την οποία: 1) ο μεν 1ος ενάγων όφειλε το ποσό των 65,45 ευρώ, 2) ο 2ος εξ αυτών όφειλε το ποσό των 6.408,98 ευρώ, 3) στον 3ο όφειλε η εναγομένη το ποσό των 98,36 ευρώ και 4) στον 4ο όφειλε η εναγομένη το ποσό των 16,11 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων η αξία της ως άνω πωληθείσας παραγωγής ενός εκάστου των εναγόντων ανερχόταν στα ακόλουθα ποσά: 1) για τον 1ο : α) 6.292 κιλά κατηγορίας EXTRA Χ 0,90 ευρώ ανά κιλό = 5.662,80 ευρώ, β) 41.389 κιλά κατηγορίας X 0,70 ευρώ ανά κιλό = 28.972,30 ευρώ, γ) 10.762 κιλά κατηγορίας Β X 0,37 ευρώ ανά κιλό 3.981,94 ευρώ και δ) 7.806 κιλά κατηγορίας Γ X 0,62 ευρώ ανά κιλό = 4.839,72 ευρώ, ήτοι συνολικά 43.456,76 ευρώ, 2) για τον 2ο : α) 2.766 κιλά κατηγορίας EXTRA Χ 0,90 ευρώ ανά κιλό = 2.489,40 ευρώ, β) 24.431 κιλά κατηγορίας Α X 0,70 ευρώ ανά κιλό = 17.101,70 ευρώ, γ) 6.859 κιλά κατηγορίας B Χ 0,37 ευρώ ανά κιλό = 2.537,83 ευρώ και δ) 1.336 κιλά κατηγορίας Γ Χ 0,62 ευρώ ανά κιλό 828,32 ευρώ, ήτοι συνολικά 22.957,25 ευρώ, 3) για τον 3ο : α) 2.347 κιλά κατηγορίας EXTRA Χ 0,90 ευρώ ανά κιλό = 2112,30 ευρώ, β) 14.295 κιλά κατηγορίας Α Χ 0,70 ευρώ ανά κιλό = 10.006,50 ευρώ, γ) 4.552 κιλά κατηγορίας Β Χ 0,37 ευρώ ανά κιλό = 1.684,24 ευρώ και δ) 2.358 κιλά κατηγορίας Γ Χ 0,62 ευρώ ανά κιλό = 1.461,96 ευρώ, ήτοι συνολικά 15.265 (2.112,30 + 10.006,50 + 1.684,24 + 1.461,96) ευρώ και 4) για τον 4ο : α) 261 κιλά κατηγορίας EXTRA Χ 0,90 ευρώ ανά κιλό = 234,90 ευρώ, β) 3.009 κιλά κατηγορίας Α Χ 0,70 ευρώ ανά κιλό = 2106,30 ευρώ, γ) 759 κιλά κατηγορίας Β Χ 0,37 ευρώ ανά κιλό = 280,83 ευρώ, δ) 809 κιλά κατηγορίας Γ Χ 0,62 ευρώ ανά κιλό = 501,58 ευρώ, ήτοι συνολικά 3.123,61 ευρώ. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η προμήθεια-αμοιβή της εναγομένης ποσοστού 10% επί του τιμήματος που επιτεύχθηκε, ήτοι 4.345,67 (43.456,76 Χ 10%) ευρώ για τον 1ο ενάγοντα, 2.295,72 (22.957,25 Χ 10%) ευρώ για τον 2ο, 1.526,50 (15.265 Χ 10%) ευρώ για τον 3ο και 312,36 (3.123,61 Χ 10%) ευρώ για τον 4ο εξ αυτών, καθώς και τα έξοδα "μεταφοράς, διαλογής και συσκευασίας του προϊόντος καθώς και τα εν γένει έξοδα της ολοκληρωμένης διαχείρισης" (βλ. τον υπό στοιχείο 2γ όρο του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού), τα οποία προσδιορίζονται στο ποσό των 0,15 ευρώ ανά κιλό ντομάτας και συγκεκριμένα στα ακόλουθα ποσά: 1) 9.937,35 (66.249Χ0,15) ευρώ για τον 1ο ενάγοντα, 2) 5.308,80 (35.392Χ0,15) ευρώ για τον 2ο, 3) 3.853,50 (25.690 Χ 0,15) ευρώ για τον 3ο και 4) 725,70 (4.838 Χ 0,15) ευρώ για τον 4ο εξ αυτών. Συνεπώς συνολικά πρέπει να αφαιρεθούν από τα ως άνω ποσά που επιτεύχθηκαν από τις πωλήσεις κάθε ενάγοντος τα ακόλουθα ποσά: 1) για τον 1ο από το ποσό των 43.456,76 ευρώ: α) 4.345,67 ευρώ που αντιστοιχεί στην οφειλόμενη στην εναγομένη αμοιβή, β) 9.937,35 ευρώ που αντιστοιχεί στα έξοδα, γ) 13.443 ευρώ που αντιστοιχεί στην προκαταβολή που ήδη έχει δοθεί (9.500) και στην αξία αγοράς φυτών (3.943 ευρώ), όπως αναφέρεται στην αγωγή και συνολικά 27.726,02 (4345,67 + 9937,35 + 13443) ευρώ, απομένοντος προς απόδοση ποσό ύψους 15.730,74 (43.456,76 - 27.726,02) ευρώ και κατόπιν στρογγυλοποιήσεως 15.731 ευρώ, 2) για τον 2ο από το ποσό των 22.957,25 ευρώ: α) 2.295,72 ευρώ που αντιστοιχεί στην οφειλόμενη στην εναγομένη αμοιβή, β) 5.308,80 ευρώ που αντιστοιχεί στα έξοδα καθώς και γ) 11.271 ευρώ που αντιστοιχεί στην προκαταβολή που ήδη έχει δοθεί και στην αξία αγοράς φυτών, όπως αναφέρεται στην αγωγή και συνολικά 18.875,52 (2295,72 + 5308,80 + 11271) ευρώ, απομένοντος προς απόδοση ποσό ύψους 4.081,73 (22.957,25 - 18.875,52) ευρώ και κατόπιν στρογγυλοποιήσεως 4.082 ευρώ, 3) για τον 3ο από το ποσό των 15.265 ευρώ: α) 526,50 ευρώ που αντιστοιχεί στην οφειλόμενη στην εναγομένη αμοιβή, β) 3.853,50 ευρώ που αντιστοιχεί στα έξοδα καθώς και γ) 4.128 ευρώ που αντιστοιχεί στην προκαταβολή που ήδη έχει δοθεί και στην αξία αγοράς φυτών, όπως αναφέρεται στην αγωγή, και συνολικά 9.508 (1526,50 + 3853,50 + 4128) ευρώ, απομένοντος προς απόδοση ποσό ύψους 5.757 (15265 - 9508) ευρώ και 4) για τον 4ο από το ποσό των 3.123,61 ευρώ: α) 312,36 ευρώ που αντιστοιχεί στην οφειλόμενη στην εναγομένη αμοιβή, β) 725,70 ευρώ που αντιστοιχεί στα έξοδα, απομένοντος προς απόδοση ποσό ύψους 2.085,55 (3.123,61 - 312,36725,70) ευρώ και κατόπιν στρογγυλοποιήσεως 2.086 ευρώ... Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά των 44.104,60, 20.403,54, 16.163,64 και 10.748,76 ευρώ ...έσφαλε και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εν όλω την αγωγή, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στους ενάγοντες τα συνολικά ποσά των 15.731, 4.082, 5.757 και 2.086 ευρώ, αντίστοιχα, στον καθένα τους. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 703, 713 και 719 του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση έμμισθης εντολής, με την οποία η εντολοδόχος εναγομένη εταιρία ανέλαβε έναντι εκάστου των εναγόντων την υποχρέωση να προωθήσει και να πωλήσει σε τρίτους τα αναφερόμενα στην αγωγή αγροτικά προϊόντα έναντι αμοιβής και συγκεκριμένα καθορισθέντος ποσοστού επί του επιτευχθέντος τιμήματος, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα υποχρέωση πληροφόρησης και λογοδοσίας ("εκκαθάρισης") καθώς και απόδοσης, μετά την αφαίρεση των συμφωνημένων εξόδων, του τιμήματος που απέκτησε από την εκτέλεση της συμβάσεως εντολής και την προώθηση και πώληση των προϊόντων τους, το οποίο οφειλόμενο εν τέλει ποσό ανήλθε εν προκειμένω στα προαναφερθέντα ποσά για κάθε ενάγοντα. Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο α) ότι δυνάμει του από 14-5-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού οι ενάγοντες κατάρτισαν έγγραφη συμφωνία με την εναγόμενη εταιρία, η οποία, στα πλαίσια προώθησης των σκοπών λειτουργίας της, ανέλαβε κατά την καλλιεργητική περίοδο του έτους 2010 την υποχρέωση να αγοράσει με υπόδειξη παραγωγού και παραδώσει σε αυτόν 19.000 φυτά τομάτας, το κόστος αγοράς των οποίων θα συμψηφίζεται με τη πρώτη εκκαθάριση, να υποστηρίζει τον παραγωγό με την τεχνογνωσία της και να τον πληρώνει με το τέλος της συγκομιδής, οπότε και θα γίνονταν η εκκαθάριση, β) ότι η εναγομένη εταιρία ανέλαβε την πώληση της τομάτας έναντι προμήθειας 10% επί της αναγραφομένης τιμής πωλήσεως του τιμολογίου, που θα βρίσκεται στη διάθεση των παραγωγών, γ) ότι συμφωνήθηκε να βαρύνεται ο κάθε παραγωγός με τα έξοδα μεταφοράς, διαλογής και συσκευασίας του προϊόντος καθώς και τα εν γένει έξοδα της ολοκληρωμένης διαχείρισης, προφορικά δε συμφωνήθηκε περαιτέρω προσδιορισμός εξόδων κατ' ανώτατο όριο σε 0,15 ευρώ ανά κιλό, κατά τα γενικώς κρατούντα στην αγορά και τις συναλλακτικές επαφές, δ) ότι η τιμή πώλησης συμφωνήθηκε ότι θα ήταν η τρέχουσα τιμή πώλησης για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η οποία και θα αποδιδόταν στον παραγωγό μετά την αφαίρεση - παρακράτηση εκ μέρους της εναγομένης και για λογαριασμό της του ως άνω αναφερόμενου ποσοστού 10% επί των τιμών των τιμολογίων πώλησης που αποτελούσε και τη συμφωνηθείσα αμοιβή της, καθώς και των προαναφερομένων εξόδων, ε) ότι κάθε ενάγων παρέδωσε στην εναγομένη τις αναφερόμενες αναλυτικά ποσότητες τομάτας, και στ) ότι η αξία της πωληθείσας παραγωγής ενός εκάστου των εναγόντων ανερχόταν στα ποσά των 43.456,76 ευρώ, 22.957,25 ευρώ, 15.265 ευρώ 3.123,61 ευρώ, αντίστοιχα, μετά δε αφαίρεση από τα ποσά αυτά της αναφερόμενης προμήθειας - αμοιβής της εναγομένης ποσοστού 10% επί του τιμήματος που επιτεύχθηκε, καθώς και των αναλυτικά αναφερομένων εξόδων μεταφοράς, διαλογής και συσκευασίας του προϊόντος καθώς και των εν γένει εξόδων της ολοκληρωμένης διαχείρισης, δικαιούνται οι ενάγοντες τα ποσά των 15.731 ευρώ, 4.082 ευρώ, 5.757 ευρώ και 2.086 ευρώ, αντίστοιχα ο καθένας, τα οποία δεν τους κατέβαλε η εναγομένη, όπως υποχρεούνταν. Καμία δε αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ της παραδοχής ότι συμφωνήθηκε να βαρύνεται ο κάθε παραγωγός με τα έξοδα μεταφοράς, διαλογής και συσκευασίας του προϊόντος καθώς και τα εν γένει έξοδα της ολοκληρωμένης διαχείρισης και της έτερης παραδοχής ότι προφορικά συμφωνήθηκε περαιτέρω προσδιορισμός των εξόδων κατ' ανώτατο όριο σε 0,15 ευρώ ανά κιλό, αφού πρόκειται για ρητή παραδοχή ότι μετά την κατάρτιση του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε προφορικά ο προσδιορισμός των γενικώς αναφερομένων στο συμφωνητικό εξόδων κατ' ανώτατο όριο σε 0,15 ευρώ ανά κιλό, με την αιτιολογία μάλιστα ότι η περαιτέρω αυτή συμφωνία έγινε κατά τα γενικώς κρατούντα στην αγορά και τις συναλλακτικές επαφές, ώστε να υπάρχει και μία σταθερή αναφορά και διασφάλιση για τους παραγωγούς και να μην αιφνιδιαστούν από τυχόν υπερβολική διόγκωση εξόδων που θα απέβαινε σε βάρος τους κατά το στάδιο της εκκαθάρισης. Επίσης, καμία αντίφαση ούτε και ανεπάρκεια αιτιολογίας υφίσταται από την αναφορά της προσβαλλόμενης σε καταστροφή ποσοτήτων τομάτας και την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί περαιτέρω ακαταλληλότητας και καταστροφής ποσότητας 55.408 κιλών τομάτας, καθόσον με την προσβαλλόμενη ρητά γίνεται δεκτό ότι οι μόνες ποσότητες που ήσαν ακατάλληλες και καταστράφηκαν είναι αυτές που αφαιρέθηκαν κατά τη διενεργηθείσα διαλογή στο συσκευαστήριο του Δ. Γ., ενώ ουδόλως γίνεται δεκτό ότι μέρος των υπολοίπων ποσοτήτων που παραδόθηκαν στην αναιρεσείουσα ήσαν ακατάλληλες και καταστράφηκαν, αντίθετα μάλιστα ρητά γίνεται δεκτό ότι έκαστος των εναγόντων παρέδωσε και η εναγομένη παρέλαβε τις ως άνω αναφερόμενες ποσότητες ανά κατηγορία και μετά την αφαίρεση της ακατάλληλης ποσότητας (scarta), χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω καταστροφή συσκευασθείσας ποσότητας τομάτας που είχε ήδη διέλθει το στάδιο της διαλογής. Συνεπώς, οι τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, που η αναιρεσείουσα στηρίζει στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί στηρίζονται στον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, που είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ. ΑΠ 2/2008). Τέτοια περίπτωση προβλέπεται από το άρθρο 393 του ΚΠολΔ, όπως οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 38 Ν. 3994/2011 και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, κατά το οποίο "1. Συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. 2. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη από τις είκοσι χιλιάδες. 3. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου". Σημειωτέον ότι το άρθρο 393 αντικαταστάθηκε ήδη με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016, χωρίς όμως να αφίστανται οι νέες ρυθμίσεις του από τις προηγούμενες, αφού ρητά ορίζεται και πάλι ότι "1. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000,00) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου. 2. Δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου...". Επιτρέπεται όμως εξαιρετικά, σύμφωνα με το άρθρο 394 παρ. 1 περ. δ` ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν ακόμη η αξία του αντικειμένου της συμβάσεως υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό ή και αν πρόκειται για πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας, που έχει συνταχθεί εγγράφως, αν από την φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες έγινε και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες (ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 1722/2014). Περαιτέρω, από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Εξάλλου, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Η ως άνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) αναφέρεται μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου. Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 621/2019, ΑΠ 85/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ότι, ενώ κατά το άρθρο 393 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου και παρότι σύμφωνα με το από 14.5.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό α) θα της αποδίδονταν το σύνολο των απαιτούμενων εξόδων, χωρίς να συμφωνηθεί κανένα κατώτατο ποσό επιβάρυνσης των αντιδίκων του με τα έξοδα της διαχείρισης και β) η τιμή πώλησης της τομάτας θα ήταν η αναγραφόμενη στα τιμολόγια πώλησης, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων, δέχθηκε ότι δήθεν προφορικά συμφωνήθηκε ο προσδιορισμός των εξόδων κατ' ανώτατο όριο σε 0,15 ευρώ ανά κιλό και ότι η τιμή πώλησης της τομάτας θα ήταν η τρέχουσα τιμή πώλησης, υποπίπτοντας έτσι στις πλημμέλειες α) της παράβασης του αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πράγματα και γεγονότα που απαγορεύεται να αποδειχθούν και είναι κατάδηλα αντίθετα στην έγγραφη συμφωνία που περιέχεται στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, και β) της παράβασης του αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δέχθηκε ως έγκυρο και ισχυρό όρο αντίθετο στα διαλαμβανόμενα στο συμφωνητικό, ότι δηλαδή συμφωνήθηκε ανώτατο όριο αποδοτέων εξόδων, όπως επίσης ότι ως τιμή πώλησης συμφωνήθηκε η τρέχουσα τιμή τομάτας στη συγκεκριμένη περίοδο. Σύμφωνα, όμως, με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η τιμή πώλησης της τομάτας θα ήταν η αναγραφόμενη στα τιμολόγια πώλησης, αλλά ότι η προμήθεια της αναιρεσείουσας θα υπολογίζονταν σε ποσοστό 10% επί της αναγραφομένης τιμής πωλήσεως του τιμολογίου. Επίσης, με βάση τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης, συμφωνήθηκε γενικά ότι τον παραγωγό βαρύνουν και τα έξοδα μεταφοράς, διαλογής και συσκευασίας του προϊόντος καθώς και τα εν γένει έξοδα της ολοκληρωμένης διαχείρισης, όπως καταγράφηκε και στο επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς όμως ειδικότερο προσδιορισμό τους και ότι προφορικά συμφωνήθηκε περαιτέρω ο προσδιορισμός των εξόδων κατ' ανώτατο όριο σε 0,15 ευρώ ανά κιλό, κατά τα γενικώς κρατούντα στην αγορά και τις συναλλακτικές επαφές, ώστε να υπάρχει και μία σταθερή αναφορά και διασφάλιση για τους παραγωγούς και να μην αιφνιδιαστούν από τυχόν υπερβολική διόγκωση εξόδων που θα απέβαινε σε βάρος τους κατά το στάδιο της εκκαθάρισης. Σε κάθε δε περίπτωση, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η μεταξύ των διαδίκων δικαιοπραξία και συναλλαγή, αφορώσα στην συστηματική, οργανωμένη και ομαδική συγκέντρωση, διαλογή και συσκευασία, αποθήκευση, συντήρηση και διάθεση στο εσωτερικό της χώρας ή στο εξωτερικό των οπωροκηπευτικών προϊόντων των παραγωγών από αναιρεσείουσα εμπορική εταιρία, ήταν σαφώς εμπορική τουλάχιστον για την τελευταία, γεγονός που δικαιολογεί, κατά το άρθρο 394 παρ. 1 περ. δ` ΚΠολΔ, τη χρήση του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων για την απόδειξη της συμβάσεως και των προσθέτων συμφώνων αυτής, έστω κι αν το αντικείμενο της υπερέβαινε το πιο πάνω ποσό. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη του και τις μαρτυρικές καταθέσεις για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα α) ότι προφορικά συμφωνήθηκε ο προσδιορισμός των εξόδων κατ' ανώτατο όριο σε 0,15 ευρώ ανά κιλό, και β) ότι η τιμή πώλησης της τομάτας θα ήταν η τρέχουσα τιμή πώλησης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ. Επίσης, δεν υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, καθόσον το ως άνω επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα έγγραφο, δηλαδή το από 14.5.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη, και συνεπώς, δεν παραλείφθηκε να προσδοθεί σε αυτό αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε από το νόμο, εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αυτό δε εκτιμήθηκε από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα), που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι, για την τελική κρίση του Εφετείου. Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπονται και δη τα γενικώς κρατούντα στις αγορές και τις συναλλακτικές επαφές, που δεν είναι διδάγματα κοινής πείρας, ούτε πασίδηλα γεγονότα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο στήριξε το πόρισμά του περί προφορικής συμφωνίας των διαδίκων για τον προσδιορισμό των εξόδων κατ' ανώτατο όριο σε 0,15 ευρώ ανά κιλό, σε όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, ήτοι καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα, αναφέροντας απλώς ως επιχείρημα ότι η συμφωνία αυτή έγινε κατά τα γενικώς κρατούντα στην αγορά και τις συναλλακτικές επαφές, ώστε να υπάρχει και μία σταθερή αναφορά και διασφάλιση για τους παραγωγούς και να μην αιφνιδιαστούν από τυχόν υπερβολική διόγκωση εξόδων που θα απέβαινε σε βάρος τους κατά το στάδιο της εκκαθάρισης και όχι ότι στήριξε την κρίση αυτή αυτοτελώς στα γενικώς κρατούντα στην αγορά και τις συναλλακτικές επαφές, εκλαμβάνοντας μάλιστα αυτά ως ξεχωριστό αποδεικτικό μέσο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ. ΑΠ 23/2008). Εξάλλου, δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση του δικαστηρίου, ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 17/2021, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 297/2019, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 1427/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 536 παρ.1 του ίδιου κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ` αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ` ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο. "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 1096/2020, ΑΠ 1290/2019, ΑΠ 579/2018). Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1033/2018, ΑΠ 1437/2012, ΑΠ 134/2008). Τέλος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 338 παρ. 1 και 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ, η προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και όταν διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 107 του ίδιου κώδικα, γίνεται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι, επομένως, αφού μπορούν να μη προσκομίσουν ή να μην επικαλεστούν ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει για την απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, μπορούν και να συμφωνήσουν τη μη χρησιμοποίηση, δηλαδή τη μη προσαγωγή κι επίκληση, των αποδεικτικών αυτών μέσων στις μεταξύ τους δίκες. Η ίδια περίπτωση συντρέχει και όταν συμφωνείται η χρήση ορισμένου μόνον αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα (ΟλΑΠ 27/1993). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα με εξώδικες δικονομικές συμβάσεις να καθορίζουν ότι ορισμένο κρίσιμο για τις σχέσεις τους γεγονός αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με ορισμένο μέσο, είτε αυτό προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσο από την διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ ή τις υπόλοιπες διατάξεις του Κώδικα αυτού ή άλλου νόμου, είτε όχι (ΑΠ 580/2018, ΑΠ 1778/2014,1746/2013, ΑΠ 1528/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα αυτή και δη της άνευ ημερομηνίας έγγραφης βεβαίωσης του Δ. Γ., με την αιτιολογία ότι κατασκευάσθηκε ειδικά για τη δίκη. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα "...πλην της προσκομιζόμενης από την εναγομένη-εκκαλούσα βεβαιώσεως του Δ. Γ. (ημερομηνία fax…), η οποία φέρεται ότι δόθηκε εντός της προθεσμίας αντίκρουσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην εν λόγω δίκη, εμπεριέχει μαρτυρία τρίτου χωρίς να τηρηθεί η δικονομική διάταξη του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, ήτοι δεν δόθηκε είτε με εξέταση του ανωτέρω ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκη βεβαίωσή που ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, οπότε και δεν λαμβάνεται υπόψιν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", όπως επί λέξει αναφέρει, δέχθηκε δηλαδή, ανελέγκτως, ότι η άνω βεβαίωση έγινε με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην ένδικη δίκη. Ενόψει τούτου ορθώς απέκρουσε αυτήν ως μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και δη ως μαρτυρία τρίτου που δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην ένδικη δίκη και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι, ενώ η πρωτόδικη απόφαση είχε δεχθεί το άνω αποδεικτικό μέσο και κατά του σκέλους αυτού δεν άσκησαν έφεση οι αναιρεσίβλητοι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν το δέχθηκε, καθιστώντας έτσι χείρονα τη θέση του, κατά παράβαση του άρθρου 522 ΚΠολΔ, αφού του στέρησε ένα εξαιρετικά σημαντικό αποδεικτικό μέσο. Κατά το μέρος αυτό ο άνω λόγος αναιρέσεως, τον οποίο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να στηρίξει στον αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα στηρίζεται στον αριθ. 8, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, προεχόντως διότι η λήψη ή μη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίζουν οι διάδικοι, δεν συνιστά κεφάλαιο κατά την άνω έννοια, αφού δεν πρόκειται για αυτοτελή αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία και για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος, αλλά για εκτίμηση του παραδεκτού των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, στην οποία μπορεί να προβεί και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού ναι μεν το βάσιμο ή μη των λόγων της έφεσης κρίνεται από το Εφετείο με βάση το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκείνο που προσκομίσθηκε από τους διαδίκους στη κατ' έφεση δίκη, υπό τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 ΚΠολΔ, πλην όμως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 έως 340 και 559 αριθ. 11 περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι οφείλει να μη λάβει υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, σε αντίθετη δε περίπτωση υποπίπτει στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.11α' και 14 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση, πέραν του ότι μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης θα μπορούσε να γίνει χειρότερη η θέση της αναιρεσείουσας, τελικά με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε χειρότερη, αφού η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, ενώ με την εκκληθείσα απόφαση είχε γίνει εν όλω δεκτή και ως ουσία βάσιμη. Τέλος, με τον ίδιο ως άνω λόγο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση πλημμέλειας εκ των αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι οι αντίδικοί της ρητά και με την όλη στάση τους αποδέχθηκαν το άνω αποδεικτικό έγγραφο ως έγκυρο και βάσιμο και ως εκ τούτου συνετελέσθη δικονομική συμφωνία παραδοχής του άνω αποδεικτικού μέσου ως έγκυρου και νόμιμου. Και κατά το σκέλος αυτό ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι μεταξύ αυτής και των αναιρεσιβλήτων καταρτίσθηκε εξώδικη δικονομική σύμβαση, βάσει της οποίας θα αποδεικνύονταν συγκεκριμένο γεγονός μόνο από το άνω αποδεικτικό μέσο, αλλά επιχειρούν να θεμελιώσουν τη σύναψη τέτοιας δικονομικής σύμβασης μόνο στο ότι οι αναιρεσίβλητοι κατά τη συζήτηση της αγωγής δεν απέκρουσαν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ως απαράδεκτο. Σε κάθε δε περίπτωση η μη προβολή σχετικής αντιρρήσεως από τους αναιρεσείοντες είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει και αυτεπαγγέλτως περί του απαραδέκτου συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποία δεν κατέθεσαν μεν προτάσεις, πλην όμως υπέβαλαν σχετικό αίτημα με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Σεπτεμβρίου 2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…" για αναίρεση της υπ' αριθ. 368/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ