Αριθμός 1815/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Α. Τ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ι Κ. - Τ.. Του αναιρεσιβλήτου-καθ' ου η κλήση: Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11176/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 885/2019 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 568 και 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ένας ή περισσότεροι από τους διαδίκους και αυτοί έχουν κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον ή τους διαδίκους που επισπεύδουν τη συζήτηση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία των κλητευθέντων διαδίκων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο Πρόεδρος του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζει τη δικάσιμο της υπόθεσης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 241, 308 και 309 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η υπόθεση αναβληθεί με απόφαση του δικαστηρίου σε μεταγενέστερη δικάσιμο, μπορεί το δικαστήριο αυτό, ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, εκτιμώντας τους προβαλλόμενους λόγους, να ανακαλέσει την παραπάνω περί αναβολής μη οριστική απόφασή του και να ορίσει νέα συντομότερη δικάσιμο, συντέμνοντας, εφόσον κρίνει αναγκαίο, και την από το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ οριζόμενη για την κλήτευση των αντιδίκων προθεσμία των εξήντα (60) ημερών (ΑΠ 1515/2013, ΑΠ 487/2009).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την συζήτηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση αυτή είχε οριστεί αρχικά για να δικαστεί κατά τη δικάσιμο της 28-11-2022 και είχε επιδοθεί από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο αντίγραφο της από ... υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 956 Ε'/23-2-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... Μ. Α.. Κατά την ως άνω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8-4-2024. Κατόπιν, όμως, της από 2-12-2022 αίτησης του αναιρεσείοντος, με την από 8-12-2022 πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε συντομότερη δικάσιμος για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας [29-5-2023]. Από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της πιο πράξης με κλήση για συζήτηση για την προαναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείοντα. Επομένως, ο τελευταίος, εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία του. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου, δηλαδή, η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι, έκτοτε, αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ [ολΑΠ 5/2001, ΑΠ 213/2022, ΑΠ 45/2020]. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 885/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία ερήμην του εφεσιβλήτου-ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 11176/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 9-9-2016 αγωγή του αναιρεσείοντος, ερήμην του εναγομένου και είχε υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 46033,39 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ακολούθως δε, αφού κράτησε και δίκασε την άνω αγωγή, την απέρριψε ως αόριστη. Με την αίτηση αναίρεσης, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε ρητά από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέχοντας προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα στην πληρεξούσια δικηγόρο του Ι. Κ. που υπογράφει την αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ... Σ. Τ.. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 564 και 566 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ]. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018). Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 2060/2022, ΑΠ 1812/2022, ΑΠ 1697/2022). Κατά το άρθρο 513 ΑΚ με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Ακόμη, κατά το άρθρο 516 ΑΚ ''αν ο πωλητής δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη''. Έτσι, ο αγοραστής, σε περίπτωση υπερημερίας του πωλητή και ως προς τις δύο κύριες υποχρεώσεις του, κατά το άρθρο 513 ΑΚ, έχει δικαίωμα υπαναχώρησης υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 383 - 385 ΑΚ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 383 και 385 ΑΚ προκύπτει ότι στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, ο δανειστής αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης για τη μη εκπλήρωση ή υπαναχώρησης από τη σύμβαση, αν τάξει στον οφειλέτη εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης συνοδευόμενη από τη σαφή και κατηγορηματική δήλωση ότι μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αυτής αποκρούει την παροχή και παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή. Ορισμός της προθεσμίας αυτής δεν απαιτείται και ο δανειστής, εφόσον συντρέχουν οι όροι της υπερημερίας του οφειλέτη, δικαιούται να ασκήσει αμέσως και απευθείας τα ως άνω δικαιώματα μόνο, α] εάν από την όλη στάση του υπερήμερου οφειλέτη προκύπτει, κατά τους όρους της συναλλακτικής καλής πίστης και κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι ο καθορισμός προθεσμίας θα ήταν άσκοπος, όπως όταν αυτός δηλώσει, κατά τρόπο οριστικό και κατηγορηματικό, ότι δεν θα εκπληρώσει την παροχή ή όταν κωφεύει σε επανειλημμένες οχλήσεις του αγοραστή, επιδεικνύοντας έτσι πλήρη αδιαφορία για την εκπλήρωση της παροχής, β] εάν ο δανειστής λόγω της υπερημερίας του οφειλέτη, δεν έχει πλέον συμφέρον όχι απλώς στην εκπλήρωση της καθυστερημένης παροχής αλλά στην πραγματοποίηση της όλης σύμβασης με την εκπλήρωση και της αντιπαροχής του, εφόσον η έλλειψη αυτή συμφέροντος του δανειστή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία του οφειλέτη. Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, από μόνο το γεγονός της υπερημερίας του οφειλέτη ως προς την παροχή που οφείλει, δεν αλλοιώνεται η μεταξύ αυτού και του δανειστή υφιστάμενη σχέση, αλλά αυτός και μετά την υπερημερία του, εξακολουθεί να είναι υπόχρεος σε εκπλήρωση της παροχής και περαιτέρω ο δανειστής από μόνη την υπερημερία του οφειλέτη δεν αποκτά χωρίς άλλο δικαίωμα αποζημιώσεως ή υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, παρά μόνο με τους όρους του άρθρου 383 ΑΚ (ΑΠ 312/2016, ΑΠ 359/2014). Η διαπλαστική δήλωση του δανειστή ότι, λόγω της υπερημερίας του οφειλέτη και της έλλειψης του συμφέροντός του για την εκτέλεση της σύμβασης, αποκρούει την παροχή και υπαναχωρεί [εφόσον προτιμήσει την υπαναχώρηση] δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο και μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά, μπορεί δε να ασκηθεί και με την ίδια την αγωγή [ΑΠ 617/1990]. Εξάλλου, κατά το άρθρο 389 παρ. 2 ΑΚ, με την άσκηση της υπαναχώρησης επέρχεται άμεση διάλυση της σύμβασης με αναδρομική ενάργεια και ενοχικά μόνο αποτελέσματα. Έτσι, η σύμβαση καταργείται από την αρχή και συνεπώς αποσβήνονται όλες οι από αυτήν υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, οι οποίοι πλέον υποχρεούνται αμοιβαία να αποδώσουν καθετί που έλαβαν σε εκτέλεση της σύμβασης κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού λόγω της αναδρομικής κατάργησης της σύμβασης έχασαν τη νόμιμη αιτία τους [ΑΠ 973/2015]. Αυτό σημαίνει ότι αποδίδεται η ωφέλεια, δηλαδή η παροχή ή το αντάλλαγμα της ή η αξία της σε χρήμα [ΑΚ 908]. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδαφίου β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο ['' σε περίπτωση αμφιβολίας '']. Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας κατ' άρθρο 361 ΑΚ, με το οποίο θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλόμενους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, Έτσι, είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 873-875 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους. Αυτή καταρτίζεται ατύπως και μπορεί να είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, όταν τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν με αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας [άρθρο 352 παρ. 2 ΑΚ], είτε στη διακοπή της παραγραφής [άρθρο 260 ΑΚ] ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272 παρ.2 ΑΚ, ή μπορεί να αποσκοπεί γενικότερα στην αποσαφήνιση και διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση. Κατά κανόνα, με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα προς την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς [άρθρα 421, 436 ΑΚ] και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός αν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης [ολΑΠ 5/2016, ΑΠ 999/2022]. Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι η κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο. Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον, κατά τα προαναφερόμενα, να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία [ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1086/2017] και, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία γι' αυτήν [ΑΠ 999/2022, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1279/2012]. Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία όμως πρέπει να είναι έγκυρη κατ' άρθρο 437 ΑΚ [ολΑΠ 5/2016, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 598/2017]. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 Εμπ.Ν. και 64-67 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία συμφωνείται από τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικώς το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών. Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της συμβάσεως (άρθ. 112 ΕισΝΑΚ παρ.2). Το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ ή με επιβεβαιωτική σύμβαση ή με παροχή αποδεικτικού μέσου. Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο, στην οποία αφορά η γενόμενη αναγνώριση. Μόνο μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου (AΠ 267/2021, 97/2020,1437/2014, 910/2010), ενώ το καθένα από τα συμβληθέντα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει πως ο αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως (άρθ. 112 εδ. γ' ΕισΝΑΚ). Η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού διαφοροποιείται από την έννοια του απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, η τήρησή του οποίου απλώς απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής και προς παρακολούθηση των δοσοληψιών μεταξύ δύο προσώπων, τις εκατέρωθεν οφειλόμενες παροχές, χωρίς να έχει προβλεφθεί και συμφωνηθεί ότι οι καταχωρούμενες σε αυτό τον λογαριασμό χρεοπιστώσεις θα χάνουν την αυτοτέλειά τους και ότι η αξίωση του δανειστή- δικαιούχου του καταλοίπου που προκύπτει θα γεννάται, μόνο, μετά από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού (βλ. και ΑΠ 754/2021). Επομένως επί απλού δοσοληπτικού λογαριασμού δεν απαιτείται να χωρήσει καταγγελία για να απαιτηθούν ακόμη και μεμονωμένες απαιτήσεις καταχωρούμενες σ' αυτόν ή το προκύπτον από τις καταχωρίσεις υπόλοιπο (με παράθεση των δοσοληψιών στη σχετική αγωγή) σε περίπτωση εκκαθάρισης των οφειλομένων είτε με συμφωνία των μερών ή και με πρωτοβουλία ενός από αυτά, ενώ και σε αυτή την περίπτωση μπορεί να αναγνωρισθεί από τα μέρη το υπόλοιπο αυτό είτε δι' αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, οπότε για τη δικαστική διεκδίκησή του δεν είναι αναγκαία η παράθεση των επιμέρους δοσοληψιών στη σχετική αγωγή, είτε δι' αιτιώδους κατ' άρθρο 361 ΑΚ αναγνώρισης χρέους, οπότε πρέπει να παρατίθεται η αιτία του κατά τα προαναφερόμενα [ΑΠ 999/2022, ΑΠ 754/2021, ΑΠ 772/2012]. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι, αν υπάρχει σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και το ένα συμβαλλόμενο μέρος παρά ταύτα απομονώσει και επιδιώξει δικαστικά την επιδίκαση ορισμένων κονδυλίων του αλληλόχρεου λογαριασμού, το άλλο μέρος μπορεί να αποκρούσει την αγωγή του αντιδίκου του, προτείνοντας σχετική ένσταση περί υπάρξεως αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία, αν προταθεί παραδεκτά και αποδειχθεί βάσιμη κατ' ουσίαν, η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ορισμένων μόνο κονδυλίων του αλληλόχρεου λογαριασμού δεν απορρίπτεται ως αόριστη αλλά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (ΑΠ 1163/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 9-9-2016 αγωγή του ισχυρίστηκε, ότι συνήψε με τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο), ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση εμπορίας φαρμάκων (φαρμακείο) στην Αθήνα, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με βάση την οποία ο ενάγων αγόραζε φάρμακα από τον εναγόμενο προκαταβάλλοντας το τίμημά τους και ο τελευταίος τα παρέδιδε σε πελάτες του ενάγοντος στο εξωτερικό, τους οποίους υποδείκνυε κάθε φορά ο ενάγων. Ότι την 13.1.2011 συμφώνησε με τον εναγόμενο να του πωλήσει ποσότητα φαρμάκων των αναφερομένων στην αγωγή εταιριών, συνολικής αξίας περίπου 50.000 ευρώ, ποσό το οποίο ο ενάγων προκατέβαλε στον εναγόμενο. Ότι ο εναγόμενος δεν παρέδωσε τα εν λόγω φάρμακα στην υποδειχθείσα από τον ενάγοντα εταιρία έως τη συμφωνηθείσα ημερομηνία και για το λόγο αυτόν ο τελευταίος επέδωσε στον εναγόμενο, την 2.3.2011, εξώδικη όχληση με την οποία έταξε σε αυτόν τριήμερη προθεσμία προς παράδοση των φαρμάκων, δηλώνοντας ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής υπαναχωρεί από τη σύμβαση. Ότι μετά την άπρακτη πάροδο της ως άνω προθεσμίας έλαβε χώρα υπαναχώρηση από τη σύμβαση και ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να του αποδώσει το προκαταβληθέν τίμημα ύψους 50.000 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος με την από 14.3.2011 εξώδικη δήλωσή του αναγνώρισε την εν λόγω οφειλή του προς τον ενάγοντα, καθώς και έτερη οφειλή του, ύφους 3.900 ευρώ, προερχόμενη από ανοικτό υπόλοιπο λογαριασμού, ποσά τα οποία υποσχέθηκε να καταβάλει την 25.4.2011. Ότι ο εναγόμενος κατέβαλε έναντι της συνολικής οφειλής το ποσό των 7.866,61 ευρώ, το οποίο καταλογίζεται συμμέτρως και στις δυο οφειλές, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 42.702,59 ευρώ και το ποσό των 3.330,80 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 46.033,39 ευρώ. Ότι για τη συνολική οφειλή του άσκησε την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 7.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 61126/4826/2011 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 6.6.2011 και η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της με την υπ' αριθμ. 1658/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθήνας. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 46.033,39 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 7.6.2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, και να απαγγελθεί κατά του εναγομένου, ως μέσο εκτέλεσης της παρούσας προσωπική κράτηση διάρκειας δέκα μηνών". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11176/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία η αγωγή αφού κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 513, 383, 387 παρ. 2, 389 παρ. 2, 904 παρ. 1, 908 εδ. α', 340, 345 εδ. α', 346 ΑΚ, ακολούθως κρίθηκε και ουσιαστικά βάσιμη, λόγω του τεκμηρίου ομολογίας του εναγόμενου από την ερημοδικία του και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 46033,39 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 7-6-2011 έως την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 5-1-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ζητά με την κρινόμενη αγωγή να του επιδικαστεί το ποσό των 42.702,59 € λόγω της εκ μέρους του γενομένης υπαναχώρησης από την σύμβαση πώλησης που συνήψε με τον εναγόμενο άλλως λόγω της εκ μέρους του εναγόμενου αναγνώρισης του χρέους του για το ποσό αυτό, σε άλλο όμως σημείο της αγωγής του αναφέρει ότι είχε, μία διαρκή συνεργασία με τον εναγόμενο και επικαλείται (σελ. 3 στίχοι 4ος και 5ος από το τέλος) ότι με την υπαναχώρησή του από τη σύμβαση πώλησης έκλεισε ταυτόχρονα και ο μεταξύ τους αλληλόχρεος λογαριασμός. ... Όμως... ο έχων απαίτηση από αλληλόχρεο λογαριασμό δεν μπορεί να διεκδικήσει μεμονωμένα την απαίτησή του από μία συγκεκριμένη συναλλαγή αλλά μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τούτο δε ισχύει και εάν ο αντισυμβαλλόμενός του αναγνωρίσει ότι έχει οφειλή από συγκεκριμένη συναλλαγή, καθώς, ούτε στην περίπτωση αυτή αίρεται η νομική σχέση του αλληλόχρεου λογαριασμού και οι από αυτόν απορρέουσες συνέπειες κατά τρόπο ώστε να καθίσταται απαιτητό ένα συγκεκριμένο κονδύλι του αλληλόχρεου λογαριασμού, είναι δε διαφορετικό το ζήτημα της αναγνώρισης του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού κατά το περιοδικό ή οριστικό κλείσιμο αυτού, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Με όσα όμως εκθέτει ο ενάγων δεν καθίσταται σαφές εάν η απαίτησή του από την επίδικη συναλλαγή για την προμήθεια των φαρμάκων αντί του τιμήματος των 50.000 € ήταν από τις απαιτήσεις που εισέρχονταν στον μεταξύ τους τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό (στον οποίο ο ίδιος ο ενάγων αναφέρεται) ή όχι, οπότε στην πρώτη περίπτωση δεν μπορεί να αξιώσει μεμονωμένα την απαίτησή του αυτή αλλά μπορεί να αξιώσει μόνο το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ενώ αντιθέτως στη δεύτερη περίπτωση έχει αυτοτελή αξίωση από τη σύμβαση αυτή, ανεξάρτητη από την τυχόν πορεία του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού. Ακόμη, όσον αφορά το αιτούμενο ποσό των 3.330,80 €, ως προς το οποίο δεν γίνεται αναφορά από ποια αιτία γεννήθηκε, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος αναγνώρισε "πρόσθετη" οφειλή του, προερχόμενη από "ανοικτό υπόλοιπο" μεταξύ τους λογαριασμού. Πλην όμως, όπως και ανωτέρω εκτέθηκε, η αναγνώριση χρέους μπορεί να αφορά μόνο στο (περιοδικό ή οριστικό) κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι στο τυχόν υφιστάμενο πριν από το κλείσιμο του λογαριασμού υπόλοιπο, καθώς ο αλληλόχρεος λογαριασμός εκκαθαρίζεται κατά το κλείσιμό του, πριν από το οποίο (κλείσιμο) δεν γεννάται κάποιο χρέος. Και από όσα εκθέτει ο ενάγων δεν καθίσταται σαφές εάν πρόκειται για έναν ακόμη (ή και τον ίδιο) τυχόν αλληλόχρεο που τηρούνταν μεταξύ τους, οπότε ισχύουν όσα προεκτέθηκαν, ή εάν για κάποιον άλλο τηρούμενο μεταξύ τους δοσοληπτικό λογαριασμό, οπότε τα κονδύλια του λογαριασμού αυτού διατηρούν την αυτοτέλειά τους και μπορούν να αποτελέσουν και αυτοτελώς αντικείμενο αναγνώρισης χρέους. Για τους ως άνω λόγους επομένως η αγωγή ως προς αμφότερα τα αιτήματά της είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθώς δεν εκτίθενται τα απαιτούμενα κατά το νόμο περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη νομική της θεμελίωση με την υπαγωγή των ένδικων αξιώσεων σε συγκεκριμένες διατάξεις δικαίου...". Με βάση τις ανωτέρω αιτιολογίες, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Με αυτά που δέχθηκε, κυριαρχικώς, ως περιεχόμενο της αγωγής και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω νομικής αοριστίας, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 513, 383, 387 παρ.2, 389, 904 παρ. 1, 908 εδ. β' ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθόσον, τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατά την κύρια βάση της, πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της πρώτης απαίτησης ποσού 50.000 ευρώ (όπως περιορίστηκε μετά την αναφερόμενη καταβολή στο ποσό των 42.702,59 ευρώ), αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό και δικαιολογούν την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, αφού η επίμαχη έννομη σχέση φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως πωλήσεως, διεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. ΑΚ, ενόψει και της σαφούς επίκλησης της συγκεκριμένης σύμβασης, ενώ η αναφορά στην αγωγή εντός παρενθέσεως της φράσης ''καθώς ο αλληλόχρεος λογαριασμός μας με τον εναγόμενο έκλεισε ταυτόχρονα με την ως άνω υπαναχώρησή μου'', γίνεται απλώς διηγηματικά κατά την ιστορική παράθεση των γεγονότων, χωρίς να προσδίδει στην αγωγή βάση από αλληλόχρεο ανοικτό λογαριασμό, αφού ουδεμία μνεία γίνεται στο δικόγραφο περί κατάρτισης τέτοιας σύμβασης, επί πλέον δε η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, δεδομένου ότι, ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή η σύναψη σύμβασης με τον εναγόμενο για την πώληση ορισμένης ποσότητας φαρμάκων, ο τόπος και ο χρόνος σύναψης της σύμβασης, το συμφωνημένο τίμημα, το οποίο προκαταβλήθηκε, η υπερημερία του εναγομένου, ο οποίος δεν παρέδωσε τα εν λόγω φάρμακα στην υποδειχθείσα από τον ενάγοντα εταιρία έως τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, η επίδοση στον εναγόμενο εξώδικης όχλησης, με την οποία ο αναιρεσείων έταξε σε αυτόν τριήμερη προθεσμία προς παράδοση των φαρμάκων, δηλώνοντας ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής υπαναχωρεί από τη σύμβαση, ήτοι διαλαμβάνονται όλα τα κατά νόμο αναγκαία κατά τα άρθρα 383 - 385 ΑΚ περιστατικά για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, καθώς και η μετά την πάροδο της προθεσμίας γενομένη υπαναχώρηση αυτού από την ένδικη σύμβαση. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, αξιολογώντας το περιεχόμενο της αγωγής, αφενός μεν ως επικουρική βάση της αγωγής όσον αφορά την προαναφερόμενη απαίτηση, καθώς και τη μοναδική βάση ως προς την έτερη απαίτηση του αναιρεσείοντος, ύφους 3.900 ευρώ (περιορισθείσα μετά την αναφερόμενη καταβολή στο ποσό των 3.330,80 ευρώ), και απορρίπτοντας αυτήν ως νομικά αόριστη, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ήτοι η αναγνώριση από τον εναγόμενο, με την από 14.3.2011 εξώδικη δήλωσή του αμφοτέρων των οφειλών του, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλει αυτές μέχρι την 25.4.2011, και η σιωπηρή δήλωση αποδοχής της ανωτέρω δήλωσης από τον αναιρεσείοντα, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν, το πραγματικό της νομικής έννοιας της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, καταρτισθείσας της συμβάσεως αυτής μεταγενεστέρως και δημιουργηθείσας με αυτή νέας ενοχής, παράλληλα προς τις παλαιές, αφού ο εναγόμενος ανέλαβε τη νέα υποχρέωση να καταβάλει αμφότερα τα χρέη μέχρι 25-4-2011, επί πλέον δε στην αγωγή, όσον αφορά και τη δεύτερη απαίτηση, δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένης συμφωνίας για κατάρτιση αλληλόχρεου λογαριασμού και συνεπώς, υπό τα εκτιθέμενα, ο αναφερόμενος είχε το χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού και οι καταχωριζόμενες χρεώσεις δεν απέβαλαν την αυτοτέλεια τους και, συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείτο να χωρήσει καταγγελία για να απαιτηθεί η επικαλούμενη μεμονωμένη απαίτηση του αναιρεσείοντος και, σε κάθε περίπτωση, το προκύπτον από τις καταχωρίσεις υπόλοιπο, μπορούσε δε ως εκ τούτου ο εναγόμενος να αναγνωρίσει το υπόλοιπο αυτό με αιτιώδη, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, σύμβαση, ενώ για το ορισμένο της αγωγής παρατίθενται σ' αυτή όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό των αναγνωρισθεισών ενοχών, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι' αυτές. Όπως δε αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, η τυχόν παραδοχή ενστάσεως περί αλληλοχρέου λογαριασμού δεν συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ορισμένων μόνο κονδυλίων του λογαριασμού ως αόριστης αλλά ως κατ' ουσίαν αβάσιμης. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη για τους παραπάνω λόγους, αξίωσε για τη νομική θεμελίωσή της περισσότερα πραγματικά γεγονότα από όσα απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ, και ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και αφού η αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω βάσιμου αναιρετικού λόγου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον από αυτόν που δίκασε την υπόθεση και να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παράβολου στον αναιρεσείοντα. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, που ηττήθηκε [άρθρα 176, 183. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 885/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από εκείνον που δίκασε την υπόθεση. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παράβολου στον αναιρεσείοντα. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ