Αριθμός 559/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Σ. του Ι. και 2) Ι. Σ. του Ν., κατοίκων Λ….. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κατσαρό, ο οποίος ανακάλεσε την από ... δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακαροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "E. E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Τσιάμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "d.V. G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π." και τον διακριτικό τίτλο "d.V. G.", η οποία εδρεύει στο Μ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Τσιάμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-10-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1352/2022, ΑΠ 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1352/2022, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1485/2006). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "d.V. G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π." και τον διακριτικό τίτλο "d.V. G.", η οποία εδρεύει στο Μ. Α., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της υπ' αριθ. ... απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ' αριθ. ... η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Μ. F. D. (Μ. Φ. Ν.), που εδρεύει στο Δ. της Ι. με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία (ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού) κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Ε. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενης, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Ε. E. Α.Ε." (ΑΦΜ ...), λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της πρώτης (Τ. Ε. Α. Ε.) τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 § 3 και 59-74 του ν. 4601/2019- Ανακοινώσεις του Προϊσταμένου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή/Γενική Δ/νση Αγοράς/Διεύθυνση Εταιρειών/Τμήμα Ασφαλιστικών Ανωνύμων Εταιρειών και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων για καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. υπ' αριθ. ...), με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις ... και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στoυς αναιρεσείοντες, και την αναιρεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την προσθέτως παρεμβαίνουσα υπ` αριθ. ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Εφετείο Λάρισας (με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας) ..., καθώς επίσης την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών (με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών) Α. Ζ. αντίστοιχα), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ε., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Ε.. E. Α.Ε." Ανώνυμη εταιρεία" (αναιρεσίβλητης). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, μετά την άσκηση της ως άνω αναίρεσης και την επελθούσα εκκρεμοδικία η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Μ. F. «D. (Μ. Φ. Ν.) που εδρεύει στο Δ. της Ι., με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών ..., κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία "Τ. Ε. Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "E.", κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν, μεταξύ άλλων και των υπό κρίσιν ένδικων απαιτήσεων που διατηρούσε η τελευταία κατά των αναιρεσειόντων. Η ανωτέρω μεταβίβαση έγινε στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003 δυνάμει της από ... σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την ... στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ..., με αυξ. αριθμό ... και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../... (άρθρο 10 § 8 του ν. 3156/2003). Ειδικότερα, η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού την ... κατέστη ειδική διάδοχος και των απαιτήσεων της Τ. Ε. Α. που απορρέουν από την υπ' αριθ. ... σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και από την υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου, στις οποίες συνεβλήθησαν η τράπεζα τότε με την επωνυμία "Τ. Ε.. E. Ανώνυμη Εταιρεία" και ήδη με την επωνυμία "Τ. Ε. Α. Ε." και η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ν. Σ.-Δ. Ρ. Ο.Ε.", της οποίας ο πρώτος των αναιρεσειόντων τυγχάνει ομόρρυθμος εταίρος και συνεβλήθη εκ τρίτου σε αυτές ως εγγυητής. Η διαχείριση των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν κατά τα ανωτέρω, ανατέθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "" d.V. G. Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π." και τον διακριτικό τίτλο "d.V. G." (άρθρο 10 § 14, 15 του ν. 3156/2003) δυνάμει της από ... σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την ... στα βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Α… στον τόμο ... με αυξ. Αριθμό ... και έλαβε αριθμό πρωτ. ../... (άρθρο 10 § 16 του ν. 3156/2003). Συνεπώς, η προαναφερομένη εταιρία έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της αρχικής διαδίκου Τράπεζας. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της τελεσίδικης και αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στη μη δικαιούχο διάδικο διαχειρίστρια απαιτήσεων και της εκ του νόμου επελθούσας αποκλειστικής νομιμοποίησής της για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων προς ικανοποίηση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ) (ΟλΑΠ 1/2023). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η απαιτούμενη για τη διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας πρόθεση βλάβης του δανειστή, εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος (ΑΠ 1902/2013, 1475/2010). Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως τον δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής. Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 28/2017). Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 28/2017). Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/20..., ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014). Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112ΕισΝΑΚ και 64-67 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του. Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από τον χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί, δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018). Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται για την άσκηση της αγωγής από το άρθρο 939 ΑΚ εναντίον ενός από αυτούς η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ` αρέσκειαν να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη ή η περιουσία των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (ΑΠ 1382/2019). Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, "αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι, κατά το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει δεκτή η αγωγή, η εκκαλούμενη απόφαση, με μόνη την, κατ` άρθρο 532 ΚΠολΔ, τυπικά παραδεκτή άσκηση της έφεσης, εξαφανίζεται, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το σε βάρος του εναγομένου τεκμήριο ομολογίας. Επομένως, αν στην έφεση περιέχεται άρνηση της αγωγής, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος έφεσης και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 11/2016). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1523/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 106/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στο δικόγραφο της αγωγής της εκθέτει σαφώς, όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση του αιτήματος αυτής, με το οποίο επιδίωκε τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικών, των αναφερομένων σ` αυτή δικαιοπραξιών. Ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή: α) οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, οι οποίες προέρχονται i) από το κατάλοιπο της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ποσού 586.558,30 ευρώ, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Σ. Δ. Ρ. Ο..Ε.., στην οποία ο πρώτος εναγόμενος-αναιρεσείων τυγχάνει ομόρρυθμο μέλος και συμβλήθηκε ως εγγυητής ευθυνόμενος όμως ως αυτοφειλέτης ii) από σύμβαση δανείου ποσού 269.791,03 ευρώ που καταρτίσθηκε ομοίως μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων και στην οποία, ο πρώτος εναγόμενος-αναιρεσείων τυγχάνει ομόρρυθμο μέλος και συμβλήθηκε ως εγγυητής ευθυνόμενος ομοίως ως αυτοφειλέτης β) η αξία των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα προς τον δεύτερο εναγόμενο υιό του και ήδη αναιρεσείοντα με το υπ` αριθ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Λάρισας Θεοδώρας Πέτσα, και με το υπ` αριθ. .../… συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Γ. Ανθής Βαγενά, όπως αυτή έχει εκτιμηθεί από την αρμόδια Οικονομική Εφορία κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων που ισχύει στην περιοχή. γ) το ποσό της οφειλής του πρώτου αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα οι μεταβιβαστικές της κυριότητας των ακινήτων συμβάσεις, το οποίο εκτίθεται στην αγωγή, καθώς παρατίθενται αναλυτικά οι κινήσεις των λογαριασμών που ανοίχθηκαν προς εξυπηρέτηση του αλληλοχρέου λογαριασμού και του δανείου, αντίστοιχα, δ) η γνώση του πρώτου αναιρεσείοντος, κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων, ότι θα περιέλθει σε πλήρη αφερεγγυότητα, αφού η εμφανής περιουσία, που του απέμενε, δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, και ε) η αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης λόγω της ανεπάρκειας της περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος και η εξ αυτής επελθούσα βλάβη αυτής. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή είναι ορισμένη, εφόσον περιείχε όλα τα απαιτούμενα, για την νομική θεμελίωσή της, στις προαναφερόμενες διατάξεις, στοιχεία, αφού, ειδικότερα, η αναφορά στην αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων δεν προκαλεί αοριστία της αγωγής σχετικά με το στοιχείο της αξίας αυτών, δεδομένου ότι τελικά η αναιρεσίβλητη υιοθετεί με την αγωγή της ως αξία των ακινήτων εκείνη που προκύπτει από την εφαρμογή του πιο πάνω συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από τις προεκτεθείσες διατάξεις για τη θεμελίωση του ασκηθέντος με αυτήν δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ούτε και παρέλειψε, παρά τον νόμο, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου λόγω αοριστίας, αφού εξειδικεύονται επαρκώς τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων περί καταδολίευσης δανειστών και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, οι πρώτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει, αντιστοίχως, τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά τον νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε τον νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ .../2016, ΑΠ 509/2013). Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1.../2016). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ2095/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της ενάγουσας [( τότε υπό την επωνυμία "Τ. Ε..F..G.. Ε. Ανώνυμη Εταιρία", εν συνεχεία " Τ. Ε..F..G.. Ε. E. Ανώνυμη Εταιρεία" και ήδη "Τράπεζα Ε. E. Α.Ε." (...... Τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ και Γενικού Εμπορικού Μητρώου)], και της εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Σ.-Δ. Ρ. Ο.Ε.." (μη διαδίκου στην δίκη), εκπροσωπούμενης από τον πρώτο εναγόμενο ομόρρυθμο εταίρο, καταρτίσθηκε η υπ' αριθμ.... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού μέχρι του ποσού των είκοσι πέντε •εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή εβδομήντα τριών χιλιάδων τριακοσίων εξήντα επτά ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (73.367,57 €). Με την με αριθμό ... αυξητική αυτής σύμβαση το όριο της πίστωσης αυξήθηκε και διαμορφώθηκε στο ποσό των σαράντα εκατομμυρίων (40.000.000) δραχμών, ήτοι εκατόν δέκα επτά χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και έντεκα λεπτών (€ 117.388,11), με την με αριθμό ... αυξητική αυτής σύμβαση το όριο της πίστωσης αυξήθηκε και διαμορφώθηκε στο ποσό των εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδων (€ 188.000,00) ευρώ, με την με αριθμό ... αυξητική αυτής σύμβαση το όριο της πίστωσης αυξήθηκε και διαμορφώθηκε στο ποσό των εξακοσίων δέκα χιλιάδων (€ 610.000,00) ευρώ και, τέλος, με την με αριθμό ... αυξητική αυτής σύμβαση το όριο της πίστωσης αυξήθηκε και διαμορφώθηκε στο ποσό των επτακοσίων χιλιάδων (€ 700.000,00) ευρώ. Την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής, εγγυήθηκαν οι ομόρρυθμοι εταίροι, Δ. Ρ., και ο πρώτος εναγόμενος, παραιτούμενοι των ενστάσεων διαίρεσης και διζήσεως, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία ως αυτοφειλέτες. Η πιστούχος εταιρεία έκανε χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης μέσω των υπ' αριθμ. ... ανοικτών αλληλόχρεων λογαριασμών η κίνηση των οποίων ενσωματώθηκε στο δικόγραφο της αγωγής. Τελικά, λόγω μη εκπληρώσεως εκ μέρους της πιστούχου και των εγγυητών των όρων της ως άνω σύμβασης, η ενάγουσα με την από-...εξώδικη πρόσκληση δήλωση - καταγγελία, η οποία επιδόθηκε στην πιστούχο και στον εγγυητή - πρώτο εναγόμενο... έκλεισε στις ... τους τηρούμενους λογαριασμούς, οι οποίοι εμφάνισαν κατάλοιπο ύψους 537.229,55 ευρώ, πλέον τόκων και το οριστικό κατάλοιπο μεταφέρθηκε στις ... σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης. Το ύψος του κατάλοιπου δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από τους εναγόμενους. Στη συνέχεια κατόπιν της από ... αίτησης της ενάγουσας εκδόθηκε κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και κατά του πρώτου εναγομένου και του Δ. Ρ., ως εγγυητών, η με αριθ. 101/2015 διαταγή πληρωμή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 586.558,30 ευρώ πλέον των συμβατικών τόκων υπερημερίας από την ..., των τόκων κεφαλαιοποιουμένων και ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως και εισφοράς του ν. ...8/1975 ως συνολική απαίτηση από τη με αριθ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού και των αυξητικών αυτής συμβάσεων. Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις ….... Επίσης, μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας με την επωνυμία "Ν. I.. Σ.-Δ. Μ.. Ρ. Ο.Ε.." (μη διαδίκου στην δίκη), που εδρεύει στην Λ… εκπροσωπούμενης από τον πρώτο εναγόμενο ομόρρυθμο εταίρο, καταρτίσθηκε η υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην συμβαλλόμενη εταιρία, έντοκο δάνειο συνολικού ποσού 300.000 ευρώ, σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται στις από …. και από …. τροποποιητικές αυτής συμβάσεις. Την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής, εγγυήθηκαν οι ομόρρυθμοι εταίροι, Δ. Ρ., και πρώτος εναγόμενος, παραιτούμενοι των ενστάσεων διαίρεσης και διζήσεως, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτρια εταιρεία ως αυτοφειλέτες. Η οφειλέτρια, εταιρεία, στις …. έκανε χρήση της συνομολογηθείσης συμβάσεως δανείου με ανάληψη του συνομολογηθέντος ποσού του δανείου στο σύνολό του. Για την παρακολούθηση του ανωτέρω δανείου τηρήθηκαν οι υπ' αριθμ. ... λογαριασμοί η κίνηση των οποίων ενσωματώθηκαν στο δικόγραφο της αγωγής. Τελικά, λόγω μη εκπληρώσεως εκ μέρους της οφειλέτριας-δανείστριας εταιρίας και των εγγυητών των όρων της ως άνω σύμβασης για την έγκαιρη αποπληρωμή των οφειλών η ενάγουσα με την από ... εξώδικη πρόσκληση - δήλωση - καταγγελία, η οποία επιδόθηκε στην δανειολήπτρια εταιρία και στον εγγυητή -πρώτο εναγόμενο, στις.... κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση δανείου με οριστικό υπόλοιπο οφειλής 269.791,03 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων και τα χρεωστικά υπόλοιπα μεταφέρθηκαν σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης. Το ύψος του χρεωστικού υπόλοιπου δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από τους εναγόμενους. Στη συνέχεια κατόπιν της από ... αίτησης της ενάγουσας εκδόθηκε κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και κατά του πρώτου εναγομένου και του Δ. Ρ., ως εγγυητών, η με αριθ. 102/2015 διαταγή πληρωμή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 269.791,03 ευρώ πλέον των συμβατικών τόκων υπερημερίας από την ..., ήτοι την επομένη της καταγγελίας του δανείου, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, πλέον εισφοράς του ν. ...8/1975 ως συνολική απαίτηση από την με αριθ. ... σύμβαση δανείου. Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις …... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, ως ομόρρυθμο μέλος των δύο (2) πιστούχων εταιρειών, της πρώτης με την επωνυμία "Ν. Σ. - Δ. Ρ. Ο.Ε." και της δεύτερης με την επωνυμία "Ν. I.. Σ. - Δ. Μ.. Ρ. Ο.Ε, ενώ γνώριζε ότι οι ομόρρυθμες εταιρίες του δεν εξυπηρετούσαν τις ανωτέρω συμβάσεις πίστωσης και δανείου και εμφάνιζαν συνεχώς χρεωστικά υπόλοιπα μεγάλου ύψους, όπως προκύπτει από την κίνηση των λογαριασμών και την αντιπαραβολή των χρεοπιστώσεων, καθώς και ότι τα οικονομικά τους δεν ήταν ευοίωνα, όπως αποδεικνύεται τόσο από τη μετέπειτα πορεία της πιστώσεων που ποτέ δεν μειώθηκε υπέρ της πιστούχου αλλά μόνο αυξητική πορεία είχε το χρέος τους προς την τράπεζα και του υπερδανεισμού τους από άλλες τράπεζες και προβλέποντας ότι πρόκειται να επιχειρηθεί αναγκαστική σε βάρος της περιουσίας του εκτέλεση και με σκοπό τη ματαίωση της προέβη το έτος … σε μεταβίβαση των μοναδικά ελευθέρων βαρών, ακινήτων του, κατά πλήρη κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, προς τον ανήλικο τότε υιό του Ι., δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος λόγω της ανηλικότητας του, δεδομένου ότι αυτός γεννήθηκε στις …., αντιπροσωπεύθηκε από τον πρώτο εναγόμενο και τη σύζυγό του, ως ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στον υιό του, δεύτερο εναγόμενο, α) με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λάρισας Θεοδώρας Πέτσα που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κισσάβου την …, στον τόμο …, με αριθμό …) ένα αγροτεμάχιο έκτασης οκτώ χιλιάδων τριακοσίων είκοσι επτά (8.327) τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στη θέση "Χ. ή Α.", της κτηματικής περιφέρειας της τοπικής κοινότητας Κ., του Δ. Τ. (πρώην Δ. Ν.), της Περιφερειακής Ενότητας Λ…., της Περιφέρειας Θ. και στην περιφέρεια του Υποθηκοφυλακείου Κ…. το οποίο συνορεύει .... Αντικειμενική αξία δε του ακινήτου ορίζεται στο ποσό των 9.742,59 ευρώ. Τεκμαίρεται, αφού δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα το αντίθετο, ούτε άλλωστε αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους, ότι και η αγοραία αξία του ανωτέρω ακινήτου ανερχόταν στο ίδιο ποσό και ότι το ανωτέρω ακίνητο διατήρησε την ανωτέρω (αντικειμενική και αγοραία) αξία του μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Σε κάθε περίπτωση η πραγματική αξία τόσο κατά το χρόνο της μεταβίβασης όσο και κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, ήταν κατά πολύ μικρότερη της απαιτήσεως της ενάγουσας..... Β] με το υπ' αριθμ. ....... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Γ. Ανθής Βαγενά που μεταγράφηκε νόμιμα στις …… στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γ…, στον τόμο ..., με αριθμό …, μία κάθετη ιδιοκτησία με ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου οικόπεδο, που βρίσκεται στο Νότιο Τμήμα του όλου οικοπέδου, με στοιχεία Ε1, το τμήμα αυτό έχει επιφάνεια 136,50 τ.μ. και συνορεύει .... Στο τμήμα αυτό υπάρχει μια διώροφη κατοικία εμβαδού 44,10 τ.μ. Η άνω κάθετη ιδιοκτησία που έχει έκταση 272 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσης και 273 τ.μ. κατά πρόσφατη εμβαδομέτρηση βρίσκεται στον οικισμό της τοπικής κοινότητας Π., της Δημοτικής Ενότητας Π., του Δήμου Γ., της Περιφερειακής Ενότητας Γ., της Περιφέρειας Δ. Μ. και συνορεύει .... Στην παραπάνω ανεξάρτητη ιδιοκτησία αντιστοιχεί ποσοστό 50% στο όλο οικόπεδο έκτασης 544 τ.μ., το οποίο συνορεύει .... Αντικειμενική αξία δε του ακινήτου ορίζεται στο ποσό των 24.054,04 ευρώ. Τεκμαίρεται, αφού δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα το αντίθετο, ούτε άλλωστε αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους, ότι και η αγοραία αξία του ανωτέρω ακινήτου ανερχόταν στο ίδιο ποσό, και ότι το ανωτέρω ακίνητο διατήρησε την ανωτέρω (αντικειμενική και αγοραία) αξία του μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Σε κάθε περίπτωση η πραγματική αξία τόσο κατά το χρόνο της μεταβίβασης όσο και κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, ήταν κατά πολύ μικρότερη της απαιτήσεως της ενάγουσας..... Οι παραπάνω απαλλοτριωτικές μεταβιβάσεις έγιναν από τον πρώτο εναγόμενο προς το ανήλικο τέκνο του, ηλικίας 17 ετών, με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, ενώ γνώριζε ότι με αυτές (μεταβιβάσεις) θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η ικανοποίηση των απαιτήσεων της ενάγουσας. Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι και ο έτερος ομόρρυθμος εταίρος και εγγυητής των ένδικων συμβάσεων Δ. Ρ., προέβη κατά τους ίδιους χρόνους, (…) σε ανάλογες μεταβιβάσεις περιουσιακών του στοιχείων, ομοίως με γονική παροχή προς τα τέκνα του, για τις οποίες η ενάγουσα έχει ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από ... και με αριθ. καταθ. ../... αγωγή επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ' αριθ. 202/2018 οριστική απόφαση που έχει απαγγείλει την διάρρηξη των μεταβιβαστικών πράξεων. Επίσης και ο πατέρας και πάππος του πρώτου και δευτέρου των εναγομένων αντίστοιχα, Ι. Σ. του Ν., ο οποίος είχε εγγυηθεί συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ της εταιρείας "Ν. Σ. - Δ. Ρ. Ο.Ε." με την Τράπεζα Π…, προέβη τον ίδιο χρόνο (…) σε ανάλογες μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων με δωρεά προς τη μητέρα του και με γονική παροχή προς τα τέκνα και για αυτό το λόγο ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας η υπ' αριθμ. 20/2014 αγωγή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", κατά αυτού και των εναγομένων, προς διάρρηξη δικαιοπραξιών. Επιπροσθέτως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο δεύτερος εναγόμενος-υιός του, προς τις οποίες έγιναν οι εν λόγω μεταβιβάσεις και ο οποίος ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο σύνταξης των προαναφερομένων συμβολαίων, είχε οποιαδήποτε ανάγκη για τη δημιουργία ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, έτσι ώστε να δικαιολογείται η αιτία των γενομένων γονικών παροχών. Εξάλλου ο καταδολιευτικός σκοπός του πρώτου εναγομένου, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο και μεταγενέστερα οι πρωτοφειλέτριες εταιρίες προέβαιναν σε μεμονωμένες καταβολές μικρών ποσών στους τηρούμενους λογαριασμούς (κατάθεση μετρητών 487,80 ευρώ στις …., πληρωμή τόκων ...,22 ευρώ στις …..., έξοδα ανάλυσης δημιουργίας πιστωτικού ορίου 300 ευρώ στις … …) και στο λογαριασμό δανείου (πληρωμή τόκων ποσού 853,50 ευρώ στις 10-1-20...) αφού αυτές καταδεικνύουν την προσπάθεια τους να διατηρήσουν ενεργές τις ένδικες συμβάσεις, προς αποφυγή καταγγελίας αυτών εκ μέρους της ενάγουσας λόγω υπερημερίας και δεν αποδεικνύει έλλειψη πρόθεσης βλάβης αυτής. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε τα μοναδικά εμφανή και μη βεβαρυμμένα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων ήταν τα παραπάνω ακίνητα δεδομένου ότι τα λοιπά ακίνητα του πρώτου εναγόμενου είναι βεβαρυμένα με προσημειώσεις. Συγκεκριμένα ο πρώτος εναγόμενος είχε στην κυριότητα του κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: α) Ένα διαμέρισμα του 2ου ορόφου με στοιχεία "Β1" και ΚΑΕΚ ….., επιφάνειας ...8,80 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 71/1000, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης δύο (2) αποθηκών του υπογείου με αριθμούς "." και "1." , επιφάνειας 3,00 τμ η καθεμία, β) Ένα στεγασμένο χώρο στάθμευσης του ακαλύπτου με αριθμό "." και ΚΑΕΚ …., επιφάνειας 15,00 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 2/1000 και γ) Ένα στεγασμένο χώρος στάθμευσης του ακαλύπτου με αριθμό "…" και ΚΑΕΚ .., επιφάνειας 14,00 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 1/1000, τα οποία βρίσκονται σε οικοδομή κτισμένης επί οικοπέδου εκτάσεως 945,00 τ.μ. που βρίσκεται στη Λ.., επί των οδών Σ. και Α.. Επί του διαμερίσματος του 2ου ορόφου με στοιχεία "Β1" και του στεγασμένου χώρου στάθμευσης του ακαλύπτου με αριθμό "..", έχει εγγραφεί στις ….. στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας, τόμος …, αρ. .. προσημείωση υποθήκης υπέρ της ενάγουσας, δυνάμει της υπ' αριθ. 692/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, για ποσό 41.600,00 ευρώ. Επίσης επί του διαμερίσματος του 2ου ορόφου με στοιχεία "Β1", του στεγασμένου χώρου στάθμευσης του ακαλύπτου με αριθμό "…" και του στεγασμένου χώρου στάθμευσης του ακαλύπτου με αριθμό "…", έχει εγγραφεί στις … στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λ…., τόμος …. αρ …, υποθήκη υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. της Ε. Α.Ε.", δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πίστωσης, για ποσό ...0.000,00 ευρώ και επιπλέον έχει εγγραφεί στις ... στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λ.., τόμος .., αρ. .., προσημείωση υποθήκης υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", δυνάμει των υπ' αριθ. ...διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, για ποσό ...0.000,00 ευρώ. Επομένως, δεδομένου του ύψους της συνολικής απαίτησης της, η οποία ήδη ανέρχεται στο ποσό του 1.510.937,67 ευρώ, και των υφιστάμενων εμπράγματων ασφαλειών υπέρ των δανειστών του, η εναπομείνασα ακίνητη περιουσία του πρώτου εναγόμενου, η αξία της οποίας προσδιορίστηκε από τον εξετασθέντα με επιμέλεια των εναγόμενων μάρτυρα στο ποσό των 200.000 ευρώ, χωρίς η εκτίμηση του να αντικρούεται από την ενάγουσα, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε πρόθεση (δόλο) βλάβης της ενάγουσας τράπεζας κατά τον κρίσιμο χρόνο που προέβη στις επίδικες απαλλοτριώσεις των δύο ακινήτων της ιδιοκτησίας του, δεδομένου ότι η πιστούχος συνοφειλέτρια εταιρία "Ν. Σ.- Δ. Ρ. Ο.Ε." είχε κατά το χρόνο τόσο των ένδικων απαλλοτριώσεως όσο και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής μεγάλης αξίας ακίνητη περιουσία επί των οποίων η ενάγουσα έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης ποσού 900.000 ευρώ για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της από επίδικη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, ουδεμία επιρροή ασκεί στον καταδολιευτικό χαρακτήρα των απαλλοτριώσεων στις οποίες προέβη ο πρώτος εναγόμενος οφειλέτης αφού η απαιτούμενη για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης, πρόθεση βλάβης του δανειστή και η αφερεγγυότητα του οφειλέτη υπάρχει και εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος σε ολόκληρο οφειλέτης διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης ή της άσκησης της αγωγής (ή ακόμα και της πρώτης συζήτησης), καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από τα στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών. Εξάλλου, ενόψει του ότι η γονική παροχή αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία,... και η αιτία των επίδικων καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων ήταν η γονική παροχή του πρώτου εναγομένου προς τον δεύτερο εναγόμενο υιό του, ο οποίος και εκπροσωπήθηκε κατά την κατάρτιση αυτής λόγω της ανηλικότητάς τους από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς τους (πρώτο εναγόμενο και τη μη διάδικο μητέρα του), δεν απαιτείται γνώση του τελευταίου, η οποία κρίνεται στο πρόσωπο των αντιπροσώπων κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας γονέων του. Σημειώνεται ότι, το γεγονός ότι οι ανωτέρω γονικές παροχές έλαβαν χώρα σε χρόνο προγενέστερο του οριστικού κλεισίματος της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού και της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης δεν ασκεί εν προκειμένω καμία έννομη επιρροή, καθόσον, τα παραγωγικά της απαιτήσεως της ενάγουσας περιστατικά υπήρχαν ήδη, από το χρόνο της συνάψεως των συμβάσεων, αλλά και της δημιουργίας των καταλοίπων, ώστε η απαίτησή της να είναι γεγεννημένη και με το κλείσιμο των λογαριασμών, που είχε συντελεσθεί μέχρι την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατέστη (η απαίτησή της) απλώς ληξιπρόθεσμη και απαιτητή....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού προηγουμένως έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσειόντων και εξαφάνισε κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και απήγγειλε τη διάρρηξη των ενδίκων απαλλοτριώσεων, που συνίστανται σε γονική παροχή του πρώτου αναιρεσείοντος προς τον δεύτερο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη των ένδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών. Εξάλλου δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο παρακάτω πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι κατά τον χρόνο των ένδικων απαλλοτριώσεων (...) υπήρχε γεγεννημένη απαίτηση από τη σύμβαση δανείου και τη σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό της αναιρεσίβλητης τράπεζας κατά του οφειλέτη της, πρώτου αναιρεσείοντος, ως εγγυητή των δύο πιστούχων εταιρειών, ευθυνομένου ως αυτοφειλέτη, β) ότι η απαίτηση αυτή είχε καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, γ) ότι ο πρώτος αναιρεσείων, πριν το οριστικό κλείσιμο των τηρούμενων λογαριασμών και ενώ υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο αυτών, μεταβίβασε προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, υιό του, τα ένδικα ακίνητα με χαριστική δικαιοπραξία (λόγω γονικής παροχής), δ) ότι αυτός, κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους, ως ομόρρυθμο μέλος των εν λόγω εταιρειών, γνώριζε ότι αυτές δεν εξυπηρετούσαν τις ανωτέρω συμβάσεις πίστωσης και δανείου και ότι εμφάνιζαν συνεχώς χρεωστικά υπόλοιπα μεγάλου ύψους και, παρ' όλα αυτά, προέβη στις ένδικες απαλλοτριωτικές πράξεις προβλέποντας ότι πρόκειται να επιχειρηθεί αναγκαστική σε βάρος της περιουσίας του εκτέλεση με σκοπό τη ματαίωση της, καθόσον γνώριζε ότι με αυτές (μεταβιβάσεις) θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η ικανοποίηση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, ε) ότι η απαλλοτρίωση αυτή έγινε με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης, προκειμένου αυτή να αποστερηθεί της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή της ύψους 586.558,30 ευρώ (από το οριστικό κατάλοιπο του άνω λογαριασμού μετά την καταγγελία στις ... της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη τράπεζα και το οριστικό κλείσιμό του) και 269.791,03 ευρώ (από τη σύμβαση δανείου), αφού τα πιο πάνω απαλλοτριωθέντα ακίνητα ήταν τα μοναδικά εμφανή και μη βεβαρυμμένα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε, ενώ η εναπομείνασα ακίνητη περιουσία του, αξίας 200.000 ευρώ, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ενάγουσας. ενόψει του ύψους αυτών αλλά και των υφιστάμενων εμπράγματων ασφαλειών υπέρ των δανειστών του. Ήτοι δέχθηκε το Εφετείο σαφώς, ότι χειροτέρευσε πραγματικά η θέση του πρώτου αναιρεσείοντος σε σχέση με την προ της απαλλοτρίωσης κατάσταση και εξαιτίας της απαλλοτρίωσης. Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης που αποδίδουν στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι, καθόσον με αυτές επιχειρείται ο έλεγχος της εκτίμησης και αξιολόγησης των αποδείξεων από το Δικαστήριο, κρίση που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ .../1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ` ουσία (ΑΠ 621/2016).ΑΠ 1116/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους περί ανυπαρξίας παθητικού υπολοίπου στον αλληλόχρεο λογαριασμό και το δάνειό τους, όπως και της γνώσης του πρώτου εξ αυτών για το ύψος των εν λόγω υπολοίπων, κατά τον επίδικο χρόνο των απαλλοτριώσεων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, καταλυτικοί του ασκηθέντος δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά αντιθέτως αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος αντίθετου με εκείνο στο οποίο κατάληξε το δικαστήριο. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ ...44/2021, 1382/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι το Εφετείο, κατά κακή εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτών περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης. Συγκεκριμένα την εν λόγω ένσταση απέρριψε η αναιρεσιβαλλομένη με την ακόλουθη αιτιολογία: "....Οι εναγόμενοι με το δικόγραφο της έφεσης και τις προτάσεις που κατέθεσαν προβάλουν την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα επικαλούμενοι ότι το δικαίωμα της ενάγουσας για διάρρηξη των μεταξύ τους συναφθεισών απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται στην ανωτέρω διάταξη, διότι α) η ενάγουσα είχε επαρκώς διασφαλίσει την απαίτησή της με προσημείωση υποθήκης 900.000€ στα ακίνητα της πιστούχου εταιρίας, ενώ επισπεύδει ήδη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των ακινήτων της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Σ.-Δ. Ρ. ΟΕ", η οποία επιφέρει ικανοποίηση των ένδικων απαιτήσεων, λόγω της αξίας των εκπλειστηριαζομένων ακινήτων που ανέρχεται στο ποσό των 668.00 ευρώ, β) οι λογαριασμοί της πιστούχου όχι μόνον ήταν ενήμεροι για μεγάλο χρονικό διάστημα και μετά τις απαλλοτριώσεις (27- 07-2011 και 08-08-2011) αλλά υπήρχαν και χορηγήσεις - χρηματοδοτήσεις αυτής, η ίδια δε γνώριζε τη μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και παρά ταύτα προέβαινε σε χορηγήσεις χωρίς να ενεργήσει οτιδήποτε άλλο, ούτε ζήτησε την εγγύηση του δευτέρου εναγόμενου μόλις ενηλικιώθηκε, όπως θα έπραττε ευλόγως αν θεωρούσε ότι δεν υπήρχε επαρκής διασφάλιση των απαιτήσεών της και γ) παρόλο που γνωρίζει την ύπαρξη εμφανών περιουσιακών στοιχείων της πρωτοφειλέτριας και μπορεί έτσι να επιληφθεί αυτών για την ικανοποίηση της απαίτησής της, επιλέγει, ωστόσο, να ζητήσει τη διάρρηξη των φερόμενων ως καταδολιευτικών πράξεων τα οποία αφορούν ακίνητα ελάχιστης αξίας χωρίς ιδιαίτερο προς τούτο λόγο, προβάλλοντας απλώς τον τυπικό λόγο της μη επάρκειας της ακίνητης περιουσίας του πρώτου εναγόμενου. Τα πραγματικά όμως περιστατικά στα οποία στηρίζουν οι εναγόμενοι τον ισχυρισμό ότι η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική δεν θεμελιώνουν λυσιτελώς καταλυτικό ισχυρισμό της αγωγής αλλά άρνηση της συνδρομής των προϋποθέσεων, που απαιτούνται, κατά τα άρθρα 939 έως 942 του ΑΚ, για την γέννηση του επιδίκου δικαιώματος της ενάγουσας προς διάρρηξη της άνω δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικής και, ειδικότερα, την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας δανείστριας εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων οφειλέτη και έχουν ήδη αξιολογηθεί και αποκρουστεί με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση και αληθή υποτιθέμενα δεν δύναται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον,..... ο δανειστής δικαιούται κατ' αρέσκειαν να αξιώσει το χρέος από οιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικώς, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον (ΑΚ 481) συνοφειλετών, δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης παραιτούμενος από την ένσταση δίζησης (άρθρα 855 και 857 αρ.1 ΑΚ), ενώ η ύπαρξη βαρών επί ακινήτων της πρωτοφειλέτριας δεν στερεί από την τελευταία το έννομο συμφέρον να ζητήσει με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής τη διάρρηξη των ως άνω απαλλοτριώσεων, ούτε καθιστά αυτή καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), όπως διατείνονται οι εκκαλούντες (αναιρεσείοντες) επειδή, σε ενδεχόμενο πλειστηριασμό των ακινήτων, δεν είναι βέβαιο ότι θα ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της, διότι μπορεί να προηγηθούν στην κατάταξη προνομιούχοι δανειστές, στους οποίους αυτή να μην περιλαμβάνεται. Πρόκειται δηλαδή για περιστατικό που αναφέρεται στο μέλλον και είναι αβέβαιο, αν θα συμβεί, καθόσον εξαρτάται από παράγοντες, που δεν μπορούν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη, όπως η εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας ικανοποίηση των εν λόγω δανειστών, η μη αναγγελία τους στον πλειστηριασμό, η ακυρότητα αυτής κ.λπ.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειόντων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα εν λόγω περιστατικά, τα οποία επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες προς θεμελίωση της πιο πάνω ένστασής τους, αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν τη νομική έννοια της κατάχρησης δικαιώματος, αφού δεν περιάγουν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού. Επομένως, ο έκτος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο παραβίασε την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ` όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 911/2019, ΑΠ .../2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη είχε έννομο συμφέρον στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, παρά το γεγονός ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (9.742,59 και 24.054,04 ευρώ) ήταν ελάχιστη σε σχέση με την συνολική απαίτησή της, ποσού 856.349,33 ευρώ, γεγονός που καθιστούσε ανέφικτη την ικανοποίησή της με τη διάρρηξη των ένδικων δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι τον ως άνω πραγματικό ισχυρισμό τους προέβαλαν με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Από την παραδεκτή δε επισκόπηση (561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν είχε προβληθεί στα δικαστήρια της ουσίας (εν προκειμένω στο Εφετείο με λόγο έφεσης), ούτε υπόκειται σε κάποιες από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από …. αίτηση αναίρεσης με την από … αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από ….. αίτηση των Ν. Σ. και Ι.. Σ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 147/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ