ΑΡΙΘΜΟΣ 1181/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Ευγενία Προγάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Γρηγορίου, περί αναιρέσεως της 2225/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Π. του Ι., κάτοικο ... που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 703/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η κρινόμενη, από 10-6-2013, αίτηση του Μ. Μ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμό 2225/4-3/12-3-2013, καταδικαστικής αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα, ενώπιον του Γραμματέα του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου (άρθρ. 474 παρ. 1 ΚΠοινΔικ), συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθμ. 167/10-6-2013 εκθέσεως καταθέσεως, είναι δε εμπρόθεσμη, αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καταγεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔικ στις 29-5-2013 (βλ. την από 10-6-2013 υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Δημοσίευσης Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου) και η κατ' αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 10-6-2013, ήτοι εντός της οριζομένης στο άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔικ 10ήμερης προθεσμίας (166 ΚΠοινΔικ η λήγουσα εξαιρετέα). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠοινΚωδ (όπως τούτο ισχύει μετά τον Ν.3327 της 11/11-3-2005) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα, ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδώς το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε (ΑΠ 398/2012, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 1198/2010, ΑΠ 210/2010). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔικ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔικ διατάξεις όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Από το ότι εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔικ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 931/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο ψευδορκίας μάρτυρα, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, την οποία κατά τα άρθρα 99 ΠΚ ανέστειλε επί τρία χρόνια. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: ".... Αποδείχθηκαν τα εξής: Ο εν λόγω κατηγορούμενος Μ. Μ., κατά τον επίδικο χρόνο (3-11-2005) είχε την ιδιότητα του Κοινοτικού Συμβούλου και ήταν επικεφαλής της μειοψηφίας και αρχηγός της αντιπολιτευτικής παράταξης "ΜΕΛΛΟΝ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ" της Κοινότητας Γραμματικού Αττικής. Ο εγκαλών, Α. Π., κατά τον αυτό ως άνω χρόνο είχε την ιδιότητα του Προέδρου της Κοινότητας Γραμματικού, από το έτος 2003 και ήταν πολιτικός αντίπαλος του κατηγορουμένου επί σειρά ετών. Η Α. Λ. συζ. Η. Σ. προσλήφθηκε από την Κοινότητα αυτή στις 23-6-1993 και κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως διοικητική υπάλληλος-γραμματέας του κοινοτικού γραφείου. Επίσης, μεταξύ των δύο αντίπαλων παρατάξεων, που αντιπροσωπεύονταν στο Κοινοτικό Συμβούλιο της παραπάνω Κοινότητας, υπήρχαν σφοδρές αντεγκλήσεις αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της δημόσιας εξουσίας εκ μέρους των κοινοτικών συμβούλων της (εκάστοτε) πλειοψηφίας, αλλά και αναφορικά με τη διαχείριση των οικονομικών πόρων της Κοινότητας. Περαιτέρω δυνάμει της από 18-8-2005 εγκλήσεως της Α. Λ. συζ. Η. Σ., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Α. Π. (νυν εγκαλούντος) για συκοφαντική δυσφήμιση και συγκεκριμένα διότι, κατά το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου 2005, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, εν γνώσει της αναληθείας του το ψευδές γεγονός ότι η εγκαλούσε "εξυπηρετεί το Ν. Ζ., όταν ζητά διάφορα έγγραφα ή βεβαιώσεις από την Κοινότητα Γραμματικού, διότι έχει προσωπικές σχέσεις μαζί του", το οποίο μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της. Ο κατηγορηθείς απαλλάχθηκε, τελικά της κατηγορίας δυνάμει του υπ' αριθμ. 1822/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητο. Στα πλαίσια δε της ποινικής προδικασίας σχετικά με την ως άνω μήνυση ο ήδη κατηγορούμενος Μ. Μ., ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Μαραθώνος Ευαγγελίας Ζαμπούνη, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς και τα εξής: "... ... Γνωρίζω προσωπικά ότι ο Πρόεδρος εδώ και πολλά χρόνια δημιουργεί προβλήματα στη μηνύτρια και προσωπικά. 'Εχει σα σκοπό του να τη διαβάλει και παντού έλεγε και λέει ότι θα τη διώξει από την Κοινότητα με κάθε τρόπο ... άρχισε να διαδίδει και να αφήνει υπονοούμενα για την ηθική της υπόσταση (της Α. Λ. ...", το οποίο εισέφερε ως ιδίαν γνώση, αυτός δε τελούσε σε γνώση της αναληθείας του όταν το κατέθεσε. Εξάλλου από την αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών διέδιδε στην Κοινότητα του Γραμματικού λόγια μειωτικά για την ηθική της υπόσταση, αφού ουδέποτε είχε αναφέρει κάτι προσβλητικό γι' αυτήν, αλλά ούτε είχε καταφερθεί εναντίον της με υβριστικές εκφράσεις σεξουαλικού περιεχομένου. Επομένως, εφόσον κατά το σκέλος τούτο στοιχειοθετείται, τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία κατηγορείται ο κατ/νος Μ. Μ., πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔικ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του πρώτου λόγου κατά τις οποίες α) η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, β) δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδορκίας και γ) δεν περιέχει τις αποδείξεις, στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και τους νομικούς λόγους που δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 224 ΠΚ είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί. Περαιτέρω η αιτίαση α) της αντίθεσης ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και β) του ότι από την αξιολόγηση των επικαλουμένων μαρτυρικών καταθέσεων προέκυπτε ότι η επίμαχη κατάθεση του κατηγορουμένου δεν ήταν εν γνώσει του αναληθώς και ότι αυτός είχε την πεποίθηση ότι τα όσα κατέθεσε ήταν αληθινά, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή αντιφατικής αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος κατά την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης αιτιολογείται επαρκώς στην προσβαλλομένη απόφαση. Επειδή με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2-1 Ποιν Κωδ γιατί ο αναιρεσείων κατέθεσε με τη βεβαιότητα της αλήθειας και την απαιτούμενη πεποίθηση δικαίου και ότι γιαυτό δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει αν απορριφθεί, γιατί με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 224 παρ. 2-1 Ποιν. Κ., προβαίνει σε αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-6-2013 αίτηση του Μ. Μ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμό 2225/2013 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ