Αριθμός 1113/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη), Νικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αστέριο Παπαδημητρίου. Του αναιρεσιβλήτου: Ά. (A.) Χ. (H.) του Λ. (L.), κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καραγιαννίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23865/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1473/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2012 αίτησή του και τους από 28-2-2013 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 19-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των επ' αυτής προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. (Α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 14 § 1 της κανονιστικής απόφασης Αιβ/8577/1983 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/1940 και αντικαταστάθηκε με την 8405/29-10-1992 ΚΥΑ (ΦΕΚ 665 Β`/11-11-92), και 3, 174 και 180 ΑΚ προκύπτει ότι με βιβλιάρια υγείας, η έλλειψη (ή μη ανανέωση) των οποίων καθιστά άκυρη την σχετική σύμβαση εργασίας, πρέπει να εφοδιάζονται όχι όλοι όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, αλλά εκείνοι από αυτούς που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεσή τους στην κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με τον χρήστη των υπηρεσιών, ως εκ τούτου δε η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας δεν συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, οι οποίοι δεν διαθέτουν στο κοινό μη τυποποιημένα προϊόντα, δηλ. σε ανοικτή και όχι κλειστή συσκευασία. (Β) Από τις διατάξεις των άρθ. 19 §§ 1, 7 και 8, 21 § 1, 22 §§ 1 και 3 και 53 § 1 ν. 2910/2001 προκύπτει, ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που συνάπτονται με αλλοδαπούς που εμπίπτουν στη ρύθμιση του νόμου αυτού, μπορεί να είναι είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου και ο χαρακτηρισμός αυτών ή καθορίζεται ρητά από τους συμβαλλόμενους ή συνάγεται από το είδος της εργασίας και το σκοπό της σύμβασης (άρθρα 648 και 669 ΑΚ), αφού η χορηγούμενη άδεια εργασίας και παραμονής έχει αποσυνδεθεί από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με συγκεκριμένο εργοδότη, δοθέντος ότι ο αλλοδαπός κατά τον χρόνο που ισχύει η άδεια εργασίας του μπορεί να απασχοληθεί σε άλλον εργοδότη, αφού λυθεί η σύμβαση εργασίας με τον προηγούμενο, ενώ εξάλλου ούτε η σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με αντικείμενο απασχόλησης του αλλοδαπού διαφορετικό από εκείνο που αφορούσε η σχετική άδεια συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης αυτής. Περαιτέρω, η αρχικά άκυρη σύμβαση εργασίας αλλοδαπού λόγω έλλειψης αδείας εργασίας θεωρείται κατ' άρθ. 183 ΑΚ ότι καθίσταται έγκυρη εξ υπαρχής, εάν εκδοθεί στην συνέχεια η απαιτουμένη άδεια και ο μισθωτός αυτός εξακολουθήσει να εργάζεται χωρίς εναντίωση του εργοδότη. Πρέπει να επισημανθεί εδώ, ότι ειδικά τα επιδόματα εορτών, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας και όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 1 § 1 ν. 1082/1980, 1 § 2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1 § 1 και 2 α.ν. 539/1945, 3 § 16 ν. 4504/1966 και του άρθ. 2 της κυρωθείσης με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση εργασίας, οι σχετικές δε αξιώσεις τους θεμελιώνονται ευθέως στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. (Γ) Εξάλλου, οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα καταστήματα τροφίμων, τα οποία θεωρούνται εμπορικά καταστήματα, ρυθμίζονταν, κατά το κρίσιμο εδώ χρονικό διάστημα, από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας" και συγκεκριμένα από τις (α) από 19-7-2002 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12390/2002 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'1178) (β) με αριθ. 51/2004 ΔΑ, κηρυχθείσα υποχρεωτική με την 13549/2004 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 1894) (γ) από 18-4-2005 ΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12126/2005 απόφαση του ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ Β' 967) και (δ) από 7-9-2006 ΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 13257/2006 απόφαση του αυτού Υπουργού (ΦΕΚ Β' 1785). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την προσβαλλομένη 1473/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνήφθη την 1-10-2001 ο αναιρεσίβλητος ενάγων, υπήκοος Αλβανίας, προσελήφθη από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο, προκειμένου να εργασθεί ως πωλητής στο παντοπωλείο που διατηρεί στη ... ο τελευταίος, ο οποίος παράλληλα είναι και ιδιοκτήτης αγροτεμαχίων με καλλιέργειες αμπελιών και σιτηρών, η σύμβαση δε αυτή αρχικά ήταν άκυρη, διότι ο ενάγων δεν είχε άδεια παραμονής και εργασίας, ότι την 11-2-2002 ο ενάγων απέκτησε την … (αριθ. πρωτ…) άδεια εργασίας αλλοδαπού, εκδοθείσα από την Διεύθυνση Απασχόλησης και Εργασίας - Τμήμα Αδειών Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 11-2-2002 και λήξη την 11-2-2003, ότι έκτοτε κατέχει συνεχώς νόμιμη άδεια διαμονής για εξαρτημένη εργασία στην Ελλάδα, μετά από αλλεπάλληλες διαδοχικές ανανεώσεις της αρχικής άδειας, συγκεκριμένα δε έλαβε την 10-12-2002 την με αριθ. ..άδεια εργασίας, ισχύος από 12-2-2003 μέχρι 12-2-2004, επί της οποίας εκδόθηκε την 3-10-2003 η με αριθ. …άδεια διαμονής, την 7-1-2004 την με αριθ. ..άδεια εργασίας, ισχύος από 13-2-2004 έως 13-2-2005, επί της οποίας εκδόθηκε την 18-8-2004 η με αριθ…άδεια διαμονής, την 5-8-2005 την με αριθ…άδεια διαμονής ισχύος μέχρι 14-2-2007, την 19-10-2007 την με αριθ… άδεια διαμονής ισχύος μέχρι 14-2-2009 και την 4-2-2009 την με αριθ…βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών για ανανέωση άδειας διαμονής, ότι μετά την έκδοση της πρώτης άδειας εργασίας και ενώ ο ενάγων εξακολούθησε να εργάζεται στο παντοπωλείο χωρίς εναντίωση του εναγομένου η έως τότε άκυρη για τον ως άνω λόγο σύμβαση εργασίας του επικυρώθηκε εξ υπαρχής, η αναγραφή δε στις προαναφερόμενες άδειες ως εργασία του ενάγοντος "αγρεργάτης" δεν καθιστά άκυρη την ως άνω προφορικά καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ότι από την πρόσληψή του μέχρι την απόλυσή του την 10-9-2007 ο ενάγων απασχολείτο στο ως άνω παντοπωλείο (mini market), παραλαμβάνοντας και τακτοποιώντας τα εμπορεύματα και κυρίως πουλώντας εμπορεύματα σε πελάτες του καταστήματος, ενίοτε δε μετέφερε κατ' εντολή του εναγομένου εμπορεύματα από το κατάστημα στις οικίες ή τα καταστήματα πελατών τους, εργαζόμενος από Δευτέρα έως και Παρασκευή επί 8 ώρες κάθε ημέρα και δη από 08.30' έως 13.30' και από 17.00' έως 20.00', ενώ τα Σάββατα απασχολείτο σε γεωργικές εργασίες στα κτήματα του εναγομένου, ότι με βάση τις ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας που ίσχυαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 10-9-2007 ο ενάγων δικαιούται, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, τα εκεί αναφερόμενα ποσά για διαφορά μεταξύ νομίμων (καταβλητέων) και καταβληθεισών αποδοχών, επιδόματα εορτών, επιδόματα και αποδοχές αδείας και συνολικά για τις αιτίες αυτές το ποσό των 25.611,77 €, το οποίο και επεδίκασε σ' αυτόν, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη τις ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ που ήταν πράγματι εφαρμοστέες, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις αιτιολογίες, καθόσον, ειδικότερα, για το κύρος της επίμαχης σύμβασης εργασίας δεν ήταν απαραίτητη, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η εκ μέρους του ενάγοντος κατοχή βιβλιαρίου υγείας, εφόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε και ότι ο ενάγων διέθετε στο κοινό προϊόντα σε ανοικτή συσκευασία, ενώ εξάλλου ούτε η αλλαγή του είδους απασχόλησης του ενάγοντος καθιστά άκυρη την σύμβαση, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι, όπως προαναφέρθηκε, ειδικά τα επιδόματα εορτών και αδείας και οι αποδοχές αδείας οφείλονται ανεξάρτητα από την εγκυρότητα της σύμβασης. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και, επομένως, και στην διαδικασία των άρθ. 663 επ. ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών, κατά την οποία το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα, καταρχήν, τ' αποδεικτικά μέσα, άρθ. 340, 671 ΚΠολΔ), όσον αφορά (την ομολογία, άρθ. 352 § 1 ΚΠολΔ και) τα δημόσια έγγραφα. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθ. 438, 440 και 441 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταπόδειξης μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του κ.λπ., ενώ ως προς όσα αναφέρονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης του εγγράφου, αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταπόδειξης. Κατά συνέπεια τα δημόσια έγγραφα λογίζονται ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν, κατά τα προαναφερθέντα, πλήρη απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο (και τελευταίο) κύριο λόγο αναίρεσης αποδίδεται ότι το Εφετείο, δεχθέν με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι "...η αναγραφή στις... με αριθ…. άδειες εργασίας" του ενάγοντος, εκδοθείσες από την Διεύθυνση Απασχόλησης και Εργασίας - Τμήμα Αδειών Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, "στην αντίστοιχη θέση είδος εργασίας: αγρεργάτης, με εργοδότη τον εφεσίβλητο" (εναγόμενο αναιρεσείοντα) δεν αναιρεί "το γεγονός της απασχολήσεως του εκκαλούντος (ενάγοντος αναιρεσιβλήτου)... ... στο παντοπωλείο του εφεσίβλητου", υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον οι ως άνω άδειες εργασίας, μη προσβληθείσες ως πλαστές, ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, μη επιτρεπομένης ανταπόδειξης, και για το είδος της εργασίας του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου ως "αγρεργάτη" με εργοδότη τον εναγόμενο αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι άδειες αυτές αποτελούν πλήρη απόδειξη, μη επιτρεπομένης μάλιστα ανταπόδειξης παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για το γεγονός της ως άνω δήλωσης του ενάγοντος καθεαυτήν και όχι και ως προς την δηλωθείσα φύση της εργασίας του, ως προς την οποία τα έγγραφα αυτά λογίζονται ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. IIΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών. Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 20 του αυτού ως άνω άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του: (Α) Δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι, όπως αποδείχθηκε από τα αναλυτικά και λεπτομερώς αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, ο αλβανικής υπηκοότητας αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε την 1-10-2001 από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο και εργάσθηκε στο παντοπωλείο αυτού ως πωλητής μέχρι την καταγγελία της σύμβασής του την 10-9-2007, στην συνέχεια δε έκρινε ότι (1) η αναγραφή στις με αριθ. ..άδειες εργασίας του ενάγοντος και στην αντίστοιχη θέση "είδος εργασίας: αγρεργάτης" με εργοδότη τον εναγόμενο (2) οι (α) με αριθ. πρωτ…/18-1-2002 "υπεύθυνη δήλωση εργοδότη" του εναγομένου ότι απασχόλησε τον ενάγοντα ως αγρεργάτη σε αμπέλι 13 στρεμμάτων για 150 ημέρες, τους μήνες Ιανουάριο μέχρι και Ιούνιο του έτους 2002 και (β) από 28-11-2002 βεβαίωση του εναγομένου ότι απασχολεί από 11-2-2002 τον ενάγοντα και συνεχίζει να τον απασχολεί στις αγροτικές εργασίες του, δεν αναιρούν το γεγονός της απασχόλησης του ενάγοντος στο παντοπωλείο του εναγομένου. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κρίση του ότι τα ως άνω έγγραφα δεν αναιρούν την γενομένη δεκτή απ' αυτό απασχόληση του ενάγοντος στο παντοπωλείο του εναγομένου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει ευθέως την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και την αξιολόγηση απ' αυτό των αποδείξεων. (Β) Περαιτέρω δέχθηκε, ότι ο ενάγων μετά την απόλυσή του προσέφυγε την 15-10-2007 στην Επιθεώρηση Εργασίας Θεσσαλονίκης κατά του εναγομένου "συνταχθέντος του με αρ…/15-10-2007 δελτίου εργατικής διαφοράς... διαμαρτυρόμενος (ο ενάγων) για μη καταβολή, από 2002 έως 2007, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας, Δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων, δεδουλευμένες αποδοχές Σεπτεμβρίου 2007 και μη καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως, δηλώνοντας εργασιακή σχέση από 1-1-2001 έως 10-9-2001, ο δε εφεσίβλητος (εναγόμενος) αρνήθηκε τα καταγγελθέντα και δήλωσε ότι απασχολούσε τον εκκαλούντα (ενάγοντα) σαν εργάτη γης". Το ως άνω …/2007 δελτίο εργατικής διαφοράς έχει, κατά τα εκτιθέμενα στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, το εξής περιεχόμενο, κατά το ενδιαφέρον και κρίσιμο εδώ τμήμα του: "Περίληψη Διαφοράς ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ: 1) αποδοχών αδείας από το 2002 έως και το 2007 2) επιδόματος αδείας από το 2002 έως και το 2007 3) Δώρο Χριστουγέννων ετών 2002 έως και 2007 4) δώρο Πάσχα ετών 2002 έως και 2007 5) δεδουλευμένες αποδοχές Σεπτεμβρίου 2007 (7 ημερομίσθια) 6) απόλυση - μη καταβολή αποζημίωσης απόλυσης........ Ο προσφεύγων δηλώνει ότι αναφέρεται στην καταγγελία του όπως αυτή αναγράφεται στην περίληψη διαφοράς. Ο εργοδότης δηλώνει ότι αρνείται τα όσα αναφέρονται ανωτέρω και.... ακόμη ότι ο προσφεύγων εργαζόταν σ' αυτόν σαν εργάτης γης, (όπως προκύπτει από) τα έγγραφα, τα οποία επικαλείται να καταθέσει.... ακόμη ότι το παντοπωλείο ανήκει στο όνομά του από το Μάρτιο του 2004.... ακόμη ότι του οφείλει 3 ημερομίσθια από αμπελουργικές εργασίες (9ου/2007), τα οποία καταβάλει αμέσως, τα οποία είναι 120 ευρώ... Ο προσφεύγων δε δέχεται την καταβολή των 120 ευρώ, διότι κατά τη δήλωση του προσφεύγοντα τα 120 ευρώ του οφείλονται από εργασία στο Σούπερ Μάρκετ και όχι από αμπελουργική απασχόληση". Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα το Εφετείο, δεχθέν ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα από τον αναιρεσείοντα όχι ως εργάτης γης, αλλά ως υπάλληλος του παντοπωλείου του, δικαιούμενος για την εργασία του αυτή τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω …/2007 Δελτίου Εργατικής Διαφοράς και των υπό στοιχ. Α' εγγράφων και δη ως προς την φύση της εργασίας του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου και τον χρόνο απασχόλησής του, αλλά, αφού ορθά ανέγνωσε αυτά και τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε διαφορετικό, εσφαλμένο κατά τον αναιρεσείοντα, πόρισμα ως προς το ζήτημα αυτό. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής δεύτερος (και τελευταίος) πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-11-2012 αίτηση του Ε. Χ. και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 1473/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ