ΑΡΙΘΜΟΣ 1185/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα . Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Χ, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1617/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Ζ1 και 2) Ζ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων -πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 141/07. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 124/20.3.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και513 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ, την 152/4-12-06 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ, κατά του 1617/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε, εκτός των άλλων, να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Ζ2, για ιδιαίτερα διακεκριμένη υπεξαίρεση, κατ' εξακολούθηση, και ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη, κατ' εξακολούθηση, κοινή και σε βάρος του δημοσίου,[άρθρα 375,386 ΠΚ,1 Ν.1608/50],και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα: 2-Κατά το άρθρο 476 παρ.1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96),όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Κατά τα άρθρα 482 και 483 ΚΠΔ αναίρεση κατά βουλευμάτων έχει δικαίωμα να ασκήσουν: α)ο κατηγορούμενος, εκείνα που τον παραπέμπουν στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύουν προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του, β)ο εισαγγελέας πλημμ/κών, εκείνα που παραπέμπουν τον κατηγορούμενο για κακούργημα ή αποφαίνονται να μη γίνει κατηγορία, ή παύουν οριστικά ή προσωρινά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσουν απαράδεκτη. Και γ) ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου οποιαδήποτε, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 ΚΠΔ. Από τις διατάξεις αυτές, όπως αντικατ. με το άρθρο 41 παρ.1 και 2 του Ν.3160/03,και ισχύουν από τις 30-6-03, συνάγεται ότι ο πολιτικώς ενάγων σήμερα δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατ' απαλλακτικών βουλευμάτων, ανεξάρτητα εάν πρόκειται για κακούργημα ή για πλημμέλημα. [ΑΠ.1264/03]. 3-Στην προκείμενη περίπτωση, η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως κατά του 1617/06 απαλλακτικού βουλεύματος για κακουργήματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ασκείται από το αναιρεσείοντα υπό την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, παρόλον ότι ο νόμος δεν του χορηγεί τέτοιο δικαίωμα. 4-Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτη την εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντος, για το λόγο ότι ασκείται από πρόσωπο, στο οποίο ο νόμος δεν απονέμει τέτοιο δικαίωμα, και να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα των 210 Ε. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί η 152/4-12-06 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ, κατά του 1617/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Ζ2, και Β-Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του ποσού των 210 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, που ισχύει, κατ' άρθρο 61 τούτου, από την 30-6-2003, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα Κυβερνήσεως ο νόμος αυτός, με την αντικατάσταση, από την εν λόγω χρονολογία, της παραγράφου 1 του άρθρου 483 ΚΠΔ, ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, το οποίο, εκτός των άλλων, αποφαίνεται να μην γίνει κατηγορία εναντίον κάποιου κατηγορουμένου, τυχόν δε ασκηθείσα αναιρετική αίτηση, από τον πολιτικώς ενάγοντα, μετά την 30-6-2003 τυγχάνει, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι αυτή έγινε από πρόσωπο που δεν έχει αυτό το δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το 1617/2006 βούλευμά του, αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, να μη γίνει κατηγορία εναντίον του Ζ1, για (α) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που τελέστηκε από διαχειριστή ξένης περιουσίας, της οποίας το συνολικό αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, από κοινού και κατ' εξακολούθηση, (β) απάτη από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, από κοινού και κατ' εξακολούθηση και (γ) για απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ ή 147.000 Ευρώ. Συνακόλουθα, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2006, ήτοι μετά την 30-6-2003, από τον αναιρεσείοντα υπό την ιδιότητά του ως πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει αυτό το δικαίωμα και να επιβληθούν στον τελευταίο τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του Χ, για αναίρεση του 1617/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ