Αριθμός 428/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Καλαπόδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ΣΥΝ.ΠΕ, που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τικόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 35/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 444/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αριθ.295/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2018 αίτησή τους και τους από 15-3-2019 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντιστοίχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο, που δύναται να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 παρ. 1 ΠΚ), εφόσον μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρ. 1 του ν.δ/τος 1325/1972, δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υποστάσεως του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια. Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ34/2021, AΠ1051/2012). Οι διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής, και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του ανωτέρω άρθρου με το άρθρ. 4 § 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ` εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται. Επομένως η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ` αρχάς με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά δύναται να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, εφ` όσον αυτός υφίσταται τελικώς τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, υπό την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ.ΑΠ 29/2007, ΑΠ 1008/2010). Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (ΑΠ34/2021, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 1069/2017, ΑΠ 705/2007). Την αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής δεν αποκλείει το γεγονός ότι την υπέγραψε αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας και απλώς στην περίπτωση αυτή ευθύνεται κατά το άρθρ. 71 ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, και μάλιστα ανεξαρτήτως από τη μορφή της εταιρείας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, εφόσον και στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιρειών ο νόμιμος εκπρόσωπός τους ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικώς για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις γενικές διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επομένως και για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ567/2022, ΑΠ219/2020, ΑΠ179/2019, AΠ1051/2012). Προκειμένου να γεννηθεί αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας κατά του εκδότη επιταγής που δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, δεν αρκεί να συντρέχουν τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 αλλά σε κάθε περίπτωση πρέπει να διαπιστώνεται και η επέλευση ζημίας, αφού η αξίωση εκ του άρθρου 914 του ΑΚ ιδρύεται μόνο αν συντρέχουν οι όροι της αστικής και όχι μόνο της ποινικής ευθύνης του εκδότου ακάλυπτης επιταγής. Επομένως, ο εναγόμενος προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, ως εκδώσας ακάλυπτη επιταγή, δικαιούται να προβάλλει, αμυνόμενος κατά της αγωγής, τον ισχυρισμό ότι δεν προκλήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ζημία στην περιουσία του δικαιούχου, παρά τη συνδρομή των όρων του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, και ειδικότερα ότι η θεμελιούμενη στην υποκείμενη σχέση χρηματική αξίωση του ενάγοντος έχει ήδη ικανοποιηθεί με καταβολή. Εν τοιαύτη περιπτώσει, προβάλλει άρνηση της βάσης της αγωγής και ειδικότερα άρνηση της επικαλούμενης στην αγωγή εξ αδικοπραξίας ζημίας του ενάγοντος (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1804/2012, ΑΠ 28/2011, ΑΠ 1462/2003). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής, ότι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ650/2020, ΑΠ326/2018, ΑΠ 1746/2013, ΑΠ 44/2004). Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί κατ' ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη (ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008). Ο δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ' αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος ν' αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν' αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ' επανένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους είτε βάσει της διατάξεως του άρθρου 422 εδ. β' ΑΚ (ΑΠ133/2022, ΑΠ666/2020,, ΑΠ1147/2020, ΑΠ 580/2019). Ειδικότερα, όπως σε κάθε ένσταση, πρέπει ν' αναφέρονται από το δανειστή, που προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση για ύπαρξη άλλου χρέους, τα γεγονότα που, κατά νόμο, την θεμελιώνουν και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από τo δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα ν' αμυνθεί, δηλαδή πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν επικαλουμένων περισσοτέρων χρεών και το ύψος αυτών, γιατί αλλιώς η αντένσταση αυτή είναι απορριπτέα (ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 575/2015, ΑΠ 531/2015). Αν τελικά ο δανειστής δεν μπορέσει ν' αποδείξει ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, τότε το καταβληθέν ποσό καταλογίζεται στο μοναδικό πλέον χρέος που οφείλει ο τελευταίος (ΑΠ 666/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 423 ΑΚ, αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 423 ΑΚ, οι οποίες θεσπίστηκαν, κατά την αντίληψη του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρά, διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση, μόνο αν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου αυτού και ο δανειστής έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρξει συμφωνία και ο οφειλέτης καταβάλει χωρίς να ορίσει σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1, θα ισχύσει η τελευταία. Άρα, στον οφειλέτη εναπόκειται να ισχυριστεί (και σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει) ότι συμφώνησε με τον δανειστή ή ότι όρισε σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην §1, ώστε να μην ισχύσει η τελευταία (ΑΠ 89/2021, ΑΠ237/2018, ΑΠ2259/2014, ΑΠ1036/2008, ΑΠ150/2000). Πάντως, σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα ομοειδή χρέη, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και χρέη από αδικοπραξία (ΑΠ 559/2022), καθένα από τα οποία αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ο καταλογισμός γίνεται, πρώτα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 422 ΑΚ και στη συνέχεια, ως προς το καθένα από τα χρέη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 423 ΑΚ (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 843/2022, ΑΠ 1039/2013). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, ενώ κατά την παρ. 2 εδ. β' του ίδιου άρθρου, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 62 παρ.2 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ 165/Α/25-7-2011), δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη από 30.000 ευρώ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η ενάγουσα Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (αναιρεσίβλητη), στα πλαίσια της εμπορικής δραστηριότητάς της πώλησε και παρέδωσε στην εναγόμενη εταιρία διάφορες ποσότητες αγροτικών προϊόντων της. Η εναγομένη εταιρία (πρώτη αναιρεσείουσα) κατά το χρονικό διάστημα, από 1-7-2011 μέχρι 30-6-2016 εκπροσωπούνταν με δικαίωμα υπογραφής, από τον τρίτο εναγόμενο Γ. Μ. (δεύτερο αναιρεσείοντα), Πρόεδρο και Διευθύνοντα σύμβουλο, και σε περίπτωση κωλύματος αυτού από τον δεύτερο εναγόμενο Σ. Μ., Αντιπρόεδρο (βλ. 5981/7-7-201 1 ΦΕΚ Τεύχος ανωνύμων εταιριών - ΕΠΕ). Χάριν λοιπόν καταβολής του τιμήματος των παραπάνω αγροτικών προϊόντων ο Γ. Μ. με την ως άνω ιδιότητα του Προέδρου του Δ. Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας, ο οποίος ήταν και αυτός που ασκούσε κατά κύριο την ουσιαστική διαχείριση της εναγομένης εταιρίας,... εξέδωσε υπό την επωνυμία της εναγομένης εταιρίας και εις διαταγήν της ενάγουσας και παρέδωσε στην τελευταία τέσσερις μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές της Marfin Egnatia Bank με χρέωση του υπ' αρ. ... λογαριασμού της και συγκεκριμένα 1) την υπ' αρ. ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 31-3-2012, ποσού 5.000 ευρώ 2) την υπ' αρ, ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 30-42012, ποσού 5.500 ευρώ 3) την υπ' αρ. ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 31-5-2012, ποσού 8.000 ευρώ και 4) την υπ' αρ. ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης, την 31-10-2012 ποσού 6.500 ευρώ. Επίσης εξέδωσε υπό την επωνυμία της εναγομένης εταιρίας και εις διαταγήν της ενάγουσας και παρέδωσε στην τελευταία την υπ'αρ. ... τραπεζική μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας Probank ΑΕ, με χρέωση του υπ' αρ. ... λογαριασμού αυτής, εκδόσεως την 31-8-2012, ποσού 7.500 ευρώ. Η ενάγουσα εμφάνισε εμπρόθεσμα τις παραπάνω επιταγές αντίστοιχα, στις πληρώτριες τράπεζες και ειδικότερα την 2-4-2012, 30-4-2012, 31-5-2012, 8-11-2012 και 6-9-2012 αντίστοιχα, πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, όπως βεβαιώνεται από την αντίστοιχη πληρώτρια τράπεζα, επί του σώματος των επιταγών. Επίσης,... αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος, εξέδωσε τις εν λόγω επιταγές γνωρίζοντας ότι η εταιρία, την οποία νόμιμα εκπροσωπούσε, δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό της στην πληρώτρια τράπεζα, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης αυτών, όσο και κατά το χρόνο της εμφάνισής τους, καθώς με την προαναφερθείσα ιδιότητά του είχε απολύτως σαφή εικόνα της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της οικονομικής της κατάστασης και πλήρη γνώση ότι η εταιρία αυτή, κατά τη χρονική εκείνη περίοδο, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τρέχουσες εμπορικές της οφειλές. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικράτησαν κατά το έτος 2012, δεν υπήρξε. παραγωγή αγροτικών προϊόντων και εξ αυτού του λόγου που συνιστά (κατά τον ισχυρισμό) αστάθμητο παράγοντα, δεν μπορούσαν να προβλέψουν την οικονομική αδυναμία τους προς εκπλήρωση των ήδη ανειλημμένων οικονομικών τους υποχρεώσεων, απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι ο κλιματολογικός παράγοντας στην καλλιέργεια και παραγωγή αγροτικών προϊόντων αποτελεί βασικό στοιχείο, που πρέπει να εκλαμβάνεται υπόψη σε κάθε περίπτωση σχετικής επενδυτικής δραστηριότητας, από οποιοδήποτε μέσο, επιμελή επιχειρηματία που συναλλάσσεται στον αντίστοιχο τομέα. Εξάλλου η τυχόν οικονομική αδυναμία, δεν αναιρεί το δόλο των εναγομένων περί ανυπαρξίας των απαιτούμενων για την πληρωμή των επίμαχων επιταγών διαθεσίμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς της εταιρείας αυτής κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής των εν λόγω επιταγών. Σε διαφορετική κρίση δεν οδηγεί το γεγονός ότι οι επίμαχες τραπεζικές επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες, καθώς αυτές μπορούσαν να εμφανιστούν προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που άρχισε από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκαν. Με τον ως άνω λοιπόν τρόπο, ο τρίτος εναγόμενος Γ. Μ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, προέβη σε έκδοση ακάλυπτων επιταγών, δηλαδή τέλεσε πράξη, η οποία είναι αξιόποινη, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 79 ν. 5960/1933. Συνακόλουθα διέπραξε σε βάρος της ενάγουσας και αδικοπραξία, κατά την έννοια της ΑΚ 914, αφού οι διατάξεις του άρθρ. 79 v. 5960/1933 προστατεύουν προεχόντως το ατομικό συμφέρον της ενάγουσας ως δικαιούχου των εν λόγω επιταγών, ως τελευταίας νόμιμης κομίστριας, με συνέπεια την επέλευση ζημίας σε αυτήν από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών, ως παράνομο και υπαίτιο ζημιογόνο γεγονός. Επομένως o τρίτος εναγόμενος ενέχεται σε αποζημίωση ισόποση της ζημίας την οποία υπέστη η ενάγουσα από το παραπάνω αδίκημα (άρθρο 29 εδ. α', δ' και 56 Ν. 5960/1933) εις βάρος της, λόγω της εκδόσεως των ως άνω πέντε ακαλύπτων επιταγών, συνολικού ποσού 32.500 ευρώ, καθόσον υπέγραψε τις ακάλυπτες επιταγές ως εκπρόσωπος και διά λογαριασμόν της εναγομένης ανωνύμου εταιρείας, στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί και πρέπει να υποχρεωθεί εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη εις την καταβολή του παραπάνω ποσού στην ενάγουσα, πλέον νομίμων τόκων από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Κατ' ακολουθία των παραπάνω αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών, ο δεύτερος των εναγομένων δεν φέρει αντίστοιχη ευθύνη_από την έκδοση των επίδικων ακάλυπτων επιταγών αφού, καθόλου δεν αποδείχθηκε ανάμιξη του με οποιοδήποτε τρόπο στην τέλεση της αδικοπραξίας του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και κυρίως ανάληψη υποχρέωσης, διά υπογραφής του στις επίδικες επιταγές. Επομένως δεκτής γενομένης της ένστασης ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων, ως προς το πρόσωπο αυτού, που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο έφεσης, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως προς αυτόν (Σ. Μ.), ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, λόγω της αδικοπραξίας, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους της ένδικης απαιτήσεως, που σημειωτέον ανέρχεται σε 2.500 ευρώ (ορθόν: 32.500 ευρώ) με την άνω του ορίου των 30.000 ευρώ, που τάσσεται με την παρ. 2 του άρθρου 1047 ΚΠολΔ προκειμένου να διαταχθεί νόμιμα προσωπική κράτηση, του πταίσματος του τρίτου εναγομένου Γ. Μ. και της εν γένει συμπεριφοράς του, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, όπως προέκυψε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει να απαγγελθεί σε βάρος του, προσωπική κράτηση, διάρκειας πενήντα (50) ημερών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας απόφασης, κατά αποδοχή του αιτήματος της ενάγουσας, λαμβανομένου υπόψη ότι με τον προσδιορισμό της χρονικής αυτής διάρκειας δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού (...), απορριπτομένων ως αβασίμων των προταθέντων διά του τρίτου λόγου της ένδικης εφέσεως ισχυρισμών αυτού, περί μη εφαρμογής του ως άνω μέσου της αναγκαστικής εκτελέσεως εις την προκειμένη περίπτωση λόγω μη διάπραξης αδικοπραξίας εκ μέρους του, καθώς αυτή αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά. Σημειώνεται επίσης ότι οι εναγόμενοι, με τις ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους, ισχυρίζονται ότι έχουν καταβάλει στην ενάγουσα, την 19-10-2017, προς μερική εξόφληση της ένδικης οφειλής τους, το ποσό των 2.600 ευρώ και ότι κατ' ακολουθία η ένδικη εξ αδικοπραξίας απαίτηση ανέρχεται πλέον σε 29.900 ευρώ, (32.500-2.600), ήτοι σε ποσό μικρότερο των 30.000 ευρώ που ορίζεται ως όριο για τη νομιμότητα του αιτήματος επιβολής προσωπικής κράτησης κατά του τελούντος αδικοπραξία, και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το αντίστοιχο παρεπόμενο αίτημα της αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται καταρχήν, διότι το νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο του αιτήματος επιβολής προσωπικής κράτησης, κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της παρεπόμενης ένδικης αξίωσης. Η τυχόν μεταγενέστερη της άσκησης της αγωγής, καταβολή ποσού έναντι της οφειλής συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής και ειδικότερα άρνηση της επικαλούμενης στην αγωγή από αδικοπραξία ζημίας της ενάγουσας, δεδομένου ότι o τρίτος εναγόμενος, ως εκδότης ακάλυπτης επιταγής δικαιούται να προβάλει, αμυνόμενος κατά της αγωγής, τον ισχυρισμό ότι δεν προκλήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ζημία στην περιουσία του δικαιούχου παρά τη συνδρομή των όρων του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, και ειδικότερα ότι η θεμελιούμενη στην υποκείμενη σχέση χρηματική αξίωση της ενάγουσας έχει ήδη ικανοποιηθεί (ολικώς ή μερικώς) με καταβολή (...). Εκτιμώμενος έτσι ο εν λόγω ισχυρισμός από το παρόν Δικαστήριο, απορρίπτεται πέραν της αοριστίας του και ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι σχετικά, αποδείχθηκε ότι το παραπάνω ποσό, πράγματι καταβλήθηκε σε λογαριασμό της ενάγουσας την 20-10-2017 (και όχι την 19-10-2017, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι) ήτοι την ημέρα της ως άνω δικασίμου, όπως αποδεικνύεται από το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους από 20-10-2017 έγγραφο κατάθεσης μετρητών της Τράπεζας Πειραιώς, πλην όμως δεν προκύπτει από μόνη την τραπεζική κατάθεσή του για ποια αιτία καταβλήθηκε και συγκεκριμένα εάν καταβλήθηκε αφενός για την επίδικη οφειλή των εναγομένων προς την ενάγουσα ή τυχόν άλλη, αφετέρου, εάν πράγματι αφορά την ένδικη απαίτηση, εάν αυτό καταβλήθηκε προς εξόφληση κεφαλαίου, τόκων ή τυχόν εξόδων, με δεδομένο (ενόψει μη σχετικού ισχυρισμού της ενάγουσας) ότι η τυχόν καταβολή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, μετά στους τόκους και τέλος στο οφειλόμενο κεφάλαιο κατ' άρθρο 423 ΑΚ. Τέλος σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην σχετική νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος με τον τρίτο υπό στοιχείο Β λόγο της έφεσης, περί καταχρηστικής άσκησης του παρεπόμενου αιτήματος επιβολής προσωπικής κράτησης, που συνίσταται κατά τον ισχυρισμό στο ότι α) δεν ασκήθηκε έγκληση από την ενάγουσα για το ποινικό αδίκημα των ένδικων ακάλυπτων επιταγών και β) οι εναγόμενοι είναι κύριοι σημαντικής ακίνητης περιουσίας με την οποία είναι εξασφαλισμένη η απαίτηση της ενάγουσας, ως μη νόμιμος, διότι αφενός η μη άσκηση εγκλήσεως προς άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του εναγομένου δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την αντίστοιχη αστική αξίωση της ενάγουσας, αφετέρου η προσωπική κράτηση απαγγέλλεται ανεξάρτητα από την αφερεγγυότητα ή μη και τη δυνατότητα εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένων, δεδομένου ότι για την απαγγελία προσωπικής κράτησης λόγω αδικοπραξίας αρκεί να αποδεικνύεται η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου οφειλέτη και οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος (...). Πέραν τούτου οι εναγόμενοι προσκομίζουν δηλώσεις Ε9 περιουσιακής κατάστασης όπου αναγράφονται πράγματι ακίνητα περιουσιακά στοιχεία πλην όμως δεν προσκομίζουν πιστοποιητικά από τα αντίστοιχα εγγραφής αυτών Υποθηκοφυλάκεια, από τοι οποία να προκύπτουν εάν αυτά είναι βεβαρυμένα ή ελεύθερα από εμπράγματα δικαιώματα τρίτων (προσημειώσεις, κατασχέσεις, υποθήκες κλπ...)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο (μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ), αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Σ. Μ., δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς τους αναιρεσείοντες (πρώτη εναγομένη εταιρία και τρίτο εναγόμενο), υποχρεώνοντας αυτούς να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ως αποζημίωση λόγω της αδικοπραξίας εκ της εκδόσεως από τον τελευταίο ως νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης, των ένδικων ακαλύπτων επιταγών, το ποσό των 32.500 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, με το νομιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και απαγγέλοντας σε βάρος του δεύτερου αναιρεσείοντος και προσωπική κράτηση διάρκειας πενήντα (50) ημερών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας απόφασης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του ύψους της ζημίας της αναιρεσίβλητης λόγω μη πληρωμής των εκδοθεισών από το δεύτερο αναιρεσείοντα, ως εκπρόσωπο και για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσείουσας, ένδικων επιταγών, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 416, 422 423 του ίδιου Κώδικα, 79 ν. 5960/1933 και 1047 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Και τούτο διότι, αφού αρχικώς δέχεται ότι η ζημία της αναιρεσίβλητης από την τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπραξία των αναιρεσειόντων με την έκδοση των ένδικων πέντε ακάλυπτων επιταγών ανήλθε στο συνολικό ποσό των 32.500 ευρώ, στη συνέχεια, ενώ διαλαμβάνει παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν την ημέρα της δικασίμου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (20-10-2017), στον τηρούμενο από την αναιρεσίβλητη στην Τράπεζα Πειραιώς τραπεζικό λογαριασμό, το ποσό των 2.600 ευρώ, προβάλλοντας, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, σχετικό αρνητικό του ύψους της ζημίας ισχυρισμό, ο οποίος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, προέκυπτε "από το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους από 20-10-2017 έγγραφο κατάθεσης μετρητών", παρ' όλα αυτά δέχεται, ότι η ζημία της αναιρεσίβλητης είναι ισόποση των τραπεζικών επιταγών, δηλαδή 32.500 ευρώ, κρίνοντας, αφενός μεν ότι δεν προέκυπτε, αν το ως άνω κατατεθέν ποσό αφορά την επίδικη οφειλή των αναιρεσειόντων προς την αναιρεσίβλητη ή τυχόν άλλη, αφετέρου δε, εφόσον αφορούσε την ένδικη απαίτηση, αν αυτό καταβλήθηκε προς εξόφληση κεφαλαίου, τόκων ή τυχόν εξόδων, χωρίς ωστόσο να διαλάβει παραδοχές περί προβολής ή μη από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμού ότι η εν λόγω κατάθεση αφορά όχι το επίδικο αλλά διαφορετικό χρέος και, επίσης, περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 422 και 423 ΑΚ και δη, αν υπήρξε ή όχι μονομερής καθορισμός από τους αναιρεσίβλητους της ζημίας από συγκεκριμένη επιταγή, έναντι της οποίας καταβλήθηκε το παραπάνω ποσό, και ακόμη αν έγινε από τους αναιρεσιβλήτους επίκληση ή όχι συμφωνίας διαφορετικού καταλογισμού ή ορισμού από αυτούς άλλης σειράς διαφορετικής από την οριζόμενη στο άρθρο 423 παρ.1 ΑΚ, και, χωρίς, σε αρνητική περίπτωση, να αιτιολογεί, γιατί δεν έγινε ο καταλογισμός από το δικαστήριο κατά τη σειρά που ορίζουν τα άρθρα 422- 423 ΑΚ, με αποτέλεσμα να μη προκύπτει, αφενός μεν αν υπήρξε ή όχι μερική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης και, συνακόλουθα, περιορισμός και κατά ποίο ακριβώς ποσό της ζημίας αυτής, με βάση τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες μεταγενέστερο της αγωγής αρνητικό ισχυρισμό τους, με τον οποίο επικαλέστηκαν τα ως άνω νέα πραγματικά περιστατικά προς ανταπόδειξη του ένδικου αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης και έχοντα, ως εκ τούτου, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφετέρου δε αν, με βάση το ύψος της από αδικοπραξία απαίτησης της αναιρεσίβλητης, ήταν αυτή δεκτική απαγγελίας προσωπικής κράτησης ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του δεύτερου αναιρεσείοντος. Επομένως, o τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης (προσδιοριζόμενος στο συναφές δικόγραφο ως "πέμπτος" αναιρετικός λόγος), με τον οποίο κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι εκ του αρ. 1), είναι βάσιμος. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1539/2018, 99/2016, ΑΠ 379/2015). Εν προκειμένω, με το τρίτο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 20-10-2017 και με αριθμό ... καταθετηρίου της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 2.600 ευρώ, που έφερε την ένδειξη "έναντι της ... επιταγής" και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης ως άνω βεβαίωσης προκύπτει ότι πράγματι σ' αυτή αναφέρεται η ένδειξη "έναντι της ... επιταγής", ήτοι προκύπτει ότι η επίμαχη κατάθεση αφορά την πρώτη από τις ένδικες επιταγές με ημερομηνία έκδοσης την 31-3-2012, ποσού 5.000 ευρώ. Ωστόσο το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με το ανωτέρω από 20-10-2017 έγγραφο κατάθεσης μετρητών της Τράπεζας Πειραιώς, ότι δεν προκύπτει από μόνη την τραπεζική κατάθεσή εάν το συγκεκριμένο ποσό καταβλήθηκε "για την επίδικη οφειλή των εναγομένων προς την ενάγουσα ή τυχόν άλλη". Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα με τη μη αναφορά και την παράλειψη ανάγνωσης του ως άνω κρίσιμου για το αποδεικτέο γεγονός μέρους του εν λόγω εγγράφου, δηλαδή φράσης που μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτού (εγγράφου). Επομένως, και ο ανωτέρω πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει συνεπώς, κατά παραδοχήν των ως άνω λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει τους λοιπούς αναιρετικούς και τους προσθέτους αυτής (αναίρεσης) λόγους, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ), καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμόν 444/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε οίκοθεν με την υπ' αριθμ.295/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ