Αριθμός 318/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. χήρας Π. Ζ., το γένος Σ. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Σπεντζοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φαρμάκη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2001 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1564/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 25-8-2014 αίτησή του. Εκδόθηκε η 6/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 2954/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 20-6-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 29-8-2001 ανακοπή οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, των περιγραφομένων διαιρετών τμημάτων ακινήτου, με τα επ' αυτών κτίσματα, επί των οποίων επισπεύδετο αναγκαστική εκτέλεση από τον πρώτο των καθ' ων και ήδη αναιρεσίβλητο για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησής του κατά του δευτέρου των καθ' ων, ζήτησαν να αναγνωριστούν κύριοι των παραπάνω ακινήτων και να ακυρωθεί η επισπευδόμενη ως άνω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Επί της ανωτέρω ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 222/2005 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή, ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της ανωτέρω, οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ο πρώτος των καθ' ων η ανακοπή άσκησε την από 17-11- 2008 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 112/20-11-2008) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1564/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση, καθόσον αυτή στρεφόταν κατά του τρίτου εφεσιβλήτου-δευτέρου των καθ' ων η ανακοπή, Α. Λ., απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ενώ, καθόσον αυτή στρεφόταν κατά των λοιπών εφεσιβλήτων-ανακοπτόντων, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών-πρώτος των καθ' ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 25-8-2014 αίτηση αναίρεσης, την οποία έστρεψε κατά των εφεσιβλήτων-ανακοπτόντων, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθμ, 6/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση κατά το εισαχθέν μέρος αυτής και ειδικότερα, κατά το σκέλος που αφορούσε στους εφεσίβλητους- ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση με άλλη σύνθεση. Ο εκκαλών-πρώτος των καθ' ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλήτος, με την από 16-5-2017 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 1187/18-5-2017) κλήση του επανέφερε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 17-11-2008 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 112/20-11-2008) έφεση του για να συζητηθεί, μέσα στο αναιρετικό πλαίσιο. Το Εφετείο με την υπ'αριθμ. 2954/2018 προσβαλλόμενη απόφαση του κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τον εφεσίβλητο Α. Λ., δίκασε αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την από 17-11-2008 έφεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους και εξαφάνισε την εκκαλουμένη 222/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 29- 8-2001 ανακοπή, την οποία απέρριψε. Οι ανακόπτοντες- εφεσίβλητοι ως προς τους οποίους απορρίφθηκε η ανακοπή και έγινε δεκτή η έφεση του καθού η ανακοπή εφεσιβλήτου άσκησαν την υπό κρίση από 20-6-2019 αναίρεση. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571,577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ'αριθμ. 6/2017 αναιρετικής απόφασης το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δέχθηκε τα ακόλουθα: ".....Από τις διατάξεις των άρθρων 798, 799 και 800 ΑΚ προκύπτει ότι η εξώδικη εκούσια διανομή ενός κοινού αντικειμένου, η οποία ρυθμίζεται από τις ανωτέρω διατάξεις και η οποία επιφέρει τη λύση της κοινωνίας, προϋποθέτει σύμβαση μεταξύ όλων των κοινωνών, που έχει ως αντικείμενο την αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων τους, εις τρόπον ώστε καθένας από τους κοινωνούς να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα στο συγκεκριμένο τμήμα του κοινού πράγματος που περιέρχεται σ' αυτόν. Η πραγματοποιούσα τη λύση της κοινωνίας αυτούσια διανομή του κοινού πράγματος (κινητού ή ακινήτου) προϋποθέτει ότι το κοινό αντικείμενο είναι διαιρετό και δύναται να διανεμηθεί μεταξύ των κοινωνών, χωρίς ουσιώδη μείωση της αξίας του σε ομοειδή μέρη, ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών. Τα μη οικοδομημένα ακίνητα μπορούν να διαιρεθούν με τη χάραξη ορίων και τη μεταβίβαση της κυριότητας των τεμαχίων σε διαφορετικά πρόσωπα. Αντίθετα, δεν είναι νομικά επιτρεπτή η αυτούσια εξώδικη άτυπη διανομή ενός οικοδομημένου ακινήτου, αλλά, για το κύρος αυτής, απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του, κατ' άρθρο 369 ΑΚ. Κατ' εξαίρεση, μπορεί να διαιρεθεί οριζόντια και κάθετα, μόνον εφόσον συντρέχουν οι όροι και οι διατυπώσεις του άρθρου 480Α ΚΠολΔ, του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, με το άρθρο 1 του οποίου αναγνωρίζεται η διηρημένη κατ' ορόφους ή μέρη αυτών ιδιοκτησία επί του αυτού οικοδομήματος και του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου". Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νομοθετικού κειμένου: "Εν τη έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός, δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων, ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου, ανήκοντας εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων". Περαιτέρω, δέχθηκε το Δικαστήριο τούτο με την ως άνω απόφασή του ότι με βάση τις παραδοχές το Εφετείο " ...απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκαν αποκλειστικοί κύριοι των διαιρετών και αυτοτελών τμημάτων του με αριθμό ... κληροτεμαχίου μετά των επ' αυτών κτισμάτων που αντιστοιχούν σε κάθε διαιρετό τμήμα και συγκεκριμένα τριών συνεχόμενων καταστημάτων ο καθένας από αυτούς και ακυρώθηκε η με αριθμό .../9-7-2001 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Χ. Δ.. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας τους συναφείς λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος ότι η ένδικη αγωγή δεν ήταν νόμιμη "....γιατί οι αντίδικοι από το 1974 προέβησαν, κατά την εσφαλμένη άποψη της προσβαλλόμενης απόφασης, σε άτυπη διανομή του εναπομείναντος τμήματος των 12.062 τ.μ. του παραπάνω κληροτεμαχίου ... και συνεπώς μέχρι την 9-7-2001, που επεβλήθη από την πλευρά μου η επίμαχη [δεύτερη] κατάσχεση, απέκτησαν ο καθένας τα αναφερόμενα στην απόφαση και στην ανακοπή διαιρετά τμήματα κατά κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία", παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 1054 ΑΚ, 12, 3 και 4 του ν. 3741/1929, γιατί δεν είναι δυνατή η διανομή οικοδομημένου ακινήτου με χρησικτησία, αφού προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ. Η οικοδομή αυτή, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διέπεται από τις διατάξεις του ν.3741/1929 και 1024/1971, ώστε τμήματα αυτής να είναι δεκτικά χρησικτησίας μαζί με το ανάλογο διαιρετό τμήμα του οικοπέδου, ενόψει του ότι καθένας από τους αναιρεσίβλητους αναγνωρίστηκε κύριος, όπως προαναφέρεται, όχι μόνον διαιρετών τμημάτων του οικοδομημένου οικοπέδου, αλλά και των αντίστοιχων διαιρετών τμημάτων της οικοδομής, όπως ήταν το αίτημα της ένδικης ανακοπής. Ακόμη η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, αφού τα εκτιθέμενα ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε. Επομένως είναι βάσιμοι ο πρώτος από τον αριθμό 1 και ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι αναίρεσης, Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως". Το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ακυρωτέα διότι, κατά το χρόνο επιβολής της ένδικης κατάσχεσης, ο καθ' ου η εκτέλεση, Α. Λ., δεν ήταν κύριος του κατασχεθέντος ιδανικού μεριδίου ακινήτου, δεδομένου ότι το εν λόγω ακίνητο είχε ήδη διαιρεθεί σε αυτοτελή τμήματα, των οποίων κύριοι ήταν οι ίδιοι. Ειδικότερα, εκθέτουν ότι, δυνάμει της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, κατασχέθηκε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου, κατηγορίας Ε εμβαδού 12.062 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής και περιγράφεται ειδικότερα σ' αυτή, επί του οποίου υφίσταται διώροφη οικοδομή, που αποτελείται: 1) από ισόγειο όροφο, για όποιον βλέπει την οικοδομή από την εμπρόσθια πλευρά της, που βρίσκεται προς τη δημόσια οδό και αποτελείται από έξι (6) καταστήματα, όπως ειδικότερα περιγράφονται σ' αυτή και 2) από υπόγειο όροφο, για όποιον βλέπει την οικοδομή από την εμπρόσθια πλευρά της, ενώ για όποιον βλέπει την οικοδομή από την οπίσθια πλευρά της, λόγω υψομετρικής διαφοράς, είναι ισόγειος χώρος, με ξεχωριστή είσοδο και αποτελείται από πέντε (καταστήματα), εφάπτεται δε με ένα πρόσθετο (έκτο) κατάστημα, ενώ στην οπίσθια πλευρά της οικοδομής υφίσταται και ένα αυτοτελές μικρό κτίσμα, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην ανακοπή. Ότι κατά το χρόνο κατάσχεσης του ως άνω ακινήτου, ο Α. Λ. δεν ήταν συγκύριος αυτού, διότι είχε προηγηθεί, το Νοέμβριο του έτους 1976, άτυπη διανομή μεταξύ των συγκυρίων, ήτοι μεταξύ των ιδίων (ανακοπτόντων) και του Α. Λ., αδελφού τους, από την οποία έλαβε ο καθένας από αυτούς διαιρετό τμήμα του όλου ακινήτου. Ειδικότερα, εκθέτουν ότι το ανωτέρω ακίνητο, το οποίο, αρχικά, είχε εμβαδό 18.062 τ.μ., είχε περιέλθει στην κυριότητα του Α. Λ., με το υπ' αριθμ. .../1961 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών, Χ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αφού προηγουμένως, με την υπ' αριθμ. .../27.9.1961 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής, είχαν αρθεί, κατ' άρθρο 213 του Αγροτικού Κώδικα, οι περιορισμοί των άρθρων 208-212 και 216 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η απαγόρευση κατάτμησής του. Ότι, στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. .../15.4.1976 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα και το οποίο έγινε προς εκτέλεση του υπ' αριθμ. .../15.12.1965 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών, Χ. Τ., ο Α. Λ. μεταβίβασε, λόγω πώλησης, την κυριότητα του κληροτεμαχίου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον πατέρα τους, Σ. Λ. και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, στον πρώτο από αυτούς, οπότε του απέμεινε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Ότι, ακολούθως, με το υπ' αριθμ. .../4.6.1977 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μ. Σ., που έγινε προς εκτέλεση του υπ' αριθμ. .../6.11.1976 προσυμφώνου του ίδιου συμβολαιογράφου και μεταγράφηκε νόμιμα, οι τρεις (3) παραπάνω συγκύριοι του κληροτεμαχίου, δηλαδή, οι Α. Λ., Σ. Λ. και Μ. Λ. (πρώτος ανακόπτων), μεταβίβασαν διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού 6.000 τ.μ., στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και Σία Ο.Ε." και έτσι, απέμεινε στους ίδιους διαιρετό τμήμα 12.062 τ.μ.. Ότι, κατά την ημέρα σύναψης του ανωτέρω προσυμφώνου, οι συγκύριοι του ως άνω διαιρετού τμήματος των 12.062 τ.μ. κατήρτισαν, ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το υπ' αριθμ, .../6.11.1976 προσύμφωνο, με το οποίο προσυμφώνησαν τη διανομή του σε δύο διαιρετά τμήματα, εκ των οποίων το ένα, εμβαδού 2.000 τ.μ., θα λάμβανε ο Α. Λ., ενώ το άλλο, εμβαδού 10.062 τ.μ., συμφωνήθηκε να περιέλθει στη συγκυριότητα των Μ. και Σ. Λ., κατά ποσοστό 1/3 και 2/3 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, έλαβαν δε έκτοτε στη νομή τους τα ως άνω διαιρετά τμήματα. Ότι, ακολούθως, οι συγκύριοι του δευτέρου από τα ως άνω διαιρετά τμήματα (των 10.062 τ.μ.), κατήρτισαν το υπ' αριθμ. .../19-11-1976 προσύμφωνο του ίδιου συμβολαιογράφου, με το οποίο συμφώνησαν τη διανομή αυτού, σε δύο διαιρετά τμήματα, εκ των οποίων το ένα, εμβαδού 4.685 τ.μ., όπως ειδικότερα περιγράφεται στην ανακοπή, με τα επ' αυτού κτίσματα, θα λάμβανε ο Σ. Λ., ενώ την υπόλοιπη περιγραφόμενη έκταση, με τα επ' αυτής κτίσματα, θα λάμβανε ο Μ. Λ. (πρώτος ανακόπτων), έκτοτε δε, έλαβε καθένας στη νομή του τα ως άνω διαιρετά τμήματα ακινήτου. Τέλος, ότι με το υττ' αριθμ. .../19-11-1976 προσύμφωνο του ίδιου συμβολαιογράφου, ο Σ. Λ. προσυμφώνησε τη σύσταση προίκας υπέρ της δεύτερης ανακόπτουσας-εφεσιβλητης, με τη μεταβίβαση σ' αυτή της ψιλής κυριότητας του ως άνω διαιρετού τμήματος των 4.685 τ.μ. και την παρακράτηση της επικαρπίας εφ' όρου ζωής αυτού και της συζύγου του, οι οποίοι έχουν ήδη αποβιώσει, έκτοτε δε, η ως άνω ανακόπτουσα υπεισήλθε στη νομή αυτού. Ότι, από το έτος 1976, οπότε οι ίδιοι (ανακόπτοντες) έλαβαν στη νομή τους τα διαιρετά τμήματα του όλου κληροτεμαχίου, με τα επ' αυτών κτίσματα, που προσυμφωνήθηκε να λάβει ο καθένας, ασκούσαν επ' αυτών τη φυσική εξουσίαση με διάνοια κυρίου, εκμεταλλευόμενοι αυτά αυτοτελώς και ασκώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στους κυρίους, συνεχώς μέχρι το χρόνο επιβολής της προσβαλλόμενης κατάσχεσης (9-7-2001) και ως εκ τούτου, ήδη, από το Νοέμβριο του έτους 1996, είχαν γίνει κύριοι των τμημάτων αυτών, με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ο απαιτούμένος εικοσαετής χρόνος άσκησης της νομής τους από αυτούς. Ο παραπάνω λόγος της ανακοπής, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι μη νόμιμος, διότι αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 1054 ΑΚ, 12, 3 και 4 του ν. 3741/1929, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την αναιρετική απόφαση, η οποία έλυσε το σχετικό νομικό ζήτημα, δεν είναι δυνατή η διανομή οικοδομημένου ακινήτου με χρησικτησία, αφού προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ, ενόψει του ότι οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται ότι έχει συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία επί των προπεριγραφομένων αυτοτελών οικοδομημάτων που έχουν ανεγερθεί επί του ενιαίου οικοπέδου, ούτε ότι η επίδικη διώροφη οικοδομή διέπεται από τις διατάξεις των ν, 3741/1929 και 1024/1971, ώστε οι διηρημένες ιδιοκτησίες, ήτοι, τα αυτοτελή οικοδομήματα, καθώς και τα τμήματα της διώροφης οικοδομής, να είναι δεκτικές χρησικτησίας, μαζί με τα ανάλογα διαιρετά τμήματα του οικοπέδου, ζητούν δε να αναγνωριστεί, καθένας από αυτούς, κύριος, όχι μόνο διαιρετών τμημάτων του οικοδομημένου ενιαίου οικοπέδου, αλλά και των αντιστοίχων αυτοτελών οικοδομημάτων, καθώς και των διαιρετών τμημάτων της ως άνω οικοδομής. Σημειωτέον ότι οι εφεσίβλητοι - ανακόπτοντες, με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το αίτημα περί αναγνώρισης της κυριότητάς τους επί των επιδίκων οικοδομημάτων και ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι μόνο των επιδίκων οικοπεδικών τμημάτων. Η ως άνω δήλωση, αν και θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της ανακοπής, δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρα 294 εττ. ΚΠολΔ), αλλά κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως ειδικότερη, σε σχέση με εκείνη των άρθρων 294 επ. του ιδίου Κώδικα...... Κατά τη σαφή, όμως, λεκτική διατύπωση της ως άνω διάταξης του άρθρου 223 ΚΠολΔ, ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος μπορεί να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως, αυτός αποκλείεται στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος .......Ως εκ τούτου, η ως άνω δήλωση των εφεσιβλήτων - ανακοπτόντων, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, ανεξάρτητα από τη συναίνεση ή μη του εκκαλούντος-καθ' ου η ανακοπή. Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε νόμιμο τον ως άνω λόγο της ανακοπής και προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι και κατ' ουσία. Κατόπιν τούτων πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί κατ' ουσίαν η ένδικη ανακοπή, ήτοι, να απορριφθεί ο παραπάνω λόγος αυτής, ως μη νόμιμος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αφού χωρήσει η έρευνα των λοιπών λόγων της, που δεν εξετάστηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ν' απορριφθούν αυτοί, ως απαράδεκτοι, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 936 παρ. 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα για την άσκηση της σχετικής ανακοπής έχει όποιος προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα αμέσως ανωτέρω, οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται, νόμιμα, δικαίωμά τους επί του κατασχεθέντος ακινήτου, ώστε να νομιμοποιούνται στην άσκηση της κρινομένης ανακοπής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, ως βάσιμη και κατ' ουσία, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ν' απορριφθεί η ανακοπή, στο σύνολό της". Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον εφεσίβλητο Α. Λ., δίκασε αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την δήλωση των ανακοπτόντων εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων που υπέβαλαν ενώπιον του (Εφετείου) περί μερικής παραιτήσεώς τους από το δικόγραφο της ανακοπής ως προς το αίτημά τους περί αναγνωρίσεως της κυριότητας τους επί των επιδίκων οικοδομημάτων τους, με την αιτιολογία ότι κατά την εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δ ο μερικός περιορισμός του αιτήματος μπορούσε να γίνει έως την περάτωση της δίκης στο πρώτο βαθμό, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους και εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ'αριθμ. 222/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 29-8-2001 ανακοπής την οποία απέρριψε. Ειδικότερα, απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής με τον οποίο ισχυρίζοντο οι ανακόπτοντες ότι η προσβαλλόμενη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ακυρωτέα, διότι κατά τον χρόνο επιβολής της ένδικης κατάσχεσης ο καθού η εκτέλεση Α. Λ. δεν ήταν κύριος του κατασχεθέντος ιδανικού μεριδίου του 1/6 εξ αδιαιρέτου δεδομένου ότι το εν λόγω ακίνητο είχε διαιρεθεί κατόπιν προσυμφωνήσεως σε αυτοτελή ακίνητα των οποίων κύριοι ήταν οι ίδιοι (ανακόπτοντες) με τα επ' αυτών κτίσματα με έκτακτη χρησικτησία, διότι αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 1054 ΑΚ, 1 2, 3 και 4 του ν. 3741/1929, σύμφωνα με όσα δέχθηκε η υπ'αριθμ. 6/2017 αναιρετική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ως προς το νομικό ζήτημα ότι δεν είναι δυνατή η διανομή οικοδομημένου ακινήτου με χρησικτησία, αφού προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ, ενόψει του ότι οι ανακόπτονες δεν επικαλέσθηκαν στην ανακοπή τους ότι είχε συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία επί των προπεριγραφομένων αυτοτελών οικοδομημάτων που είχαν ανεγερθεί επί του ενιαίου οικοπέδου ούτε ότι η εν λόγω οικοδομή διέπεται από τις διατάξεις των ν. 3741/1929 και 1024/1971, ώστε οι διηρημένες ιδιοκτησίες, ήτοι, τα αυτοτελή οικοδομήματα, καθώς και τα τμήματα της διώροφης οικοδομής, να είναι δεκτικές χρησικτησίας, μαζί με τα ανάλογα διαιρετά τμήματα του οικοπέδου, δεδομένου ότι ο καθένας από αυτούς ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος, όχι μόνον διαιρετών τμημάτων του οικοδομημένου ενιαίου οικοπέδου, αλλά και των αντιστοίχων αυτοτελών τμημάτων της οικοδομής, καθώς και των διαιρετών τμημάτων της ως άνω οικοδομής. Περαιτέρω δε απέρριψε τους λοιπούς λόγους ανακοπής που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των ανακοπτόντων καθόσον οι ανακόπτοντες δεν επικαλούντο νόμιμο δικαίωμά τους επί του κατασχεθέντος ακινήτου. Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή, και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής (ΟλΑΠ 15/2011). Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το αρθ. 559 ΚΠολΔ (Α.Π 387/2021, Α.Π 206/2018, ΑΠ 534/2015, ΑΠ 1708/2014). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς, πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, Α.Π 129/2021, ΑΠ 757/2015). Ιδρύεται, επομένως, ο ως άνω λόγος, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του πράγματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής. Δεν ιδρύεται όμως ο ως άνω λόγος όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 108/2014). Ακόμη κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔικ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔικ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔικ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π 6/2017 (αναιρετική), ΑΠ 2147/2014, ΑΠ 343/2013, ΑΠ 496/2010). Με τον πρώτο και τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ειδικότερα, κατά τον πρώτο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με την ένδικη ανακοπή ενώ οι αναιρεσείοντες - ανακόπτοντες ζητούσαν ν' αναγνωριστούν κύριοι των περιγραφομένων αυτοτελών και διαιρετών τμημάτων του αρχικού κληροτεμαχίου των 12.062 τ.μ δηλαδή των εδαφικών τμημάτων και όχι και οποιωνδήποτε συγκεκριμένων κτισμάτων οικοδομών, ορόφων ή διαμερισμάτων οικοδομής που αντιστοιχούν σε κάθε διαιρετό τμήμα, το Εφετείο εκτίμησε ότι ζητούσαν να αναγνωρισθεί η κυριότητα τους επί των επιδίκων διαιρετών τμημάτων του ακινήτου με τα κτίσματα που αντιστοιχούν σε κάθε διαιρετό τμήμα και κατά τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής έλαβε υπόψη του ανύπαρκτο λόγο εφέσεως. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι το Εφετείο είχε την δυνατότητα ν' εξετάσει τη νομική βασιμότητα του πρώτου λόγου ανακοπής, εφόσον διατυπώνοντο λόγοι έφεσης για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού και περαιτέρω σύμφωνα με το ιστορικό της ένδικης ανακοπής και το διατακτικό της οι ανακόπτοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους επί των αυτοτελών και διαιρετών τμημάτων του αρχικού κληροτεμαχίου των 12.062 τ.μ με αριθμό ... κατηγορίας Ε, μετά των επ' αυτού κτισμάτων, τα οποία περιγράφονται ειδικά και συγκεκριμένα στην υπό κρίση ανακοπή, όπως το αίτημα αυτό έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 222/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Συνεπώς, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της ανακοπής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο ως μη νόμιμο, εναρμονιζόμενο με το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε στις διατάξεις των άρθρων 953, 1054 Α.Κ και 1, 2, 3 και 4 του Ν. 3741/1929 και ν. 1024/1971 η δεσμευτική για το ως άνω νομικό ζήτημα αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με όσα στην πιο πάνω νομική σκέψη αναφέρονται. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, Α.Π 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017, ΑΠ 12/2000). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του ή με δήλωση στα πρακτικά εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ.Α.Π 6/1997 και 5/1997) δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν στην παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατά συνέπειαν, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ίδιου κώδικα. Από τη σαφή λεκτική διατύπωση του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος δύναται να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (Α.Π 538/2019, Α.Π 1572/2013, Α.Π 368/2016). Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την μερική παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της ανακοπής τους, την οποία υπέβαλαν με δήλωση τους στα πρακτικά και στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, ζητώντας ν' αναγνωριστούν αποκλειστικοί κύριοι ο καθένας στα περιγραφόμενα αυτοτελή και διαιρετά τμήματα του αρχικού κληροτεμαχίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δ, η οποία έχει εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται, απαραδέκτως έγινε με δήλωση των ανακοπτόντων - εφεσίβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου ο κατά τα ως άνω περιορισμός του αιτήματος της ανακοπής. Περαιτέρω, αλυσιτελής τυγχάνει η προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο με την ενώπιον του δήλωση περί μερικής παραίτησης του αιτήματος της ανακοπής εσφαλμένα εκτίμησε ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι των οικοπεδικών τμημάτων και όχι αποκλειστικός κύριος ο καθένας στα περιγραφόμενα αντίστοιχα αυτοτελή και διαιρετά τμήματα του αρχικού κληροτεμαχίου, δεδομένου ότι ο περιορισμός του αιτήματος της ανακοπής ενώπιον του Εφετείου απορρίφθηκε ως απαραδέκτως προβληθείς, κατ' άρθ. 223 Κ.Πολ.Δ, χωρίς να ασκεί επιρροή το αποδιδόμενο από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιεχόμενο του περιορισμού. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρο 68 ΚΠολΔ), η παράβαση των οποίων αφορά ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ 1728/2009, ΑΠ 2001/2009) και ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 932/2018, ΑΠ 1938/2017). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 936 παρ. 1 εδαφ. α` και β` ΚΠολΔ τρίτος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, εφόσον προβάλει δικαίωμα του επί του αντικειμένου της εκτελέσεως, το οποίο δικαιούται να το αντιτάξει εναντίον του καθ` ου η εκτέλεση, κυρίως δε: α) εμπράγματο δικαίωμα που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα του, β) απαγόρευση διαθέσεως που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και επάγεται κατά νόμο ακυρότητα της διαθέσεως. Επίσης ανακοπή δικαιούται να ασκήσει ο νομέας, πλην αν ο υπέρ ου η εκτέλεση αποδείξει ότι ο καθ` ού η εκτέλεση έχει εμπράγματο δικαίωμα επί του κατασχημένου πράγματος επικρατέστερο από τη νομή. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται με ποινή ακυρότητας (άρθρο 174 ΑΚ). Τούτο ορίζει ήδη και το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που αναφέρεται, χωρίς καμιά διάκριση, στην άσκηση κάθε δικαιώματος. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο τρίτος, όταν ασκεί την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ για να αποκρούσει την επισπευδόμενη επί του αντικειμένου της εκτελέσεως διαδικασία και να διατηρήσει έτσι την υπέρ αυτού δημιουργημένη πάνω σ` αυτόν κατάσταση, μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγο (βάση) της ανακοπής του, κάθε δικαίωμα (με την ευρεία του όρου έννοια που περιλαμβάνει οποιαδήποτε παρεχόμενη από το νόμο δυνατότητα, ευχέρεια ή εξουσία). Αρκεί με αυτό να αποκρούεται εν όλω ή εν μέρει το ουσιαστικό δικαίωμα του οφειλέτη επί του αντικειμένου της εκτελέσεως. Άρα μπορεί να επικαλεσθεί και εκείνο του άρθρου 281 ΑΚ με το οποίο αποκρούεται το εν λόγω δικαίωμα του καθ' ού η εκτέλεση οφειλέτη, ως ασκούμενο καταχρηστικά. Πράγματι, ο επισπεύδων την εκτέλεση ασκεί τα δικαιώματα του καθού η εκτέλεση οφειλέτη και συνεπώς υπόκειται στους περιορισμούς που ισχύουν και για τον τελευταίο, αν ασκούσε τα δικαιώματά του (άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή το εν λόγω δικαίωμα του καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη καθίσταται από το λόγο αυτό ανενεργό και η επισπευδόμενη και στηριζόμενη σ` εκείνο (δικαίωμα του οφειλέτη) αναγκαστική εκτέλεση, καθώς και η επιδιωκόμενη μ` αυτήν πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή, που επίσης αποτελεί δικαίωμα, αποβαίνει απέναντι, στον τρίτο ανενεργής και συνεπώς άκυρη (Ολομ. ΑΠ 448/1984, ΑΠ 1095/2021). Στην προκειμένη περίπτωση με το δικόγραφο της ένδικης ανακοπής, το οποίο κατ' άρθ. 562 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, εκτός από όσα παραπάνω αναφέρονται, εκτίθεται ότι "Άλλως οι προσβαλλόμενες πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως (και αυτή στο σύνολό της) είναι μη νόμιμες, ως καταχρηστικές (ΑΚ 281) και συγκεκριμένα ως υπερβαίνουσες προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του οποιουδήποτε δικαιώματος του επισπεύδοντος δανειστή, ενόψει των ανωτέρω πραγματικών στοιχείων και συνθηκών της προκειμένης υπόθεσης και ιδίως της γενόμενης διανομής του όλου κληροτεμαχίου (και συνεπώς της ανυπαρξίας συγκυριότητας, κατά ποσοστό 1/6 κτλ. εξ αδιαιρέτου, επ' αυτού του αποβιώσαντος πατέρα μας Σ. Λ. και, κατ' επέκταση, και του καθού η εκτέλεση, ως δήθεν κληρονόμου αυτού) στα περιγραφέντα ανωτέρω αυτοτελή και διαιρετά τμήματα, επί των οποίων οι ανακόπτοντες (όπως και ο καθού η εκτέλεση για το διαιρετό τμήμα αυτού των 2.000 Μ2) αποκτήσαμε και ασκήσαμε τη νομή, κατοχή και χρήση απ' το χρόνο πραγματοποιήσεως της διανομής αυτής (ουσιαστικά μεν απ' το Δεκέμβριο 1974 - Ιανουάριο 1975 και τυπικά απ' το Νοέμβριο 1976 - χρόνο καταρτίσεως των σχετικών προσυμφώνων διανομής) μέχρι της επιβολής της προσβαλλόμενης κατασχέσεως (9-7-2001) και μετ' αυτήν, μέχρι σήμερα, συνεχώς και αδιαταράκτως χωρίς καμιά αμφισβήτηση. Σ' όλο τον ανωτέρω χρόνο, οι ανακόπτοντες προβήκαμε στη συντήρηση των διαιρετών μας τμημάτων και των επ' αυτών κτισμάτων - καταστημάτων, καθώς και στην επέκταση (με ανάλογες προσθήκες) και διαρρύθμιση αυτών μέχρι τη σημερινή τους μορφή και στη συνεχή εκμετάλλευσή τους. Έτσι σήμερα υπάρχουν επί των αυτοτελών οικοπεδικών τμημάτων του πρώτου ανακόπτοντα 2 ισόγεια καταστήματα (διαστάσεων 10 X 6 μέτρων το καθένα) - τα οποία έχουν συνενωθεί σ' ένα ενιαίο κατάστημα - και δύο υπόγεια καταστήματα, με τις ίδιες διαστάσεις, επίσης συνενωμένα, ενώ επί των αυτοτελών και διαιρετών οικοπεδικών τμημάτων της δεύτερης ανακόπτουσας υπάρχουν σήμερα -3 ισόγεια καταστήματα (διαστάσεων 10 X 6 μ το καθένα) και δύο υπόγεια καταστήματα με το ίδιο εμβαδό. Σημειώνεται τέλος, ότι η άσκηση της νομής, κατοχής, χρήσης κι εκμετάλλευσης εκ μέρους μας επί των ανωτέρω αυοτελών και διαιρετών οικοπεδικών τμημάτων και των επ' αυτών καταστημάτων έγιναν και γίνονται εν γνώσει (και με τη σύμφωνη γνώμη) του δευτέρου των καθών η παρούσα - αδελφού μας (και καθού η εκτέλεση) Α. Λ., ο οποίος άσκησε και ασκεί νομή, χρήση κι εκμετάλλευση ΜΟΝΟ επί του δικού του αυτοτελούς τμήματος (βάσει της ίδιας διανομής) των 2.000 M2 και των επ' αυτού καταστημάτων (πρατήριο υγρών καυσίμων - κατάστημα ανταλλακτικών αυτοκινήτων κτλ.). Ακριβώς δε λόγω της ανωτέρω διανομής, ο καθού η εκτέλεση - αδελφός μας - Α. Λ. δεν επικαλέστηκε ποτέ κληρονομικό δικαίωμα έναντι του αποβιώσαντος πατέρα μας (ούτε και της μεταποβιώσασας μητέρας μας, ως κληρονόμου αυτού) κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, αρκεσθείς στο διαιρετό του τμήμα των 2.000 M2, πράγμα που προκύπτει άλλωστε απ' το ότι ο ίδιος δεν αποδέχθηκε ποτέ τέτοιο κληρονομικό μερίδιο, το οποίο μετέγραψε για λογαριασμό του ο επισπεύδων δανειστής, βάσει "πράξης μη αποποίησης κληρονομιάς". Με τα δεδομένα αυτά η επικαλούμενη κατά τα ως άνω από τους ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες νομή επί των επιδίκων ακινήτων, δεν άγει σε κτήση δικαιώματος κυριότητας με χρησικτησία, ώστε να καταστήσει ανενεργό το επί των επιδίκων δικαίωμα συγκυριότητας του καθού η εκτέλεση και την αναγκαστική εκτέλεση άκυρη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται και κατά την απόρριψη του πρώτου λόγου αναίρεσης σε συνδυασμό και με όσα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται και συνεπώς οι ανακόπτοντες δεν νομιμοποιούντο ενεργητικά προς άσκηση του ως άνω λόγου ανακοπής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ.1α του Κ.Πολ.Δ, (και όχι από τον αριθμό 14 που απαραδέκτως προβάλλεται με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβιάζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ απέρριψε λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως τον δεύτερο λόγο ανακοπής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (Ολ. Α.Π 2/2019, Α.Π 1155/2021, ΑΠ 1042/2017). Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει σαφώς ότι, για την ίδρυση τούτου του λόγου αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τούτων, γεννάται η, από την ως άνω διάταξη, πλημμέλεια. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1284/2017, 576/2017, ΑΠ 295/2017, ΑΠ 701/2011). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι έκρινε μη νόμιμη την αγωγή με αόριστες ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και ο πέμπτος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του ότι απέρριψε τον δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής (περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος) ως απαράδεκτο ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης χωρίς αιτιολογία είναι απαράδεκτοι δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε τον μεν πρώτο λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο, τον δε δεύτερο ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, όπως προαναφέρθηκε χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 20-6-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2954/2018 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 28-6-2019 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης . Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείβλητου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-6-2019 αίτηση των 1) Μ. Λ. του Σ. και 2) Ε. χήρας Π. Ζ., το γένος Σ. Λ., για αναίρεση της 2954/2018 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ