Αριθμός 481/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Λ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Αγγελή, που ανακάλεσε την δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «T. W. S.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αγλαΐας Μπαρλαμά, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν η 189/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 574/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-7-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 τταρ.1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.2 του ίδιου ν. 4335/2015, "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι επί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου μετά την 1-1-2016 και στρέφεται κατ' αποφάσεως που έχει δημοσιευθεί μετά την 1-1-2016 χωρίς να έχει επιδοθεί, η προθεσμία για την άσκησή της είναι διετής από τη δημοσίευσή της. Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (Α' 104) ορίζεται ότι "1.Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 74 παρ. 1 εδάφιο α' και β' του ν. 4690/2020 (Α' 104) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και των οποίων παρατείνεται η λήξη, νοούνται και οι προθεσμίες των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 987/2022). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 19- 7-2020 αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ.574/2018 αποφάσεως του δι κόστος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Κέρκυρας στις 20-7-2020 (ημέρα Δευτέρα), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι, από την επομένη της δημοσιεύσεως της υπ' αριθμ. 574/2018 αποφάσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (ήτοι τις 17-4-2018) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας θα έληγε στις 17-4-2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ' αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ. α' του Ν. 4690/2020, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω διετής προθεσμία που συμπληρωνόταν στις 18-7-2020 ημέρα Σάββατο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.3 ΚΠολΔ, έληξε την επομένη εργάσιμη ημέρα, δηλαδή στις 20-7-2020, που κατατέθηκε η ένδικη αίτηση. Επομένως, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 38 του ν. 1836/1989 κυρώθηκε η 1869/1987 απόφαση του Υπουργού Εργασίας για την επαναπρόσληψη οδηγών τουριστικών λεωφορείων. Σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως αυτής, οι τουριστικές επιχειρήσεις, που είχαν προσλάβει και απασχολήσει οδηγούς στα λεωφορεία τους για συγκεκριμένη τουριστική περίοδο, υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν τους ίδιους οδηγούς και κατά την επόμενη τουριστική περίοδο, από τότε που αυτή θα αρχίσει και ανάλογα με τον αριθμό των κινούμενων λεωφορείων τους. Η ρύθμιση αυτή είναι παρόμοια με εκείνη του άρθρου 8 του ν. 1346/1983, που ρυθμίζει την επαναπρόσληψη των ξενοδοχοϋπαλλήλων, ήτοι .εργαζομένων που κατ' εξοχήν απασχολούνται εποχιακά, σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα επαναπρόσληψης είναι και πάλι εξαρτημένο από την επαναλειτουργία της επιχειρήσεως κατά τη νέα τουριστική περίοδο και το ποσοστό της πληρότητας αυτής. Σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω ΥΑ 1869/1987, ο οδηγός, προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του για επαναπρόσληψη, υποχρεούται να υποβάλει γραπτή δήλωση για την επιθυμία του αυτή στον εργοδότη μέσα στο Φεβρουάριο κάθε έτους. Σε περίπτωση που ο οδηγός δεν υποβάλει γραπτή δήλωση ή που μετά τη δήλωσή του κληθεί εγγράφως από τον εργοδότη, στη διεύθυνση κατοικίας που δήλωσε και δεν παρουσιαστεί μέσα σε πέντε (5) ημέρες για να αναλάβει υπηρεσία, χάνει κάθε δικαίωμα για επαναπρόσληψη και αποζημίωση. Με την ανωτέρω ΥΑ σκοπείται η στο μέλλον, εξασφάλιση αποζημιώσεως στους εποχιακά απασχολούμενους οδηγούς τουριστικών λεωφορείων που εργάστηκαν κατά την τελευταία περίοδο σε τουριστικά λεωφορεία και καθορίζονται οι προϋποθέσεις επαναπροσλήψεως. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι αφενός μεν η υποβολή εκ μέρους του οδηγού γραπτής δήλωσης μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα μέσω της συνδικαλιστικής του οργανώσεως και αφετέρου η έγγραφη εκ μέρους του εργοδότη πρόσκληση του οδηγού και η εμφάνιση του στον εργοδότη μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα από της προσλήψεως. Ενώ σε περίπτωση μη επαναπροσλήψεως οδηγού, ο οποίος τήρησε τις οριζόμενες γι' αυτόν προϋποθέσεις, ο οδηγός δικαιούται αποζημιώσεως, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο εργοδότης θα διατηρεί ανάλογο αριθμό λεωφορείων, διότι η υποχρέωση του τελευταίου για επαναπρόσληψη του οδηγού βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τον αριθμό των κινουμένων λεωφορείων του και τούτο διότι προϋπόθεση για τη λειτουργία μιας επιχειρήσεως εκμεταλλεύσεως τουριστικών λεωφορείων είναι η ύπαρξη του μέσου με το οποίο ασκείται η πιο πάνω δραστηριότητα. Η υποχρέωση που εργοδότη προς αποζημίωση του μη επαναπροσληφθέντος οδηγού καίτοι συντρέχουν οι από τον νόμο, απαιτούμενες προϋποθέσεις, προκύπτει από το τελευταίο εδάφιο της άνω διατάξεως, το οποίο αναφέρεται στην αντίθετη περίπτωση, της μη τηρήσεως δηλαδή των προϋποθέσεων, οπότε ο οδηγός χάνει κάθε δικαίωμα για επαναπρόσληψη και για αποζημίωση. Ζήτημα, όμως, γεννάται για "το είδος" της αποζημιώσεως που οφείλεται. Όπως προκύπτει από την άνω διάταξη της ΥΑ με αριθμ. 1869/1987, η σύμβαση εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων έχει τον χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, με διάρκεια ίση με την τουριστική περίοδο, τούτο δε συνάγεται ιδίως από το ότι η διάταξη ομιλεί για "απασχόληση κατά την τουριστική περίοδο" και "επαναπρόσληψη κατά την επόμενη τουριστική περίοδο". Συνεπώς, η οφειλόμενη από τον εργοδότη για τη μη επαναπρόσληψη αποζημίωση, δεν είναι αποζημίωση λόγω καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία κατά κανόνα οφείλεται ανεξάρτητα από τον λόγο για τον οποίο επέρχεται η καταγγελία ή την ανυπαρξία του, αλλά ειδική εκ του νόμου αποζημίωση σε περίπτωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου, η οποία τελεί υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, απορρέει δηλαδή από την παράβαση του εργοδότη της υποχρέωσης που έχει από την άνω ΥΑ να επαναπροσλάβει τον οδηγό που τήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις επαναπροσλήψεως. Η αποζημίωση δε αυτή είναι ίση με τις αποδοχές που απώλεσε ο οδηγός μη επαναπροσλαμβανόμενος (ΑΠ 1479/2018, ΑΠ 31/1991). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 1264/1982 είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας των μελών της διοίκησης συνδικαλιστικής οργανώσεως, μεταξύ των οποίων, αν δεν προβλέπεται από το καταστατικό της, προστατεύονται κατά σειρά ο Πρόεδρος, Αναπλ. Πρόεδρος, ή Αντιπρόεδρος, Γενικός Γραμματέας, Αναπληρωματικός Γενικός Γραμματέας, Ταμίας και οι λοιποί κατά την τάξη της εκλογής, κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν υπάρχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί η ύπαρξη του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 του ίδιου νόμου. Η απαρίθμηση των λόγων είναι περιοριστική και έτσι δεν επιτρέπεται η καταγγελία για λόγους άλλους από εκείνους που προβλέπει η παρ. 10 του άρθρου 14 ούτε με διεύρυνση τους, με τη μέθοδο της αναλογίας. Εφόσον δεν τηρήθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία η γενόμενη καταγγελία είναι άκυρη. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας. Είναι αλήθεια, όπως προεκτέθηκε, ότι διεύρυνση των λόγων απολύσεως για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 10 του ν. 1264/1982, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως, απαγορεύεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική. Σε περίπτωση, όμως, που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 του ν. 1264/1982, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων εργαζομένων και εξικνείται μέχρι του σημείου παράβασης θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, τότε η επίκληση προστασίας του, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψής του μπορεί να αποκρουσθεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική. Και τούτο γιατί οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσης έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσης του με αυτόν. Όταν, όμως, επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Είναι αυτονόητο, ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεσθεί ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. Η διαπίστωση δε της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απόλυσης του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 706/2000). Περαιτέρω, καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου για νόμιμη συνδικαλιστική δράση είναι άκυρη (άρθρα 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 (ΦΕΚ Α 79/1-7-1982), 23 Συντάγματος). Τέτοια δράση αποτελεί κάθε συλλογική ή εξωσωματειακή δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των συλλογικών εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων του μισθωτού, εφόσον από αυτή δεν επηρεάζεται (άμεσα ή έμμεσα) ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας και η εύρυθμη λειτουργία της επιχειρήσεως. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (άρθρο 281 ΑΚ) επιφέρει, ομοίως, την ακυρότητα της καταγγελίας. Προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως και των χρηστών (συναλλακτικών) ηθών συντρέχει (και) όταν η καταγγελία έγινε αποκλειστικώς από εκδίκηση ή εμπάθεια στο πρόσωπο του μισθωτού, συνεπεία προηγουμένης νόμιμης συνδικαλιστικής δράσεως του (μισθωτού), μη αρεστής στον εργοδότη ή, σε συνδυασμό προς την αρχή της αναλογικότητας (με τη μερικότερη έκφανσή της ότι τα επαχθέστερα μέτρα αποτελούν έσχατη λύση - ultima ratio), που εξειδικεύει την τηρητέα καλή πίστη, όταν από τα περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως προκύπτει πως η αποκατάσταση της έννομης τάξεως στην επιχείρηση και η ικανοποίηση των συμφερόντων του εργοδότη μπορούσε αποτελεσματικά να εξασφαλισθεί με τη λήψη ηπιότερων μέτρων (επιβολή ανάλογης πειθαρχικής ποινής, μετάθεση, ανάθεση άλλων καθηκόντων), ώστε να διαφυλάσσεται παράλληλα και το συμφέρον του μισθωτού στη διατήρηση της εργασίας του, ως μέσο βιοπορισμού και αναπτύξεως της επαγγελματικής και προσωπικής υποστάσεώς του. Ο υπερήμερος ,περί την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, εργοδότης οφείλει να καταβάλει στο μισθωτό τον μετέπειτα και κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του νόμιμο ή συμβατικό (χρηματικό) μισθό, ως και τον επ' αυτού νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθρα 345, 341, 349, 350, 293, 654, 656, 648, 655, 652, 653 ΑΚ). Υπερημερία του εργοδότη, που τον υποχρεώνει να καταβάλει τον νόμιμο ή συμβατικό μισθό (υπερημερίας) του μισθωτού, ανακύπτει και όταν, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του (εργοδότη) καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, αρνείται να δεχθεί την εργασία, προσφερόμενη προσηκόντως και πραγματικώς, του μισθωτού, αυτή η εργασία δε εξακολουθεί όλο το διάστημα κατά το οποίο ο εργοδότης εμμένει στην άρνηση του. Ο μισθωτός, αντίστοιχα, δικαιούται να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας για χρόνο (άρθρ. 69 παρ. ι εδ. α' ΚΠολΔ) και μετά τη συζήτηση της οικείας αγωγής έως την άρση της υπερημερίας του εργοδότη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 (559 αριθ. 1) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 4/2005). Με τον άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 1388/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 521 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 17-7-2013 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κερκύρας, ισχυρίστηκε ότι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης εταιρείας περί τις αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 2010, εργάσθηκε ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου κατά τη διάρκεια των τουριστικών περιόδων 2010, 2011 και 2012, δυνάμει επαναλαμβανόμενων κάθε έτος συμβάσεων, κατόπιν σχετικής αιτήσεως για επαναπρόσληψή του, αντί μηνιαίου μισθού που προβλεπόταν από τις οικείες ΣΣΕ, πλην όμως, όταν, μετά τη λήξη της τουριστικής περιόδου του έτους 2012, υπέβαλε νόμιμα, το Φεβρουάριο 2013, μέσω της οικείας συνδικαλιστικής του οργανώσεως, έγγραφη δήλωση προς την εναγομένη ότι επιθυμεί να εργαστεί στην ίδια εργασία και κατά τη νέα τουριστική περίοδο του έτους 2013, η τελευταία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, παράνομα και υπαίτια, του δήλωσε ότι δε θα τον επαναπροσλάβει. Ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2013 είχε εκλεγεί αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του τοπικού σωματείου των οδηγών λεωφορείων Κέρκυρας και ότι η παράλειψη της εναγομένης να τον επαναπροσλάβει συνιστά καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, καθώς έγινε κατά παράβαση των άρθρων 14 παρ.5, 7, 10 και 15 του ν. 1264/1982, αν και η εναγομένη γνώριζε τη συνδικαλιστική του ιδιότητα, αφού κατά την απόλυσή του δεν συνέτρεχε κανένας από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 14 παρ. 10 του Ν. 1264/1982 και δεν τηρήθηκε από την εναγομένη η διαδικασία προσφυγής στην επιτροπή του άρθρου 15 του Ν. 1264/1982. Ότι λόγω της ως άνω ακυρότητας, η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία και του οφείλει για μισθούς υπερημερίας, αποζημίωση αδείας, επίδομα αδείας και δώρο Χριστουγέννων το συνολικό ποσό των 13.910,44 ευρώ, επικουρικά δε ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό αυτό ως συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης με βάση τη σύμβαση, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 189/19-3-2015 απόφασή του, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς την κύρια βάση αυτής ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 655, 656, 341, 345, 346, 914 ΑΚ, 268, 269 παρ.1 ν.4072/2012, άρθρο 1 παρ.1 Ν. 1082/1980 και 1 επομ. ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 19040/7.12.1981 (επιδόματα δώρων και εορτών), άρθρο 3 παρ. 16 ΝΔ 4504/1966 (αποζημίωση και επίδομα αδείας), τις ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων όλης της χώρας" και τη Διαιτητική Απόφαση 17/2009, απέρριψε αυτήν κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως μη νόμιμη, και ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 13.910,44 ευρώ. Μετά την άσκηση της από 19-5-2015, εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 574/2018 προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι η μη επαναπρόσληψη εργαζόμενου οδηγού τουριστικού λεωφορείου κατά τη διάρκεια της νεκρής περιόδου δε συνιστά καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, αφού κατά την ανωτέρω περίοδο δεν είναι ενεργή, με συνέπεια να μην τίθεται ζήτημα εξετάσεως του κύρους της υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 281, 648 και 669 ΑΚ, 1 και 3 ν.2112/1920, 5 παρ.3198/1998 και 14 παρ. 5 του ν. 1264/1982 και γέννησης της αξιώσεως για αποδοχές υπερημερίας ή συμπληρώσεως νόμιμης αποζημιώσεως απόλυσης. Ωστόσο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, έκρινε ότι αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 1836/1989, με το οποίο κυρώθηκε η υπ'αριθμ. 1869/1987 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, καθώς και των άρθρων 345, 346 και 914 του ΑΚ, το αγωγικό δε κονδύλιο των 13.910,44 ευρώ έχει τον χαρακτήρα αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, απορρέει δηλαδή από την υπαίτια παράβαση του εργοδότη της υποχρεώσεως που έχει από την υπ'αριθμ. 1869/1987 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, να επαναπροσλάβει τον οδηγό που τήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις επαναπροσλήψεως. Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξετάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου, κατά τη· θερινή περίοδο των ετών 2010 έως και 2012, από τις αρχές Μαΐου έως το τέλος Οκτωβρίου κάθε έτους. Μετά τη λήξη της σύμβασης για την τουριστική περίοδο του έτους 2012, ο ενάγων, τον Φεβρουάριο του έτους 2013, ασκώντας το, εκ του νόμου, παρεχόμενο σε αυτόν διαπλαστικό δικαίωμα για επαναπρόσληψη του, υπέβαλε στην εναγομένη, μέσω της οικείας συνδικαλιστικής του οργάνωσης, με την επωνυμία "Σωματείο Οδηγών Τουριστικών Λεωφορείων Κέρκυρας", έγγραφη δήλωση, με την οποία ζήτησε από αυτήν να τον επαναπροσλάβει για την τουριστική περίοδο του έτους 2013. Ωστόσο, η εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, αρνήθηκε να τον επαναπροσλάβει στην επιχείρησή της, επικαλούμενη ότι επίκειται μείωση του κύκλου εργασιών της και του στόλου των κινούμενων λεωφορείων. Ακολούθως, ο ενάγων προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, σε σχετική δε πρόσκληση του αρμόδιου υπαλλήλου ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης επανέλαβε την ως άνω άρνηση της εναγομένης. Η εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι αρνήθηκε την επαναπρόσληψη του ενάγοντος για την τουριστική περίοδο του έτους 2013 διότι μειώθηκε, σε σχέση με την προηγούμενη τουριστική περίοδο, ο αριθμός των κινούμενων λεωφορείων της. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι ήδη από τον Νοέμβριο του έτους 2012 είχε ενημερώσει το σύνολο των απασχολούμενων σε αυτή οδηγών ότι δεν προτίθεται να τους απασχολήσει την επερχόμενη τουριστική περίοδο, καθώς δεν θα προέβαινε στη μίσθωση τουριστικών λεωφορείων, ως είχε πράξει κατά την τουριστική περίοδο του έτους 2012, αλλά θα συνέχιζε τη λειτουργία της εκμεταλλευόμενη μόνο τον ιδιόκτητο στόλο λεωφορείων. Πράγματι, όπως προκύπτει από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν αμφότεροι οι διάδικοι και ιδίως από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη καρτέλες, οι οποίες εμφανίζουν τον στόλο των λεωφορείων της κατά τα έτη 2012 και 2013, ο τελευταίος μειώθηκε κατά το έτος 2013, καθόσον δεν προέβη στη μίσθωση λεωφορείων, για το λόγο άλλωστε αυτό ο αριθμός των απασχολούμενων οδηγών κατά το έτος 2013 εμφαίνεται μειωμένος, σε σχέση αυτόν του έτους 2012, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις απασχολούμενου προσωπικού, που προσκομίζει και επικαλείται ο ίδιος ο ενάγων. Επομένως, εφόσον μειώθηκε η δύναμη του στόλου των τουριστικών λεωφορείων της εναγομένης, αποδείχθηκε ότι, υπήρχε αντικειμενική αδυναμία να προσληφθεί ο ενάγων κατά την τουριστική περίοδο του έτους 2013, αφού δεν υπήρχε ανάλογος με το προηγούμενο έτος αριθμός κινούμενων λεωφορείων, ώστε να είναι διαθέσιμη θέση απασχόλησης γι' αυτόν στην επιχείρηση της εναγομένης. Μάλιστα η εναγομένη δεν επαναπροσέλαβε και άλλους οδηγούς που εργάστηκαν κατά την τουριστική περίοδο του έτους 2012 για τον ίδιο λόγο. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία η εναγομένη δικαιολογημένα αρνήθηκε να επαναπροσλάβει τον ενάγοντα ως οδηγό τουριστικού λεωφορείου για την τουριστική περίοδο του έτους 2013, αφού ο στόλος των κινουμένων λεωφορείων της επιχείρησής της είχε μειωθεί, δεν παρέβη υπαιτίως την υποχρέωση της επαναπρόσληψής του και ως εκ τούτου δεν υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν αποζημίωση, η οποία, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, έχει την έννοια της αστικής ποινής για την άρνηση του εργοδότη ιδιοκτήτη τουριστικού λεωφορείου να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, ως οδηγό". Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε βάσιμο τον σχετικό λόγο της εφέσεως της εναγομένης εκκαλούσας, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε προς εκδίκαση την ένδικη αγωγή και απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η εναγομένη δικαιολογημένα αρνήθηκε να επαναπροσλάβει τον ενάγοντα ως οδηγό τουριστικού λεωφορείου για την τουριστική περίοδο του έτους 2013, αφού ο στόλος των κινουμένων λεωφορείων της επιχειρήσεώς της είχε μειωθεί, και επομένως δεν παρέβη υπαιτίως την υποχρέωσή της για επαναπρόσληψη αυτού και την καταβολή της αιτούμενης αποζημιώσεως ορθώς εξάρτησε την ανωτέρω υποχρέωση της εναγομένης -αναιρεσίβλητης να απασχολήσει τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα και κατά την τότε επερχόμενη τουριστική περίοδο ως οδηγό λεωφορείων, από την πραγματική δυνατότητα αυτής για την απασχόλησή του, κατά το πνεύμα της ΥΑ 1869/1987, το οποίο εκφράζει τη γενική αρχή του δικαίου "ουδείς υποχρεούται εις τα αδύνατα", στην οποία ρητώς αναφέρθηκε. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο όπως ορθά εκτιμάται, προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τονλόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τοννόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015). Και στις περιπτώσεις, όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 259/2017). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 344/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 966/2017, ΑΠ 884/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την επίσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρόλο που δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα πραγματικά περιστατικά της νόμιμης κτήσης της συνδικαλιστικής του ιδιότητας κατά τον χρόνο ενάρξεως της τουριστικής περιόδου ... και τη γνώση της αναιρεσίβλητης περί της κτήσεως της ιδιότητάς του αυτής, καθώς και τη μη διακοπή εντελώς της λειτουργίας της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, παρά το ν νόμο, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 ν. 1346/1983, με την οποία προβλέπεται ότι "σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπροσλάβει τα μέλη των διοικήσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων κατά τις διατάξεις του Ν. 1264/1982, που τυχόν εργάστηκαν στην επιχείρηση κατά την προηγούμενη περίοδο" και η οποία, ναι μεν δεν έχει συμπεριληφθεί στην ΥΑ 1869/1987 που αναφέρεται στην απασχόληση των οδηγών τουριστικών λεωφορείων, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να εφαρμοστεί αναλογικά, με βάση την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος και την οποία (διάταξη) αν εφάρμοζε, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 ν. 1264/1982, τις οποίες επίσης εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, θα έπρεπε να δεχθεί, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση λόγω της κτήσης της συνδικαλιστικής του ιδιότητας κατά τον χρόνο έναρξης της τουριστικής περιόδου, που ... τοποθετείται την 1η Μαΐου κάθε έτους και εν προκειμένω το αργότερο κατά την 1η Μαΐου του 2013, να του απευθύνει έγγραφη πρόσκληση για επαναπρόσληψη, καθώς και ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση να του καταβάλει την αιτηθείσα αποζημίωση επειδή δεν τον επαναπροσέλαβε, πολύ δε περισσότερο, αφού η τελευταία δεν επικαλέστηκε, ούτε απέδειξε κανένα από τους λόγους που σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 1264/1982 συγχωρούν τη μη επαναπρόσληψή του, ούτε κανέναν άλλο κοινωνικό, οικονομικό κ.λ.π λόγο που επέτρεπε στην αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, το οποίο επίσης δεν επικαλέστηκε, να προτιμήσει άλλον οδηγό (για παράδειγμα ανήλικα τέκνα, μονογονεϊκή οικογένεια κ.λ.π.) στη θέση του. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ούτε εξάλλου προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί από αυτόν νομίμως στο Εφετείο, ή ότι συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, που δικαιολογούν την καθυστερημένη προβολή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρ 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ (αντίστοιχος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 5/2020^87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί εσφαλμένα δέχθηκε "πράγμα" και δη αυτοτελή ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα και ειδικότερα έλαβε υπόψη την προταθείσα από την εναγομένη-εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) με την έφεσή της, ένσταση περί μείωσης του αριθμού των λεωφορείων της για την τουριστική περίοδο του έτους 2013, χωρίς η ένσταση αυτή να έχει προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλαδή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, καταχωρηθείσα στα πρακτικά και χωρίς να γίνεται από την εκκαλούσα επίκληση στο εφετήριο κάποιας εκ των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, που δικαιολογούν την καθυστερημένη προβολή της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί ένσταση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 262 ΚΠολΔ, αλλά άρνηση της αγωγής, αφού με αυτόν δεν προβάλλονται από την εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη νέα αυτοτελή πραγματικά γεγονότα, που παρεμποδίζουν οριστικά ή προσωρινά την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, αλλά η εκκαλούσα αρνείται την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής. Επιπλέον, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν, υπό την κατ' επίφαση επίκληση της πλημμέλειας της προσβαλλομένης αποφάσεως, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ομοίως απαράδεκτος είναι και ο συναφής και τα ίδια υποστηρίζων σε άρνηση της αγωγής δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την ένσταση περί μειώσεως του αριθμού των λεωφορείων της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης για την τουριστική περίοδο του 2013, παρά τον νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ενστάσεως αυτής λόγω αοριστίας της, συνεπεία της μη αναφοράς των απαιτουμένων στοιχείων για τη θεμελίωσή της. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-7-2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. ../2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.574/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ