Αριθμός 631/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντα: Α. Β. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Σφέτσου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-1-2009 και 6-1-2009 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και την από 18-3-2009 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1126/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6432/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-3-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 18-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, μεταξύ των οποίων: 1) η από 30-9-2003 βεβαίωση μεταβολής εργασιών της ΔΟΥ Ζωγράφου, 2) το από 27-2-2006 πιστοποιητικό του επαγγελματικού επιμελητηρίου Αθηνών, 3) τα τιμολόγια και τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της επιχείρησης του αναιρεσείοντος, 4) τα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2005, 2006 και 2008, που εκδόθηκαν από την ΔΟΥ Ζωγράφου, 5) η από 8-1-2010 βεβαίωση του ξενοδοχείου Ledra Marriott, οι καρτέλες των ετών 2007 και 2008 του λογιστηρίου της εταιρείας ΑΣΤΥ ΑΕ και η από 11-2-2007 προσφορά του αναιρεσείουσα για την παροχή των υπηρεσιών καθορισμού προς την εν λόγω εταιρεία, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω απαριθμούμενα έγγραφα, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του σχετικά με τη βασιμότητα του αγωγικού κονδυλίου της απωλείας των εισοδημάτων του εξαιτίας της ανικανότητάς του να εργαστεί λόγω του ενδίκου ατυχήματος. Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 εδ. β' ΑΚ, εκείνος που ζημιώθηκε παράνομα και υπαίτια δικαιούται να αξιώσει, εκτός από την αποζημίωση για τη θετική ζημία του, και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. (ΑΠ 1958/2009 ΕλλΔ 200969).Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος, τα ακόλουθα: Ο ενάγων Α. Β., κατά το ίδιο ως άνω ένδικο τροχαίο ατύχημα που συνέβη κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες, τραυματίστηκε, εξ αιτίας της σφοδρότητας της συγκρούσεως, της πτώσεώς του στο έδαφος και από το γεγονός ότι σύρθηκε πάνω στο οδόστρωμα, και γι' αυτό, αμέσως μετά από το ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του, διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας "ΘΡΙΑΣΙΟ", όπου, αφού διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα δεξιού μηριαίου, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με εξωτερική οστεοσύνθεση (και όχι εσωτερική), λόγω αναπνευστικής δυσχέρειας και υποψίας πνευμονικής εμβολής, νοσηλεύτηκε δε στην ορθοπεδική κλινική του παραπάνω νοσοκομείου από 6-7-2008 μέχρι 23-7-2008, οπότε και εξήλθε με σύσταση του θεράποντος ιατρού Η. Β. για αναρρωτική άδεια διαρκείας τριών μηνών και ιατρική παρακολούθησή του στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία (βλ. σχ. τις υπ' αριθμ. πρωτ. .../Φ206/23-8-2008 και .../Φ206/3-12-2008 ιατρικές βεβαιώσεις νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας "Θριάσιο". Στις 3-9-2008, ο ανωτέρω ενάγων εισήχθη στο "Λαϊκό" Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου εκεί, αφού διαπιστώθηκε ότι η πορεία στην πώρωση του κατάγματός του δεν ήταν ικανοποιητική, υποβλήθηκε σε χειρουργική θεραπεία, κατά την οποία έγινε αντικατάσταση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης, που του είχε τοποθετηθεί στο "Θριάσιο" νοσοκομείο, με εσωτερική οστεοσύνθεση, αποτελούμενη από πλάκα και βίδες, όπως κρίθηκε ότι ήταν ιατρικά επιβεβλημένο, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος εκεί μέχρι 16-9-2008, οπότε εξήλθε, βαδίζοντας με βακτηρίες χωρίς φόρτιση και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια διαρκείας οκτώ εβδομάδων. Στη συνέχεια, ο παραπάνω ενάγων επανεξετάσθηκε στις 4-12-2008 στο ίδιο παραπάνω νοσοκομείο ("Λαϊκό"), οπότε διαπιστώθηκε ότι η διαδικασία στην πώρωση του κατάγματός του ήταν μεν ικανοποιητική, χωρίς όμως ακόμη να μπορεί να φορτιστεί το σκέλος του και γι' αυτό του χορηγήθηκε παράταση στην αναρρωτική του άδεια για δύο ακόμη μήνες. Στις 2-4-2009, ο ως ενάγων εισήχθη εκ νέου στο "Λαϊκό" Νοσοκομείο και κατά την έξοδό του από αυτό, την αμέσως επόμενη ημέρα, του συστήθηκε η εφαρμογή ηλεκτρομαγνητικού διεγέρτη, λόγω διαπιστώσεως ότι υπήρχε καθυστερημένη πώρωση του κατάγματός του, επίσης, του συστήθηκε η βάδιση με μερική φόρτιση του σκέλους του και επανεξέταση μετά από δύο μήνες, κρίθηκε δε περαιτέρω ανίκανος προς εργασία μέχρι το τέλος μηνός Μαΐου του 2009. Στις 7-10-2009, ο προαναφερόμενος ενάγων επαναξετάσθηκε στο ίδιο αμέσως παραπάνω νοσοκομείο, όπου τότε διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε μικρή μόνο πρόοδο στην πώρωση του κατάγματός του και ότι μπορούσε πλέον στο εξής να βαδίζει με μερική φόρτιση του σκέλους του, αλλ' ωστόσο, δεν ήταν ακόμη εφικτό να προσδιορισθεί ο απαιτούμενος χρόνος για την πλήρη πώρωση του κατάγματός του. Τέλος, στις 5-1-2010, ο ανωτέρω ενάγων επαναξετάσθηκε και πάλι από τους ιατρούς του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, οπότε πλέον διαπιστώθηκε ότι η μεν πώρωση του κατάγματος ήταν σχεδόν πλήρης, αλλά όμως εμφάνιζε ατροφία τετρακέφαλου και περιορισμό στην κάμψη του γόνατος, οπότε κρίθηκε ιατρικώς από τους θεράποντες ιατρούς του κατά την ίδια αμέσως παραπάνω ημερομηνία ότι στο εξής θα πρέπει να εξακολουθήσει να βαδίζει με μια βακτηρία για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών ακόμη μηνών, ότι θα ήταν ανίκανος προς εργασία για χρονικό διάστημα έξι ακόμη μηνών, καθώς και ότι, μελλοντικά, θα πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των υλικών της οστεοσύνθεσης, τα οποία (υλικά) του είχαν τοποθετηθεί στην προαναφερθείσα χειρουργική επέμβαση, που είχε γίνει στο ίδιο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια της εκεί νοσηλείας του από 3-9-2008 έως 16-9-2008. Ο ενάγων εξαιτίας του ως άνω τραυματισμού του κατέστη ανίκανος για εργασία από 6-7-2008 μέχρι 6-6-2010 και γι' αυτό δεν μπόρεσε να ασκήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα, την οποία ασκούσε πριν από το ένδικο ατύχημα, αφού διατηρούσε ατομική επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων και αποκόμιζε, κατά μέσον όρο, το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθούν τα μηνιαία έξοδα της ατομικής του επιχειρήσεως, ήτοι υλικά καθαρισμού και συναφή είδη, ανερχόμενα σε 300 ευρώ κατά μέσον όρο για κάθε μήνα, εφόσον ο ενάγων δεν απασχολούσε εργατικό προσωπικό. Έτσι, τα καθαρά μηνιαία κέρδη, που ο ενάγων απώλεσε από την παραπάνω δραστηριότητά του ανέρχονται κατά μέσον όρο σε 1200 (1500-300) ευρώ, τα οποία μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο ένδικος τραυματισμός του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε εν μέρει τον έκτο λόγο της έφεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει εν μέρει αντιθέτως ως προς το αγωγικό αυτό κονδύλιο, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και επιδίκασε στον ενάγουσα το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ως προς το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστά εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή όχι εφαρμογής των αναφερθεισών στην αρχή της παρούσας αιτιολογίας διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζοντα τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αναίρεση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-3-2012 αίτηση του Α. Β. για αναίρεση της 6432/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ