Αριθμός 1305/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταυρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 721/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2021 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 22.04.2012 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 58/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο απέρριψε την από 29.12.2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 721/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 09.11.2016 από τα άρθρα 6§2 του ν. 2664/1998 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου συνιστά κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας: Με την από 09.11.2016 αγωγή του που απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και έστρεψε κατά του ήδη αναιρεσείοντος, ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητό του, η κυριότητα του οποίου περιήλθε σ' αυτόν παραγώγως, αλλά και πρωτοτύπως, λόγω μη υποβολής εκ μέρους του δηλώσεως κατά την κατάρτιση του κτηματολογίου στην περιοχή στην οποία αυτό κείται, ενεγράφη στα κτηματολογικά φύλλα κατά μεν ένα μέρος του ως ιδιοκτησία αγνώστου κατά δε το λοιπό του ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος. Ζήτησε δε να γίνει δεκτή η αγωγή του, να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του επί του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου του και να διαταχθεί χωρική μεταβολή, ώστε το ακίνητό του να λάβει νέο Κ.Α.Ε.Κ. και να αποτυπωθεί όπως αρμόζει. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 721/2017 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή, παραδεκτή, νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, δέχθηκε αυτή ως προς αμφότερα τα αιτήματά της. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το ήδη αναιρεσείον με την από 29.12.2017 έφεσή του, που απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο .... Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά, αλλ' απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατά της αποφάσεως αυτής, το ήδη αναιρεσείον άσκησε την ένδικη αίτηση ζητώντας την αναίρεσή της. Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στις οποίες στηρίχθηκε η εκφερθείσα κρίση του, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της αποφάσεώς του, είναι οι ακόλουθες: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, συνολικής έκτασης 1.087,62 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη θέση ... της περιοχής ... όρους της κτηματικής περιφερείας ... του Δήμου ..., εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και εκτός οικισμού, αποτυπώνεται με τα αριθμητικά στοιχεία 0 - 1 - 3 -4 - 147 - 6 - 7 - 8 - 9 - 10 - 11 - 49 - 48 - 46 - 42 - 41 - 38 -146 - 32 - 0 στο προσαγόμενο μετ' επικλήσεως από Φεβρουαρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Δ. Φ. και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, βόρεια με δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία αδελφών Γ., νότια και ανατολικά με δρόμο και δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Α. του Δ.. Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης, συνολικής επιφανείας πέντε (5) περίπου στρεμμάτων "ή όσης είναι", που μεταβίβασε ο Λ. Π. του Π., με το υπ' αριθ. 12.145/24.09.1987 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου ... Ν. Τ. (όπου φέρεται να έχει εμβαδόν ένα στρέμμα), το οποίο νομίμως μετεγράφη στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (στον τόμο 1957, με αριθμό 299281), στη σύζυγό του Ε. θυγατέρα Κ. Γ. [του ετέρου τμήματος, έχοντος επιφάνεια, σύμφωνα με το άνω συμβόλαιο, τέσσσερα (4) στρέμματα], η οποία στη συνέχεια το πώλησε στον ενάγοντα δυνάμει του υπ' αριθ. 13.718/29.12.1989 συμβολαίου του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, που και αυτό νομίμως μετεγράφη στα ίδια Βιβλία Μεταγραφών (στον τόμο 2064, με αριθμό 447), είχε δε περιέλθει στον Λ. Π. το έτος 1958, με άτυπη αγορά από τον πεθερό του Κ. Γ., ο οποίος το είχε αγοράσει, από κοινού με τον αδελφό του Α. Γ., δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (στον τόμο 299, με αριθμό 63522), υπ' αριθ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Α. Β., από το νεότερο αδελφό τους Χ. Γ. του Γ., ως τμήμα ευρύτερης έκτασης συνολικής επιφανείας, κατά το άνω συμβόλαιο, τριών (3) στρεμμάτων "ή όσης και αν είναι". Στα άνω συμβόλαια προκύπτει ταύτιση των ορίων του επιδίκου, αφού αυτό φέρεται να συνορεύει) στο 12.145/24.09.1987 συμβόλαιο "με δρόμο και βρύση, με ιδιοκτησία αδελφών Δ. Α. και δρόμο", β) στο 13.718/29.12.1989 συμβόλαιο "γύρω - γύρω με δρόμο βρύση, με ιδιοκτησία αδελφών Α., με ιδιοκτησία αδελφών Γ. και δρόμο" (καθώς στο προκείμενο συμβόλαιο περιγράφονται τα σύνορα του μεταβιβασθέντος μικρότερου τμήματος, το οποίο, πέραν των ορίων του, ως αυτά περιγράφονται στο 12.145/24.09.1987 συμβόλαιο, συνορεύει και με το δεύτερο - μη μεταβιβασθέν με τη δωρεά - τμήμα των τεσσάρων στρεμμάτων, που φέρεται στο τελευταίο συμβόλαιο να οριοθετείται "με δρόμο, αλώνι, με ιδιοκτησία Α. Γ.., με ιδιοκτησία αδελφών Δ. Α. και με ιδιοκτησία Γ. Α. Γ...") και γ) στο ... συμβόλαιο "γύρωθεν με αγρούς αγοραστών", αφού τότε στην περιοχή δεν υφίστατο δρόμος. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο Χ. Γ. απέκτησε το επίδικο το έτος 1900 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Γ. Γ., στον οποίο είχε μεταβιβαστεί, ομοίως με άτυπη δωρεά, το έτος 1875 από τον πατέρα του Α. Γ., που και αυτός το είχε αποκτήσει με τον ίδιο τρόπο (άτυπη δωρεά), το έτος 1845 από τον πατέρα του Γ. Γ., επονομαζόμενο και "..." λόγω της καταγωγής του από τη ..., ο οποίος το έλαβε από τον Θ. Κ. το έτος 1832 υπό τη μορφή εθνικής γαίας. Οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ασκούσαν επί του επιδίκου ακινήτου διακατοχικές πράξεις νομής με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση νομής δεν προσέβαλλαν κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας άλλου στην ανωτέρω έκταση, ειδικότερα καλλιεργούσαν σε αυτό σιτηρά, φασόλια, καλαμπόκι, τριφύλλι, βρώμη, πατάτες και άλλα κηπευτικά, στάβλιζαν εκεί τα ποίμνιά τους και προέβησαν στην ανοικοδόμηση πέτρινης οικίας, όπου διέμεναν από την άνοιξη μέχρι το τέλος του φθινοπώρου εκάστου έτους, τις πράξεις δε αυτές συνέχισε να ασκεί επί του επιδίκου και ο ενάγων με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, υπό την προρρηθείσα αυτής έννοια, δηλαδή με την απόλυτη και ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση των άνω διακατοχικών πράξεών του επί του επιδίκου ακινήτου δεν προσέβαλλε το επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας οιουδήποτε, συνυπολογίζοντας στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, τελικώς δε περιέφραξε το επίδικο, χωρίς ουδέποτε, ούτε ο ίδιος, ούτε οι δικαιοπάροχοί του, να ενοχληθούν από τρίτον ιδιώτη, ούτε από το Ελληνικό Δημόσιο, στην άσκηση των διακατοχικών πράξεών τους σε αυτό. Τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και ιδίως η ύπαρξη συνεχούς διακατοχής του επιδίκου με καλή πίστη από τον ενάγοντα και τους δικαιοπαρόχους του προέκυψαν απ' όσα κατέθεσαν από ιδία αντίληψη οι Π. Α. και Χ. Τ., γεννηθέντες τα έτη 1943 και 1942 αντίστοιχα, στην υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωσή τους στη Συμβολαιογράφο ... Α. Φ. - Τ., η αξιοπιστία των οποίων ενισχύεται και από όσα βεβαίωσαν ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη ... οι Π. Π. και Π. Τ., συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αριθ. ... ένορκης βεβαίωσής τους, από τους οποίους ο τελευταίος, ήτοι ο Π. Τ. του ..., που γεννήθηκε το 1938, επιβεβαίωσε την προεκτεθείσα σειρά μεταβίβασης του επιδίκου, όπως περί αυτής κατέθεσε ο Π. Π. στην αυτή ένορκη βεβαίωση, καταθέτοντας και αυτός (Π. Τ.) ότι διέμεινε στην παλαιά και ευρισκόμενη εντός του επιδίκου πετρόκτιστη οικία για πρώτη φορά το 1944, σε ηλικία μόλις έξι ετών, όταν τον πήγε εκεί η γιαγιά του Αικατερίνη Τσεκούρα, που ήταν η αδελφή του Κωνσταντίνου Γ. (που είχε αγοράσει το επίδικο, μαζί με τον αδελφό του Α. Γ., από τον αδελφό τους Χ. Γ. του Γ. δυνάμει του προρρηθέντος υπ' αριθ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Α. Β.), ο οποίος τους διηγείτο ότι το επίδικο είχε παραχωρήσει στον Γ. Γ. ή ... ο ίδιος ο Θ. Κ., γεγονός που επιβεβαίωσε στην ίδια ένορκη βεβαίωση και ο Π. Π., τόσο ως αυτήκοος μάρτυρας, στον οποίο είχε διηγηθεί τα ανωτέρω ο Κ. Γ. "που τα είχε μάθει απ' τον παππού του κι ο τελευταίος απ' τον δικό του παππού και πάει λέγοντας", όσο και ως ..., από μαρτυρίες παλαιών κατοίκων της ευρύτερης περιοχής της ..., που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή, χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός ότι προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από τον εφεσίβλητο αποσπάσματα 1) από το "Ιστορικό Λεξικό των ..." του Κ. Ν. Τ., τόσο της πρώτης έκδοσής του (έτος 1959), όσο και της τρίτης έκδοσής του (έτος 1995), στα οποία καταγράφεται ότι ο Γ. Γ. ή ..., αφού μετενόησε (ανένηψε) για την απόφασή του να συμπαραταχθεί, τον Μάιο του 1827, με τους Τούρκους, τους οποίους οδήγησε, λόγω της αντιζηλίας του με τον έτερο ... των ... χωριών των ..., Γ. Ρ., στην Τ. και στις 17.07.1827 στον Α., μετάνοια την οποία και απεδέχθη ο Θ. Κ., έλαβε και αυτός, μετά την Ανεξαρτησία, κλήρο από τις εθνικές γαίες και 2) από το Βιβλίο του ... "Η Ελληνική ...", στη σελίδα 131 του οποίου περιέχεται η από 24.08.1827 επιστολή, την οποία απέστειλε ο Θ. Κ., ως Γενικός Αρχηγός (Αρχιστράτηγος) των πελοποννησιακών στρατευμάτων, από την ... όπου βρισκόταν, σε όλους τους πολιτικούς και πολεμικούς αρχηγούς της Ελλάδος, σε αυτήν δε τους ενημέρωσε ότι δέχτηκε την "από συντριβήν καρδίας μετάνοια" του καπετάν Γ. Λ., τους παρακάλεσε δε και τους διέταξε να τον αναγνωρίσουν ως μέλος της Ολομελείας του Έθνους, "να μην ενοχλούν ούτε αυτόν, ούτε τα κινητά και ακίνητα πράγματά του να πειράζουν, αλλά μάλιστα χρείας δοθείσης να δίδουν εις αυτόν όλην την απαιτουμένην συνδρομήν και υπεράσπισιν". Εξάλλου, από την από 07.03.2017 τεχνική φωτοερμηνευτική έκθεση της Δασολόγου -Περιβαλλοντολόγου Λ. Ο., που συντάχθηκε για λογαριασμό του ενάγοντος, προκύπτει, μετά από φωτοερμηνεία και ανάλυση των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1960, ότι ,ήδη το 1945, το επίδικο ακίνητο, το οποίο έχει βόρεια - βορειοδυτική έκθεση, εμφανιζόταν ως αμιγώς αγροτική έκταση, το έδαφός του είχε μηδενική έως μέτρια κλίση, συνιστώντας πλάτωμα, το οποίο καλλιεργείτο εξ ολοκλήρου με ποώδεις καλλιέργειες (σιτηρά), εντασσόταν σε ευρύτερη περιοχή, αποτελούμενη από εκτεταμένες δασικές εκτάσεις αείφυλλων - πλατύφυλλων χαμηλής ανάπτυξης και φρυγάνων, σε πολλά σημεία των οποίων εμφανίζονταν διάσπαρτες αγροτικές εκτάσεις, καλλιεργούμενες κατά κύριο λόγο με ετήσιες ποώδεις καλλιέργειες, χωρίς οδικό δίκτυο, με συνέπεια η μετάβαση προς και από τους αγρούς να γίνεται μέσω μονοπατιών, βορείως δε, ανατολικώς και νοτίως (όπου η κλίση του εδάφους γινόταν εντονότερη, με διαμορφωθείσες, στη νότια αυτή πλευρά, τεχνητές βαθμιδώσεις του εδάφους, τις λεγόμενες "πεζούλες", οι οποίες εξομάλυναν την κλίση και διευκόλυναν την καλλιέργεια), το επίδικο συνόρευε με αγροτικές εκτάσεις, ανατολικώς δε εν μέρει και με δασικές εκτάσεις, ενώ διάσπαρτα εντός αυτής υπήρχαν μεμονωμένα άτομα πρίνου, που είχαν αφεθεί εκεί για το στάλισμα των ζώων και τα οποία σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν δασικό οικοσύστημα, αφού βρίσκονταν εντός επίπεδης αγροτικής έκτασης που καλλιεργείτο. Επί πλέον και στο δυτικό τμήμα του επιδίκου, καθώς και σε γειτνιάζουσες ιδιοκτησίες που στον προσωρινό δασικό χάρτη εμφανίζονταν ως ανέκαθεν μη δασικές εκτάσεις, παρατηρήθηκαν μεμονωμένα άτομα πρίνου, χωρίς και πάλι το γεγονός αυτό να επηρεάζει το μη δασικό τους χαρακτήρα. Την ανωτέρω μορφή και τα ίδια χαρακτηριστικά εμφάνιζε το επίδικο ακίνητο και στις αεροφωτογραφίες του έτους 1960, όπου και πάλι φαινόταν ότι καλλιεργείτο με ποώδεις καλλιέργειες (σιτηρά), με διάσπαρτα εντός αυτού μεμονωμένα άτομα πουρναριού, τα οποία είχαν αναπτυχθεί σε σχέση με το έτος 1945 και είχαν αφεθεί εκεί για το στάλισμα των ζώων και τα οποία, ως ευρισκόμενα εντός επίπεδης αγροτικής έκτασης που καλλιεργείτο, ουδόλως αποτελούσαν δασικό οικοσύστημα, συνόρευε δε γύρωθεν με καλλιεργημένους αγρούς, πλην της ανατολικής πλευράς του, η οποία συνόρευε με επικλινή δασική έκταση, από την οποία, όμως, σαφώς διαφοροποιείτο, ενώ δεν υπήρχαν στο επίδικο άγρια ξυλώδη φυτά με τη μορφή δέντρων και θάμνων, τα οποία να σχηματίζουν ιδιαίτερη δασοβιοκοινότητα ή να δημιουργούν δασογενές περιβάλλον, δεν υφίσταντο δηλαδή δάση και δασικές εκτάσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 1 του Ν. 998/1979. Η κατά τα άνω εκτίμηση των αεροφωτογραφιών επιβεβαιώθηκε κατά την επιτόπια στο επίδικο επίσκεψη της άνω Δασολόγου - Περιβαλλοντολόγου, η οποία διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν εκτεταμένες αλλαγές στη χρήση γης της γύρω περιοχής, πλην της εγκατάλειψης της καλλιέργειας σε κάποιους αγρούς και της διάνοιξης οδικού δικτύου, στο δε επίδικο δεν υπήρχαν πλέον καλλιέργειες, αλλά υπολείμματα παλαιού πέτρινου κτίσματος, το οποίο ήταν κατά το ήμισυ γκρεμισμένο, πάνω δε σε αυτό είχε ανεγερθεί κτίσμα από τσιμεντόλιθους, το οποίο και ηλεκτροδοτείται, επειδή δε το παλαιό καλυπτόταν εξ ολοκλήρου από την κόμη των πουρναριών, δεν ήταν ορατό στις αεροφωτογραφίες. Διαπίστωσε επίσης ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ήταν περιφραγμένο και ότι μέσα σε αυτό υπήρχαν μεμονωμένα άτομα πρίνου μεγάλης ηλικίας και ανάπτυξης (και όχι άλλα δασικά είδη), τα οποία ουδόλως συνιστούν δασικό οικοσύστημα, ενώ κάτω από αυτά υπήρχαν πρόχειρες κατασκευές από ξύλο και τσίγκο που εξυπηρετούν κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Με βάση τα προαναφερθέντα, η άνω Δασολόγος - Περιβαλλοντολόγος, στην προρρηθείσα από 07.03.2017 τεχνική φωτοερμηνευτική έκθεσή της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση εμφάνιζε και εμφανίζει μη δασική μορφή και ουδέποτε αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια του νόμου, εντός δε αυτής ασκούντο από παλαιοτάτων χρόνων αγροκτηνοτροφικές δραστηριότητες, ενώ υπάρχει σ' αυτήν και παλαιό πέτρινο κτίσμα, τα δε εντός αυτής διασπάρτως φυόμενα άτομα πρίνου δεν μπορούν να της προσδώσουν δασικό χαρακτήρα σε κανένα τμήμα της. Σημειώνεται ότι στο από Φεβρουαρίου του 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Δ. Φ., το οποίο είναι συνημμένο στην αγωγή, αποτελώντας αναπόσπαστο αυτής τμήμα, η επίδικη έκταση διαχωρίζεται σε δύο τμήματα και συγκεκριμένα 1) σε τμήμα εμβαδού 303,30 τ.μ., που αποτελεί μέρος ευρύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού 14.312,00 τ.μ., η οποία έχει ΚΑΕΚ ... και φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη και 2) σε τμήμα εμβαδού 784,32 τ.μ., που αποτελεί μέρος ευρύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού 9.121,240 τ.μ., η οποία έχει ΚΑΕΚ ... και φέρεται ως ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ..., αποτυπώνονται δε τα δύο αυτά τμήματα στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, το μεν πρώτο (δυτικό τμήμα του επιδίκου) με τους αριθμούς 0 - 1 - 3 - 4 - 147 - 145 - 146 - 32 - 0, το δε δεύτερο (ανατολικό τμήμα του επιδίκου) με τους αριθμούς 147 - 6 - 7 - 8 - 9 - 10 - 11 - 49 - 48 - 46 - 42 - 41 - 38 - 146 - 145 - 147. Η ορθότητα του χαρακτηρισμού ης αγροτικής έκτασης που έδωσε σε αμφότερα τα μέρη του επιδίκου ακινήτου η Δασολόγος - Περιβαλλοντολόγος Λ. Ο. στην από 07.03.2017 τεχνική φωτοερμηνευτική έκθεσή της ενισχύεται από το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Διευθυντή Δασών Aχαΐας, που απευθύνεται προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και τον ενάγοντα, στο οποίο ο ανωτέρω εκδότης του αναφέρει ότι το περιγραφόμενο στην ένδικη αγωγή ακίνητο, που φέρεται στον προσωρινό δασικό χάρτη του Δήμου ... να αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης με ΚΑΕΚ ..., δεν το διαχειρίζεται η Υπηρεσία του ως δάσος, ούτε ως δασική ή χορτολιβαδική έκταση και ότι κατά συνέπεια το Ελληνικό Δημόσιο δεν διεκδικεί εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού ως επί δασικών εκτάσεων. Στο ίδιο, βέβαια, έγγραφο, ο εκδότης του αναφέρει ότι το έτερο τμήμα του επιδίκου, ήτοι το περιγραφόμενο στην ένδικη αγωγή ακίνητο που φέρεται στον παραπάνω προσωρινό δασικό χάρτη να αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έκτασης με ..., φέρει τους κωδικούς ΔΑ και ΔΔ, το διαχειρίζεται η Υπηρεσία του ως δασική έκταση και κατά συνέπεια το Ελληνικό Δημόσιο διεκδικεί εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού ως επί δασικών εκτάσεων. Πρόκειται περί του ανατολικού τμήματος του επιδίκου, ως αυτό οριοθετείται κατά τα προρρηθέντα στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα (ενόψει και της υπ' αριθ. πρωτ. ... εισήγησης της εταιρείας "...." περί συνδρομής όλων των τεχνικών προϋποθέσεων για την ορθή απεικόνιση στο άνω διάγραμμα της γεωμετρικής μεταβολής που επιχειρείται με την αιτούμενη διόρθωση), το οποίο όμως αποδείχθηκε ότι δεν είναι δασικό, αφού, όπως έκρινε η προς τούτο αρμόδια Δασολόγος - Περιβαλλοντολόγος Λ. Ο. στην άνω έκθεσή της, αν το ανατολικό τμήμα της επίδικης έκτασης ήταν δασικό, θα υπήρχε εισχώρηση μέσα σε αυτό δασικών ειδών και παρουσία υπορόφου βλάστησης, γεγονός το οποίο δεν συνέβη, λόγω της αναπτυχθείσας εκεί ανθρώπινης δραστηριότητας τουλάχιστον από το έτος 1945 έως και τη σύνταξη της έκθεσης, οπότε η εικόνα της έκτασης παρουσιάζεται αμετάβλητη, ταυτοχρόνως δε το έδαφος και στο τμήμα αυτό είναι γόνιμο και βαθύ, παραπέμποντας σε έκταση που καλλιεργείται, σε αντίθεση με το έδαφος των γύρωθεν δασικών εκτάσεων, που είναι πετρώδες και αβαθές, προσθέτοντας ότι το επίδικο διαφοροποιείται από τις προς Ανατολάς εκτεινόμενες δασικές εκτάσεις, αποτελώντας τμήμα ευρύτερης μη δασικής έκτασης, αφού τα εντός αυτού διάσπαρτα άτομα πρίνου δεν μπορούν να προσδώσουν δασικό χαρακτήρα σε κανένα τμήμα του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε δάσος ή δασική έκταση, ούτε χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια του Β.Δ/τος της 3/15.12.1833, αφού τα εντός αυτού μεμονωμένα άτομα πρίνου είχαν αφεθεί εκεί για το στάλισμα των ζώων, επί πολλά δε χρόνια πριν το έτος 1885 (το οποίο αποτελεί και την απώτατη χρονολογία για την έναρξη της χρησικτησίας έναντι του Δημοσίου) οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος κατείχαν το επίδικο ακίνητο με αδιάκοπη σειρά άτυπων μεταβιβάσεων από γενιά σε γενιά, που φτάνει μέχρι το έτος 1832 και την παραχώρηση έκτασης από το Θ. Κ. με τη μορφή εθνικής γαίας, τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο, ασκώντας σε αυτό τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση των εν λόγω διακατοχικών πράξεων δεν προσέβαλλαν δικαίωμα κυριότητας άλλου στο επίδικο, με αποτέλεσμα όλοι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος να καταστούν κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ο δε ενάγων, ως αποκτήσας από κύριο, ήτοι από την Ε. θυγατέρα Κ. Γ. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. 13.718/29.12.1989 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Ν. Τ., κατέστη κύριος αυτού, κυρίως μεν με παράγωγο τρόπο, επικουρικώς δε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του και αυτόν των δικαιοπαρόχων του, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και, διαπιστώνοντας ότι στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... το επίδικο αγροτεμάχιο είχε καταχωριστεί σε δύο διαφορετικούς ΚΑΕΚ και δη α) ως γεωτεμάχιο εμβαδού 784,32 τ.μ. στον ΚΑΕΚ ..., όπου εσφαλμένως φερόταν ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου ... και β) ως γεωτεμάχιο εμβαδού 303,30 τ.μ. στον ΚΑΕΚ ..., όπου εσφαλμένως φερόταν ως αγνώστου ιδιοκτήτη, αμφισβητουμένης έτσι της επ' αυτού κυριότητας του ενάγοντος, έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε τον ενάγοντα ως αποκλειστικό κύριο του ανωτέρω αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 1087,62 τ.μ. και διέταξε τη διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασής του διαλαμβανόμενα, ορθώς το νόμο εφήρμοσε και τους αποδείξεις εξετίμησε, απορριπτομένου του σχετικού δευτέρου λόγου έφεσης, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε αφενός ότι έλαβε χώρα η σειρά των άνω ατύπων μεταβιβάσεων μεταξύ των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, επομένως και των εκποιητικών συμβάσεων που αναφέρονται στην αγωγή, φθάνοντας μέχρι το 1832 και δεχόμενο ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Γ. Γ. ή ...ς απέκτησε το επίδικο ακίνητο από τον Θ. Κ. και αφετέρου ότι το επίδικο δεν έχει δασικό ούτε χορτολιβαδικό χαρακτήρα. Λεκτέον εδώ ότι η έκφανση του δευτέρου λόγου έφεσης, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων δεν απέδειξε ότι έλαβε χώρα η διακοίνωση του Διατάγματος της 09.05.1835, κατά το οποίο, όσοι απέκτησαν εθνικά κτήματα το διάστημα από 09.01.1822 έως 06.02.1833 έπρεπε να το ανοικοινώσουν, εντός έξι εβδομάδων από τη δημοσίευση του Διατάγματος, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και να υποβάλουν σε αυτό τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους για να ανανεώσουν το δικαίωμα κατοχής των εν λόγω κτημάτων, έτσι ώστε να αποδείξει την με καλή πίστη παράγωγη κτήση του δικαιώματός του, κρίνεται απορριπτέα πρωτίστως ως απαραδέκτως προβληθείσα, αφού ο σχετικός ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στη δίκη του πρώτου βαθμού από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να μπορέσει το τελευταίο, ως εκκαλούν, να ισχυρισθεί ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε ή δεν απάντησε σε αυτόν τον προβληθέντα ισχυρισμό, ούτε συντρέχουν ο προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, που καθιστά επιτρεπτή την προβολή νέων ισχυρισμών το πρώτον στο Εφετείο, αφού 1) δεν προβάλλεται ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αλλά υπέρ αυτής, 2) δεν γεννήθηκε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως ούτε μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, 4) το παρόν Δικαστήριο δεν κρίνει ότι δεν προβλήθηκε εγκαίρως με τις προτάσεις του ... από δικαιολογημένη αιτία, 5) δεν προέκυψε για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) δεν αποδεικνύεται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, απαράδεκτο το οποίο, σύμφωνα το άνω άρθρο, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο τούτο.". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι: α) Το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε δάσος ή δασική έκταση, αλλά καλλιεργούμενη έκταση περιέχουσα άτομα πρίνου, β) κατελήφθη από το αναιρεσείον και κατέστη εθνική γαία που αποδόθηκε στον Θ. Κ., ο οποίος τη δώρησε ατύπως στον Γ. Γ., και γ) ότι ακολούθησε σειρά ατύπων και τυπικών μεταβιβάσεων εωσότου αυτό (επίδικο ακίνητο) περιέλθει παραγώγως, αλλά και πρωτοτύπως στον ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος είναι κύριος αυτού. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8β' Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1078/2020, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003). Ακολούθως, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου ή της διακρίσεως από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023). Εξάλλου, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Περαιτέρω, δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020). Έτι περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018, Α.Π. 208/2018). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η λήψη ή η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 388/2018, ΑΠ 12/2015), ενώ ο λόγος αυτός (από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ.) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1409/2018, Α.Π. 663/2017, Α.Π. 481/1991). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β'του Κ.Πολ.Δ., άλλως από τον αριθμό 11γ'του ιδίου Κώδικα, και τούτο διότι σιγή απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι, στην περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο, ο φερόμενος ως απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου ουδέποτε απέκτησε εθνικές γαίες ώστε να έχει τη δυνατότητα να τις διαθέσει και τούτο διότι το αυτό πρόσωπο έλαβε εθνικές γαίες ήτοι σαράντα τέσσερα στρέμματα στην περιοχή "..." έξω από το φρούριο της πόλεως του ..., σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... γνωμοδότηση της Επιτροπής του Β' Τμήματος της Γερουσίας μετά από διάγγελμα της Κυβερνήσεως, ενώ η διανομή εθνικών γαιών, σύμφωνα με το άρθρο Δ' παρ. 3 εδάφ. β' του Ε' Ψηφίσματος της Δ' εν Άργει Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως ορίσθηκε να γίνεται με ορισμένο τρόπο και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις τέλος δε δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το κύριο σκέλος του, είναι αβάσιμος διότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ο φερόμενος ως απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου εστερείτο ακινήτων στην περιοχή στην οποία ευρίσκεται το επίδικο δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αιτιολογημένη αρνητική απάντηση στην αγωγή. Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το επικουρικό του σκέλος, είναι ομοίως αβάσιμος και τούτο διότι, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα "Από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι μετ' επικλήσεως προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (σημειωτέον ότι οι παρασταθέντες στον πρώτο βαθμό διάδικοι δεν επιμελήθηκαν της εξέτασης μαρτύρων), μερικών εκ των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, από την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση των Π. Α. του Δ. και Χ. Τ. του Χ. και την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση των Π. Π. του Λ. και Π. Τ. του ..., οι οποίες δόθηκαν, η μεν πρώτη ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Α. Φ. - Τ., η δε δεύτερη ενώπιον της Ειρηνοδίκου ..., με πρωτοβουλία του ενάγοντος, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου ... (όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 7729Β/05.12.2016 και 9269Ε/17.03.2017 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου ... Α. Η. και Γ. Π. αντίστοιχα), από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τη, συναγομένη από την παράλειψη των διαδίκων να αμφισβητήσουν ειδικά την αλήθεια των προβληθέντων από τον αντίδικό τους ισχυρισμών, ομολογία τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ) ... :" ενώ από την ανάγνωση του συνόλου των αποδεικτικών του παραδοχών δεν προκύπτει ότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) αγνόησε τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από το αναιρεσείον έγγραφα, αλλ', απλώς, εξήρε την αποδεικτική αξία άλλων εγγράφων, τα οποία αναφέρονται συγκεκριμένα στην ένδικη περίπτωση. Με τη διαδικασία την προβλεπόμενη στα άρθρα του από 30 Μαρτίου (11 Απριλίου) 1835 διατάγματος της Αντιβασιλείας για λογαριασμό του ανηλίκου Βασιλέως Όθωνος, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Α' 14 της 9ης Μαΐου 1835, "Περί ανανεώσεως των δικαιογράφων εκείνων των εθνικών κτημάτων, όσα μετέβησαν εις των ιδιωτών τη κυριότητα απ' αρχής του υπέρ ελευθερίας αγώνος μέχρι της καταστάσεως της παρούσης Κυβερνήσεως, δηλ. από 9 Ιανουαρ. 1822 έως 6 Φεβρουαρ. 1833." σκοπήθηκε η απαλλαγή των ιδιοκτησιών από κάθε αμφιβολία και αμφισβήτηση και η πρόβλεψη διαρκών και αμετακινήτων βάσεων στη διανομή των εθνικών γαιών, αλλά και η ολοκλήρωση ("απεργασία") της αξιοπιστίας των κτηματογραφικών πινάκων και βιβλίων υποθηκών. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α'του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι δεν διέγνωσε ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου έπασχε από νομική αοριστία εφόσον στο δικόγραφό της δεν αναφερόταν ότι ο φερόμενος ως απώτατος δικαιοπάροχος αυτού (αναιρεσιβλήτου) υποβλήθηκε στη διαδικασία του αμέσως προαναφερομένου διατάγματος προσκομίζοντας προς έλεγχο τους τίτλους του, με αποτέλεσμα να είναι νομίμως αδύνατος ο παράγωγος τρόπος μεταθέσεως της κυριότητας παραλλήλως δε να εκλείπει η καλή πίστη στην περίπτωση επικλήσεως πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας. Διατείνεται δηλαδή, ενόψει των ανωτέρω, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ήταν νόμιμη ενώ τα αναφερόμενα σε αυτή στοιχεία ήσαν λιγότερα από τα από τον νόμο απαιτούμενα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, για τον λόγο αυτό, είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται δεκτό ότι κατά τη μεταβίβαση εδαφικής εκτάσεως προερχομένης από εθνικές γαίες στον Γ. Γ. συντάχθηκε οποιοδήποτε έγγραφο ("δικαιόγραφο"), οπότε ήταν απαραίτητη η υποβολή του κατόχου αυτού στη διαδικασία του προαναφερομένου διατάγματος, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η μη υποβολή στη σχετική διαδικασία δεν επέφερε ως κύρωση την έκπτωση από το δικαίωμα κυριότητας. Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας την αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεν αρκέσθηκε για την περί νομιμότητάς της κρίση σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος ορίζει. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Εξάλλου, η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει όταν γίνεται επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, ενώ η ποσοτική αοριστία υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 (ή και 8) του K.Πολ.Δ. (Α.Π. 522/2023, Α.Π. 441/2021, Α.Π. 252/2006), ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (Α.Π. 133/2019, Α.Π. 1816/2008). Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή η ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (Α.Π. 725/2021, Α.Π. 1006/2007, Α.Π. 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 133/2019, Α.Π. 1399/2011, Α.Π. 211/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216§1 του Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με τον νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί, για το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα. Πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο ελέγχει, αυτεπάγγελτα την αοριστία της αγωγής και, εφόσον ασκηθεί έφεση από τον εναγόμενο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα, χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να ερευνήσει αν η αγωγή, η οποία πρωτοδίκως έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας ή νόμω αβάσιμη, αρκεί ο εκκαλών (εναγόμενος) να ζητεί την απόρριψή της. Στις περιπτώσεις αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει την απόφαση και απορρίπτει την αγωγή για ένα από τους ως άνω λόγους (Α.Π. 570/2020, Α.Π. 291/2015). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14β' (ή τον αριθμό 8) του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι δεν διέγνωσε ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου έπασχε από ποσοτική αοριστία και τούτο διότι δεν αναφερόταν στο δικόγραφό της ότι ο φερόμενος ως απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου υποβλήθηκε στη διαδικασία του αμέσως προαναφερομένου διατάγματος προσκομίζοντας προς έλεγχο τους τίτλους του, με αποτέλεσμα να είναι νομίμως αδύνατος ο παράγωγος τρόπος μεταθέσεως της κυριότητας παραλλήλως δε να εκλείπει η καλή πίστη στην περίπτωση επικλήσεως πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους στηρίζεται η αγωγή αυτού (αναιρεσιβλήτου) και συγκεκριμένα οι κανόνες δικαίου σχετικά με τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτου πρωτοτύπως, αλλά και παραγώγως, τόσο κατά το βζρδ όσο και κατά το δίκαιο του Α.Κ., δεν απαιτούν για την επέλευση της έννομης συνέπειάς τους την υποβολή στη διαδικασία του ανωτέρω διατάγματος, πλην ίσως της περιπτώσεως (για την οποία δεν πρόκειται εν προκειμένω) κατά την οποία συντάχθηκε έγγραφο ("δικαιόγραφο") για την κτήση της κυριότητας και πάντως εντός του οριζομένου με το αυτό διάταγμα χρονικού διαστήματος από τις 09.01.1822 έως τις 06.02.1833. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι δεν έλαβε υπόψη του επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτό (αναιρεσείον) έγγραφα για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι μέρος το επιδίκου ακινήτου ήταν και είναι δασική έκταση. Συγκεκριμένα, αιτιάται το ως άνω Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα: α) Το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της δασικής υπηρεσίας, β) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της αυτής υπηρεσίας και γ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της αυτής υπηρεσίας κατά το ένα σκέλος των αναφερομένων σ' αυτό. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα "Από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι μετ' επικλήσεως προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (σημειωτέον ότι οι παρασταθέντες στον πρώτο βαθμό διάδικοι δεν επιμελήθηκαν της εξέτασης μαρτύρων), μερικών εκ των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, από την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση των Π. Α. του Δ. και Χ. Τ. του Χ. και την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση των Π. Π. του Λ. και Π. Τ. του ..., οι οποίες δόθηκαν, η μεν πρώτη ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Α. Φ. - Τ., η δε δεύτερη ενώπιον της Ειρηνοδίκου ..., με πρωτοβουλία του ενάγοντος, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου ... (όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 7729Β/05.12.2016 και 9269Ε/17.03.2017 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου ... Α. Η. και Γ. Π. αντίστοιχα), από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τη, συναγομένη από την παράλειψη των διαδίκων να αμφισβητήσουν ειδικά την αλήθεια των προβληθέντων από τον αντίδικό τους ισχυρισμών, ομολογία τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ) ... :", ενώ από την ανάγνωση του συνόλου των αποδεικτικών του παραδοχών δεν προκύπτει ότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) αγνόησε τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από το αναιρεσείον ως άνω έγγραφα, αλλ', απλώς, εξήρε την αποδεικτική αξία άλλων εγγράφων, τα οποία αναφέρονται συγκεκριμένα στην ένδικη περίπτωση. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22.04.2021 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου .... Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€). ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Αυγούστου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ