Γ.Β Αριθμός 968/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία «S. «L., πρώην Α. Ε. με την επωνυμία «S. Μ. Α. Π. - Ε. Π. Κ. Π. Υ. Α. Π. «Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Φ. Α. Ε. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «Π. Α..Ε.., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τρεμόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 17/2/2015 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2015 μη οριστική και 23/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 20/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/1/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη, από 13-1-2020, αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Έκθ. Κατάθ. 1/2020, Αριθ. Δικ. 807/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 20/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, επί των από 31-5-2017 και από 17-7-2017 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της 23/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 28-3-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 17-2-2015 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), ενώ δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές αρχές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΟλΑΠ 8/2005), ιδρύουν λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν (ΑΠ 24/2019, ΑΠ 336/2019, ΑΠ 74/2019). Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, η διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, ο προταθείς ουσιώδης ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δέκατο όγδοο (ΧVIIΙ στο αναιρετήριο), δέκατο ένατο (ΧΙΧ στο αναιρετήριο), εικοστό πρώτο (ΧΧΙ στο αναιρετήριο), εικοστό δεύτερο (ΧΧ ΙΙ στο αναιρετήριο), εικοστό πέμπτο (ΧΧV στο αναιρετήριο), εικοστό έβδομο (XXVII στο αναιρετήριο), α' σκέλος τριακοστού τέταρτου (ΧΧΧ ΙΙΙ στο αναιρετήριο, αντί του ορθού XXXIV), τριακοστό πέμπτο (XXXIV στο αναιρετήριο, αντί του ορθού XXXV), τριακοστό όγδοο (ΧΧΧVII στο αναιρετήριο, αντί του ορθού ΧΧΧVIII), τριακοστό ένατο (XXXVIII στο αναιρετήριο, αντί του ορθού XXXIX), τεσσερακοστό δεύτερο (XLI στο αναιρετήριο, αντί του ορθού XLII), τεσσερακοστό τέταρτο (XLIII στο αναιρετήριο, αντί του ορθού XLIV), τεσσερακοστό έκτο (XLV στο αναιρετήριο, αντί το ορθού XLVI) και τεσσερακοστό έβδομο (XLVI στο αναιρετήριο, αντί του ορθού XLVII) αναιρετικούς λόγους η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681, 687 - 690, 383, 694, 692, 374, 700, 297, 298 ΑΚ και των διδαγμάτων της κοινής πείρας (44ος λόγος). Οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι λόγω αοριστίας, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, διότι η αναιρεσείουσα περιορίζεται στην αναφορά της έννοιας που αποδίδει η ίδια στις φερόμενες ως παραβιασθείσες ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και στο συμπέρασμα του Δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν του θεωρούμενου απ' αυτήν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος και περαιτέρω, ενόψει του ότι η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις της παρούσας, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τα ζητήματα, της άτυπης παράδοσης του έργου από την αναιρεσείουσα, της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης ως προς την καθυστέρηση καταβολής στην αναιρεσείουσα μέρους της αμοιβής της, της καθυστέρησης της αναιρεσείουσας ως προς την εκτέλεση του έργου και της συναρτώμενης με αυτήν αξίωσης της αναιρεσίβλητης για διαφυγόντα κέρδη και του ύψους αυτών, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του για τα παραπάνω ζητήματα, ώστε να κριθεί αν, με βάση τις παραδοχές αυτές, προκύπτει η επικαλούμενη από αυτήν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, καθώς και η εκ πλαγίου παραβίασή τους, ενώ δεν αρκεί η αναφορά περιορισμένων και μεμονωμένων αποσπασματικών παραδοχών της απόφασης, που αναφέρονται σε ορισμένους από τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους, τις οποίες η αναιρεσείουσα επέλεξε, κατά το δοκούν, καθώς με βάση αυτές και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης. Επίσης, όσον αφορά τον 44ο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το αναφερόμενο σ' αυτόν ως δίδαγμα της κοινής πείρας, ήτοι ότι "ουδείς επιχειρηματίας ποτέ προσφέρει απόδοση μικρότερη της αναμενόμενης υποβιβάζοντας το προϊόν του", δεν συγκροτεί την έννοια τέτοιου διδάγματος, ώστε να μπορεί αυτό να χρησιμοποιηθεί στην ερμηνεία και στην εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του KΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ` εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος, αν και θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β` του KΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ.ΑΠ 6/1997 και 5/1997), δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 KΠολΔ), αλλά εφαρμόζεται επ' αυτού η διάταξη του άρθρου 223 του KΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου κώδικα και, συνεπώς, γίνεται με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), αλλιώς θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο, με την παραίτηση δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, η οποία εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτώς μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (ΑΠ 133/2019, ΑΠ 1675/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, αναφορικά με τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης περί αοριστίας της αγωγής λόγω μη νόμιμου περιορισμού των αιτημάτων της χωρίς διάκριση μεταξύ των επιμέρους κονδυλίων της, τα ακόλουθα: "... Στην προκείμενη περίπτωση, το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, συντιθέμενο από περισσότερα κεφάλαια (κονδύλια) ανέρχεται στο συνολικό ποσό των4.623.349,86 ευρώ. Περαιτέρω, η ενάγουσα με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα υπό αριθμό 46/2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της από το ως άνω ποσό σε αυτό του 1.500.000 ευρώ, προδιορίζοντας ποια κονδύλια εξακολουθούν να αναζητούνται αυτούσια και ποια μειώνονται αναλογικά και σε ποια ποσά και ειδικότερα: 1) από το ποσό των 1.099.800 ευρώ σε αυτό των 329.940 ευρώ, που αποτελεί τη δαπάνη που υποβλήθηκε και θα υποβληθεί για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών και ελλείψεων του έργου, που αποδίδονται σε υπαιτιότητα της εναγομένης εργολήπτριας, 2) από το ποσό των 1.500.000 ευρώ σε αυτό των 450.000 ευρώ, που αποτελεί δαπάνη που θα υποβληθεί για την ανακατασκευή του αναφερόμενου τμήματος του πάρκου, 3) από το ποσό των 100.000 ευρώ σε αυτό των 30.000 ευρώ για τη δαπάνη που η ενάγουσα θα υποβληθεί για την απεγκατάσταση, συλλογή και ανακύκλωση των φωτοβολταϊκών πλαισίων τύπου ..., 4) από το ποσό των 1.358.378,07 ευρώ σε αυτό των 461.848,54 ευρώ, που αφορά την αποθετική ζημία της λόγω διαφυγόντων εσόδων και 5) από το ποσό των 200.000 ευρώ στο ποσό των 27.532,20 ευρώ, που αφορά το κονδύλιο της ηθικής βλάβης. Την δήλωση περιορισμού του αιτήματος της αγωγής της η ενάγουσα επανέλαβε και με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών της, που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο με τον τρόπο αυτό περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, δηλαδή με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι κατ' αρχήν παραδεκτός σύμφωνα με το άρθρο 223 ΚΠολΔ. Επίσης, ο περιορισμός διενεργείται παραδεκτά, αφού διευκρινίζεται σε ποια επιμέρους κονδύλια αφορά και πως διαμορφώνονται αυτά μετά τον περιορισμό. Επομένως, το αίτημα της αγωγής παραμένει σαφές και ορισμένο, ώστε να μπορεί να καταστεί αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης, ενώ παρέχεται η ευχέρεια της εναγομένης να αντιτάξει την άμυνά της. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης της εναγόμενης, ότι ο ως άνω τρόπος περιορισμού του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής είναι απαράδεκτος, ότι μετά τον περιορισμό δημιουργείται αοριστία του δικογράφου, ενώ η ίδια στερείται της δυνατότητας να αντιτάξει την άμυνά της, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν...". Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι παραδεκτά έγινε ο περιορισμός των αιτούμενων επιμέρους κονδυλίων της αγωγής, ο οποίος περιορισμός θεωρείται ως μερική παραίτηση από τα συγκεκριμένα αγωγικά αιτήματα και με αυτόν δεν προκαλείται αοριστία της αγωγής, αφού δεν εμποδίζεται η συγκεκριμενοποίηση του αντικειμένου της διαφοράς και των σχετικών αιτημάτων, που έχουν αχθεί σε δικαστική κρίση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους όγδοο 8ο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχεία VIII στο αναιρετήριο) και τον συναφή ένατο 9ο λόγο (υπό στοιχεία IX στο αναιρετήριο) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας εξαιτίας μη νόμιμου περιορισμού της από το συνολικά αιτούμενο ποσό των 4.423.349,86 ευρώ στο ποσό του 1.500.000 ευρώ χωρίς περιορισμό των επιμέρους κονδυλίων της αγωγής, που έγινε από την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) με την από 6-11-2014 προσθήκη των προτάσεών της και με τις από 2-4-2015 προτάσεις της. Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των 46/2015 πρακτικών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, αλλά και δέχθηκε το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη περιόρισε παραδεκτά τα επιμέρους κονδύλια της ένδικης αγωγής, πριν από την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε ως άνω πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξειδικεύοντας με τον τρόπο αυτό τον περιορισμό που είχε περιλάβει στην από 6-11-2014 προσθήκη των προτάσεών της και στις από 2-4-2015 προτάσεις, που είχε υποβάλλει σε προηγούμενες δικασίμους, κατά τις οποίες η συζήτηση της αγωγής είχε αναβληθεί. Επί συμβάσεως έργου ο εργοδότης έχει κατά το άρθρο 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί. Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 343 παρ. 1, 297, 298 ΑΚ, ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της από υπαιτιότητα του εργολάβου καθυστερήσεως προς εκπλήρωση της παροχής κατά το διάστημα προ της καταγγελίας. Όμως, εφόσον η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνο για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται ότι διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης και ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της από υπαιτιότητα του εργολάβου καθυστερήσεως προς εκπλήρωση της παροχής κατά το διάστημα προ της καταγγελίας (ΑΠ 1474/2013). Μεταξύ των αξιώσεων που έχει περιλαμβάνεται και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προαπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Στην έννοια των διαφυγόντων κερδών περιλαμβάνονται και τα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις, με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία θα προσποριζόταν ο δικαιούχος αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ 1092/2022). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 687, 689 και 690 ΑΚ προκύπτει, ότι επί συμβάσεως μισθώσεως έργου, εάν διαρκούσης της εκτελέσεως του έργου προβλέπεται ορισμένως ελαττωματική κατασκευή τούτου από υπαιτιότητα του εργολάβου ή των υπ` αυτού προστηθέντων, εφόσον η διόρθωση αυτών είναι αντικειμενικά εφικτή και δεν απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, εφαρμόζεται ευθέως η διάταξη του άρθρου 687 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για να διορθώσει τις ελλείψεις και, αν αυτή περάσει άπρακτη, να εκτελέσει αυτός τη διόρθωση σε βάρος του εργολάβου και όχι η διάταξη του άρθρου 688 ΑΚ που εφαρμόζεται επί διόρθωσης επουσιωδών ελαττωμάτων του έργου που εκτελέστηκε και παραδόθηκε. Η εκ του άρθρου 687 ΑΚ ευθύνη του εργολάβου θεμελιώνεται στην εκ των προτέρων (δηλαδή στο χρόνο πριν από την παράδοση του έργου) μη εκπλήρωση της σύμβασης και προϋποθέτει την πραγματική έναρξη εκτέλεσης του έργου και την πραγματική μη αποπεράτωσή του και για την εφαρμογή της απαιτείται η "βέβαιη" (υπό την έννοια του εξαιρετικά πιθανού) πρόβλεψη, με βάση την αντικειμενική εκτίμηση (κατ' άρθρο 288 ΑΚ) των συντρεχουσών περιστάσεων που ο εργοδότης γνωρίζει, ότι το έργο όταν περατωθεί, θα έχει ελλείψεις. Υπό τις ως άνω προϋποθέσεις θεωρείται ότι ο εργολάβος παραβιάζει εκ των προτέρων την κύρια υποχρέωσή του για αποπεράτωση του αναληφθέντος έργου χωρίς ελλείψεις. Η αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης συνιστά θετικό ενδιαφέρον, τι θα είχε δηλαδή ο εργοδότης αν είχε παραλάβει έργο χωρίς πραγματικό ελάττωμα ή με τις συνομολογημένες ιδιότητες. Έτσι, στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, τη δαπάνη, στην οποία πρέπει να υποβληθεί ή υποβλήθηκε ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου (ΑΠ 256/2021, ΑΠ 1474/2013). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 513 και 681 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Στη σύμβαση πώλησης ο πωλητής οφείλει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, συνιστάμενο στη μεταβίβαση της κυριότητας ενός πράγματος, χωρίς να υποχρεούται στην κατασκευή του, ακόμη και αν το πράγμα δεν υπάρχει κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, ενώ, αντίθετα, στη σύμβαση έργου, ο εργολάβος είναι υποχρεωμένος να παραγάγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα (έργο), στο οποίο αποβλέπουν τα μέρη και όχι απλώς να παράσχει ένα συγκεκριμένο, ήδη έτοιμο, αντικείμενο. Ως εκ τούτου τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης έργου είναι το έργο, η αμοιβή και η γι' αυτό συμφωνία, η οποία (αμοιβή) συνιστά το αντάλλαγμα της εκτέλεσης του έργου (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 669/2019, ΑΠ 162/2018. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 683 ΑΚ, "όταν πρόκειται για σύμβαση κατασκευής έργου, σε περίπτωση αμφιβολίας, αν την ύλη που απαιτείται για το σκοπό αυτό τη χορηγεί ο εργολάβος, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την πώληση και αν την χορηγεί ο εργοδότης οι διατάξεις για τη σύμβαση έργου". Η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή όταν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι: (α) η ύλη για την κατασκευή του έργου να χορηγείται από τον εργολάβο και (β) να υπάρχει αμφιβολία ως προς το ποια σύμβαση (πώληση ή σύμβαση έργου) θέλησαν οι συμβαλλόμενοι. Ο ως άνω ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται όταν οι συμβαλλόμενοι εκφράστηκαν για την έννοια της σύμβασης σαφώς και δεν προκύπτει περί αυτής καμιά αμφιβολία, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής του (ΑΠ 464/2022). Επίσης, σε περίπτωση κατασκευής έργου σε ακίνητο (ΑΚ 948) που ανήκει στον εργοδότη με υλικά (κινητά) που χορηγεί ο εργολάβος, η κύρια ύλη είναι το ακίνητο, ενώ τα κινητά που συναρμολογήθηκαν σ' αυτό (ΑΚ 954) αποτελούν συστατικά του ακινήτου. Κύρια παροχή του εργολάβου είναι η κατασκευή και η παράδοση σε καλή λειτουργία του όλου έργου, η δε προμήθεια των υλικών αποτελεί το μέσο για την πραγματοποίηση αυτής της παροχής. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει σαφώς ότι σε περίπτωση κατασκευής από τον εργολάβο, με δικά του υλικά, μόνιμου έργου σε ακίνητο του εργοδότη, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 683 ΑΚ, γιατί, αφενός μεν η πρώτη ύλη (το ακίνητο) χορηγείται απ' αυτόν, αφετέρου δε οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην κατασκευή και παράδοση του έργου ως κύρια παροχή, το οποίο σημαίνει ότι οι συμβατικές σχέσεις ρυθμίζονται από όσα συμφωνήθηκαν (ΑΚ 3, 361), καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 681 επομ. ΑΚ (ΑΠ 1273/2018, ΑΠ 559/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι ανώνυμη εταιρία με έδρα το Αγρίνιο και αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εκμετάλλευση ενέργειας, ιδίως ηλεκτρικής ενέργειας προερχόμενης από φωτοβολταϊκά στοιχεία. Προς τον σκοπό αυτό η ενάγουσα απέκτησε δύο ακίνητα (αγροτεμάχια στη θέση "Θεία Μάρω" "Πλατός" ...ς, ... συνολικής έκτασης 64.968,47 τ.μ., προκειμένου να εγκαταστήσει και λειτουργήσει σε αυτά φωτοβολταϊκό σταθμό. Για το σκοπό αυτό κατόπιν αίτησης της ενάγουσας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. 85482/14-7-2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, με την οποία της παρασχέθηκε η άδεια εγκατάστασης φωτοβολταϊκού σταθμού ισχύος 1,975 Mwp στα παραπάνω ακίνητα, με την υποχρέωση να συναφθεί σύμβαση σύνδεσης στο δίκτυο, η άδεια είχε διετή διάρκεια, που μπορούσε να παρατείνεται. Πέτυχε επίσης την έκδοση της υπ' αριθμ. πρωτ. 1094/Φ.2328/26-5-2010 απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων του παραπάνω Γενικού Γραμματέα. Στη συνέχεια, η ενάγουσα συνήψε με την ανώνυμη εταιρία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε (Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε. ΑΕ) στον Πειραιά, στις 12-10-2010, την υπ' αριθμ. 3781 σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, με την οποία η αντισυμβαλλομένη της ενάγουσας αναλάμβανε την υποχρέωση να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από την ενάγουσα, μέγιστης ισχύος 1975 Kw. ". Η σύμβαση συμφωνήθηκε να έχει εικοσαετή διάρκεια, αρχόμενη από την επιτυχή ολοκλήρωση της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού, η δε ενάγουσα θα λάμβανε το τίμημα που οριζόταν στο άρθρο 13 του Ν. 3468/2006 (άρθρο 7 παρ. 1 της σύμβασης), εφόσον η σύμβαση άρχιζε να ισχύει εντός 18 μηνών από τη σύναψή της, δηλαδή μέχρι 12-4-2011. Η τιμή αυτή ανερχόταν, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, στο ποσό των 0,3975 ευρώ ανά Kwh (πίνακας του άρθρου 13 παρ. 1 περ. β' ν. 3468/2003), αυξανόμενη κατ' έτος σε ποσοστό 25% επί του δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους, όπως αυτός ορίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (άρθρο 13 παρ. 6 εδ. α' ν. 3468/2003, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης). Διαφορετικά, αν δηλαδή η σύμβαση άρχιζε να ισχύει μετά την παραπάνω προθεσμία, θα ίσχυε η τιμή που προβλεπόταν κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της σύμβασης. Στα πλαίσια αναζήτησης συνεργάτη - επενδυτή προς υλοποίηση του σκοπού της ενάγουσας, περί τα μέσα Μαΐου 2011, ο εκ των μετόχων της ενάγουσας, Α. Π., συνάντησε τον δεύτερο εναγόμενο, Ν. - Π. Π., νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης. Η πρώτη εναγομένη εταιρία, κατά το χρόνο εκείνο, είχε την έδρα της στην Ελλάδα, στη ..., τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας και την επωνυμία "Solarlogic μονοπρόσωπη ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρία παραγωγής - εμπορίας προϊόντων και παροχής υπηρεσιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας". Ο Ν. - Π. Π. διαβεβαίωσε τον Α. Π. ότι είχε διαθέσιμα φωτοβολταϊκά πλαίσια εργοστασίου κατασκευής "..." συνολικής ισχύος 1,5 Mwp, κατάλληλα να τοποθετηθούν στο ακίνητο της ενάγουσας. Μετά διαπραγματεύσεις, συνήφθη στην Αθήνα, στις 3-12-2011, ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, επιγραφόμενο "μνημόνιο συνεργασίας", μεταξύ αφενός μεν του δεύτερου εναγομένου, Ν. - Π. Π.υ, αφετέρου δε των τότε μετόχων της ενάγουσας, Α., Η., Α. και Ε. Π., με πρόσθετη συμβαλλόμενη την πρώτη εναγομένη "Solarlogic μον α.ε". Με το μνημόνιο αυτό συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στα παραπάνω ακίνητα της ενάγουσας θα κατασκευαζόταν από την πρώτη εναγομένη φωτοβολταϊκός σταθμός ισχύος 1,975 Mwp, που θα έπρεπε να παραδοθεί έτοιμος προς λειτουργία μέχρι τις 31-3-2012. Ότι για το σκοπό αυτόν, οι ήδη μέτοχοι της ενάγουσας θα πωλούσαν το 50% των μετοχών της ενάγουσας στον δεύτερο εναγόμενο, με την έναρξη του έργου, και ότι οι εισφορές των μερών στην εταιρεία θα ήταν πάντοτε ίσες, ότι οι μέτοχοι της ενάγουσας θα φρόντιζαν για την έκδοση των αναγκαίων αδειών και μελετών, ο δεύτερος εναγόμενος θα εισέφερε στο έργο φωτοβολταϊκά πλαίσια εργοστασίου κατασκευής "..." συνολικής ισχύος 1,5 Mwp, τα οποία αυτός ρητά υποσχέθηκε ότι τα έχει στη διάθεσή του, ενώ μέχρι τις 30-6-2013 θα αντικαθιστούσε πλαίσια συνολικής ισχύος 0,5 Mwp με πλαίσια εργοστασίου κατασκευής "Solar Frontier". Την ίδια ημέρα (3-12-2011) συνήφθη στην Αθήνα σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας, ως κυρίας του έργου, και της πρώτης εναγομένης (με τη μορφή που είχε τότε), ως εργολήπτριας, με αντικείμενο την κατασκευή φωτοβολταϊκού σταθμού. Ειδικότερα, με τη σύμβαση αυτή, η ενάγουσα ανέθεσε στην πρώτη εναγόμενη τη μελέτη, κατασκευή, προμήθεια και εγκατάσταση φωτοβολταϊκού σταθμού συνολικής ισχύος 1,975 Mwp στα παραπάνω ακίνητα της ενάγουσας. Θα χρησιμοποιούνταν φωτοβολταϊκά πλαίσια δύο διαφορετικών εργοστασίων κατασκευής, "..." και "Solar Frontier", παρόμοιας όμως τεχνολογίας, με σταθερές βάσεις στήριξης. Ρητά συμφωνήθηκε ότι όλα τα στοιχεία του εξοπλισμού, που θα ενσωματώνονταν στον σταθμό, θα είχαν την προσφερόμενη από τον κατασκευαστή εγγύηση καλής λειτουργίας υπέρ της κυρίας του έργου. Η αμοιβή της εργολήπτριας, που θα περιλάμβανε τις υπηρεσίες που αυτή θα παρείχε, την παραγγελία και την προμήθεια των αναγκαίων υλικών και εμπορευμάτων, τις εργασίες τοποθέτησης των υλικών και ολοκλήρωσης του έργου, καθώς και την υποστήριξη της σύνδεσής του με το δίκτυο του αγοραστή της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, συμφωνήθηκε στο ποσό των 3.250.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, από την αμοιβή αυτή εξαιρέθηκαν μόνο οι δαπάνες για τη σύνδεση του έργου με τον αγοραστή της ενέργειας και οι τυχόν έκτακτες, απρόβλεπτες δαπάνες προς δημόσιες υπηρεσίες ή τράπεζες, οι οποίες θα βάρυναν την ενάγουσα. Η αμοιβή θα καταβαλλόταν τμηματικά κατά την πρόοδο των εργασιών και ύστερα από την ολοκλήρωσή τους και ειδικότερα ως εξής, σύμφωνα με τη διατύπωση του σχετικού όρου στη σύμβαση: α. με την "εναπόθεση" στο έργο φωτοβολταϊκών πλαισίων "..." συνολικής ισχύος 500 Kw, ποσό 400.000 ευρώ, β. με την "εναπόθεση" των επόμενων φωτοβολταϊκών πλαισίων "..." συνολικής ισχύος 500 Kw, ποσό 400.000 ευρώ, γ. με την "εναπόθεση" των επόμενων φωτοβολταϊκών πλαισίων "..." συνολικής ισχύος 500 Kw, ποσό 400.000 ευρώ, δ' με την "εναπόθεση" των φωτοβολταϊκών πλαισίων "Solar Frontier" συνολικής ισχύος 500 Kw, ποσό 400.000 ευρώ, ε. όταν "θα ολοκληρωθεί" η τοποθέτηση πλαισίων συνολικής ισχύος 1 Mwp, ποσό 100.000 ευρώ, στ. με την ολοκλήρωση του έργου, ποσό 100.000 ευρώ, ζ. με την επιτυχή μέτρηση των αποδόσεων του έργου, ποσό 100.000 ευρώ, η. με την σύνδεση του έργου με το δίκτυο του αγοραστή της ηλεκτρικής ενέργειας, ποσό 100.000 ευρώ. Συνολικά συμφωνήθηκε ότι ποσό 750.000 ευρώ θα καταβαλλόταν μέχρι την 20-5-2012, μέχρι την 30-4-2013 θα καταβαλλόταν ποσό 350.000 ευρώ και ποσό 150.000 ευρώ θα καταβαλλόταν σε πέντε ετήσιες δόσεις των 30.000 ευρώ, με δήλη ημέρα την 15-1-2014, 15-1-2015, 15-1-2016, 15-1-2017 και 15-1-2018, αντίστοιχα. Το έργο θα έμπαινε σε λειτουργία και θα παραδινόταν στην ενάγουσα μέχρι τις 31-3-2012, εφόσον είχαν καταβληθεί οι επτά πρώτες δόσεις της αμοιβής και θα είχαν εκδοθεί και παραδοθεί στην εργολήπτρια όλες οι απαιτούμενες άδειες (σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι στον αρχικό σχετικό όρο της σύμβασης... ως ημερομηνία παράδοσης αναγράφεται από προφανή παραδρομή η "31-3-2011", δηλαδή ημερομηνία προγενέστερη της υπογραφής της σύμβασης, η βούληση όμως των μερών ήταν το έργο να παραδοθεί στις 31-3-2012, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το περιεχόμενο του προαναφερθέντος από 3-12-2011 μνημονίου συνεργασίας". Η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθευτεί όλα τα στοιχεία του εξοπλισμού του σταθμού, να συντάξει τη μελέτη σχεδίασης και κατασκευής του έργου και να εκτελέσει τις εργασίες κατασκευής του σταθμού, ώστε να παραδοθεί έτοιμος να τεθεί σε λειτουργία, να ξεκινήσει τη μελέτη για την κατασκευή του έργου εντός πέντε ημερών από την υπογραφή της σύμβασης έργου, με την προϋπόθεση ότι θα της παραδίνονταν από την ενάγουσα όλες οι απαιτούμενες άδειες από τη Διοίκηση και ότι καταβληθεί η πρώτη δόση της αμοιβής, ότι η ίδια (εργολήπτρια) δεν θα ευθύνεται για την καθυστέρηση στην παράδοση του έργου που θα οφείλεται σε εύλογες αιτίες και περιστατικά ανώτερης βίας, τα οποία ορίστηκαν ρητά ως περιστατικά που εμποδίζουν την εκτέλεση των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και σε τέτοια περίπτωση, όσο αυτή διαρκεί, αναστέλλονται οι σχετικές υποχρεώσεις του πληττόμενου μέρους, το οποίο υποχρεώνεται σε έγγραφη ειδοποίηση του άλλου μέρους σε προθεσμία δύο ημερών, χωρίς όμως η καθυστέρηση από ανωτέρα βία να γεννά αξίωση για αποζημίωση. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι κατά την παράδοση του έργου, η εργολήπτρια θα ειδοποιούσε εγγράφως την κυρία του έργου και σε προθεσμία τριών ημερών θα συντασσόταν πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, με το οποίο θα δηλώνεται η ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου, σε περίπτωση άρνησης της κυρίας του έργου, η εργολήπτρια είχε δικαίωμα να την καλέσει σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο να παραλάβει το έργο, αλλιώς το έργο θα θεωρείται ότι παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα, μετά την οριστική παραλαβή του έργου σύμφωνα με τους όρους αυτής, η εργολήπτρια θα ήταν παρούσα κατά τη διασύνδεση του σταθμού με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, ο κίνδυνος του έργου θα μετατίθετο στην κυρία του έργου με την παραλαβή του... Στη συνέχεια, κατά τα συμφωνημένα στο από 3-12-2011 μνημόνιο συνεργασίας, στις 4-1-2012 οι τότε μέτοχοι της ενάγουσας μεταβίβασαν λόγω πώλησης συνολικό ποσοστό 50% των μετοχών της ενάγουσας στην κυπριακή εταιρία "Romled Holdings Ltd", με έδρα τη ..., συμφερόντων του δεύτερου εναγόμενου, Ν. - Π. Π.υ. Περαιτέρω, ύστερα από τη σύναψη της παραπάνω από 3-12-2011 σύμβασης έργου, με την υπ' αριθ. πρωτ. 754/19388/5-3-2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, τροποποιήθηκε, ως προς τον εξοπλισμό που θα χρησιμοποιούνταν, τη διάταξη του εξοπλισμού μέσα στο ακίνητο και την έκταση του γηπέδου της εγκατάστασης, η αρχική υπ' αριθ. πρωτ. 85482/3545/14-7-2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, με την οποία είχε χορηγηθεί άδεια λειτουργίας φωτοβολταϊκού σταθμού στην ενάγουσα, έτσι ώστε η άδεια να καλύπτει τη συμφωνία των διαδίκων σχετικά με τον τρόπο που θα κατασκευαζόταν ο σταθμός. Επίσης, με την υπ' αριθ. πρωτ. 409/15664/Φ.2328/19-1-2012 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Περιβάλλοντος και Υποδομών Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, τροποποιήθηκε η αρχική υπ' αριθ. πρωτ. 1094/Φ.2328/26-5-2010 απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Έπειτα, ωστόσο, στην Αθήνα, στις 9-3-2012, συνήφθη μεταξύ αφενός του δεύτερου εναγόμενου, αφετέρου δε μεταξύ των μετόχων της ενάγουσας, Α., Η., Α. και Ε. Π., με πρόσθετη συμβαλλόμενη την πρώτη εναγομένη, τροποποίηση του από 3-12-2011 μνημονίου συνεργασίας (το οποίο στην τροποποίηση αναφέρεται από προφανή παραδρομή ως το από "3-12-2012" μνημόνιο συνεργασίας), με το οποίο συμφωνήθηκε ότι το έργο θα κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου με φωτοβολταϊκά πλαίσια "...", ενώ ο Α. Π. θα διατηρούσε το δικαίωμα επί λέξει "να ζητήσει από την κατασκευάστρια εταιρία Solarlogic α.ε, μετά τη σύνδεση του έργου με το δίκτυο της ΔΕΗ, την αντικατάσταση των φωτοβολταϊκών πλαισίων ... μέχρι του 1 Mwp με αντίστοιχα πλαίσια Solar Frontier, πλέον αναγκαίου εξοπλισμού σύνδεσης, σύμφωνα με τους όρους του από 3-12-2012 (recte:3-12-2011) συμφωνητικού έως την 30-6-2013". Η εναγόμενη ξεκίνησε τις εργασίες στα ακίνητα της ενάγουσας κατά τα τέλη του έτους 2011. Η ενάγουσα δεν κατέβαλε τα τμήματα της αμοιβής όπως είχαν συμφωνηθεί με την από 3-12-2011 σύμβαση έργου, αντίθετα, κατέβαλε τμήματα της αμοιβής ανάλογα με τον εξοπλισμό που μετέφερε η εναγόμενη στο σταθμό, όπως και η εναγομένη ισχυρίζεται με την ανταγωγή της. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα κατέβαλε στην πρώτη εναγόμενη τα εξής ποσά: α'. στις 17-1-2012 το ποσό των 399.500 ευρώ, β'. στις 14-2-2012 το ποσό των 200.000 ευρώ. γ'. στις 23-3-2012 το ποσό των 300.000 ευρώ, δ'. στις 5-3-2012 το ποσό των 100.000 ευρώ, ε'. στις 7-3-2012 το ποσό των 100.000 ευρώ, στ'. στις 16-3-2012 το ποσό των 200.000 ευρώ, ζ'. στις 19-3-2012 το ποσό των 170.000 ευρώ, η'. στις 28-3-2012 το ποσό των 200.000 ευρώ, θ'. την 1-7-2012 το ποσό των 60.960 ευρώ, ι'. στις 3-7-2012 το ποσό των 107.355 ευρώ, ια'. στις 10-7-2012 το ποσό των 118.000 ευρώ και ιβ'. Στις 16-7-2012 το ποσό των 268.055 ευρώ, συνολικά δηλαδή κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη, τμηματικά, κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-2012 έως 16-7-2012, το ποσό των 2.105.870 ευρώ, όπως παραδέχεται η εναγομένη με την ανταγωγή της. Ούτε, όμως, η πρώτη εναγόμενη παρέδωσε το έργο κατά τον συμφωνημένο χρόνο, δηλαδή στις 31-3-2012, μέχρι τότε, στον σταθμό είχε εκτελεστεί μικρό μόνο μέρος των εργασιών για την κατασκευή του. Επίσης, η εναγόμενη δεν εκτέλεσε το έργο κατά τμήματα συνολικής ισχύος 500 Kw, όπως είχε συμφωνηθεί. Στις 29-3-2012 μετέβη στο σταθμό, μετά πρόσκληση της ενάγουσας, συνεργείο κατασκευών του "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. αε", προκειμένου να κατασκευάσει παροχή σύνδεσης μέσης τάσης με το δίκτυό του, πλην όμως διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν συνδεθεί φωτοβολταϊκά πλαίσια στο ένα τμήμα του σταθμού, συνολικής ισχύος 504 Kw περίπου και δεν είχαν κατασκευστεί τα ακροκιβώτια σύνδεσης μέσης τάσης με το δίκτυο του "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε". Αυτά προκύπτουν ιδίως από το υπ' αριθ. πρωτ. Φ/300/2399/16-5-2012 έγγραφο του "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε αε", το οποίο επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Αντίθετα από τα συμφωνημένα, η πρώτη εναγομένη συνέχισε να μεταφέρει εξοπλισμό προς εγκατάσταση στο έργο μέχρι και τον Ιούλιο 2012. Μέχρι τότε, η πρώτη εναγομένη εξέδωσε με λήπτρια την ενάγουσα 20 συνολικά χρεωστικά τιμολόγια:..., δηλαδή η εναγόμενη εξέδωσε τιμολόγια με φερόμενη λήπτρια την ενάγουσα συνολικής αξίας 3.077.100 ευρώ. Η ως άνω κοστολόγηση των εισφερθέντων στο έργο υλικών κρίνεται υπέρογκη αν ληφθεί υπόψη ότι η συνολική αμοιβή για την εκτέλεση του έργου, που περιλάμβανε το σύνολο των υλικών και την αξία των εργασιών εκτέλεσης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων στο ποσό των 3.250.000 ευρώ. Προφανώς η εναγόμενη με την ως άνω υψηλή κοστολόγηση απέβλεπε να υποστηρίξει την ένστασή της του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος από το άρθρο 374 ΑΚ, αφού και η ενάγουσα δεν της είχε καταβάλει την οφειλόμενη μέχρι τότε αμοιβή της, οπότε η ένσταση αυτή κρίνεται αβάσιμη και από την αιτία αυτής της υπερτιμολόγησης του εκτελεσθέντος μέχρι τότε έργου. Περαιτέρω, λόγω της καθυστέρησης στην παράδοση του έργου, τα συμβαλλόμενα μέρη στο αρχικό από 3-12-2011 μνημόνιο συμφώνησαν, στις 10-6-2012, στην Αθήνα, την εκ νέου τροποποίηση του μεταξύ τους μνημονίου συνεργασίας. Στην τροποποιητική αυτή συμφωνία, που φέρεται να συντάχθηκε εγγράφως, ο δεύτερος εναγόμενος φέρεται να συμβάλλεται με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης "Solarlogic ΜΟΝ ΑΕΒΕ", ως εργοληπτριας, ενώ μεταξύ των άλλων συμφωνήθηκε ότι η εταιρεία "Romled Holdings Ltd", συμφερόντων του ως άνω εναγόμενου, θα κατέβαλε, θα εισέφερε δηλαδή στην ενάγουσα εταιρεία, της οποίας ήταν μέτοχος, το ποσό των 175.000 ευρώ, προκειμένου να αγοραστούν φωτοβολταϊκά πλαίσια της εταιρείας "Solar Frontier" συνολικής ισχύος 250 Kw. Επίσης, κατά τη συμφωνία αυτή, όταν τα ως άνω πλαίσια θα έφθαναν στην ... με προορισμό το ακίνητο της ενάγουσας, ο εκπρόσωπος αυτής Π. θα κατέβαλε ίδιο ποσό 175.000 ευρώ απευθείας στην πωλήτρια Solar Frontier για την αγορά της παραπάνω ποσότητας φωτοβολταϊκών πλαισίων. Έτσι συμφωνήθηκε εκ νέου ότι στο έργο θα τοποθετούνταν φωτοβολταϊκά πλαίσια εργοστασίου κατασκευής Solar Frontier συνολικής ισχύος 0,5 MW, το κόστος των οποίων θα επιμεριζόταν και θα επιβαρύνονταν εξ ίσου οι προαναφερόμενοι μέτοχοι της ενάγουσας, ενώ με την παραπάνω από 9-3-2012 τροποποίηση είχε συμφωνηθεί ότι το έργο θα κατασκευαζόταν αποκλειστικά με πλαίσια .... Παράλληλα με την ίδια τροποποίηση συμφωνήθηκε ότι το έργο θα ολοκληρωνόταν στις 7-7-2012, δηλαδή δόθηκε παράταση. Το έγγραφο αυτό της ως άνω τροποποίησης, προσκομιζόμενο από την ενάγουσα, φέρει την υπογραφή μόνο του εκπροσώπου της Α. Π., ενώ δεν έχει υπογραφεί από την πλευρά της εναγομένης. Η εναγομένη εκκαλούσα και με την έφεσή της επισημαίνει την έλλειψη υπογραφής της, ενώ ουσιαστικά ομολογεί τη συμφωνία, αφού υποστηρίζει ότι από την πλευρά της ενάγουσας δεν καταβλήθηκε το ποσό των 175.000 ευρώ, που επιβαρυνόταν για την αγορά φωτοβολταϊκών πλαισίων τύπο Solar Frontier, οπότε και η ίδια (εναγόμενη) δεν είχε πλέον υποχρέωση να παραδώσει το έργο μέχρι 7-7-2012. Οπότε η εναγόμενη ουσιαστικά ομολογεί τη συμφωνημένη νέα ημερομηνία παραδόσεως του έργου. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται και από τη με ημερομηνία 13-9-2012 εξώδικο κλήση - διαμαρτυρία που επέδωσε η ενάγουσα στην εναγόμενη, στην οποία η πρώτη, διαμαρτυρόμενη για την συνεχιζόμενη καθυστέρηση, αναφέρει στην δεύτερη (εργολήπτρια) "λόγω κωλυμάτων σας και προς διευκόλυνσή σας και μόνο για την ολοκλήρωση του ανατεθειμένου σε εσάς έργου καλόπιστα αποδεχθήκαμε τη χρονική μετάθεση της ολοκληρωμένης παράδοσης του έργου μέχρι την 7-7-2012, προκειμένου με ευθύνη σας να παραδοθεί αυτό προς σύνδεση με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Οπότε, από τα ως άνω αναφερόμενα επιβεβαιώνεται η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για παράταση του χρόνου παραδόσεως του έργου. Περαιτέρω, αβασίμως υποστηρίζει η εναγόμενη ότι δεν είχε υποχρέωση παράδοσης του έργου μέχρι τις 7-7-2012, αφού κατά την συμφωνία η πληρωμή των φωτοβολταϊκών Solar Frontier δεν θα γινόταν από την ενάγουσα στην ίδια, αλλά απευθείας προς την πωλήτρια αυτών εταιρεία, ενώ, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, η ενάγουσα υποχρεώθηκε στην πληρωμή προς την πωλήτρια και των βάσεων στήριξης των συγκεκριμένων φωτοβολταϊκών πλαισίων. Τελικά ο φωτοβολταϊκός σταθμός συνδέθηκε με το δίκτυο της "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε Α.Ε" και άρχισε το στάδιο της δοκιμαστικής λειτουργίας τους, στις 27-7-2012, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 3532/1-8-2012 έγγραφο της τελευταίας εταιρείας. Πλην όμως για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια κατά το στάδιο της δοκιμαστικής λειτουργίας δεν καταβαλλόταν τίμημα, αφού, σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 3781/12-10-2010 σύμβαση πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας, μεταξύ της ενάγουσας και της "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ", η τελευταία θα κατέβαλε τίμημα μόνο μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού. Στις 10-12-2012 βεβαιώθηκε από τον "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ" η περάτωση της φάσης της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού με το υπ' αριθμ. Φ.440/4993/10-12-2012 έγγραφό του. Επειδή η δοκιμαστική λειτουργία του σταθμού ολοκληρώθηκε στις 10-12-2012, δηλαδή μετά την παρέλευση, στις 12-4-2011, των 18 μηνών από τη σύναψη της υπ' αριθμ. 3781/12-10-2010 σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ της ενάγουσας και του "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ", η ενάγουσα λαμβάνει τελικά τίμημα για την παραγόμενη και πωλούμενη ηλεκτρική ενέργεια ύψους όχι 0,3975 ευρώ ανά KWH, αλλά 0,29795 ευρώ ανά kwh. Εξάλλου, και η εναγόμενη με τις προτάσεις της ομολογεί ότι κατά μήνα Φεβρουάριο 2012 η τιμή του παραγόμενου ρεύματος μειώθηκε από 0,39 σε 0,29 ευρώ ανά kwh. Ωστόσο, παρά την περάτωση του σταδίου της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού, δεν μπορούσε να τεθεί αυτός σε οριστική λειτουργία, αφού εμφάνιζε ακόμα σοβαρές ελλείψεις, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η έκδοση άδειας λειτουργίας του σταθμού, πριν τη συμπλήρωση και διόρθωση ορισμένων από τις ελλείψεις αυτές, όπως θα αναφερθεί παρακάτω. Σε απάντηση της προαναφερθείσας από 13-9-2012 εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας, στις 29-11-2012 επιδόθηκε στην ενάγουσα (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...) η από 15-11-2012 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της εναγομένης, με την οποία αυτή ισχυριζόταν ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου οφείλεται σε υπαιτιότητα της κυρίας του έργου - ενάγουσας, ιδίως δε στη μη εμπρόθεσμη καταβολή τιμήματος της αμοιβής, ύψους 644.130 ευρώ, το οποίο κατ' αυτήν (εναγομένη) έπρεπε να είχε καταβληθεί στις 20-5-2012. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι αποχωρεί από το έργο προσωρινά έως ότου καταβληθεί το ποσό αυτό, ισχυριζόμενη ότι ασκεί την ένσταση του άρθρου 374 ΑΚ. Καλούσε δε την ενάγουσα να προσέλθει στο ακίνητο όπου κατασκευαζόταν το έργο στις 30-11-2012, με σκοπό να επιθεωρηθεί το έργο και να καταγραφούν οι όποιες ελλείψεις και οι απαιτούμενες εργασίες. Η εναγομένη ισχυρίζεται και επαναλαμβάνει με την έφεσή της ότι με την εξώδικη αυτή δήλωσή της αυτή προέβη σε άτυπη παράδοση του έργου στην κυρία του έργου - ενάγουσα και έτσι με το συγκεκριμένο τρόπο το έργο περιήλθε στη σφαίρα εξουσίας της ενάγουσας, αφού η τελευταία δεν εναντιώθηκε ρητά και το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, οπότε συνάγεται ότι το ενέκρινε και η ίδια (εναγόμενη) απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για ελλείψεις του έργου (ΑΚ 692). Τα ως άνω υποστηριζόμενα ελέγχονται αβάσιμα. Κατ' αρχήν από το περιεχόμενο της ως άνω εξώδικης δήλωσης και το περιεχόμενο του κειμένου της δεν προκύπτει ούτε εμμέσως προσφορά προς παράδοση του έργου. Επιπλέον στην επίμαχη ως άνω από 3-12-2011 σύμβαση έργου, όπως το περιεχόμενό της αναλύθηκε ανωτέρω, είχε προβλεφθεί μεταξύ των διαδίκων διαφορετικός τρόπος παραδόσεως του έργου και συγκεκριμένα κατόπιν έγγραφης ειδοποιήσεως από την εργολήπτρια προς την κυρία του έργου ότι το έργο περατώθηκε με κλήση προς παραλαβή του εντός τριημέρου, διαδικασία που δεν τηρήθηκε στην προκείμενη περίπτωση. Εκτός αυτού, όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, η εναγομένη - εργολήπτρια αργότερα και συγκεκριμένα στις 27-12-2013 κάλεσε την ενάγουσα με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου να προσέλθει στις 21-1-2014 προς παραλαβή του έργου, από την οποία ενέργεια συνάγεται ότι και η ίδια η εναγόμενη δεν παραδεχόταν ότι υπήρξε προηγούμενη από 30-11-2012 παράδοση του έργου, πράγμα που ήδη υποστηρίζει προς απόκρουση της αγωγής. Επομένως, ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο ισχυρισμός της εναγόμενης εργολήπτριας εταιρείας περί άτυπης παράδοσης του έργου και ο ως άνω από το άρθρο 692 ΑΚ περί σιωπηρής έγκρισης του έργου και ο αντίθετος λόγος έφεσης της εναγόμενης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης εναγόμενης στις 9-7-2012 αποφασίστηκε η μεταφορά της έδρας της στη ... ... και έλαβε τη μορφή της ιδιωτικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης του κυπριακού δικαίου και την επωνυμία "Solarlogic Limited", με την οποία και ενάγεται στην υπό κρίση αγωγή... Περαιτέρω, στις 9-7-2013 έγινε έλεγχος στο φωτοβολταϊκό σταθμό από το Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1151/29-8-2013 έγγραφο του τελευταίου, από τον οποίο έλεγχο διαπιστώθηκε και επισημάνθηκε σειρά ελλείψεων του έργου, που δεν επέτρεπαν την έκδοση αδείας λειτουργίας του σταθμού. Χαρακτηριστικό είναι το από 22-8-2013 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον ελεγκτή του ΚΑΠΕ προς τον μέτοχο της ενάγουσας Α. Π., όπου σημειώνεται σειρά ελαττωμάτων και αναφέρεται ότι η ποιότητα της εγκατάστασης ήταν εξαιρετικά χαμηλή και πρόχειρη και δεν τηρούνταν οι κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, πράγμα που θα οδηγούσε σε πολλές ζημιές με πιθανότατα ατυχήματα και φθορές, με αποτέλεσμα την μειωμένη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Κατόπιν αυτών, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 19-12-2013 ένορκη δήλωση επίδοσης του επιδότη στο Επαρχιακό Δικαστήριο ..., Κ. Χ., στις 18-12-2013 επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη η από 16-12-2013 εξώδικη δήλωση, πρόσκληση, διαμαρτυρία και καταγγελία της ενάγουσας. Με την καταγγελία αυτή η ενάγουσα, διαμαρτυρόμενη για τις κακοτεχνίες και ελλείψεις του έργου, που εξακολουθούσαν να παραμένουν χωρίς να έχουν διορθωθεί, έτασσε κατά τον όρο του άρθρου 14 της αρχικής ως άνω από 3-12-2011 σύμβασης έργου στην εναγόμενη εργολήπτρια προθεσμία 10 ημερών, στην οποία να άρει τις ελλείψεις και τα ελαττώματα του έργου και να παραδώσει αυτό, όπως προέβλεπε η σύμβαση, άλλως καταγγέλλει τη σύμβαση αυτή. Επειδή, όμως, στο άρθρο 14 παρ. 3 της ίδιας σύμβασης προβλεπόταν ότι εφόσον μέσα στην ταχθείσα αυτή 10ήμερη προθεσμία το αντισυμβαλλόμενο μέρος συμμορφωθεί ή αρχίσει να προβαίνει σε ενέργειες συμμόρφωσης, η καταγγελία παύει να έχει έννομες συνέπειες και η σύμβαση συνεχίζεται κανονικά, η εναγόμενη εργολήπτρια, εμφανιζόμενη ως συμμορφούμενη, δήλωσε στις 26-12-2013 ότι θα άρχιζε την αποκατάσταση των ελλείψεων του έργου. Στην συνέχεια, όμως, με το από 27-12-2013 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η εναγόμενη εργολήπτρια κάλεσε την ενάγουσα να προσέλθει στην έδρα της στη ... στις 21-1-2014 και ώρα 2:30 για να παραλάβει το έργο. Πλην όμως μέχρι τις 21-1-2014 η εναγόμενη δεν προκύπτει να εκτέλεσε εργασίες αποκατάστασης του έργου, αφού προσερχόμενοι εκπρόσωποι της ενάγουσας εργοδότριας στο χώρο του πάρκου προς αυτοψία ανεύραν το έργο να συνεχίζει ευρισκόμενο στην ίδια κατάσταση με τις ελλείψεις και τα ελαττώματα, πράγμα που ουσιαστικά δεν αρνείται η εναγόμενη, προβάλλοντας δικαιολογίες ότι εμποδίστηκε να εισέλθει στο χώρο του πάρκου, που ελέγχονται αβάσιμες. Περαιτέρω και η προσφορά αυτά προς παράδοση του έργου δεν κρίνεται προσήκουσα. Κατ' αρχήν, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 της αρχικής από 3-12-2011 σύμβασης έργου, που προβλέπει την διαδικασία παράδοσης και παραλαβής του έργου, ρητά αναφέρεται ότι ο κύριος του έργου εντός 3 ημερών από την έγγραφη ειδοποίηση της εργολήπτριας ότι το έργο αποπερατώθηκε και είναι έτοιμο προς παράδοση, θα προσέλθει να παραλάβει το έργο και θα υπογραφεί, μεταξύ αυτού και της εργολήπτριας, πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής του έργου. Προβλεπόταν, επίσης, ότι κατά την παράδοση και παραλαβή η εργολήπτρια θα τον προμήθευε με το εγχειρίδιο λειτουργίας και συντήρησης του έργου και ακόμα και μετά την οριστική παραλαβή η εργολήπτρια θα ήταν παρούσα κατά τη διασύνδεση του έργου με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Εάν όμως στο διάστημα αυτό ο κύριος του έργου, ο οποίος έχει το δικαίωμα να επιθεωρήσει το έργο και να υποβάλει τυχόν αντιρρήσεις του εγγράφως στην εργολήπτρια, αρνείται να παραλάβει το έργο και να υπογράψει το πρωτόκολλο ανεπιφύλακτης παραλαβής του, η εργολήπτρια δικαιούται να τον καλέσει σε ορισμένο τόπο και χρόνο, δηλαδή σε αυτόν που θα ορίσει η ίδια της επιλογής της για να παραλάβει και να υπογράψει, οπότε σε περίπτωση άρνησης του κυρίου του έργου να συμπράξει, θεωρείται ότι το έργο παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα. Από το περιεχόμενο των ως άνω όρων που αναφέρονται σε παραλαβή με παράλληλη υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου, προκύπτει ότι η έννοια αυτών, αλλά και η βούληση των συμβαλλομένων ήταν να υπάρξει πραγματική παράδοση και παραλαβή του αποπερατωμένου έργου στην ως άνω τριήμερη προθεσμία και μόνο σε περίπτωση αρνήσεως του κυρίου παρασχέθηκε το δικαίωμα στην εργολήπτρια να καλέσει την εργοδότρια σε τόπο και χρόνο που θα όριζε η ίδια και, σε περίπτωση αρνήσεως και πάλι της εργοδότριας να συμπράξει, να θεωρείται ότι υπήρξε ανεπιφύλακτη παραλαβή. Επομένως, δεν θεωρείται προσήκουσα η πρόσκληση της ενάγουσας να προσέλθει προς παραλαβή του έργου στη ..., αφού δεν υπήρξε προηγούμενη άρνησή της να παραλάβει το έργο και ορθά προσήλθε ως άνω η ενάγουσα στο χώρο του έργου και ο αντίθετος ως άνω λόγος εφέσεως ότι υπήρξε προσήκουσα προσφορά του έργου και κατά συνέπεια τεκμαίρεται ανεπιφύλακτη παραλαβή του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, και μετά την κοινοποίηση της από 16-12-2013 εξώδικης δήλωσης, η εναγόμενη εργολήπτρια δεν εκτέλεσε και πάλι τις απαιτούμενες εργασίες προς αποκατάσταση των ελλείψεων και ελαττωμάτων του έργου, στις 22-1-2014, επιδόθηκε προς αυτήν, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 23-1-2014 ένορκη δήλωση επίδοσης του επιδότη στο Επαρχιακό Δικαστήριο ..., Σ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, η από 22-12-2014 εξώδικη όχληση, διαμαρτυρία και καταγγελία της τελευταίας. Με αυτή η ενάγουσα διαμαρτυρόμενη και πάλι για την καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, δήλωσε ότι καταγγέλλει την από 3-12-2011 σύμβαση έργου και κήρυξε έκπτωτη την εναγόμενη. Ισχυρίζεται η εναγόμενη και επαναλαμβάνει με την έφεσή της ότι η καταγγελία είναι άκυρη για τους λόγους: 1) Γιατί υπήρξε ως άνω άτυπη παράδοση του έργου προς την ενάγουσα εργοδότρια στις 30-11-2012, μετά την κοινοποίηση προς την τελευταία της ως άνω από 15-11-2012 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησής της. 2) Γιατί αυτή (εναγόμενη) είχε προβάλει με την ίδια ως άνω εξώδικη δήλωσή της την από το άρθρο 374 ΑΚ ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, αφού δεν της είχε καταβληθεί μέρος της οφειλόμενης αμοιβής της, οπότε και η ίδια δικαιολογημένα αρνείτο να εκπληρώσει την παροχή της, να εκτελέσει δηλαδή το έργο. 3) Γιατί η καταγγελία έγινε άτυπα και δεν επιδόθηκε σε αυτήν εγγράφως με δικαστικό επιμελητή. Οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγόμενης κρίνονται αβάσιμοι. Ο πρώτος γιατί, όπως προαναφέρθηκε, στην ως άνω από 25-11-2012 εξώδικη δήλωση της εναγόμενης προς την ενάγουσα δεν περιέχεται πρόσκληση και προσφορά της πρώτης προς τη δεύτερη προς παράδοση του έργου. Ο δεύτερος από το άρθρο 374 ΑΚ, γιατί, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, μέχρι 16-7-2012 από τη συνολική οφειλόμενη αμοιβή των 3.250.000 ευρώ, που κατά τη σύμβαση προβλεπόταν η τμηματική καταβολή της κατά τα αναφερόμενα στάδια του έργου, η ενάγουσα είχε καταβάλει τμηματικά προς την εναγόμενη το συνολικό ποσό των 2.105.870 ευρώ, καίτοι το έργο δεν είχε ολοκληρωθεί, ούτε βεβαίως είχαν εκτελεστεί τα συμφωνημένα στάδια εργασιών, που προέβλεπαν την επιτυχή επιμέτρηση των επιδόσεων του έργου και την σύνδεσή του με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη ήταν υπερήμερη στην εκτέλεση και παράδοση του έργου, κατάσταση που δημιουργούσε ευθύνη της προς αποζημίωση της ενάγουσας, ενώ παράλληλα, όπως προαναφέρθηκε, η εναγόμενη υπερτιμολογούσε την αξία των υλικών που εισέφερε στο έργο, ώστε να εμφανίζει ότι η αμοιβή που της είχε καταβληθεί υπολειπόταν της αξίας του εκτελεσθέντος έργου. Συνεπώς, αβασίμως υποστηρίζει η εναγόμενη ότι τον Νοέμβριο 2012 είχε απαίτηση για υπόλοιπη οφειλόμενη αμοιβή της για το μέχρι τότε εκτελεσθέν εκ μέρους της έργο από 644.130 ευρώ, για την οποία προέβαλε την ως άνω ένσταση από το άρθρο 374 ΑΚ, αρνούμενη να εκτελέσει την παροχή της και να αποπερατώσει το έργο μέχρι να της καταβληθεί το ποσό αυτό. Σημειωτέον ότι με το από 17-9-2012 έγγραφό της, που η εναγόμενη απέστειλε ηλεκτρονικά στην ενάγουσα, προσδιορίζει την οφειλή της τελευταίας στο ποσό των 57.000 ευρώ και όχι στο ως άνω που ήδη υποστηρίζει. Ορθά δε κατ' αποτέλεσμα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την από το άρθρο 374 ΑΚ ένσταση της εναγόμενης και αφού αντικατασταθεί η διαφορετική αιτιολογία της εκκαλούμενης στο σημείο αυτό με την ανωτέρω, να απορριφθεί ο σχετικός λόγος εφέσεως της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται για την απόρριψη της ενστάσεως αυτής (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Τέλος, η καταγγελία της σύμβασης από την ενάγουσα κατά το άρθρο 700 ΑΚ έγινε κατά τον προβλεπόμενο από τη σύμβαση τρόπο (άρθρ. 14 παρ. παρ. 2 και 3 αυτής) ως άνω εγγράφως, που επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή, όπως ειδικότερα ορίζει το Κυπριακό Δίκαιο, στο οποίο έγγραφο ως λόγος καταγγελίας δηλώθηκε η παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων της αντισυμβαλλόμενης εργολήπτριας και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη - εκκαλούσα κρίνονται αβάσιμα... Οι ελλείψεις του σταθμού και τα κατασκευαστικά του ελαττώματα προκαλούν μειωμένη απόδοση, σε σχέση με την απόδοση που θα είχε αν είχε κατασκευαστεί κατά τα συμφωνηθέντα... Συγκεκριμένα, το έργο εμφάνιζε τα εξής ελαττώματα, τα οποία δεν θα υπήρχαν, αν το έργο είχε κατασκευαστεί όπως συμφωνήθηκε και σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές, ενώ στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρονται ως ισχύοντα τα διεθνή πρότυπα ΕΝ 62446:2009, ΕΝ 62364-7-714:2005, ΕΝ 60439-1, ΕΝ 60364 και το πρότυπο ΕΛ.Ο.Τ. HD 384, τα οποία δεν τηρήθηκαν από την εναγομένη... Η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με τις προεκτεθείσες ελλείψεις του έργου ερείδεται προεχόντως στην από 28-4-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Δ. και του Π.. Κ., που διορίστηκαν πραγματογνώμονες με την υπ' αριθ. 46/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ενισχύεται δε από την με ημερομηνία 22-7-2016 έκθεση του τεχνικού συμβούλου της ενάγουσας Δ. Ζ., στην οποία περιγράφονται οι ίδιες ελλείψεις του σταθμού, καθώς και στην από 16-12-2014 έκθεση επιθεώρησης της TUV Hellas S.A. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα από την εκτίμηση της από 16-7-2014 γνωμοδότησης του Ν. Γ. του Περιφερειακού Τμήματος Αιτωλοακαρνανίας του Τ.Ε.Ε, που συντάχθηκε με αίτηση της εναγόμενης εργολήπτριας. Ειδικότερα, στη γνωμοδότηση αυτή επισημαίνεται κατ' αρχήν ότι στις 28/29-3-2014, όταν ο ως άνω ηλεκτρολόγος μηχανικός επισκέφτηκε το έργο, αυτό ήταν κατά ένα μέρος ημιτελές, ενώ με βάση τα ερωτήματα που του τέθηκαν απαριθμεί σειρά ελλείψεων και ελαττωμάτων του έργου, το κόστος αποκατάστασης των οποίων υπολογίζει περί τις 220.000 ευρώ. Σημειωτέον, ότι με την εκκαλούμενη απόφαση από την ίδια αιτία προς αποκατάσταση του έργου επιδικάστηκε ποσό 137.000 ευρώ, οπότε αβασίμως υποστηρίζει η εναγόμενη ότι εάν η εκκαλούμενη απόφαση στηριζόταν στην ως άνω γνωμοδότηση θα κατέληγε σε διαφορετικό, ευνοϊκότερο γι' αυτήν συμπέρασμα. Υποστηρίζει, περαιτέρω, η εναγόμενη προς άρση της υπερημερίας της ότι υπαίτια για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου είναι η ενάγουσα εργοδότρια, γιατί δεν κατέβαλε προς αυτήν τις οφειλόμενες δόσεις της αμοιβής της κατά την πρόοδο των εργασιών, με αποτέλεσμα αυτή να αδυνατεί να συνεχίσει τις εργασίες και να αποβεί αδύνατη η έγκαιρη αποπεράτωση του έργου. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα κατέβαλε τμηματικά στην εναγόμενη ποσά της αμοιβής της ανάλογα με τον εξοπλισμό που η εναγομένη μετέφερε στο έργο και μέχρι τις 16-7-2012 της είχε καταβάλει συνολικό ποσό 2.150.870 ευρώ, που οπωσδήποτε υπερκάλυπταν την μέχρι τότε αξία του έργου και η εναγόμενη από δική της ευθύνη διέκοψε την συνέχιση του έργου και κατέστη υπερήμερη. Επομένως, ορθά απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης και ο αντίθετος λόγος εφέσεως που παραπονείται για την απόρριψή του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Υποστηρίζει, περαιτέρω, η εναγόμενη ότι υπαίτια για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου είναι η ενάγουσα εργοδότρια, επειδή παρέβη όρο της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο όφειλε να της παρέχει όλες τις απαιτούμενες άδειες από τη διοίκηση για την εκτέλεση του έργου και συγκεκριμένα, α) πολεοδομική Άδεια Εργασιών μικρής κλίμακας, αφού η υπ' αριθμ. ... άδεια που είχε λάβει η ενάγουσα έληξε στις 31-9-2011, β) άδεια εισαγωγής φωτοβολταϊκών γεννητριών "...", γ) έγκριση περιβαλλοντικών όρων, δ) άδεια εμπορίας και ε) άδεια εγκατάστασης του σταθμού, που έληξε στις 14-7-2012. Επί αυτών πρέπει να λεχθούν τα εξής: Για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων ανεξαρτήτως ισχύος δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας, αλλά η έκδοση έγκρισης εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας, που εκδίδεται από την αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας... Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα είχε εκδώσει την υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου ...ς, εξάμηνης ισχύος. Η ισχύς της άδειας αυτής παρατάθηκε μέχρι 31-3-2012, μετά την υπ' αριθμ. πρωτ. ... αίτηση της ενάγουσας, δηλαδή για διάστημα που υπερκάλυπτε το συμβατικό χρόνο εκτέλεσης του έργου, που προβλεπόταν από την αρχική ως άνω σύμβαση... Επίσης, η λήξη της ισχύος της άδειας εγκατάστασης του σταθμού στις 14-7-2014, αφού πλέον από 7-7-2012 είχε λήξει η συμφωνημένη προθεσμία παράτασης για την εκτέλεση του έργου και πλέον η εναγόμενη είχε καταστεί υπερήμερη, δεν προκύπτει ότι προξένησε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου. Επίσης, όσον αφορά την άδεια περιβαλλοντικών όρων, η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, αρχικά είχε εκδώσει την προαναφερόμενη 1094/Φ2328/26-5-2010 απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, ενώ, μετά την τροποποίηση των όρων εκτέλεσης του έργου, κατόπιν υπόδειξης της εναγόμενης με την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης έργου προέβη ως άνω σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και τροποποίησε την άδεια αυτή, χωρίς να υπάρξει κάποια καθυστέρηση του έργου. Επίσης, για την άδεια εισαγωγής και τον εκτελωνισμό των φωτοβολταϊκών γεννητριών και πλαισίων αρμόδια και υπεύθυνη ήταν η ίδια η εναγόμενη εργολήπτρια εταιρεία, που δια του εκπροσώπου της είχε υποσχεθεί ότι διαθέτει τα αναγκαία φωτοβολταϊκά πλαίσια για την εκτέλεση του έργου, τα οποία, όμως, βρίσκονταν προς εκτελωνισμό, τον οποίο καθυστερούσε εσκεμμένα η ίδια, προκειμένου να αποφεύγει την καταβολή του αναλογούντος φόρου ως εισαγωγέας των ειδών αυτών... Επίσης, η άδεια εμπορίας ηλεκτρικού ρεύματος με τη Δ.Ε.Η. (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε) καθυστέρησε λόγω της καθυστέρησης εκτέλεσης του έργου... Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου οφείλεται σε λόγους για τους οποίους δεν υπέχει ευθύνη η εναγόμενη και συγκεκριμένα σε λόγους ανωτέρας βίας λόγω άσχημων καιρικών συνθηκών, κακοκαιρίας και βροχοπτώσεων που επικράτησαν στον συμβατικό χρόνο του έργου. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, ο αρχικός συμβατικός χρόνος, που ήταν μέχρι 31-3-2012, παρατάθηκε συναινετικά μεταξύ των διαδίκων και πέραν της χειμερινής περιόδου και συγκεκριμένα μέχρι 7-7-2012, όταν πλέον οι καιρικές συνθήκες ήταν ευνοϊκές... Συνεπώς, ορθά με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκαν οι ως άνω ισχυρισμοί της εναγόμενης εργολήπτριας ότι για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου υπεύθυνη ήταν η ενάγουσα εργοδότρια και ότι το έργο καθυστέρησε για λόγους, για τους οποίους η ίδια δεν υπέχει ευθύνη και οι αντίθετοι λόγοι της έφεσής της, με τους οποίους παραπονείται για την απόρριψή τους, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Υποστηρίζει, περαιτέρω, η εναγόμενη και επαναλαμβάνει με την έφεσή της ότι υπαίτια για την ύπαρξη και εμφάνιση των ελαττωμάτων στο έργο δεν είναι η ίδια, αλλά η ενάγουσα που δεν χρησιμοποιούσε και δεν συντηρούσε σωστά το φωτοβολταϊκό σταθμό. Γιατί ο κίνδυνος του έργου μετατέθηκε στην ενάγουσα εργοδότρια από την παράδοση σ' αυτή του έργου από την ίδια στις 30-11-2012. Όπως, όμως, αναφέρθηκε προηγουμένως με αναλυτική αιτιολογία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης ότι με την από 25-11-2012 εξώδικη δήλωσή της, που απηύθυνε στην ενάγουσα στην πραγματικότητα προσέφερε το έργο προς παράδοση και αφού η ενάγουσα δεν αντέλεξε υπήρξε άτυπη παράδοση και παραλαβή του έργου. Επομένως, αφού δεν υπήρξε παράδοση τον κίνδυνο του έργου εξακολουθεί να τον έχει η εναγόμενη εργολήπτρια κατ' άρθρο 698 ΑΚ, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι τα ελαττώματα δημιουργήθηκαν κατά την λειτουργία του σταθμού, αλλά υπήρχαν εξ αρχής λόγω κακοτεχνιών και ελλείψεων κατά την εκτέλεση του έργου. Επίσης, δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραίτηση της ενάγουσας από τις αξιώσεις της για τα ελαττώματα αυτά που δεν έπαψε να ενοχλεί την εναγόμενη (όχι ενάγουσα όπως από παραδρομή αναγράφεται) για την αποκατάστασή τους... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά τις 30-11-2012, που επιδόθηκε στην ενάγουσα η ως άνω από 15-11-2012 εξώδικη δήλωση της εναγόμενης, το έργο ουσιαστικά είχε εγκαταλειφθεί και ελάχιστες εργασίες εκτελούνταν πλέον... Η ίδια, όμως, ενάγουσα εργοδότρια, επιθυμώντας την αποπεράτωση και επιδιόρθωση του έργου, προκειμένου να μπορέσει να λάβει άδεια λειτουργίας του και κατόπιν επανειλημμένων ελέγχων από το Κ.Α.Π.Ε, και αφού υποδείχθηκαν από το τελευταίο ορισμένες εργασίες ως απολύτως αναγκαίες για την διασφάλιση των αναγκαίων λειτουργικών και τεχνικών χαρακτηριστικών του εξοπλισμού και γενικά του σταθμού, προέβη σε εκτέλεση αυτών η ίδια με δαπάνες της... Κατόπιν των ανωτέρω το σύνολο των αξιώσεων της ενάγουσας που πρέπει να της επιδικαστούν από την ως άνω αιτία (ΑΚ 687) προς αποκατάσταση των ελλείψεων και ελαττωμάτων του έργου ανέρχεται σε (1.800 + 7.560 + 1800 + 22.500 + 98.240=) 131.900 ευρώ και όχι αυτό των 137.900 ευρώ, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση... Περαιτέρω, η ενάγουσα εργοδότρια κατά το διάστημα της υπερημερίας της εναγόμενης εργολήπτριας, από 8-7-2012, που κατά αθέτηση της συμβάσεως η τελευταία δεν παρέδωσε το έργο και μέχρι τις 20-1-2014, που διήρκεσε η υπερημερία αυτή, όταν κατέστη ως άνω δυνατή η λειτουργία και εκμετάλλευση του έργου του φωτοβολταϊκού σταθμού, δικαιούται αποζημίωση, στην οποία περιλαμβάνεται και η ζημία της λόγω διαφυγόντων εσόδων, που είχε το διάστημα αυτό (άρθρα 298, 343 παρ. 1 ΑΚ). Το δικαίωμα αυτό δεν είχε αποκλεισθεί με την αρχική από 3-12-2011 ένδικη σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων στο άρθρο 14 παρ. 5 της οποίας προβλέπεται ότι σε περίπτωση λύσης της συμβάσεως με καταγγελία κάθε συμβαλλόμενο μέρος δικαιούται να ζητήσει την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του χωρίς να γίνεται αναφορά σε διαφυγόντα έσοδα, που στην προκείμενη περίπτωση δεν ζητείται αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης με καταγγελία, ενώ η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έλαβε χώρα ως άνω στις 22-1-2014, δηλαδή μετά τη λήξει του χρόνου υπερημερίας. Σε κάθε περίπτωση με την προαναφερόμενη από 9-3-2-12 τροποποίηση του μνημονίου συνεργασίας (συμβάσεως) μεταξύ των διαδίκων τροποποιήθηκε ο ως άνω όρος με την προσθήκη και της αποθετικής ζημίας. Από την ως άνω αιτία η ενάγουσα με την αγωγή της ζήτησε αποζημίωση ύψους 1.358.378,07 ευρώ, το οποίο αίτημα μείωσε παραδεκτά ... σε ποσό 461.848,54 ευρώ. Σύμφωνα με την από 28-4-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως αυτή διορθώθηκε, η απόδοση του πάρκου σε περίπτωση που το έργο εκτελούνταν, όπως είχε συμφωνηθεί και θεωρώντας ότι τα πλαίσια "Solar Frontier" είχαν μια συμβατική παραγωγή περί τα 1.600 kwh/kwp ετησίως και οι γεννήτριες "..." είχαν μια συμβατική παραγωγή περί τα 1.400 kwh/kwp ετησίως και ήσαν κατά τη σύμβαση εγκατεστημένα 1.500 kw "..." και 475 kw "Solar Frontier" η απόδοση που θα είχαν να ήταν 1.500 kwp Χ 1,400 kwh/kwp + 475 kwp Χ 1.600 kwh/kwp = 2.860.000 kwh ετησίως, δηλαδή 238.333 kwh μηνιαίως και 7.835,62 kwh ημερησίως. Έτσι στο διάστημα των 24 ημερών, από 8 έως 31-7-2012, η παραγωγή θα ήταν 188.054 kwh. Στο επόμενο διάστημα των 17 μηνών, από 1-8-2012 έως 31-12-2013, η παραγωγή θα ήταν 4.051.661 kwh και στο τελευταίο διάστημα, από 1 έως 22-1-2014, η παραγωγή θα ήταν 156.712,4 kwh και συνολικά στο επίδικο ως άνω διάστημα 4.396.427 kwh. Από την πώληση της παραγόμενης αυτής ποσότητας ρεύματος στην αγοράστρια "Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε. αε" με το τίμημα που συμφωνήθηκε από την μεταξύ τους σύμβαση πωλήσεως (αριθμ. 3781/12-10-2010 άρθρο 7 αυτής και άρθρο 13 ν. 3468/2006) προς 0,3975 ευρώ / kwh, θα αποκέρδαινε αυτή το ποσό των 1.747.579,80 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε εξαιτίας της καθυστέρησης του έργου. Από το ποσό, όμως, αυτό της ζημίας θα επιδικαστεί στην ενάγουσα το ποσό των 461.848,54 ευρώ, στο οποίο περιόρισε το σχετικό αίτημα της αγωγής της. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους η εναγόμενη παραπονείται και υποστηρίζει ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωση λόγω διαφυγόντων εσόδων και το σχετικό κονδύλιο έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθώς επίσης ότι η εκκαλούμενη απόφαση παρέλειψε να αφαιρέσει τις λειτουργικές δαπάνες για την παραγωγή της ως άνω ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να προσδιορίζει τις λειτουργικές δαπάνες αυτές και την αξία τους, ώστε να περιορίζουν την κερδοφορία της ενάγουσας και κάτω του αιτούμενου ποσού των 461.848,54 ευρώ. Αντίθετα εκτιμάται ότι εάν δεν είχε καθυστερήσει η εκτέλεση του έργου και η λειτουργία και εκμετάλλευση του φωτοβολταϊκού σταθμού, με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων η ενάγουσα το επίδικο ως άνω διάστημα θα αποκέρδαινε το προαναφερόμενο ποσό των 461.848,54 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω, το σύνολο των αξιώσεων της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των (24.846 + 123.000 + 2.934,70 + 131.900 + 461.848,54 =) 744.529,24 ευρώ. Με την από 17-2-2015 ανταγωγή της η εναγόμενη - αντενάγουσα αναφέρεται στην ένδικη σύμβαση, την οποία και η ίδια αποκαλεί ως σύμβαση ανάθεσης έργου, δυνάμει της οποίας αυτή ως εργολήπτρια ανέλαβε κατά τα ανωτέρω την κατασκευή φωτοβολταϊκού σταθμού ισχύος 1,975 Wmp, στη θέση Πλατός ...ς, για λογαριασμό της ενάγουσας - αντεναγόμενης εργοδότριας εταιρείας αντί αμοιβής 3.250.000 ευρώ που συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή, συμπεριλαμβανομένης και της αξίας των υλικών (φωτοβολταϊκών πλαισίων κλπ) που θα διέθετε η ίδια αντενάγουσα εργολήπτρια και θα εναπόθετε στο έργο, η δε καταβολή της αμοιβής της συμφωνήθηκε σταδιακά στις αναφερόμενες δόσεις κατά την πρόοδο του έργου και την εναπόθεση σε αυτό των επίσης αναφερόμενων ποσοτήτων φωτοβολταϊκών και φάσεων του έργου. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής η αντενάγουσα εξέδωσε τα αναφερόμενα 20 τιμολόγια συνολικής αξίας 3.083.240 ευρώ για την παροχή αντίστοιχου εξοπλισμού που εναποτέθηκε στο έργο. Περαιτέρω, η αντενάγουσα, επανερχόμενη στη σύμβαση έργου και με βάση υπολογισμούς που προβαίνει και αναφερόμενη σε κάποιες τροποποιήσεις, που αφορούσαν τύπους υλικών, υπολογίζει ότι η αντεναγόμενη εργοδότρια μέχρι τον Μάιο 2012 ή έστω τον Αύγουστο 2012 όφειλε να της είχε καταβάλει για το μέχρι τότε έργο τα ποσά 1) 400.000 Χ 4 = 1.600.000 ευρώ για τα φωτοβολταϊκά πλαίσια, 2) 100.000 ευρώ για την ολοκλήρωση του ενός Mw, 3) 100.000 ευρώ για τη σύνδεση του έργου με τη ΔΕΗ που έγινε στις 27-7-2012 και 4) 750.000 ευρώ κατά τη σύμβαση στις 20-5-2012. Αντί αυτού η αντεναγόμενη περιορίστηκε και σταδιακά μέχρι τον Αύγουστο 2012 της κατέβαλε ποσό 2.105.870 ευρώ, δηλαδή 444.130 ευρώ λιγότερα από το οφειλόμενο ως άνω ποσό. Περαιτέρω, η αντενάγουσα, αναφερόμενη σε μετέπειτα τιμολογήσεις εκ μέρους της του εκτελεσθέντος έργου και σε διαφορετικά κάθε φορά ποσά, καταλήγει σε υπόλοιπο απαίτησής της κατά της αντεναγόμενης εργοδότριας ποσού 644.120 ευρώ, για το οποίο άσκησε κατά τον αναφερόμενο τρόπο ένστασή της από το 374 ΑΚ του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, δηλώνοντας προς την εργοδότρια ότι αποχωρεί προσωρινά από το έργο και αδυνατεί να συνεχίσει την εκτέλεσή του, αφού δεν της καταβάλλεται το ως άνω υπόλοιπο της αμοιβής της. Δημιουργήθηκε κατόπιν αυτού η αναφερόμενη μεταξύ τους αντιδικία, κατά την οποία, όπως αναφέρεται, ενώ η αντεναγόμενη εργοδότρια είχε περιέλθει σε υπερημερία δανειστή, στις 22-1-2014 κατήγγειλε παρανόμως τη μεταξύ τους σύμβαση και κήρυξε αυτήν (εργολήπτρια) έκπτωτη. Κατόπιν του ιστορικού αυτού η αντενάγουσα καταλήγει ότι σε κάθε περίπτωση η αντεναγόμενη πρέπει να της εξοφλήσει τα αναφερόμενα τιμολόγια (από τα 20 που εξέδωσε για υλικά που προσκόμισε και εναπόθεσε στο έργο) και συγκεκριμένα τα υπ' αριθμ. 13 - 18 αυτών που αφορούν, όπως αναφέρει την πώληση, δυνάμει αυτών, στην αντεναγόμενη "Solar Frontier", αξίας 238.700 ευρώ, ποσό 13.500 ευρώ για 9 αντιστροφείς SMA SMC 11.000 Τ1, ποσό 10.000 ευρώ για σετ καλωδίων DC1. 495 μέτρων, ποσό 9.000 ευρώ για 6 αντιστροφείς inverters SMA SMC 11.000 αντί 1.500 ευρώ ανά τεμάχιο, ποσό 21.140 ευρώ για 15 υποπίνακες DC αντί 1.800 ευρώ ανά τεμάχιο και ποσό 18.000 ευρώ για 10 πίνακες AC και DC αντί 1.800 ευρώ ανά τεμάχιο. Συνολικά δε προς εξόφληση των ως άνω τιμολογίων πωλήσεως η αντενάγουσα ζητεί την καταβολή σε αυτή, νομιμοτόκως, του ποσού των 310.340 ευρώ. Με το ως άνω περιεχόμενο η ανταγωγή αφορά απαίτηση της αντενάγουσας από την πώληση στην αντεναγόμενη των ως άνω υλικών, αφού μετά την διηγηματική αναφορά στη σύμβαση έργου, δεν επιδιώκει την καταβολή του ως άνω προσδιοριζόμενου ποσού ως υπόλοιπου της αμοιβής της από την ίδια σύμβαση, αλλά προβάλλει και επιδιώκει απαίτηση από πώληση συγκεκριμένων υλικών δυνάμει των προναφερόμενων τιμολογίων. Επομένως, αβασίμως υποστηρίζει με την έφεσή της η εναγόμενη - αντενάγουσα ότι η προβαλλόμενη με την ανταγωγή απαίτησή της παράλληλα είναι απαίτηση από σύμβαση έργου και έπρεπε να εξεταστεί ως τέτοια. Ούτε, βέβαια, μπορεί, όπως επίσης υποστηρίζει η αντενάγουσα με την έφεσή της, να τύχει εφαρμογής η διάταξη 683 ΑΚ, που ορίζει ότι εάν πρόκειται για σύμβαση κατασκευής έργου, σε περίπτωση αμφιβολίας, αν την ύλη που απαιτείται για το σκοπό αυτό χορηγεί ο εργολάβος εφαρμόζονται οι διατάξεις για την πώληση. Τέτοια αμφιβολία δεν επικαλέστηκε με την ανταγωγή της η αντενάγουσα, αλλά ρητά αναφέρει ότι η σύμβαση ρητά προέβλεπε την κατασκευή εκ μέρους της και με υλικά που θα διέθετε και θα εναπόθετε η ίδια στο έργο, φωτοβολταϊκού σταθμού, αντί αμοιβής που συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή στο ποσό των 3.250.000 ευρώ, η οποία περιείχε και την αξία των υλικών που διέθεσε και χρησιμοποίησε στην εκτέλεση του έργου και αφορούσε το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής της. Πέραν αυτού και από τις προσκομιζόμενες ως άνω αποδείξεις και ιδιαίτερα το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης έργου δεν προκύπτει ότι, εκτός της σύμβασης έργου μεταξύ των διαδίκων, μπορεί να καταρτίστηκε παράλληλα και σύμβαση πώλησης, από την οποία μπορεί να εκπηγάζει απαίτηση της αντενάγουσας προς καταβολή τιμήματος πώλησης υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στο έργο. Ειδικότερα, η σύμβαση ρητά προβλέπει, στα άρθρα 2 και 4 αυτής, ότι ο κύριος του έργου (εργοδότης) αναθέτει στην εργολήπτρια (αντενάγουσα) και αυτή αποδέχεται και αναλαμβάνει την εκτέλεση του έργου και ειδικότερα, τη μελέτη, κατασκευή, προμήθεια και εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού σταθμού και στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής, στο συμβατικό αντικείμενο και στις υποχρεώσεις της αντενάγουσας εργολήπτριας περιλαμβάνεται και η προμήθεια όλων των στοιχείων εξοπλισμού, που συναποτελούν και συμπεριλαμβάνονται στον σταθμό, τα οποία στοιχεία του εξοπλισμού, η ειδικότερη περιγραφή του έργου και η εξειδίκευση των υποχρεώσεων της εργολήπτριας περιλαμβάνονται σε ειδικό τεύχος. Για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών, την παραγγελία και προμήθεια των απαραίτητων υλικών και εμπορευμάτων, τις εργασίες τοποθέτησής τους και ολοκλήρωσης του έργου, η εργολήπτρια (αντενάγουσα) δικαιούται αμοιβής, που συμφωνείται στο συνολικό ποσό 3.250.000 ευρώ, πλέον του εκάστοτε αναλογούντος επί αυτού ΦΠΑ. Οπότε δεν αποδεικνύεται η κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πώλησης των υλικών που τοποθετήθηκαν στο έργο, ώστε η αντενάγουσα να έχει απαίτηση προς καταβολή τιμήματος πώλησης τέτοιων υλικών, όπως ζήτησε με την ανταγωγή της. Ούτε βέβαια τα αντίστοιχα, ως άνω 20 τιμολόγια που εξέδωσε η εργολήπτρια αντενάγουσα με λήπτρια την αντεναγόμενη ερδοδότρια, προφανώς ως συνοδευτικά των μεταφερόμενων στο έργο υλικών, που ανέφεραν τις ποσότητες και την αξία των υλικών που κάθε φορά μεταφέρονταν και τοποθετούνταν στο έργο, υποδηλώνουν ότι υπήρξε τέτοια σύμβαση πώλησης μεταξύ των διαδίκων. Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται οφειλή της αντεναγόμενης εργοδότριας προς την αντενάγουσα εργολήπτρια από σύμβαση πώλησης, η ανταγωγή κρίνεται κατ' ουσία αβάσιμη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατόπιν εκτίμησης των ίδιων ως άνω στοιχείων και οι αντίθετοι ως άνω λόγοι εφέσεως, με τους οποίους η αντενάγουσα - εναγόμενη παραπονείται για την απόρριψη της ανταγωγής της, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν...". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την από 17-7-2017 έφεση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής της από αδικοπραξία, καθώς και της αγωγής στο σύνολό της ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των εναγομένων (μη διαδίκων εν προκειμένω) και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 31-5-2017 έφεση της εναγόμενης - αντενάγουσας (αναιρεσείουσας) (και ειδικότερα κατά τον λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο για εσφαλμένη επιδίκαση ποσού 6.000 ευρώ για δαπάνη αποξήλωσης όλων των γεννητριών ...), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (23/2017), κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη (αναιρεσείουσα), την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν και υποχρέωσε αυτήν (πρώτη εναγόμενη) να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 744.529,24 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένης της επίδοσης της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (υπό στοιχείο Ι στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τη βάση της ανταγωγής της, που στηριζόταν στη σύμβαση έργου, όπως αυτή επικαλέστηκε με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτο αυτής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο με την 23/2017 οριστική απόφαση, δεν κήρυξε απαράδεκτη την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα, ως στηριζόμενη στη σύμβαση έργου, βάση της ανταγωγής της, αλλά εκτιμώντας το δικόγραφο αυτής (ανταγωγής), με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, προέβη στον χαρακτηρισμό αυτής και έκρινε ότι η επικαλούμενη από την αντενάγουσα σύμβαση είναι πώληση, δυνάμει της οποίας ζήτησε αυτή την επιδίκαση του ποσού των 310.340 ευρώ ως οφειλόμενου τιμήματος από τα αναφερόμενα έξι (6) τιμολόγια πώλησης και όχι ως οφειλόμενη αμοιβή από σύμβαση έργου. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν, επίσης, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 793/2015) και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου (ΑΠ 701/2008). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, πλην, όμως, η αγωγή και γενικότερα η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, δεν είναι ανάγκη να περιέχουν νομική βάση. Τυχόν δε μνεία στο αγωγικό δικόγραφο της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της, σε συγκεκριμένη νομική διάταξη ή τυχόν έλλειψη τοιαύτης μνείας, δεν δεσμεύει το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, ανταγωγής κλπ., και από το περιεχόμενο της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων ή από την έλλειψη σχετικού νομικού χαρακτηρισμού (ΑΠ 82/2021, ΑΠ 514/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1040/2018). Στην προκείμενη περίπτωση με τους αναιρετικούς λόγους, δεύτερο (υπό στοιχείο ΙΙ στο αναιρετήριο), τέταρτο κατά το κύριο σκέλος του (υπό στοιχείο IV στο αναιρετήριο) και πέμπτο (υπό στοιχείο V στο αναιρετήριο) η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, (α) εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της ανταγωγής της, έκρινε ότι η ασκούμενη με αυτή αξίωση θεμελιώνεται σε σύμβαση πώλησης και δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με αυτήν (ανταγωγή) και με τον τρίτο λόγο έφεσης ισχυρισμό της ότι η επικαλούμενη με την ανταγωγή σύμβαση ήταν μια ενιαία μικτή σύμβαση, τόσο σύμβαση έργου, όσο και σύμβαση πώλησης, στην οποία εφαρμόζονται τόσο οι διατάξεις της εργολαβίας, όσο και της πώλησης (δεύτερος λόγος), (β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που πρότεινε με τον τρίτο λόγο έφεσης και ειδικότερα ότι μια σύμβαση κατασκευής φωτοβολταϊκού σταθμού, είναι μικτή σύμβαση, πώλησης του εξοπλισμού και έργου, ο δε εξοπλισμός συνιστά κύρια παροχή και καλύπτει το 90% περίπου του κόστους του όλου σταθμού και επ' αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις περί πωλήσεως (κύριο σκέλος τέταρτου λόγου) και (γ) δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι μεταξύ τους είχε συναφθεί σύμβαση πώλησης του εξοπλισμού του έργου για λόγους δασμολογικούς (εισαγωγής του εξοπλισμού) και φορολογικούς (απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από το ΦΠΑ), στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκαν τα επίδικα τιμολόγια πώλησης. Ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν ιδρύει τον σχετικό αναιρετικό λόγο η περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο της ουσίας, όπως έπραξε εν προκειμένω, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του δικογράφου της ανταγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, έστω και αν κατέληξε σε διαφορετικό από τον προβαλλόμενο από την αντενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) νομικό χαρακτηρισμό. Ο τέταρτος αναιρετικός λόγος (κατά το κύριο σκέλος του) είναι απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην έννοια των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 και οι αιτιάσεις περί αυτών δεν ιδρύουν τον σχετικό αναιρετικό λόγο (ΑΠ 968/2018, ΑΠ 179/2002). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αβάσιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο απέρριψε την ανταγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση σύμβασης πώλησης μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της οποίας η αντεναγομένη όφειλε στην αντενάγουσα το αιτούμενο με την ανταγωγή τίμημα, παρά μόνο η επίδικη σύμβαση έργου κατασκευής του επίδικου φωτοβολταϊκού σταθμού (ΑΚ 681 ΑΚ), στο πλαίσιο της οποίας η αναιρεσείουσα εργολάβος είχε υποχρέωση να προμηθεύσει και τα υλικά (εξοπλισμό), που ήταν απαραίτητα για την εκτέλεση του έργου αυτού. Τέλος, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η ομολογία συνιστά αποδεικτικό μέσο και όχι "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, εκτιμώμενος δε από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο (πρώτη σελίδα 22ου φύλλου) υπεύθυνη για την προμήθεια των φωτοβολταϊκών γεννητριών ήταν η αναιρεσείσουσα εργολάβος, η οποία είχε υποχρέωση και να τα εκτελωνίσει. Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο ΙΙΙ στο αναιρετήριο) η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας πλημμέλειες κυρίως από τον αριθμό 19 και επικουρικά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου, άλλως ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513 επομ και 681, 694 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι η αμοιβή της πληρωνόταν τμηματικά και ότι αυτή προμήθευε τον εξοπλισμό του φωτοβολταϊκού σταθμού στην αναιρεσίβλητη εργοδότρια, έπρεπε να δεχθεί ότι τα επίδικα τιμολόγια έπρεπε να πληρωθούν ως συμφωνημένη τμηματική αμοιβή της από την επίδικη σύμβαση έργου, διότι αφορούν εξοπλισμό που εγκαταστάθηκε στο έργο. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με το κεφάλαιο της ανταγωγής, δέχθηκε ανελέγκτως ότι με την επίδικη σύμβαση έργου είχε συμφωνηθεί η εργολαβική αμοιβή της αναιρεσείουσας εργολάβου κατ' αποκοπή στο συνολικό ποσό των 3.250.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, στο οποίο περιλαμβανόταν και η προμήθεια (από την αναιρεσείουσα) των αναγκαίων υλικών που θα τοποθετούνταν στο έργο (φωτοβολταϊκά πλαίσια κλπ), ότι η αμοιβή θα καταβαλλόταν στην αναιρεσείουσα τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών και την εναπόθεση στο έργο των αναφερόμενων ποσοτήτων φωτοβολταϊκών καθώς, επίσης, ότι μεταξύ των διαδίκων, εκτός από την επίδικη σύμβαση έργου, με το ως άνω περιεχόμενο, δεν καταρτίστηκε έτερη σύμβαση πώλησης φωτοβολταϊκών πλαισίων, δυνάμει της οποίας η αντεναγομένη οφείλει στην αντενάγουσα το αιτούμενο με την ανταγωγή τίμημα ποσού 310.000 ευρώ, το οποίο αφορούν τα επίδικα 6 τιμολόγια πώλησης. Με βάση τα ανωτέρω που δέχθηκε ορθά απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανταγωγή και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου καθόσον, αφού η αμοιβή της αναιρεσείουσας είχε συμφωνηθεί κατ' αποκοπή και σ' αυτήν περιλαμβανόταν και το κόστος για την προμήθεια όλου του αναγκαίου για την κατασκευή του έργου εξοπλισμού, δεν υπήρχε λόγος να πωλήσει η αναιρεσείουσα (αντενάγουσα) στην αναιρεσίβλητη (αντεναγομένη) στοιχεία του εξοπλισμού που θα χρησιμοποιούσε στο έργο, αφού η προμήθεια αυτών αποτελούσε συμβατική της υποχρέωση. Συνεπώς, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο VI στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει αντιφατική αιτιολογία, διότι, ενώ δέχεται (στο φύλλο 28) ότι δεν αποδείχθηκε σύμβαση πώλησης και απορρίπτει την ανταγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αντιφατικά στη 2η σελίδα του 17ου φύλλου απορρίπτει την ένστασή της από το άρθρο 374 ΑΚ (μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος) για 3 λόγους, με τον δεύτερο από τους οποίους (ότι η εναγόμενη υπερτιμολογούσε την αξία των υλικών που εισέφερε στο έργο, ώστε να εμφανίζει ότι η αμοιβή που της είχε καταβληθεί υπολειπόταν της αξίας του εκτελεσθέντος έργου) δέχεται έμμεσα σύμβαση πώλησης του εξοπλισμού. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι η αντίφαση πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν υπάρχει μεταξύ αιτιολογιών, από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ίδιας απόφασης (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1431/2015), όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, που η πρώτη αιτιολογία αναφέρεται στο κεφάλαιο της ανταγωγής, και η δεύτερη στο κεφάλαιο της αγωγής και ειδικότερα στην απόρριψη της ένστασης του 374 ΑΚ, στηρίζοντας η καθεμία διαφορετική διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο VII στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 683 ΑΚ, με την αιτίαση ότι, όπως ισχυρίστηκε (επικουρικά) με τον 3ο λόγο της έφεσής της, σε περίπτωση αμφιβολίας θα έπρεπε να εφαρμόσει τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 683 ΑΚ, διότι, αφού τον εξοπλισμό για την κατασκευή του φωτοβολταϊκού σταθμού τον χορηγούσε αυτή ως εργολάβος, η σύμβαση θα έπρεπε να θεωρηθεί ως σύμβαση πώλησης του εξοπλισμού. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση έργου με αντικείμενο την κατασκευή, από την αναιρεσείουσα εργολάβο, του επίδικου φωτοβολταϊκού σταθμού στα ακίνητα της αναιρεσίβλητης εργοδότριας, με υλικά που θα τα χορηγούσε η εργολάβος και δεν είχε καμία αμφιβολία ως προς τον ως άνω χαρακτήρα της σύμβασης που ήθελαν να καταρτίσουν οι διάδικοι ως σύμβασης έργου, αφού αυτοί κατά την κατάρτισή της εκφράστηκαν σαφώς. Συνεπώς, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη, την οποία ως εκ τούτου δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή, αφού αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα. Εξάλλου, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και με την αναίρεση πλήττεται η μια μόνο από αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1261/2021, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 559/2019, ΑΠ 1442/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης (σκέλη υπό στοιχεία X.Β και Χ.Γ στο αναιρετήριο), κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 374 ΑΚ και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση εκ του άρθρου 374 ΑΚ, την οποία πρότεινε τόσο πρωτοδίκως με τις προτάσεις της, όσο και στο Εφετείο με τον 8ο λόγο έφεσης, όπως συμπληρώθηκε με τον 10ο πρόσθετο λόγο αυτής, σύμφωνα με την οποία με την από 15-11-2012 εξώδικη δήλωση ανέστειλε τις εργασίες στο έργο, λόγω του ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη δεν της είχε καταβάλει μέρος της οφειλόμενης, κατά τη σύμβαση, στις 20-5-2012, τμηματικής αμοιβής ποσού 644.120 ευρώ. Την ως άνω ένσταση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δέχθηκε τα εξής: "...Συγκεκριμένα, η ενάγουσα κατέβαλε στην πρώτη εναγόμενη τα εξής ποσά: α'. στις 17-1-2012 το ποσό των 399.500 ευρώ, β'. στις 14-2-2012 το ποσό των 200.000 ευρώ. γ'. στις 23-3-2012 το ποσό των 300.000 ευρώ, δ'. στις 5-3-2012 το ποσό των 100.000 ευρώ, ε'. στις 7-3-2012 το ποσό των 100.000 ευρώ, στ'. στις 16-3-2012 το ποσό των 200.000 ευρώ, ζ'. στις 19-3-2012 το ποσό των 170.000 ευρώ, η'. στις 28-3-2012 το ποσό των 200.000 ευρώ, θ'. την 1-7-2012 το ποσό των 60.960 ευρώ, ι'. στις 3-7-2012 το ποσό των 107.355 ευρώ, ια'. στις 10-7-2012 το ποσό των 118.000 ευρώ και ιβ'. Στις 16-7-2012 το ποσό των 268.055 ευρώ, συνολικά δηλαδή κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη, τμηματικά, κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-2012 έως 16-7-2012, το ποσό των 2.105.870 ευρώ, όπως παραδέχεται η εναγομένη με την ανταγωγή της... Στις 29-11-2012 επιδόθηκε στην ενάγουσα (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...) η από 15-11-2012 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της εναγομένης, με την οποία αυτή ισχυριζόταν ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου οφείλεται σε υπαιτιότητα της κυρίας του έργου - ενάγουσας, ιδίως δε στη μη εμπρόθεσμη καταβολή τμήματος της αμοιβής, ύψους 644.130 ευρώ, το οποίο κατ' αυτήν (εναγομένη) έπρεπε να είχε καταβληθεί στις 20-5-2012. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι αποχωρεί από το έργο προσωρινά έως ότου καταβληθεί το ποσό αυτό, ισχυριζόμενη ότι ασκεί την ένσταση του άρθρου 374 ΑΚ... Ο δεύτερος (ισχυρισμός) από το άρθρο 374 ΑΚ (κρίνεται αβάσιμος), γιατί, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, μέχρι 16-7-2012 από τη συνολική οφειλόμενη αμοιβή των 3.250.000 ευρώ, που κατά τη σύμβαση προβλεπόταν η τμηματική καταβολή της κατά τα αναφερόμενα στάδια του έργου, η ενάγουσα είχε καταβάλει τμηματικά προς την εναγόμενη το συνολικό ποσό των 2.105.870 ευρώ, καίτοι το έργο δεν είχε ολοκληρωθεί, ούτε βεβαίως είχαν εκτελεστεί τα συμφωνημένα στάδια εργασιών, που προέβλεπαν την επιτυχή επιμέτρηση των επιδόσεων του έργου και την σύνδεσή του με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη ήταν υπερήμερη στην εκτέλεση και παράδοση του έργου, κατάσταση που δημιουργούσε ευθύνη της προς αποζημίωση της ενάγουσας, ενώ παράλληλα, όπως προαναφέρθηκε, η εναγόμενη υπερτιμολογούσε την αξία των υλικών που εισέφερε στο έργο, ώστε να εμφανίζει ότι η αμοιβή που της είχε καταβληθεί υπολειπόταν της αξίας του εκτελεσθέντος έργου. Συνεπώς, αβασίμως υποστηρίζει η εναγόμενη ότι τον Νοέμβριο 2012 είχε απαίτηση για υπόλοιπη οφειλόμενη αμοιβή της για το μέχρι τότε εκτελεσθέν εκ μέρους της έργο από 644.130 ευρώ, για την οποία προέβαλε την ως άνω ένσταση από το άρθρο 374 ΑΚ, αρνούμενη να εκτελέσει την παροχή της και να αποπερατώσει το έργο μέχρι να της καταβληθεί το ποσό αυτό... Όμως, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα κατέβαλε στην εναγόμενη ποσά της αμοιβής της ανάλογα με τον εξοπλισμό που η εναγόμενη μετέφερε στο έργο και μέχρι τις 16-7-2012 της είχε καταβάλει συνολικό ποσό 2.150.870 ευρώ που οπωσδήποτε υπερκάλυπταν την μέχρι τότε αξία του έργου και η εναγόμενη από δική της ευθύνη διέκοψε την συνέχιση του έργου...". Όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε το απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα επί του άνω ισχυρισμού εκ του άρθρου 374 ΑΚ σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες. Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογία, το Εφετείο απέρριψε τον άνω ισχυρισμό, διότι έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-2012 μέχρι 16-7-2012, είχε καταβάλει στην αναιρεσείουσα σταδιακά το ποσό των 2.105.870 ευρώ έναντι της συνολικά συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 3.250.000 ευρώ, χωρίς μάλιστα η αναιρεσείουσα να έχει εκτελέσει τα συμφωνηθέντα στάδια εργασιών που πρόβλεπαν την επιτυχή επιμέτρηση των επιδόσεων του έργου και τη σύνδεσή του με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και ότι ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της ότι τον Νοέμβριο του έτους 2012, που απέστειλε στην αναιρεσίβλητη την άνω, από 15-11-2012 εξώδικη δήλωση αποχώρησής της από το έργο, είχε απαίτηση για υπόλοιπη οφειλόμενη αμοιβή ποσού 644.130 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ, καθόσον πράγματι, δεν συνέτρεχε βάσιμη περίπτωση άσκησης της ένστασης του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος εκ μέρους της αναιρεσείουσας, αφού, όπως δέχθηκε με πλήρη και σαφή αιτιολογία το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη εργοδότρια κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, από 17-1-2012 έως 16-7-2012, είχε καταβάλει σταδιακά στην αναιρεσείουσα από τη συνολικά συμφωνηθείσα αμοιβή των 3.250.000 ευρώ ποσό 2.105.870 ευρώ, ήτοι ποσό μεγαλύτερο από το ποσό των 644.130 ευρώ, που, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, έπρεπε να της καταβληθεί στις 20-5-2012, ενώ στο ίδιο χρονικό διάστημα η αναιρεσείουσα δεν είχε εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις σχετικά με την επιτυχή επιμέτρηση των επιδόσεων του έργου και την σύνδεσή του με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας. Συνεπώς, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον δέκατο λόγο αναίρεσης (κατά τα σκέλη του υπό στοιχεία X.Β και Χ.Γ στο αναιρετήριο) είναι αβάσιμα, όπως και ο σχετικός αναιρετικός λόγος. Επιπροσθέτως, όμως, όπως προεκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και με άλλες, επάλληλες αιτιολογίες, ήτοι λόγω του ότι η αναιρεσείουσα, (α) ήταν υπερήμερη στην εκτέλεση και παράδοση του έργου, (β) υπερτιμολογούσε την αξία των υλικών που εισέφερε στο έργο για να εμφανίζει ότι η αμοιβή που της είχε καταβληθεί υπολειπόταν της αξίας του εκτελεσθέντος έργου και (γ) λόγω του ότι το μέχρι τις 16-7-2012 καταβληθέν σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) μέρος της αμοιβής της, ποσού 2.150.870 ευρώ, υπερκάλυπτε την αξία του μέχρι τότε εκτελεσθέντος έργου. Κατά των επάλληλων αυτών αιτιολογιών της προσβαλλομένης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις με τους δέκατο (σκέλη υπό στοιχεία Χ.Α, Χ.Δ, Χ.Ε στο αναιρετήριο), ενδέκατο (υπό στοιχεία ΧΙ στο αναιρετήριο), δωδέκατο (υπό στοιχεία Χ ΙΙ στο αναιρετήριο), δέκατο τρίτο (υπό στοιχεία Χ ΙΙΙ στο αναιρετήριο), δέκατο τέταρτο (υπό στοιχεία XIV στο αναιρετήριο), δέκατο πέμπτο (υπό στοιχεία XV στο αναιρετήριο) και δέκατο έκτο (υπό στοιχεία XVI στο αναιρετήριο) αναιρετικούς λόγους. Εφόσον, όμως, με τον παραπάνω δέκατο αναιρετικό λόγο (σκέλη υπό στοιχεία Χ.Β και Χ.Γ) δεν πλήττεται επιτυχώς η παραπάνω αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη ως αβάσιμης της ένστασης του 374 ΑΚ, όλες οι αιτιάσεις κατά των υπόλοιπων, επάλληλων, απορριπτικών της ένστασης αυτής, αιτιολογιών, που προβάλλονται με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, όπως και οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης. Περαιτέρω, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτήν ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, καθόσον το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο έβδομο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο XVII στο αναιρετήριο) η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 383 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, όπως αναφέρει ρητά στη δεύτερη σελίδα του πέμπτου φύλλου, αν και αυτή δεν εφαρμόζεται στη σύμβαση έργου, στην οποία εφαρμόζονται τα άρθρα 687 - 690 ΑΚ, εκτός αν το έργο που παρέλαβε ο εργοδότης είναι διαφορετικό από το συμφωνημένο, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, παρά την, μη ιδρύουσα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, αυτοτελώς αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εσφαλμένη αναφορά του άρθρου 383 ΑΚ στην άνω σελίδα της προσβαλλομένης, που περιέχει τη μείζονα πρόταση, αν δεν συνέχεται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 383 ΑΚ, ούτε για τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης προς διόρθωση των ελλείψεων και κακοτεχνιών του έργου, επί των οποίων εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 687 ΑΚ, ούτε για τις αξιώσεις της από τα διαφυγόντα κέρδη, επί των οποίων εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 343 αριθ. 1 και 298 ΑΚ. Επίσης, με τον εικοστό λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο XX στο αναιρετήριο) η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της που πρόβαλε με τον έκτο λόγο της έφεσής της ότι η εκτέλεση εργασιών στο έργο, η κατοχή κλειδιών του σταθμού από υπάλληλο της αναιρεσίβλητης καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2013 και η διενέργεια συντήρησης του σταθμού από αυτήν την αναιρεσίβλητη προϋποθέτει παράδοση και παραλαβή του έργου. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς το πραγματικό ζήτημα της παράδοσης του επίδικου φωτοβολταϊκού σταθμού (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει και, κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 224/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1305/2019). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον εικοστό τρίτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχεία XXIII στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το από 15-11-2012 εξώδικο που απέστειλε στην αναιρεσίβλητη, παραλείποντας να αναγνώσει περικοπές του, από την πρώτη, δεύτερη και τέταρτη σελίδα αυτού, που παραπέμπουν άμεσα και ευθέως στην υλική παράδοση του έργου. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (πρώτη σελίδα 12ου φύλλου αυτής) το Εφετείο δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο της ως άνω από 15-11-2012 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας δεν προκύπτει ούτε εμμέσως προσφορά της αναιρεσείουσας προς παράδοση του έργου, γι' αυτό και απέρριψε αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της από την ευθύνη (άρθρο 692 ΑΚ), διότι προέβη σε άτυπη παράδοση του έργου στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εναντιώθηκε ρητά, οπότε θεωρείται ότι το ενέκρινε. Ωστόσο, την κρίση του ότι δεν υπήρξε προσφορά προς παράδοση του έργου από την αναιρεσίβλητη και το εξ αυτής απορριπτικό της άνω ένστασης αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το Εφετείο δεν την στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο περιεχόμενο του άνω εξωδίκου, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την από 3-12-2011 επίδικη σύμβαση έργου, στην οποία προβλέπεται ειδικά ο τρόπος παράδοσης του έργου στην αναιρεσίβλητη εργοδότρια, καθώς και το από 27-12-2013 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο απέστειλε η αναιρεσείουσα προς την αναιρεσίβλητη, με το οποίο την καλούσε να προσέλθει στη ..., στις 21-1-2014, δηλαδή πολύ μεταγενέστερα από την αποστολή της από 15-12-2012 εξώδικης δήλωσης, προς παραλαβή του έργου. Συνεπώς, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του ως άνω, φερόμενου ως παραμορφωθέντος, εγγράφου. Εξάλλου, τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς, οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές και δεν περιέχουν κανόνες δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου, όπως από τις ΑΚ 200, 288, 388 κλπ (ΑΠ 290/2014, ΑΠ 491/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εικοστό τέταρτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο XXIV στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθμούς 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών, που επικρατούν στις κατασκευές φωτοβολταϊκών σταθμών, δεν δέχθηκε ότι η παράδοση του έργου στην αναιρεσίβλητη έγινε στις 25-9-2012, οπότε έγινε η οριστική σύνδεση των φωτοβολταϊκών σταθμών με το δίκτυο της ΔΕΗ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το μέρος που επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω επικαλούμενη συνήθεια ως επικρατούσα στις κατασκευές των φωτοβολταϊκών σταθμών, δεν επιβάλλεται από κανόνα δικαίου και επομένως δεν ελέγχεται ως παραβίαση της διάταξης αυτής. Σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι και απαράδεκτος κατ' αμφότερα τα σκέλη του, διότι η αιτίαση πλήττει την κρίση του Εφετείου ως προς το ζήτημα της παράδοσης του επίδικου έργου, η οποία, ως κρίση αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επίσης, με τον εικοστό έκτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο XXVI στο αναιρετήριο), κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας, αφού σ' αυτήν δεν διευκρινίζεται ποια ελαττώματα την κάλεσε η ενάγουσα να αποκαταστήσει και ποιες εργασίες της ζήτησε να πραγματοποιήσει στο έργο εντός 10 ημερών με το πρώτο από 16-12-2013 εξώδικο. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, καθόσον ο ισχυρισμός περί αοριστίας για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και εν προκειμένω δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ανωτέρω περί αοριστίας ισχυρισμός προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και το περιεχόμενο αυτού και ότι επαναφέρθηκε νομότυπα με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από την αναιρεσείουσα (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 74/2019). Περαιτέρω, με τον εικοστό όγδοο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο XXVIII στο αναιρετήριο) και τον ομοίου περιεχομένου πεντηκοστό λόγο (υπό στοιχεία XLIX στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρότεινε με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ότι η ενάγουσα δεν είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την επιδίκαση δαπάνης επισκευής των φωτοβολταϊκών πλαισίων ..., διότι στις συνελεύσεις των ετών 2014, 2015, 2016 είχε λάβει απόφαση αντικατάστασής τους με φωτοβολταϊκά πλαίσια Solar Frontier. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι η επικαλούμενη λήψη απόφασης από τις γενικές συνελεύσεις της αναιρεσίβλητης περί αντικατάστασης των άνω φωτοβολταϊκών πλαισίων, δεν αναιρεί το έννομο συμφέρον της προς παροχή δικαστικής προστασίας με τη μορφή επιδίκασης δαπάνης για την επισκευή των ελαττωματικών πλαισίων, που είχαν εγκατασταθεί στο πάρκο της. Εξάλλου, με τον εικοστό ένατο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχεία XXIX στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1, αλλιώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση της εσφαλμένης απόρριψης της ένστασής της εκ του άρθρου 692 ΑΚ, την οποία πρότεινε με τον έβδομο λόγο έφεσής της, επαναφέροντας τον άνω ισχυρισμό, που είχε προτείνει και πρωτοδίκως, ότι απαλλάσσεται από την ευθύνη για τις ελλείψεις του έργου, διότι με την από 15-11-2012 εξώδικη δήλωση προέβη σε άτυπη παράδοση του έργου στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν απάντησε σ' αυτό (εξώδικο) μέχρι τις 30-11-2012, οπότε θεωρείται ότι το παρέλαβε ανεπιφύλακτα και το ενέκρινε. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (δωδέκατο φύλλο αυτής), το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, διότι έκρινε ότι κατά την ως άνω ημερομηνία δεν έγινε παράδοση του έργου, αφού με την ως άνω εξώδικη δήλωση δεν υπήρξε ούτε έμμεση προσφορά της αναιρεσείουσας προς παράδοση του επίδικου έργου, ότι με την από 3-12-2011 σύμβαση έργου προβλεπόταν διαφορετική διαδικασία παράδοσης του έργου, την οποία δεν ακολούθησε η αναιρεσείουσα και ότι η τελευταία με το από 27-12-2013 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κάλεσε την αναιρεσίβλητη να προσέλθει στη ..., στις 21-1-2014, προς παραλαβή του έργου, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την επικαλούμενη από αυτήν παράδοση στις 30-11-2012. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ, καθόσον τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό της εφαρμογής της και περαιτέρω, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το άνω περιεχόμενό της, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της άνω διάταξης, κατέληξε στο απορριπτικό περί αυτής (ένστασης) αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Επίσης, με τους τριακοστό (υπό στοιχεία XXX στο αναιρετήριο) και τριακοστό πρώτο (υπό στοιχεία XXXI στο αναιρετήριο) λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προβάλλουσα πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη, (α) τον προτεινόμενο με τον δέκατο τρίτο λόγο έφεσης, όπως συμπληρώθηκε με τον ενδέκατο, επικουρικό, λόγο αυτής, ισχυρισμό, ότι η αναιρεσίβλητη, αναθέτοντας σε άλλον εργολάβο τη διόρθωση του έργου, παραιτήθηκε σιωπηρά από το κατ' άρθρο 688 ΑΚ δικαίωμα διόρθωσης αυτού (τριακοστός λόγος) και (β) τον προτεινόμενο με τον δέκατο λόγο έφεσης προς άρση της υπερημερίας της ισχυρισμό ότι παρεμποδίστηκε στην εκτέλεση των εργασιών στο έργο μέχρι τις 21-1-2014 (τριακοστός πρώτος λόγος) και (γ) τον προτεινόμενο με τον ενδέκατο λόγο έφεσης ισχυρισμό της περί της προσφοράς της προς οριστική παράδοση του έργου στη .... Οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο τριακοστός λόγος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την αξίωση απόδοσης δαπανών για ελλείψεις του έργου που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια εκτέλεσής του, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 687 ΑΚ και όχι τη διάταξη του άρθρου 688 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς έχει εφαρμογή επί ασκήσεως, μετά την παράδοση του έργου, αξίωσης διόρθωσης επουσιωδών ελαττωμάτων του έργου και σε κάθε περίπτωση διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης (2η σελίδα 22ου φύλλου αυτής), ο ισχυρισμός περί παραίτησης της αναιρεσίβλητης από τις αξιώσεις διόρθωσης των ελλείψεων λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως αβάσιμος και ο τριακοστός πρώτος λόγος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (2η σελίδα του 16ου φύλλου αυτής) το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 688/2019). Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποίων αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθενός από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 500/2019). Αρκεί, λοιπόν, κατ' αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) (ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως, ΟλΑΠ 14/2005) η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 697/2022, ΑΠ 1319/2022, 75/2022 ΑΠ, ΑΠ 754/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του εικοστού αναιρετικού λόγου (υπό στοιχεία ΧΧ στο αναιρετήριο), τον τριακοστό δεύτερο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο ΧΧΧ ΙΙ στο αναιρετήριο) και το δεύτερο σκέλος του τεσσερακοστού πέμπτου λόγου (υπό εσφαλμένη αρίθμηση XLIV στο αναιρετήριο, αντί της ορθής XLV), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη του, (α) το 1/8-8-2013 τιμολόγιο του Δ. Α., τον από 1-12-2013 έλεγχο περιοδικής συντήρησης του Α. Σ., το 46/17-12-2013 τιμολόγιο του Θ. Σ. (δεύτερο σκέλος του εικοστού αναιρετικού λόγου), (β) την από 30-12-2013 πιστοποίηση που αναφέρει το 36/2013 τιμολόγιο του Ν. Α., αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων της αρμόδιας Αστυνομίας ...ς, τις από 23-12-2013 ηλεκτρονικές επιστολές της, την ηλεκτρονική επιστολή του Α. Π., την αναλυτική επιστολή της από 27-12-2013 και τις από 28-12-2013 και από 30-12-2013 ηλεκτρονικές επιστολές της, την από 30-12-2013 επιστολή του Α. Π., τις από 30-12-2013 δύο ηλεκτρονικές επιστολές διαμαρτυρίας, την 5402/16-9-2014 ένορκη βεβαίωση, την από 12-1-2014 ηλεκτρονική επιστολή του υπεργολάβου Α. (τριακοστός δεύτερος λόγος αναίρεσης) και (γ) την εκτίμηση του μεσίτη Α. Π. και την 2185/24-3-2015 ένορκη βεβαίωση του Α. Π. (δεύτερο σκέλος τεσσερακοστού πέμπτου λόγου). Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην αρχή της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τεχνική έκθεση), τα οποία ρητά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με το όλο χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες σαφές περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα παραπάνω έγγραφα, ένορκες καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και δεν τα αγνόησε, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται ότι τα συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον τριακοστό τρίτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχεία XXXIIΙ στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλειες συλλήβδην από τους αριθμούς 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη απόρριψη του προταθέντος με τον ενδέκατο λόγο έφεσης ισχυρισμού της περί οριστικής παράδοσης του έργου στη ..., στις 22-1-2014. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση των επικαλούμενων πλημμελειών, πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς το ζήτημα της προσφοράς της αναιρεσείουσας προς παράδοση του έργου στη ... κατά την ανωτέρω ημερομηνία, την οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης (δεύτερη σελίδα δέκατου έκτου φύλλου και πρώτη σελίδα δέκατου έβδομου φύλλου), το Εφετείο την απέρριψε ως μη προσήκουσα. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσον αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα. Τέτοια αυξημένη αποδεικτική δύναμη, η μη λήψη της οποίας ιδρύει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, έχει η δικαστική ομολογία που αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε (άρθρο 352 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, ως ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 591/2022, ΑΠ 168/2022, ΑΠ 81/2020). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του τριακοστού τέταρτου λόγου αναίρεσης (που εσφαλμένα αριθμείται υπό στοιχεία ΧΧΧ ΙΙΙ στο αναιρετήριο, αντί του ορθού ΧΧΧ ΙV), η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη, ότι παραγνώρισε τη δύναμη της δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης, που υπάρχει στην αγωγή, ότι κατά το διάστημα της δοκιμαστικής λειτουργίας του φωτοβολταϊκού σταθμού καταβαλλόταν τίμημα από τον ΛΑΓΗΕ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε, εξάλλου, προκύπτει ότι έγινε επίκλησή της με τον εικοστό έκτο πρόσθετο λόγο έφεσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος του παραπάνω αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι "επιδικάζει και έσοδα 461.848,54 ευρώ πλέον των αιτηθέντων, αφού δεν αφαιρεί τα ανάλογα και αντίστοιχα πραγματοποιηθέντα το ίδιο χρονικό διάστημα". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, διότι το Εφετείο επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη ως διαφυγόντα κέρδη το αιτούμενο, μετά τον περιορισμό του σχετικού αιτήματος ποσό των 461.848,54 ευρώ και όχι ποσό μεγαλύτερο του αιτηθέντος. Επίσης, με τον τριακοστό έκτο λόγο αναίρεσης (που εσφαλμένα αριθμείται στο αναιρετήριο ΧΧΧV, αντί του ορθού XXXVI), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη σε εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 306 (δικαίωμα επιλογής) 688 - 690 ΑΚ, με την επίκληση ότι, αφού η αναιρεσίβλητη επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα επιδιόρθωσης (688 ΑΚ) δεν μπορεί να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης από το 690 ΑΚ. Ο λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋπόθεσης, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο, ως προς τις αξιώσεις επιδιόρθωσης των ελλείψεων του έργου εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 687 ΑΚ και ως προς την αξίωση αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη τις διατάξεις του άρθρου 343 παρ. 1 και 298 ΑΚ και όχι τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 688 - 690 ΑΚ, που εφαρμόζονται επί αξιώσεων για πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις μετά την παράδοση του έργου, οι οποίες βρίσκονται έναντι αλλήλων σε σχέση διαζευκτικής ή εκλεκτικής συρροής και επί των οποίων τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του 306 ΑΚ, κατά την οποία εφόσον ο εργοδότης επιλέξει να ασκήσει κάποιο από τα ως άνω δικαιώματά του, η ενοχή συγκεντρώνεται σ' αυτό. Περαιτέρω, με τον τριακοστό έβδομο λόγο αναίρεσης (υπό εσφαλμένη αρίθμηση ΧΧΧVΙ στο αναιρετήριο, αντί της ορθής XXXVII), η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 3781/2010 σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, που κατάρτισε η αναιρεσίβλητη με τον ΔΕΣΜΗΕ, διότι δέχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής λειτουργίας του σταθμού δεν καταβαλλόταν τίμημα στην αναιρεσίβλητη, ενώ σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής καταβαλλόταν, η κρίση της δε αυτή, η οποία έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι αφορά το ύψος των διαφυγόντων κερδών, στηρίζεται αποκλειστικά στην εν λόγω σύμβαση. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η επικαλούμενη παραμόρφωση της άνω σύμβασης επί του διατακτικού της απόφασης, καθόσον αναφέρει γενικόλογα ότι η αναιρεσίβλητη θα εισέπραττε από τον ΛΑΓΗΕ τίμημα για την πωλούμενη ηλεκτρική ενέργεια και κατά το διάστημα της δοκιμαστικής περιόδου (το οποίο, πάντως, θα της καταβαλλόταν μετά την έκδοση της άδειας λειτουργίας του φωτοβολταϊκού σταθμού), χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει με ποιο τρόπο η είσπραξη του εν λόγω τιμήματος (το οποίο, επίσης, δεν προσδιορίζει) επέδρασε επιζήμια γι' αυτήν στο διατακτικό της απόφασης, αρκούμενη στην εκφορά ότι η παραμόρφωση του άνω εγγράφου επέδρασε στο ύψος των διαφυγόντων κερδών, δηλαδή στο συνολικό πόρισμα του Εφετείου για τα διαφυγόντα κέρδη, το οποίο, όμως, το Εφετείο συνήγαγε από το σύνολο των αποδείξεων και όχι μόνο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω έγγραφο. Επίσης, με τον 40ο λόγο αναίρεσης (ΧΧΧΙΧ αντί XL) η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, αποδίδει στο Εφετείο παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία της επίδικης σύμβασης επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη διαφυγόντα κέρδη, παρότι με το άρθρο 14.5 αυτής προβλέπεται μόνο δικαίωμα για αποκατάσταση της θετικής ζημίας. Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, διότι δεν εκτίθεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων στην επίδικη σύμβαση, ώστε να υπάρξει ανάγκη προσφυγής στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες, είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί αναληθούς προϋπόθεσης ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης για τα διαφυγόντα κέρδη συναρτάται με την καταγγελία της επίδικης από 3-12-2011 σύμβασης, με το άρθρο 14.5 της οποίας, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης προβλέπεται δικαίωμα της εργοδότριας να ζητήσει μόνο την αποκατάσταση της θετικής ζημίας της, ενώ εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, η αξίωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή των διαφυγόντων κερδών δεν θεμελιώνεται στη λύση της σύμβασης λόγω της καταγγελίας της, αλλά στην υπερημερία της αναιρεσείουσας κατά το αναφερόμενο, προ της καταγγελίας, χρονικό διάστημα. Ακόμα, με τον τεσσερακοστό πρώτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχεία XL στο αναιρετήριο, αντί της ορθής αρίθμησης XLI) και τον τεσσερακοστό τρίτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχεία XLII στο αναιρετήριο, αντί του ορθού XLIII), η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη: (α) τον προταθέντα με τον δέκατο έκτο λόγο έφεσης και τον δέκατο έκτο πρόσθετο λόγο αυτής ισχυρισμό της ότι η αναφερόμενη από 9-3-2012 τροποποίηση του μνημονίου συνεργασίας, που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, με την οποία τροποποιήθηκε ο όρος της επίδικης σύμβασης με την προσθήκη και των διαφυγόντων κερδών, δεν ήταν τροποποίηση της επίδικης σύμβασης έργου, αλλά μνημόνιο γενικών βάσεων συνεργασίας και συνεπώς δεν μπορεί να ισχύσει ως τροποποίηση της επίδικης σύμβασης έργου (τεσσερακοστός πρώτος λόγος) και (β) τον προταθέντα με τον εικοστό τέταρτο λόγο έφεσης ισχυρισμό της περί ελαττωμάτων της πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (τεσσερακοστός τρίτος λόγος). Οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, ο μεν τεσσερακοστός πρώτος λόγος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης (2η σελίδα του 26ου φύλλου), ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε, ο δε τεσσερακοστός τρίτος ως απαράδεκτος, διότι η πραγματογνωμοσύνη είναι αποδεικτικό μέσο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρο 387 ΚΠολΔ, ΑΠ 255/2018, ΑΠ 667/2018) και, συνεπώς, δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8, τα προβληθέντα με τους ανωτέρω λόγους έφεσης επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των απόψεών της για ελαττώματα της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης. Περαιτέρω, με τον τεσσερακοστό πέμπτο λόγο αναίρεσης (υπό εσφαλμένη αρίθμηση XLIV στο αναιρετήριο αντί της ορθής XLV), η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη τον εικοστό τέταρτο λόγο έφεσής της, με τον οποίο επικαλέστηκε τις τιμές απόδοσης των φωτοβολταϊκών, που έγιναν από τον μεσίτη Α. Π. κατά το χρονικό διάστημα από 7-4-2015 έως 26-4-2015, τις οποίες παραθέτει στο αναιρετήριο σε αναλυτικό πίνακα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως, διότι, υπό το πρόσχημα της άνω πλημμέλειας, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την απόδοση (παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας) των φωτοβολταϊκών γεννητριών του επίδικου φωτοβολταϊκού σταθμού. Επίσης, με τον τεσσερακοστό όγδοο λόγο αναίρεσης (που εσφαλμένα αριθμείται XLVII στο αναιρετήριο αντί του ορθού XLVIII), κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο ότι επιδίκασε πλέον των αιτηθέντων για διαφυγόντα κέρδη. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη για διαφυγόντα κέρδη το ποσό των 461.838,53 ευρώ, στο οποίο η αναιρεσίβλητη περιόρισε το ύψος του συγκεκριμένου αγωγικού κονδυλίου από το αρχικά αιτούμενο για την αιτία αυτή ποσό του 1.358.378,07 ευρώ και, συνεπώς, δεν επιδίκασε ποσό πλέον του αιτηθέντος. Εξάλλου, με τον τεσσερακοστό ένατο λόγο αναίρεσης (υπό εσφαλμένη αρίθμηση XLVIII στο αναιρετήριο αντί της ορθής XLIX), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη τον εικοστό όγδοο λόγο έφεσης, με τον οποίο πρότεινε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής διεκδίκησης των διαφυγόντων κερδών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο νόμιμος τρόπος προβολής του ανωτέρω ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα δεν εκτίθεται ότι τον ισχυρισμό αυτό η αναιρεσείουσα τον πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ότι τον επανέφερε παραδεκτά, ως εκκαλούσα, με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ούτε επικαλείται ότι πρόκειται περί ισχυρισμού, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1272/2021, ΑΠ 721/2020, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 353/2020). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του άνω ισχυρισμού με τον εικοστό όγδοο πρόσθετο λόγο έφεσης και συγκεκριμένα, ότι όλα τα έσοδα που εισέπραξε η αναιρεσίβλητη την περίοδο του 2013 έως τον Φεβρουάριο του 2014 προέρχονται από παράνομη λειτουργία της, χωρίς την άδεια λειτουργίας και από υπαίτια καθυστέρηση της αίτησής της και συνεπώς, η αξίωσή της προς απόδοσή τους υπερβαίνει προφανώς τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματός της, δεν θεμελιώνουν νόμιμη ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, συνεπώς, επί του μη νόμιμου αυτού ισχυρισμού, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 68/2022). Τέλος, με τον πεντηκοστό πρώτο λόγο αναίρεσης (υπό εσφαλμένη αρίθμηση L στο αναιρετήριο, αντί της ορθής LI), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, συλλήβδην, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι εσφαλμένα και παρά το νόμο επιδίκασε σε βάρος της το ποσό των 132.432 ευρώ για αντικατάσταση των συλλεκτών Solar Frontier, στους οποίους έλειπε μόνο ένα μικρό εξάρτημα (φις) ή το κυτίο παραλληλισμού ή διακλαδώσεως σε ορισμένα από αυτά. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο, τα αναγκαία για τη θεμελίωση της καθεμιάς από τις παραπάνω πλημμέλειες στοιχεία και σε κάθε περίπτωση, διότι με τους σχετικούς ισχυρισμούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία η αναιρεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα στο αναιρετήριο, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-10-2020 (αριθ. εκθ. καταθ. 1/2020, αριθ. δικ. 807/2020) αίτηση για αναίρεση της 20/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένου του αμέσως αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ