Αριθμός 1301/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ............. και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Τρίπολης, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Καρέλα, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμόν 62-63/1999 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1911/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 56/24.1.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, την 10874/24-11-06 αίτηση του καταδικασμένου ................,που κατέθεσε ενώπιον του Διευθυντή της Δικ. Φυλακής Τριπόλεως, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 62-63/99 αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, που τον καταδίκασε για βιασμό και αποπλάνηση παιδιού σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, και εκθέτω τα ακόλουθα, 2-Η ανωτέρω αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 62-63/99 καταδικαστική απόφαση του ΜΟΕ Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, καθόσον δεν ασκήθηκε κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως, [βλ.τα από 10-1-07 και 11-1-07 πιστοποιητικά των γραμματέων του Εφετείου Πατρών και Εισαγγελίας ΑΠ, αντίστοιχα], με την οποία ισχυρίζεται ότι μετά την καταδίκη του προέκυψαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2,παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ΄ ουσία, (βλ. ΑΠ 1097/1995/ Π.ΧΡ. ΜΣΤ/1247 ΑΠ 127/2001 Π.Χρ. ΝΑ/896, ΑΠ 760/98 Ποιν. Δικ. 1998/660). 3-Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης , υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Δεν αποτελούν όμως νέα γεγονότα η ανάκληση ομολογίας του κατηγορουμένου ή μαρτυρίας συγκατηγορουμένου του, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προφανώς αναξιόπιστες και δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του κατηγορουμένου. [ΑΠ.756/93 ΠΧΡ.83/535,ΑΠ.216/98 ΠΧΡ. 98/801], 4-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του ΜΟΕ Πατρών, ο αιτών καταδικάσθηκε με αυτήν για βιασμό και αποπλάνηση παιδιού, πράξεις τις οποίες τέλεσε σε βάρος του δεκατριαετούς παθόντα ..............., στον .............. Αιτωλοακαρνανίας στις 20-12-1996. Συγκεκριμένα αφενός μεν με τη χρήση των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων εξανάγκασε τον ανήλικο να επιχειρήσει σ' αυτόν την ασελγή πράξη της πεολειχίας και να ανεχθεί την παρά φύση συνουσία μαζί του, αφετέρου δε προέβη στις ανωτέρω ασελγείς πράξεις σε παιδί που είχε μεν συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας του, αλλ' όχι και το 15ο αυτής. Ήδη, με την κρινόμενη αίτησή του ο καταδικασμένος τούτος ισχυρίζεται ότι μετά την πράξη του περιήλθαν σ' αυτόν σε γνώση του νέες αποδείξεις και γεγονότα, από τα οποία προκύπτει ότι καταδικάσθηκε γι' αυτές αδίκως. Τα νέα αυτά γεγονότα είναι τα εξής: Στις 30-6-06 συνάντησε στο Β' Α.Τ. Αγρινίου τον ........., Αστυνόμο Α΄, που υπηρετεί στο Αστυνομικό αυτό Τμήμα, ο οποίος είχε διεξαγάγει την προανάκριση εναντίον του για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, και του ανέφερε ότι: "....... με συγχωρείς για ότι έγινε το 96. Εγώ δεν ήξερα τότε και μετά έμαθα ότι ήσουν αθώος και ότι δεν είχες πειράξει τον .........". Μετά απ' αυτό, ισχυρίζεται ο αιτών, απέστειλε στον ανωτέρω αστυνομικό επιστολή, με την οποία τον προσκαλούσε να αναφέρει τις απόψεις του αυτές, ότι δηλ. έχει τη γνώμη ότι είναι αθώος, αρμοδίως. Από την από 11-1-07 κατάθεση όμως του εν λόγω αστυνομικού προκύπτει ότι αυτός ουδέποτε ανέφερε στον αιτούντα ότι πληροφορήθηκε μετά την καταδίκη του ότι είναι αθώος και ότι δήθεν αυτός δεν έπραξε καμία ασελγή πράξη στον .......... ανήλικο. Αντίθετα, ο αστυνομικός αυτός καταθέτει ότι από τότε που διενήργησε την προανάκριση εναντίον του κατηγορουμένου για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν είχε καμία υπηρεσιακή εμπλοκή στις υποθέσεις του και ότι την επιστολή που του απέστειλε από τη Φυλακή ο κατηγορούμενος την απέρριψε τον κάλαθο των αχρήστων ως άνευ αντικειμένου. Από τις ανωτέρω αποδείξεις και γεγονότα, τα οποία ο αιτών τα χαρακτηρίζει ως νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, δεν προκύπτει ότι αυτός είναι αθώος για τις αξιόποινες πράξεις του βιασμού και της αποπλάνησης παιδιού, για τις οποίες καταδικάσθηκε. Ο αστυνομικός που αναφέρει, ότι του ανέφερε περί του αντιθέτου, κατηγορηματικά τον διαψεύδει. 5.-Κατ' ακολουθία, εφόσον με τα προσκομιζόμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθίσταται, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 ΚΠΔ, φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε αδίκως για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί τούτος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). Για τούτο προτείνω Α-Να απορριφθεί η 10874/24-11-06 αίτηση του καταδικασμένου .................,για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 62-63/99 αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, Και Β-Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής". Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια δικηγόρο του αιτούντος, που ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση για επανάληψη διαδικασίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά το άρθρο 525 § 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, ώστε να μη μπορεί να τα λάβει υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, με την προϋπόθεση, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Η ανάκληση, ωστόσο, της κατάθεσης μάρτυρα δεν αποτελεί αμάχητο λογικό τεκμήριο περί του ότι η παλαιά κατάθεση είναι ψευδής, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προδήλως αναξιόπιστες και δεν καθιστούν φανερή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση της υπ' αριθ. 62 - 63/1999 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για βιασμό και αποπλάνηση παιδιού που είχε συμπληρώσει τα 13, όχι όμως και τα 15 έτη, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρ. 84 § 2 α και ε του ΠΚ σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, για το λόγο ότι μετά την καταδίκη του προέκυψαν νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, αρμοδίως δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 § 3 και 528 § 1 ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει, ότι ο αιτών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 62 - 63/1999 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη λόγω της μη ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής (βλ. τα από 10.1.2007 και 11.1.2007 πιστοποιητικά των Γραμματέων του Εφετείου Πατρών και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αντιστοίχως), κηρύχθηκε ένοχος για βιασμό και αποπλάνηση παιδιού, αξιόποινες πράξεις τις οποίες τέλεσε στον .......... Αιτωλοακαρνανίας στις 20.12.1996 σε βάρος του 13ετούς παθόντα ........., ......... υπηκόου. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ένοχος, αφενός μεν, του ότι με τη χρήση των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων εξανάγκασε τον ανήλικο να επιχειρήσει σ' αυτόν την ασελγή πράξη της πεολειχίας και να ανεχθεί την παρά φύση συνουσία μαζί του, αφετέρου δε, του ότι προέβη στις ανωτέρω ασελγείς πράξεις σε παιδί που είχε μεν συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας του, αλλά όχι και το 15ο αυτής. 3. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση του ο καταδικασμένος ισχυρίζεται, ότι μετά την πράξη του περιήλθαν σε γνώση του νέες αποδείξεις και γεγονότα, από τα οποία προκύπτει ότι καταδικάσθηκε γι' αυτές αδίκως. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις επικαλείται αυτός, ότι "στις 30.6.2006 συνάντησε τον ........., Αστυνόμο Α', που υπηρετεί στο Β΄ ΑΤ Αγρινίου και είχε διεξαγάγει την προανάκριση για τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, και εκείνος του ανέφερε : ......... με συγχωρείς για ότι έγινε το 96. Εγώ δεν ήξερα τότε και μετά έμαθα, ότι ήσουν αθώος και ότι δεν είχες πειράξει τον ..........". Μετά το γεγονός αυτό ο αιτών ισχυρίζεται, ότι απέστειλε στον αστυνόμο αυτό επιστολή, με την οποία τον προσκαλούσε να αναφέρει αρμοδίως τις απόψεις του αυτές, ότι δηλαδή έχει τη γνώμη πως είναι αθώος. Από την επακολουθήσασα, όμως, κατάθεση του εν λόγω αστυνομικού, που δόθηκε στις 11.1.2007, προκύπτει ότι ο τελευταίος διαψεύδει τον αιτούντα και δεν αποδέχεται πως ανέφερε σε αυτόν, πως μετά την καταδίκη του πληροφορήθηκε, ότι είναι αθώος και δεν επιχείρησε καμία ασελγή πράξη στον ......... ανήλικο. Αντίθετα, ο εν λόγω αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. κατέθεσε, ότι από τότε που διενήργησε την προανάκριση σε βάρος του αιτούντος για τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν είχε άλλη υπηρεσιακή εμπλοκή στις υποθέσεις του, ότι την επιστολή, την οποία απέστειλε στον ίδιο από τη φυλακή ο καταδικασμένος, την απέρριψε στον κάλαθο των αχρήστων, διότι δεν είχε γι' αυτόν αντικείμενο και ότι ο ίδιος δεν έκανε ποτέ καμία συζήτηση με τον αιτούντα, ώστε να του αναφέρει όσα εκείνος εκθέτει στην παρούσα αίτησή του. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι δεν αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα των γεγονότων και αποδείξεων, που ο αιτών χαρακτηρίζει ως νέες, άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, και συνακολούθως το Συμβούλιο κρίνει ότι από αυτές, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, δεν καθίσταται φανερό, ότι αυτός είναι αθώος για τις αξιόποινες πράξεις του βιασμού και της αποπλάνησης παιδιού, για τις οποίες κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε, ή ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερα εγκλήματα από εκείνα που τέλεσε. Αυτά δε παρεκτός του ότι, και υπό την εκδοχή ότι ο αναφερόμενος αστυνόμος θα επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς του αιτούντος, ανακαλώντας την έως τότε σχηματισμένη γνώμη του, και πάλι αυτός, έχοντας διενεργήσει απλώς την προανάκριση επί της υποθέσεως και μη έχων ιδίαν αντίληψη επί της υποθέσεως, δυσχερώς θα μπορούσε, καταθέτοντας τέτοια μετά από πάροδο δέκα (10) ετών από την τέλεση των επίμαχων αξιόποινων πράξεων, να κριθεί επί τοσούτον αξιόπιστος, ώστε να καθίσταται φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε για βαρύτερα εγκλήματα, από αυτά που αληθώς τέλεσε. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 4850/24.11.06 αίτηση του καταδικασμένου ...............,για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 62 - 63/1999 αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2007 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ