Αριθμός 1738/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α3 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη-Εισηγητή, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας - Νέας Χαλκηδόνος, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, κατοικοεδρεύοντα στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής, όπως μετονομάστηκε ο αρχικά καθ' ου η ανακοπή Δήμος Φιλαδέλφειας -Χαλκηδόνος, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζαμπέτα Δρόσου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. θυγατέρας Κ. Λ., συζύγου Η. Κ., 2)Η. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 904/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5661/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/12/2019 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 175/2023 Πράξη του Προέδρου του Α2' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως καταστεί αδύνατη η έκδοση της αποφάσεως (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσεως προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 1763/2022, ΑΠ 582/2016). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 50/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ.4111/5.11.2020 και 4112/5.11.2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Χ. Κ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 03.12.2019 αίτησης αναίρεσης κατά της 5661/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με κλήση των αναιρεσιβλήτων να παραστούν κατά την αρχική ορισθείσα δικάσιμο της 21.02.2022 ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επιδόθηκε με επιμέλεια του επισπεύδοντος αναιρεσείοντος στους τελευταίους, νομίμως και εμπροθέσμως. Αυτοί, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά τη δικάσιμο αυτή. Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω παραίτησης του Αντιπροέδρου του ως άνω Τμήματος Χρήστου Τζανερίκου, επαναπροσδιορίστηκε η υπόθεση προς ανασυζήτηση σε νέα δικάσιμο και δη στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο(25.09.2023), ύστερα από την υπ' αριθμ. 175/2023 πράξη του Προέδρου του A 3 Πολιτικού Τμήματος. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, ούτε κατ' αυτή τη δικάσιμο παρέστησαν, και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, καίτοι νόμιμα κλητευθέντες (βλ. τα από 06.07.2023 και από 06.07.2023 αποδεικτικά επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στον Άρειο Πάγο Ε. Π. προς έκαστο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα).Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων, σαν να ήταν παρόντες(άρθρ.568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Κατά τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ το έννομο συμφέρον αποτελεί την κύρια θετική προϋπόθεση, που πρέπει να υπάρχει στον αναιρεσείοντα για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένδικο μέσο και επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται(ηττάται),δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη. Το έννομο συμφέρον, το οποίο απαιτείται για το παραδεκτό όχι μόνο γενικώς της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης (ΑΠ 98/2017), κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1532/2022,ΑΠ 567/2022, ΑΠ 1428/2019). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθ. 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον αυτό είναι δυνατόν να υπάρχει και όταν ο διάδικος, που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν απ' αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 22/2020, ΑΠ 6/2018, ΑΠ 640/2015). Επομένως, σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και επικύρωσης της βλαπτικής για τον πρώτο, πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη η τυχόν ασκηθείσα ακολούθως αίτηση αναίρεσης του νικήσαντος ως εφεσιβλήτου αναιρεσείοντος κατά του ηττηθέντος ως εκκαλούντος αναιρεσιβλήτου, εφόσον δεν επικαλείται τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό του για την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν διαλαμβάνει στο οικείο δικόγραφο συγκεκριμένους λόγους (πλημμέλειες) που τον αφορούν (ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 128/2018, ΑΠ 706/2017). Εν όψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Η. Κ. του Γ., ως προς τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη και στη δευτεροβάθμια δίκη η ασκηθείσα έφεση του εκκαλούντος ηττηθέντος διαδίκου ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του νικήσαντος αντιδίκου του εφεσιβλήτου ήδη αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ο ως άνω αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον για την άσκησή της και δεν διαλαμβάνει λόγο αναίρεσης που να αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ούτε δε και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ευνοϊκή διάταξη υπέρ του τελευταίου κατά του αναιρεσείοντος, δεδομένου μάλιστα ότι ρητά αναφέρει ότι προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου μόνον καθό μέρος έκανε δεκτή την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης. Έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω της ερημοδικίας του δεύτερου αναιρεσιβλήτου. Με την ως άνω ένδικη από 03.12.2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 1132/05.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 5661/15.12.2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της δεύτερης εκκαλούσας-ανακόπτουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Κ. Λ., συζύγου Η. Κ., κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 904/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή της κατά της ταμειακής βεβαίωσης που εμπεριέχεται στην με αριθμ. .../25.10.2013 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών του εφεσίβλητου - καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορούσε την εν λόγω εκκαλούσα - ανακόπτουσα κράτησε την υπόθεση και επαναδικάζοντας την ένδικη ανακοπή, δέχτηκε αυτήν, και ακύρωσε την ως άνω ταμειακή βεβαίωση την εμπεριεχόμενη στη με αρ..../25.10.2013 ατομική ειδοποίηση, μόνο κατά το τμήμα της, που αφορά την τελευταία (Κ. Λ.). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 361, 374, 847, 851,853 και 866 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με την παρεπόμενη και ετεροβαρή σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή και αντισυμβαλλόμενό του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σ` εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο. Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους, καθώς επίσης και να αφορά μελλοντική απαίτηση ή απαίτηση υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η εγγύηση θα λειτουργήσει με την πλήρωση της αίρεσης. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη. Η απαίτηση του δανειστή κατά του εγγυητή, από τη μεταξύ τους σύμβαση εγγύησης, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη, η οποία επέρχεται και με την παρέλευση της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 1999/2013). Περαιτέρω, κατά την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 167 παρ.1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.3463/2006(ΦΕΚ Α'114/08-06-2006), ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος, για την είσπραξη των εσόδων των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν...". Εξάλλου, στον ισχύοντα κατά τον κρίσιμο επίδικο χρόνο Κώδικα Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ.356/1974-ΦΕΚ Α'90/05.04.1974), πριν την κατάργησή του με το άρθρο 85 παρ.5 του νέου Κ.Ε.Δ.Ε., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.4978/2022(ΦΕΚ Α'190/07.10.2022), και τις προηγηθείσες τροποποιήσεις του με τα άρθρα 7 και 8 του Ν.4224/2013 (ΦΕΚ Α' 288/31.12.2013), ορίζονταν τα εξής: "Άρθρον 1.Είσπραξις Δημοσίων εσόδων.1. Η είσπραξις των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τις διατάξεις του παρόντος Ν.Διατάγματος. 2.... Άρθρον 2. Όργανα εισπράξεως - Νόμιμος τίτλος. 1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα και τους ειδικούς ταμίας, εις ους έχει ανατεθεί η είσπραξις ειδικών εσόδων, ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου. 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α)Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι' ην οφείλεται. β) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών αποδεικνυομένη οφειλή. γ) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών πιθανολογουμένη κατά την έννοιαν του άρθρου 347 Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας ως προς την ύπαρξιν και το ποσόν αυτής οφειλή. 3. Εις τας περιπτώσεις β' και γ' της προηγουμένης παραγράφου η εις το Δημόσιον Ταμείον βεβαίωσις ενεργείται κατόπιν εγγράφου της κατεχούσης τα έγγραφα Αρχής ή οίκοθεν υπό του Δημοσίου Ταμείου εφόσον ταύτα ευρίσκονται παρ' αυτώ... Άρθρον 3. Καταβολή χρεών. 1.Τα εξ οιασδήποτε αιτίας χρέη προς το Δημόσιον καταβάλλονται εφ' άπαξ, εις δόσεις δε εφ' όσον ίδιαι διατάξεις περί τούτου ορίζουν...2... 3...4... 5... Άρθρον 4. Ατομική ειδοποίησις. 1. Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ό ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις. Η ειδοποίησις αύτη αποστέλλεται προς τον οφειλέτην δια της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι' υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου. Ατομική ειδοποίησις δύναται ν` αποτυπωθή, άνευ αριθμού και ημερομηνίας τριπλοτύπου βεβαιώσεως, επί των προς τους φορολογουμένους υπό του Μηχανογραφικού Κέντρου του Υπουργείου Οικονομικών (ΜΗ.Κ.Υ.Ο) αποστελλομένων εκκαθαριστικών σημειωμάτων. Η τοιαύτη Ατομική ειδοποίησις - εκκαθαριστικόν σημείωμα φέρει δια μηχανικού μέσου την σφραγίδα της υπηρεσίας. Η αυτή διαδικασία ακολουθείται δια τας αποτυπουμένας υπό του ΜΗ.Κ.Υ.Ο. ατομικάς ειδοποιήσεις των τελών κυκλοφορίας... 2. Η κατά την προηγούμενην παράγραφαν κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφαν 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων...". Όμως, η παράγραφος 3 του ανωτέρω άρθρου, με την οποία ορίζεται ότι η παράλειψη αποστολής της ατομικής ειδοποίησης δεν ασκεί καμία επίδραση στο κύρος των αναγκαστικών μέτρων, που λαμβάνονται κατά του οφειλέτη, δεν έχει εφαρμογή επί αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος τρίτων, ευθυνόμενων αλληλεγγύως για χρέη άλλων προσώπων, όπως είναι και ο εγγυητής για την καταβολή μισθωμάτων από ιδιώτη μισθωτή προς τον εκμισθωτή Δήμο, οι οποίοι πληροφορούνται μόνο δια της ατομικής ειδοποιήσεως την ύπαρξη, το ύψος και την αιτία του χρέους τους και τους παρέχεται από τότε και μόνο η δυνατότητα είτε να αμυνθούν αποτελεσματικά, ασκώντας ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης, με την οποία θεωρείται συμπροσβαλλομένη και η πράξη βεβαίωσης, είτε να προβούν σε εξόφληση του χρέους. Επομένως, αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη κατά των ανωτέρω προσώπων οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης συνιστά η προηγούμενη έκδοση και νόμιμη κοινοποίηση προς αυτά ατομικής ειδοποίησης , που προβλέπεται στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου 4 Κ.Ε.Δ.Ε., η παράλειψη της οποίας καθιστά άκυρη τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης, και, εφόσον βεβαίως ο υπόχρεος οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός αυτό της μη περιελεύσεως, δηλαδή, ή της μη έγκαιρης περιελεύσεως σ' αυτόν της ατομικής ειδοποίησης. Άλλωστε δε, τυχόν αντίθετη ερμηνεία περί εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 4 του Κ.Ε.Δ.Ε. και επί αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των προσώπων αυτών, θα απέληγε είτε στην απώλεια σταδίου δικονομικής προστασίας τους, που δικαιούνται κατ` άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, είτε στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους, χωρίς προηγουμένως να τους έχει δοθεί η δυνατότητα να εξοφλήσουν το χρέος τους (ΑΠ 1999/2013 και τις ΣτΕ 1074/2017, 3325/2014, 29/2013, 844/2012). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1648/2014). Επίσης, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όταν λόγω ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας της περιεχόμενης σ' αυτήν αιτιολογίας, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, αν στην κρινόμενη υπόθεση εφαρμόσθηκε ή όχι σωστά συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2022, Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 75/1987). Εξάλλου, με τον αριθμό 8, περίπτωση πρώτη, του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται η αναίρεση και στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της παρούσας διάταξης, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί κατά το νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1795/2008, ΑΠ 1015/2005, ΑΠ 879/2004). Ειδικότερα αποτελούν πράγματα, μεταξύ άλλων, οι λόγοι ανακοπής κατά της εκτέλεσης (ΑΠ 728/2011), αλλά και οποιασδήποτε φύσης ανακοπής (ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1609/2008,ΑΠ 448/2006), καθώς και οι λόγοι έφεσης (ΑΠ 845/2011), την ως άνω δε παραβίαση του άρθρου 559 αρ.8 περ.α' του ΚΠολΔ, συνιστά και η εξέταση λόγου μη περιεχομένου στην ανακοπή (ΑΠ 1609/2008, ΑΠ 1758/2006). Η απόφαση δε του ουσιαστικού δικαστηρίου επί ανυπάρκτου λόγου οποιασδήποτε ανακοπής ελέγχεται μέσω του αναιρετικού λόγου του αριθμού 8 -και όχι των αριθμών 1 και 19- του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1609/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 25.11.2013 ένδικη ανακοπή των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπείται από το παρόν Δικαστήριο, ιστορείται στον, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, τέταρτο λόγο (υπό στοιχ. Δ')αυτής το παράπονο ότι ουδέποτε είχε κοινοποιηθεί στην τότε δεύτερη ανακόπτουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Κ. Λ. σύζυγο Η. Κ. βεβαιωτικός κατάλογος χρεών, αποδεχόμενη ότι της είχε κοινοποιηθεί μόνο ατομική ειδοποίηση. Ζητούσε δε να ακυρωθεί και εξαφανισθεί η ταμειακή βεβαίωση που εμπεριέχεται στην υπ' αύξοντα αριθμό .../25-10-2013 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών του καθού η ανακοπή(και ήδη αναιρεσείοντος) Δήμου Φιλαδέλφειας Χαλκηδόνας, οι εν αυτή αναφερόμενες ταμειακές βεβαιώσεις χρεών και εγγραφές τους στο χρηματικό κατάλογο και ο καταλογισμός των ανωτέρω χρεών και κάθε σχετική πράξη, με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακώς το περιλαμβανόμενο στην άνω ειδοποίηση χρέος από μισθώματα εις βάρος της και να αναγνωρισθεί ότι (η προσβαλλόμενη πράξη)είναι άνευ εννόμων συνεπειών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την υπ' αριθμ. 904/2015 απόφασή του απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον παραπάνω λόγο ανακοπής, και, περαιτέρω, στο σύνολό της την ανακοπή. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση από τους ηττηθέντες ανακόπτοντες, οι οποίοι επανέφεραν με τον τέταρτο λόγο(υπό στοιχ. Δ') του εφετηρίου τους τον απορριφθέντα ως άνω τέταρτο λόγο ανακοπής τους, επαναλαμβάνοντας αφενός μεν την αιτίαση ότι ουδέποτε κοινοποιήθηκε στην τότε δεύτερη εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη βεβαιωτικός κατάλογος χρεών, το δε ότι δεν κοινοποιήθηκε σ' αυτή ούτε ατομική ειδοποίηση(με την επισήμανση ότι αντίστοιχος λόγος κατά τη δεύτερη αυτή αιτίαση δεν διαλαμβανόταν στον αντίστοιχο λόγο της ένδικης ανακοπής και προβλήθηκε απαραδέκτως, κατ' άρθρ. 73 παρ.1 ΚΕΔΕ, 585 παρ.2 και 527 παρ.1 ΚΠολΔ με τον συναφή λόγο έφεσης). Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 5661/2017 απόφασής του, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση ως προς τον πρώτο των εκκαλούντων Η. Κ., δέχτηκε την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την δεύτερη εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Κ. Λ., σύζυγο Η. Κ., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την εν λόγω ανακόπτουσα, και κρατώντας και δικάζοντας στην ουσία της την ως άνω ένδικη ανακοπή, κατά το ως άνω τμήμα της, δέχθηκε αυτήν και ακύρωσε την ταμειακή βεβαίωση την εμπεριεχόμενη στη με αρ. .../25.10.2013 ατομική ειδοποίηση κατά το τμήμα της που αφορά την ήδη αναιρεσίβλητη Κ. Λ., κρίνοντας ότι ως προς την τελευταία η προσβαλλόμενη πράξη ταμειακής βεβαίωσης έπασχε ακυρότητας και δεν ήταν νόμιμη, μη στηριζόμενη σε νόμιμο τίτλο, δεχόμενο ότι μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων του φακέλου, αντίστοιχων εκείνων που προηγουμένως παραθέτει ότι νομίμως έλαβε χώρα η κοινοποίησή τους στον πρώτο των ανακοπτόντων, μισθωτή των επίδικων μισθώσεων με τον αναιρεσείοντα Δήμο, Η. Κ., (της ατομικής ειδοποίησης και των χρηματικών καταλόγων), δεν υπήρχαν αντίστοιχα αποδεικτικά επίδοσης από τον αναιρεσείοντα Δήμο της προσβαλλόμενης ατομικής ειδοποίησης και προς την δεύτερη ανακόπτουσα, η οποία είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια στις εν λόγω επίδικες μισθώσεις, μολονότι στην ανακοπή, όπως προεκτέθηκε από την επισκόπησή της, δεν περιείχετο κάποιος σχετικός λόγος ως προς την έλλειψη αυτή. Αντίθετα με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της συνομολογούσε μεν την κοινοποίηση προς αυτήν της επίδικης ως άνω ατομικής ειδοποίησης, προσέβαλλε, ωστόσο, το κύρος της ταμειακής βεβαίωσης που εμπεριείχετο στην υπ' αύξοντα αριθμό .../25-10-2013 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών του αναιρεσείοντος Δήμου, προσάπτοντας μόνο έλλειψη κοινοποίησης προς αυτήν βεβαιωτικού καταλόγου χρεών. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός (μοναδικός) λόγος του αναιρετηρίου κατά το συναφές μέρος του, υπαγόμενος κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση, στη ρύθμιση του αριθμού 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, "πράγματα", που δεν προτάθηκαν, και συγκεκριμένα ισχυρισμό που, ενώ δεν διαλαμβανόταν σε λόγο ανακοπής, περιελήφθη σε λόγο έφεσης απαραδέκτως το πρώτον και ο οποίος(ισχυρισμός) ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δοθέντος ότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, μόνο η επίκληση έλλειψης κοινοποίησης της ατομικής ειδοποίησης στην ανακόπτουσα- εγγυήτρια αποτελούσε νόμιμο λόγο ακυρότητας της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης και τέτοιος λόγος δεν είχε προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Με το να κρίνει, επίσης, το Εφετείο, ότι, πέραν της κοινοποίησης ατομικής ειδοποίησης στην ανακόπτουσα-εγγυήτρια, απαιτούνταν και ως προς την τελευταία, αντίστοιχα αποδεικτικά επίδοσης, για όλες τις αντίστοιχες ειδοποιήσεις για την εξόφληση των οφειλών του πρωτοφειλέτη μισθωτή Η. Κ., και τους αντιστοίχως αναφερόμενους σε αυτές χρηματικούς καταλόγους, μολονότι δέχτηκε ότι με βάση τις υπ' αριθμ. πρωτ. .../1-3-2006 και .../4-10-2006 επίδικες συμβάσεις μίσθωσης ο αναιρεσίβλητος Δήμος προέβη ως όφειλε και υποχρεούτο προς τούτο, στην ταμειακή βεβαίωση του χρέους εις βάρος και επ' ονόματι του οφειλέτη(μισθωτή Η. Κ.), η οποία έλαβε χώρα καθ' όλα νομίμως, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 4 του Κ.Ε.Δ.Ε. (Ν.Δ.356/1974), όπως αυτός ίσχυε κατά τον επίδικο κρίσιμο χρόνο, σε συνδυασμό με το άρθρο 167 παρ. 1 του Ν.3463/2006 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, δοθέντος ότι με εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων και με ανεπαρκή αιτιολογία, που δεν καθιστά δυνατό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο, αν στην κρινόμενη υπόθεση εφαρμόσθηκαν ή όχι σωστά οι προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., που ήσαν εφαρμοστέες ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, εγγυήτρια των επίδικων μισθώσεων του μισθωτή με τον αναιρεσείοντα Δήμο, κατέληξε στο ασαφές αποδεικτικό του πόρισμα ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση των σχετικών οφειλών του πρωτοφειλέτη μισθωτή Η. Κ., ήταν άκυρη κατά το τμήμα της που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη εγγυήτρια Κ. Λ., σύζυγο Η. Κ.. Και τούτο, εφόσον σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή διατάξεις και νομικές σκέψεις, η ταμειακή βεβαίωση του χρέους γίνεται πάντοτε εις βάρος και επ' ονόματι του οφειλέτη(μισθωτή), κατά δε το στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τρίτων ευθυνομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για χρέη άλλων προσώπων, όπως στην προκειμένη περίπτωση τα χρέη μισθωτή, για την καταβολή μισθωμάτων προς τον εκμισθωτή Δήμο, δεν απαιτείται ταμειακή βεβαίωση σε βάρος αυτών(δηλαδή των τρίτων), αλλά μόνο αποστολή ατομικής ειδοποίησης για την ύπαρξη, ύψος και την αιτία του χρέους και τους παρέχεται από τότε και μόνο η δυνατότητα να αμυνθούν αποτελεσματικά, ασκώντας ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης, με την οποία θεωρείται συμπροσβαλλόμενη και η πράξη βεβαίωσης, είτε να προβούν σε εξόφληση του χρέους. Επομένως είναι βάσιμος ο παραπάνω προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, κατά τα συναφή μέρη του με τα οποία αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντιστοίχως οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Είναι δε αόριστος ο λόγος αυτός, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 723/2000, ΑΠ 441/1993). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβάλλόμενη απόφαση και την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος απλώς τον αριθμό της νομικής διάταξης, που προβλέπει το σχετικό λόγο, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων πρέπει, κατά παραδοχή των προμνημονευομένων μερών του μοναδικού λόγου αναίρεσης να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 5661/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Κ. Λ., σύζυγο Η. Κ., και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που νίκησε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που υπέβαλε αυτός, νομίμως, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε (άρθρ.106, 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του Ν.3463/2006 "Περί κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη είτε σε βάρος είτε υπέρ των Ο.Τ.Α. (ΑΠ 2066/2017, ΑΠ 1980/2017, ΑΠ 1112/2017, ΑΠ 303/2016, ΑΠ 254/2016, ΑΠ 2061/2013, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 590/2011), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.Τέλος, σημειώνεται, ότι ο αναιρεσείων Δήμος ως Ο.Τ.Α., απολαμβάνων όλων ανεξαιρέτως των ατελειών που παρέχονται στο Δημόσιο(άρθρ. 276 παρ.1 Ν.3463/2006),δεν υποχρεούται σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης, γι' αυτό και δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη περί απόδοσής του στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 03.12.2019 αίτηση του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας-Νέας Χαλκηδόνος για αναίρεση της με αριθμό 5661/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Η. Κ. του Γ.. ΑΝΑΙΡΕΙ την με αριθμό 5661/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτη αναιρεσίβλητη Καλυψώ θυγ. Κωνσταντίνου Λάσκαρη, σύζυγο Η. Κ.. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ