Αριθμός 944/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Ν. Κ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αρώνη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 9728/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΝ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Α.Ε" (Α.Ε.Π.Ι.), για την οποία εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο Γ. Π. του Α. και δήλωσε: α) ότι είναι νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και β) ότι διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο το Θεόδωρο Ασπρογέρακα - Γρίβα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 188/10-1-2013, από 8-1-2013 δήλωση-αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 122/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 του Ν.2121/1993 "Περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας", "όποιος κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2121/1993 ή διατάξεων των με νόμο διεθνών συμβάσεων για την προστασία συγγενικών δικαιωμάτων α)..., β)..., γ)χωρίς την άδεια του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη και χωρίς την άδεια του παραγωγού υλικού φορέα αναπαράγει ή θέτει σε κυκλοφορία ή κατέχει με σκοπό τη θέση σε κυκλοφορία υλικούς φορείς που περιέχουν εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 1 έως 5 εκατομμυρίων δραχμών . Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, " οι δημιουργοί μπορεί να αναθέτουν σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης και προστασίας που έχουν αποκλειστικά αυτό τον σκοπό, τη διαχείριση ή την προστασία του περιουσιακού τους δικαιώματος ή εξουσιών που απορρέουν από αυτό ... . Οι οργανισμοί αυτοί λειτουργούν με οποιαδήποτε εταιρική μορφή ... . Η ανάθεση μπορεί να γίνεται είτε με τη μεταβίβαση του δικαιώματος ή των σχετικών εξουσιών προς το σκοπό της διαχείρισης ή της προστασίας ... . Η ανάθεση γίνεται εγγράφως ... . Εξ άλλου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 55 του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: Οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) να καταρτίζουν συμβάσεις με τους χρήστες για τους όρους εκμετάλλευσης των έργων, καθώς και για την οφειλόμενη αμοιβή, β) ..., γ) ...., δ)..., ε) να προβαίνουν, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε κάθε διοικητική ή δικαστική ή εξώδικη ενέργεια για τη νόμιμη προστασία των δικαιωμάτων των δημιουργών ή των δικαιοδόχων τους και ιδίως να ασκούν ένδικα μέσα, να υποβάλουν μηνύσεις και εγκλήσεις, να παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες ... . Να ζητούν την κατάσχεση παρανόμων αντιτύπων, κατά το άρθρο 64 του παρόντος νόμου ... . Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 55 του ως άνω νόμου "Τεκμαίρεται ότι οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας έχουν την αρμοδιότητα διαχείρισης ή προστασίας όλων των έργων ή όλων των πνευματικών δημιουργών για τα οποία δηλώνουν εγγράφως ότι έχουν μεταβιβασθεί σ' αυτούς οι σχετικές εξουσίες ... . Το τεκμήριο αυτό λειτουργεί αποδεικτικά και νομιμοποιητικά. Οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας ενεργούν πάντα, δικαστικώς ή εξωδίκως, στο δικό τους όνομα είτε η αρμοδιότητά τους στηρίζεται σε μεταβίβαση της εξουσίας είτε στηρίζεται σε πληρεξουσιότητα, νομιμοποιούνται δε πάντως στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων του δημιουργού που έχουν μεταβιβαστεί σ' αυτούς ή που καλύπτονται από την πληρεξουσιότητα". Επίσης ορίζεται, στη μεν διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι "οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σ' αυτό πνευματική ιδιοκτησία που περιλαμβάνει ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (πνευματικό δικαίωμα), στη διάταξη δε του άρθρου 4 παρ. 1 ορίζεται ότι "το ηθικό δικαίωμα δίνει στο δημιουργό τις ενδεικτικά αναφερόμενες εξουσίες και κατά την παράγραφο του ίδιου άρθρου "το ηθικό δικαίωμα είναι ανεξάρτητο από το περιουσιακό δικαίωμα και παραμένει στο δημιουργό ακόμη και μετά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος." Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 5, 12 παρ. 1, 16 και 50 του Ν. 2121/1993, συνάγεται ότι το ηθικό δικαίωμα για το οποίο γίνεται λόγος στις διατάξεις αυτές και το οποίο είναι αμεταβίβαστο όσο ζει ο δημιουργός, και παρέχει τις αναφερόμενες εξουσίες, είναι διάφορο από το δικαίωμα του δημιουργού ή των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε περίπτωση αδικοπραξίας σε σχέση με το περιουσιακό ή ηθικό δικαίωμα, όπως αυτά προσδιορίζονται από τις ανωτέρω διατάξεις. Εξάλλου οι ως άνω οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης είναι δυνατόν να χειρίζονται συγγενικά δικαιώματα και αλλοδαπών φορέων, δικαιούμενοι κατά το άρθρο 72 § 3 Ν. 2121/1993 να συνάπτουν συμβάσεις αμοιβαιότητας με τους αντίστοιχους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης της αλλοδαπής. Με τις συμβάσεις αυτές οι αλλοδαποί οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης παρέχουν πληρεξουσιότητα ή μεταβιβάζουν στους ημεδαπούς οργανισμούς τα δικαιώματα, που καταπιστευτικά έχουν οι πρώτοι προς το σκοπό διαχείρισής τους στην Ελλάδα, αλλά και με βάση τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης "περί προστασίας των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοτηλεόρασης", η οποία κυρώθηκε με το Ν 2054/1992 (ΦΕΚ Α' 104/30.6.1992) και αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού μας δικαίου. Η Σύμβαση αυτή: α) εξομοιώνει τους αλλοδαπούς με τους ημεδαπούς δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων, παραχωρώντας στους πρώτους την "εθνική μεταχείριση" δηλ. τη μεταχείριση που το ημεδαπό δίκαιο επιφυλάσσει στους ημεδαπούς δικαιούχους των δικαιωμάτων αυτών (άρθρα 2, 4 και 5 § 1 Ν 2054/1992) και β) παρέχει την "εθνική μεταχείριση" ακόμη και σε αλλοδαπούς ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες ή παραγωγούς φωνογραφημάτων μη προερχόμενους από συμβαλλόμενο στην προαναφερθείσα διεθνή σύμβαση κράτος, εφόσον η πρώτη έκδοση ενός φωνογραφήματος, έλαβε μεν χώρα στο μη συμβαλλόμενο αυτό κράτος, πλην όμως αυτό εντός το αργότερο 30 ημερών από την αρχική έκδοση και δημοσίευση του, παρουσιάσθηκε στο κοινό και δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα, ως συμβαλλόμενη με την ανωτέρω διεθνή σύμβαση (άρθρο 5 § 2 Ν 2054/1992), γεγονός που έχει ως συνέπεια όλα σχεδόν τα αλλοδαπής προέλευσης μουσικά έργα να καλύπτονται από την προστασία, που παρέχει η Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης και συνακόλουθα και το ελληνικό δίκαιο, ακόμη και αν τα έργα αυτά προέρχονται από μη συμβαλλόμενο κράτος, όπως μεταξύ άλλων, είναι και οι ΗΠΑ, αφού λόγω της ραγδαίας εξέλιξης και τελειότητας των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας, τα μουσικά έργα και ιδίως εκείνα, που προέρχονται από τις μουσικά αναπτυγμένες χώρες, επιτυγχάνουν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, την ταχεία και οπωσδήποτε την πριν από την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών δημοσίευση και παρουσίαση τους, ιδιαίτερα στις χώρες της αναπτυγμένης μουσικά Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης ασφαλώς και της Ελλάδας. Κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. ε' του ΚΠΔ, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων. Πολλώ μάλλον όταν εμφανίζεται ο πολιτικώς ενάγων και επαναλαμβάνει την περί παραστάσεως ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση, που έκανε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε στην περίπτωση αυτή το Εφετείο ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό, αποφαίνεται για τη βασιμότητα του, χωρίς να δικαιούται μόνο να αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Η πολιτική αγωγή με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, κατά το άρθρο 63 του ΚΠΔ, μόνο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ και από άλλα πρόσωπα στα οποία ειδικώς ο νόμος παρέχει αυτή τη δυνατότητα. Η νομιμοποίηση δε του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται από το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεως του, η οποία, κατά το άρθρο 84 του ΚΠΔ, πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει, εκτός των άλλων, και τους λόγους που στηρίζει το δικαίωμά του. Από αυτά συνάγεται ότι, αν από τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, δεν προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί ο παθών, τότε η δήλωση αυτή δεν είναι σύμφωνη με το νόμο και δεν νομιμοποιεί τον παθόντα στην παράστασή του ως πολιτικώς ενάγοντα. Εξ άλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η πολιτική αγωγή αποβάλλεται μόνο για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και όχι για άλλες πλημμέλειες, μεταξύ των οποίων και εκείνη που υφίσταται στην περίπτωση που αυτός που παραστάθηκε ως εκπρόσωπος του ζημιωθέντος από το δικαζόμενο έγκλημα δεν έχει εξουσία να τον εκπροσωπήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, για την παράβαση του νόμου για την πνευματική ιδιοκτησία, ήτοι ειδικότερα του ότι: "Στην Αθήνα στις 13-7-2005 ημέρα Τετάρτη και μεταξύ των ωρών 4.30-7.30, με γνώση και δόλο, χωρίς δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 3, 63 και 66 του Ν. 2121/93, και των διατάξεων των κεκυρωμένων με νόμο πολυμερών διεθνών συμβάσεων για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως επιχειρηματία και υπεύθυνου του τηλεοπτικού σταθμού με τον διακριτικό τίτλο BLEU SKAY που βρίσκεται στο ... στην οδό ... αρ. 55, εκτέλεσε δημόσια και έκανε προσιτές σε κύκλο προσώπων ευρύτερο από το στενό κύκλο της οικογένειας και το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον, μουσικές συνθέσεις και τραγούδια, που προστατεύονται αποκλειστικά στην Ελλάδα από την εγκαλούσα δικαιούχο (ΑΕΠΙ Α.Ε.), ύστερα από μεταβίβαση των πνευματικών δικαιωμάτων από τους Έλληνες δημιουργούς (συνθέτες και στιχουργούς) ή τις αντίστοιχες αλλοδαπές εταιρείες συγγραφέων, συνθετών και εκδοτών μουσικής, χωρίς την κατά νόμο απαιτουμένη έγγραφη άδεια της, δηλαδή ο υπεύθυνος του παραπάνω τηλεοπτικού σταθμού εκτελούσε δημόσια στον παραπάνω τόπο και χρόνο τις παρακάτω δειγματοληπτικές αναφερόμενες μουσικές συνθέσεις, οι οποίες είχαν αντικείμενο εκμετάλλευσης, χωρίς την απαιτούμενη έγγραφη άδεια της και των οποίων η εγκαλούσα έχει την προστασία και διαχείριση και συγκεκριμένα τις μουσικές συνθέσεις κατά τίτλους, δημιουργούς και εταιρείες που διαλαμβάνει στο διατακτικό της." Ακολούθως του επέβαλλε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών και χρηματική ποινή 3.000 Ευρώ, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο να καταβάλλει στην εγκαλούσα "Α.Ε.Π.Ι. Α.Ε", που παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα, ως χρηματική της ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία το ποσό των 44 Ευρώ. Με τον πρώτο λόγο αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προβάλλει την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, η οποία επήλθε λόγω παράνομης παράστασης της Α.Ε.Π.Ι. Α.Ε. ως πολιτικώς ενάγουσας, διότι η τελευταία: 1) δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε ότι είχαν εκχωρηθεί σ' αυτήν εγγράφως ή βάσει σχετικής πληρεξουσιότητας τα δικαιώματα διαχείρισης και προστασίας από τους δημιουργούς και δικαιούχους των μουσικών συνθέσεων, που μετέδωσε κατά την διάρκεια του προγράμματος του την 13-7-2005 από ώρα 4.30 έως 7.30 ο τηλεοπτικός σταθμός με τον διακριτικό τίτλο "BLEU SKAY", του οποίου ήταν νόμιμος εκπρόσωπος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, 2)δεν υπέβαλλε κατά τη δήλωση παραστάσεως της, ως πολιτικώς ενάγουσας, την έγγραφη δήλωση του άρθρου 55 παρ. 2 του ν. 2121/1993 και επίσης 3)δεν υπέβαλλε σε δημοσιότητα την έγγραφη αυτή δήλωση σε ημεροχρονολογία πριν από αυτήν που φέρεται ότι τελέσθηκε το αδίκημα, για τα οποίο καταδικάσθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η εγκαλούσα ανώνυμη Ελληνική εταιρεία προς προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, με το διακριτικό τίτλο "ΑΕΠΙ ΑΕ", αποτελώντας οργανισμό συλλογικής διαχείρισης και προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας στην οποία είχε ανατεθεί η συλλογική διαχείριση των πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών, δήλωσε στο δικαστήριο της ουσίας δια του νομίμως παρασταθέντος εκπροσώπου της Χ. Ζ., ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 44 ευρώ, με επιφύλαξη, για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε η άδικη σε βάρος της πράξη του κατηγορουμένου, το οποίο (ποσό) της είχε επιδικασθεί και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπου είχε δηλώσει την αυτή παράσταση, χωρίς κανένα άλλο ειδικότερο προσδιορισμό. Η δήλωση της αυτή, ήταν νόμιμη, διότι ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την παραδεκτά επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπ' αρ. 1942179/14-2-2006 έγκληση της, στην οποία περιλαμβάνεται ο κατάλογος των μουσικών έργων που προστατεύονταν από αυτήν, και έχει προδήλως την έννοια ότι καλύπτονταν από αυτήν και τα μουσικά έργα των προστατευόμενων μελών της, που είναι δημιουργοί και δικαιούχοι του αποκλειστικού δικαιώματος της κυκλοφορίας των υλικών φορέων που περιέχουν εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, και αποτελούσαν το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 569/2011), καθώς επίσης νομιμοποιείται και στην διαχείριση των δικαιωμάτων των αλλοδαπών δημιουργών. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη, δεν απαιτείτο η εγκαλούσα για την νομιμοποίηση της ως πολιτικώς ενάγουσας, να διευκρινίσει και να αποδείξει ποία είναι η σχέση που τη συνδέει με τους δικαιούχους προσκομίζοντας τα έγγραφα πληρεξουσιότητας ή μεταβίβασης των εξουσιών, αφού αρκεί να δηλώσει εγγράφως ότι της έχουν μεταβιβασθεί οι σχετικές εξουσίες ή ότι καλύπτονται από την πληρεξουσιότητα που της έχει χορηγηθεί, δήλωση, η οποία ως προαναφέρθηκε, έλαβε χώρα με την υποβολή της εγκλήσεως της, η οποία (έγγραφη δήλωση του άρθρ. 55 παρ. 2 του νόμου 2121/93), αποτελεί μαχητό τεκμήριο, που δεν απαιτεί δημοσιότητα με ανάρτηση στην ιστοσελίδα της εγκαλούσας και δεν ανατράπηκε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτήν ότι η "Α.Ε.Π.Ι Α.Ε." δεν είχε εξουσία να ενεργήσει δικαστικά για τα έργα αυτά που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της. Συνεπώς ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Α' ΚΠΔ λόγος, απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε καμία δε περίπτωση δεν παραβιάσθηκαν από την παράσταση αυτή τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, που ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρ. 171 παρ. 1 εδ. δ', ιδίου κώδικα και 6 της ΕΣΔΑ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που, πράγματι έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, o αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 55 παρ.2 του νόμου 2121/93, διότι από το αιτιολογικό της δεν προκύπτει το περιεχόμενο του συνημμένου στην έγκληση καταλόγου μουσικών έργων αλλοδαπού ρεπερτορίου και εάν αυτός ταυτίζεται εν όλω ή εν μέρει με τον παρατιθέμενο στην σελίδα 16 της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατάλογο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού από την επισκόπηση της ανωτέρω αποφάσεως, προκύπτει ότι τόσο στο σκεπτικό της όσο και στο διατακτικό της, εκτίθεται ο κατάλογος των μουσικών συνθέσεων των προστατευομένων μελών της, ήτοι των δημιουργών και δικαιούχων του αποκλειστικού δικαιώματος της κυκλοφορίας των υλικών φορέων που περιέχουν εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης και αποτελούσαν το αντικείμενο της δίκης αφού ταυτίζονται πλήρως και με τον κατάλογο των έργων αυτών που διαλαμβάνεται στην έγκληση της εγκαλούσας που δεν ανατράπηκε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 3 του νόμου 2121/93 για τη δικαστική επιδίωξη της προστασίας των έργων και των δημιουργών που προστατεύονται από τον οργανισμό συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας, αρκεί η δειγματοληπτική αναφορά των έργων που έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης χωρίς την απαιτούμενη άδεια και δεν απαιτείται η πλήρης απαρίθμηση των έργων αυτών. Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι από το άρθρο 510 παρ.2 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, (άρθρ. 66 παρ. 1 του νόμου 2121/93) ως αβάσιμοι. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ότι η ταυτότητα των έργων και των δημιουργών τους δεν βεβαιώθηκαν από τον μάρτυρα κατηγορίας Χ. Ζ., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, διότι αυτός αφ' ενός κατέθεσε μόνο για δύο από τα έργα αυτά, αφ' ετέρου δε για την κατάθεση του αυτή έκανε χρήση εγγράφου σημειώματος του, πρέπει να απορριφθούν. Τούτο διότι όσο αφορά την πρώτη αιτίαση, αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, με προβολή εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας. Όσο αφορά την δεύτερη αιτίαση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει πράγματι ότι ο ανωτέρω μάρτυρας κατηγορίας ανέγνωσε από έγγραφο τα εξής: "Ενδεικτικά αναφέρω των εταιρειών BMI και PRS και τίτλους "sick and tired" και "first day in my life" αναφέρονται οι εκτελεστές και οι συμβάσεις". Η ανάγνωση αυτή έλαβε χώρα κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ, προς υποβοήθηση της μνήμης του μάρτυρα και με την άδεια του δικαστηρίου, αφού με την επιμέλεια του διευθύνοντος τη συζήτηση, καταχωρήθηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφαση το τμήμα αυτό της καταθέσεως του, που αναγνώσθηκε από την έγγραφη σημείωση του. Στην ανάγνωση αυτή δεν εναντιώθηκε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του και σε καμία περίπτωση, η διατύπωση αυτή της μαρτυρικής του κατάθεσης καθ' όλα νόμιμη, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τον ιδρυόμενο από το άρθρο 510 παρ. 2 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ) και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε στο ακροατήριο (άρθρα 176, 183 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ.188/10-1-2013 από 8-1-2013 αίτηση - δήλωση του Ν. Κ. του Η., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9728/28-11-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ