Αριθμός 274/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Π. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Ηλιογραμμένο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 38/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Τ. του Ε., κάτοικο ..., 2) Ε. Τ. του Π., κάτοικο ..., 3) Ε. Τ. του Π., κάτοικο ..., 4) Ε. Τ. του Π., κάτοικο ..., 5) Μ. Τ. του Π., κάτοικο ... και 6) Π. Τ. του Π., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 745/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τη διάταξή της για μετατροπή της ποινής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 1β του άρθρου 25 του ν. 4055/2012). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ (το ποσό των 30.000 ορίστηκε με την παρ. 2α του άρθρου 25 του αυτού ως άνω, ν. 4055/2012). Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ' ειδική διαδικασία, στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει επί υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ.682 επ. Κ.Πολ.Δ.). Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεως της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Εξάλλου, από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι καθεμία είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας. Μόνον η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής (Α.Π. 1017/2011, Α.Π. 83/2010, Α.Π. 573/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ήδη 120.000 ευρώ. (Το ποσό των 30.000 και των 120.000 ορίστηκε με την παρ. 2δ και 1ιδ του άρθρου 25 του αυτού ως άνω, ν. 4055/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρο 98 παρ. 2 Π.Κ. που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 2721/1999 και άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επί προσβολής περιουσιακών αγαθών, ο χαρακτηρισμός της αξίας του αντικειμένου της πράξεως, της περιουσιακής βλάβης και οφέλους γίνεται με βάση το αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε συνολικά ο δράστης. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στις περιπτώσεις της πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα και απάτης κατ' επάγγελμα, εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 του Π.Κ, για το άθροισμα του ποσού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 38/2012, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις, α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπό τη μορφή της νόθευσης γνήσιου εγγράφου, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ήδη 30.000 ευρώ β) της απάτης στο δικαστήριο κατ 'επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ήδη 30.000 ευρώ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, μετατραπείσα προς τρία ευρώ ημερησίως. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ανωμοτί και ενόρκως τους οποίους και αναφέρει, τα αναγνωσθέντα έγγραφα την αναγνωσθείσα προανακριτική κατάθεση του εν αυτή μάρτυρος και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "απεδείχθη και το Δικαστήριο επείσθη, ότι ο κατηγορούμενος, με προς τούτο θέληση και σκοπό και γνωρίζοντας ότι έτσι ενεργώντας διαπράττει τις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις, με περισσότερες πράξεις τέλεσε, κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους, περισσότερα εγκλήματα και δη: Στη ... Α) σε χρόνο μη επακριβώς διαπιστωθέντα, πάντως μεταξύ της 1-11-2002 έως την 1-8-2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος άνω των 15.000 ευρώ, που δεν εδικαιούτο, νόθευσε έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, νόθευσε τις κατωτέρω, εκδόσεως, κατά περίπτωσιν, είτε ατομικώς είτε ως εκπροσώπων της εταιρείας "Τ. - Β. ΟΕ", των Γ. Τ. και Π. Τ. και σε διαταγή αυτού (κατηγορουμένου), επιταγές, ήτοι 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.200.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30-3-1990, 2) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.845.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 20-5-1990, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.931.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 20-6-1990, 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 3.445.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 20-7-1990, 5) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 856.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30-7-1990, 6) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 2.790.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30-7-1990 και 7) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως ποσού 1.310.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30-7-1990, δι' αλλοιώσεως, συνισταμένης στην προσθήκη στην οικεία θέση, πλαγίας γραμμής, επί του αριθμού μηδέν (0), που αρχικώς αναγραφόταν ως τελευταίο ψηφίο του έτους της ημερομηνίας εκδόσεως τους, έτσι ώστε αντί για το ψηφίο τούτο (μηδέν) να εμφανίζεται αυτό ως έξι (6) και αντιστοίχως αντί για το έτος 1990, που ήταν πράγματι τούτο, να παρίσταται ως αρχήθεν αναγεγραμμένο το έτος 1996 και να φέρεται έτσι ότι άπασες έχουν εκδοθεί κατά το έτος τούτο. Ακολούθως έκανε χρήση των, κατά τον εκτεθέντα τρόπο, νοθευμένων αυτών εγγράφων, προσκομίζοντας φωτοτυπίες αυτών, το μεν την 1-8-2003 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, κατά την εκδίκαση της από 12-6-2003 αιτήσεως του, με την οποία ζητούσε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε βάρος της περιουσίας του Γ. Τ., προς εξασφάλιση της φερόμενης με την από 1-11-2002 αγωγής του, αξιώσεως του από συναφθείσα δανειακή σύμβαση ποσού 17.327.000 δρχ ή 50.849 ευρώ, το δε την 25-2-2005 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, κατά τη συζήτηση της από 1-11-2002 αγωγής του, με την οποία ζητούσε να καταδικασθούν οι τότε εναγόμενοι και νυν μηνυτές Γ. Τ., Ε. Τ., Ε. Τ., Π. Τ., Ε. Τ. και Μ. Τ., να του καταβάλουν, ως κληρονόμοι του ανωτέρω υπογραφέως των επιταγών αυτών Γ. Τ., το ειρημένο ποσό των 13.377.000 δρχ (ή 39.257,52 ευρώ), ως μη επιστραφέν υπό των ανωτέρω εκδοτών ισόποσο και λήξαν δάνειο, προς εξόφληση του οποίου είχαν εκδοθεί οι επιταγές αυτές, στις οποίες τούτο είχε ενσωματωθεί, ούσα η υποκείμενη αιτία εκδόσεως τους. Ότι οι ειρημένες επιταγές έχουν νοθευθεί κατά το ανωτέρω, δυνάμενο να έχει έννομο αποτέλεσμα, αφού έτσι φέρεται ότι έχουν εκδοθεί κατ' άλλον χρόνο, στοιχείο τους, αποδεικνύεται εκ του, εξ αυτών τούτων των επ' ακροατηρίω αναγνωσθέντων και επιδειχθέντων στον κατηγορούμενο πρωτοτύπων των σωμάτων των επιταγών αυτών, εμφανώς, αναμφιβόλως και αδιστάκτως προκύπτοντος διαφόρου των χρωμάτων της μολυβδίδος αναγραφής του στοιχείου μηδέν (0) και εκείνης της επ' αυτού προσθήκης της σχετικής πλαγίας γραμμής, δια της οποίας τροποποιείται ο αριθμός μηδέν (0) σε έξι (6), τουθ' όπερ έχει ως συνέπεια, ότι ο αριθμός αυτός δεν παρίσταται ως ενιαίος και αρχήθεν εγγραφείς, αλλ' εκ των υστέρων τροποποιηθείς. Ότι ο κατηγορούμενος είναι εκείνος, ο οποίος προέβη στην, κατά τον εκτεθέντα τρόπο, νόθευση των εν λόγω εγγράφων, τα οποία, σημειωτέον, ως αξιόγραφα ενεσωμάτωναν χρηματική εκ συμβάσεως δανείου απαίτηση, η οποία ως εκ τούτου μπορούσε να αποδειχθεί, ως κατά τον χρόνο εκδόσεως τους γεννηθείσα, να ασκηθεί και να επιδιωχθεί η ικανοποίηση της δικαστικώς, αποδεικνύεται εκ του συνδυασμού το μεν του υπ' αυτού τούτου του ιδίου (κατηγορουμένου) εκτεθέντος, κατά την επ' ακροατηρίω απολογία του, ότι από της παραδόσεως σ' αυτόν υπό των ανωτέρω εκδοτών τους και της λήψεως υπ' αυτού των σωμάτων των αξιόγραφων αυτών, κατείχε φυσικώς και πραγματικώς και συνεχώς αυτά ο ίδιος και ουδείς άλλος, μέχρι της παραδόσεως τους, ωσαύτως υπό του ιδίου, κατά την πρωτόδικη ποινική δίκη, το δε υπό της μηδέποτε επικλήσεως υπ' αυτού τροποποιητικής, του εν λόγω στοιχείου, συμφωνίας του με τους εκδότες τους ή έστω με τους κληρονόμους του πολιτικώς ενάγοντες. Ενισχύεται δε η κρίση αυτή εκ του, κατά λογικήν αναγκαιότητα, και κατ' ακολουθίαν των ως αποδειχθέντων γενομένων δεκτών, συναγομένου, ως εκ της ιδιότητος του ως εμπόρου και έχοντος μακροχρόνιο πείρα περί τις συναλλαγές δι' αξιόγραφων, ότι εάν οι εν λόγω επιταγές αρχήθεν, ήτοι από της στιγμής της εκδόσεως τους, έφεραν τις ανωτέρω αλλοιώσεις, ο κατηγορούμενος, κατά τον προ της παραλαβής τους έλεγχο τους, στον οποίον οπωσδήποτε εκ της αυτής ιδιότητος του προέβη, παρά τα αντιθέτως υπ' αυτού κατά την απολογία, και χωρίς την επίκληση περιστατικών της βασιμότητας τους, υποστηριχθέντα, προκειμένου να διαπιστώσει την κατά τα συμπεφωνημένα συμπλήρωση τους καθ' .όλα τα στοιχεία τους, τουλάχιστον εκ στοιχειώδους προνοίας, δεν θα τις παρελάμβανε, αφού έτσι θα αντελεμβάνετο, ότι καθίσταται, δυσχερής και επισφαλής αν όχι αδύνατη, η δια της χρήσεως αυτών ικανοποίηση των εξ αυτών απαιτήσεων του. Αποδεικνυομένου δε, κατά τα ανωτέρω, ότι πράγματι οι εν λόγω επιταγές είναι νοθευμένες κατά το ειρημένο στοιχείο τους και ότι ο κατηγορούμενος είναι εκείνος που προέβη στην νόθευση αυτών, το αίτημα τούτου για την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προς διάγνωση των ανωτέρω περιστατικών είναι ουσία αβάσιμο και απορριπτέο. Και Β) κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και στους κατωτέρω αναφερομένους χρόνους με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, έβλαψε ξένη περιουσία, η δε συνολική ζημία που προξενήθηκε από την πράξη του υπερβαίνει τα 15.000 Ευρώ. Ειδικότερα, 1) στον παραπάνω τόπο και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, την 1-8-2003 κατά την εκδίκαση της 12-6-2003 αίτησης του κατά του Γ. Τ. (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 638/ΑΣΦ/24.06.2003), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία ζητούσε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε βάρος της περιουσίας του Γ. Τ., προς εξασφάλιση της φερόμενης με την από 1-1 1-2002 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, αξίωσης του από σύμβαση δανείου ύψους 13.377.000 δρχ (ή 39.257,52 ευρώ), προσκόμισε, ως αποδεικτικά της απαιτήσεως του μέσα, μετ' επικλήσεως στο Δικαστήριο αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία αυτός είχε νοθεύσει, κατά τα ανωτέρω, υπό στοιχείο Α διαλαμβανόμενα, ήτοι: φωτοαντίγραφα των κατωτέρω επιταγών, και δη: 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.200.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30.03.1990, 2) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.845.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 20.05.1990, 3)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.931.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως τη 20.06.1990, 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 3.445.000 δρχ. με ημερομηνία εκδόσεως την 20.07.1990, 5) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 856.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30.07.1990, 6) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 2.790.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30.07.1990 και 7) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως ποσού 1.310.000 δρχ. με ημερομηνία εκδόσεως την 30.7.1990 στα πρωτότυπα των οποίων, κατά τα ως άνω υπό στοιχείο Α ειδικώς εκτιθέμενα, είχε αλλοιώσει τον αριθμό μηδέν (0) που αναγραφόταν στην ημερομηνία έκδοσης, έτσι ώστε αντί για το έτος 1990 να φαίνεται ως αναγεγραμμένο το έτος 1996. Με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε τον δικαστή του ως άνω δικαστηρίου, ο οποίος εξέλαβε ως αληθή κατά περιεχόμενο την αίτηση του και έτσι εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 804/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία του επέτρεψε να εγγράψει προσημείωση υποθήκης και για το ποσό των 39.257,52 ευρώ, σε βάρος της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση Γ. Τ., 2) στον ανωτέρω τόπο και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, την 25.02.2005 κατά τη συζήτηση της από 1-11-2002 αγωγής του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 271/ΤΟ/06.12.2002 ενώπιον του Πολυμελούς.. Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία ζητούσε να καταδικασθούν οι τότε εναγόμενοι και νυν μηνυτές Γ. Τ., Ε. Τ., Ε. Τ., Π. Τ., Ε. Τ. και Μ. Τ., να του καταβάλουν και το ποσό των 13.377.000 δρχ (ή 39.257,52 ευρώ), επικαλούμενος σύμβαση δανείου, προς εξόφληση του οποίου είχαν εκδοθεί η ανωτέρω πλαστή συναλλαγματική και οι ως άνω νοθευμένες επιταγές, φωτοαντίγραφα των οποίων προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο δικαστήριο ως αποδεικτικά της απαιτήσεως του μέσα, παραπλανώντας κατ' αυτόν τον τρόπο το Δικαστήριο, το οποίο εξέλαβε ως αληθή κατά περιεχόμενο την αγωγή του και έτσι εκδόθηκε η υπ' αριθμ 98/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία υποχρέωνε τους μηνυτές να του καταβάλουν και το ανωτέρω ποσό των το ποσό των 39.257,52 Ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Ότι ο εν προκειμένω κατηγορούμενος τέλεσε και τις ανωτέρω υπό στοιχείο Β πράξεις του αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των επ' ακροατηρίω αναγνωσθεισών ως άνω δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες ως εκ του σκεπτικού τους προκύπτει, στηρίχθηκαν στις υπ' αυτού προσκομισθείσες, σε έγκυρα φωτοαντίγραφα, ως άνω νοθευμένες επιταγές, την νόθευση των οποίων οι δικαστές που εξέδωσαν τις αποφάσεις, αγνοούσαν και παραπλανήθησαν υπό του επικαλουμένου την γνησιότητα αυτών κατηγορουμένου, ενώ αν γνώριζαν αυτήν οπωσδήποτε δεν θα εξέδιδαν τις αποφάσεις αυτές δια των οποίων οι ειρημένες αιτήσεις εγένοντο δεκτές αλλά θα απέρριπταν αυτές κατά τα εν λόγω ποσά. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, ότι τις ανωτέρω υπό στοιχεία Α και Β αξιόποινες πράξεις του ο κατηγορούμενος τις ετέλεσε κατ' επάγγελμα, υπό την προαναφερομένη στην αρχή της παρούσης σκέψεως έννοια, δεδομένου ότι ως εξετέθη, απεδείχθη, ότι ετέλεσε αυτές: α) επανειλημμένως - εξακολουθητικώς, β) με σκοπό από την επανειλημμένη τέλεση των εγκλημάτων αυτών να πορισθεί και εισοδεύσει τα ενσωματούμενα στις ως άνω νοθευμένες επιταγές χρηματικά ποσά ως εισόδημα, τουθ' όπερ αποδεικνύεται από τις ειρημένες ενέργειες του να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξη τους, γ) όχι ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, με την διαμόρφωση υπ' αυτού υποδομής και οργανωμένης ετοιμότητος του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως και σκοπό πορισμού εισοδήματος, ως ταύτα προκύπτουν από τα, ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά, περιστατικά: 1) της τεχνηέντως νοθεύσεως των εν λόγω επιταγών, 2) του αριθμού αυτών, 3) του διαφόρου χρόνου εκδόσεως και πληρωμής τους, 4) της επιδιώξεως πληρωμής τους, μετά τον κατά το έτος 1999 θάνατο του ανωτέρω αρχικού υπόχρεου προς πληρωμή τους Γ. Τ., από τους κληρονόμους του πολιτικώς ενάγοντες, ήτοι μετά εννέα περίπου έτη από της εκδόσεως τους, και χωρίς εν τω μεταξύ, ενόσω ζούσε ο τελευταίος, να έχει επιδιώξει την είσπραξη τους, τουθ' όπερ βεβαίως, και σε συνδυασμό ε τις επ' ακροατηρίω σχετικές περί τούτου καταθέσεις των μαρτύρων και των πολιτικώς εναγόντων, και αποδεικνύει την τμηματική και άνευ εκδόσεως σχετικών παραστατικών, εξόφληση αυτών υπό του τελευταίου εν όσω ζούσε, 5) της υπό τούτου (κατηγορουμένου) προσκομίσεως των επιταγών αυτών στα ανωτέρω πολιτικά δικαστήρια ουχί εν πρωτοτυπώ, αλλά σε φωτοαντίγραφα, προκειμένου έτσι να μη είναι δυνατή η διάγνωση της εν λόγω νοθεύσεως τους, αλλ' αντιθέτως να είναι δυνατή η χρησιμοποίηση τους ως αποδεικτικών μέσων και 6) της μη εκδόσεως υπό του κατηγορουμένου αυτού οποιουδήποτε παραστατικού εξοφλήσεως τους κατά τις προς τούτο καταβολές στις οποίες, ως αποδεικνύεται εκ των, μη αναιρουμένων από άλλο αποδεικτικό μέσο, καταθέσεων των επ' ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου και του πρωτοδίκου εξετασθέντων πολιτικώς εναγόντων και μαρτύρων κατηγορίας, προέβαινε ο ανωτέρω Γ. Τ., τουθ' όπερ (μη έκδοση παραστατικών εξοφλητικών καταβολών υπό του κατηγορουμένου) και εγένετο υπ' αυτού προς εξυπηρέτηση του σχεδίου του να επιδιώκει συνεχώς την είσπραξη χρημάτων από τον εν λόγω υπογραφέα τους και τους κληρονόμους του, ως εν προκειμένω και έπραξε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων, στοιχειοθετουμένων αντικειμενικώς και υποκειμενικώς των ειρη μένων αξιοποίνων πράξεων, πρέπει κατηγορούμενος αυτός να κηρυχθεί ένοχος των πραγματικώς συρρεουσών, παρά τα αντίθετα, που υποστηρίζει αυτός, τα οποία ως εκ τούτου είναι απορριπτέα, αξιοποίνων αυτών πράξεων, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' του ΠΚ, το οποίον και πρωτοδίκως του είχε αναγνωρισθεί, και νυν πρέπει να του αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο του, για να μη καταστεί χείρων η θέσις του, κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στο διατακτικό. Ο περαιτέρω ισχυρισμός του παρόντος κατηγορουμένου και εν ταυτώ αίτημα του, ότι πρέπει να αναγνωρισθεί η συνδρομή στο πρόσωπο του και της ελαφρυντικής περιστάσεως της ΠΚ 84 παρ.2 εδ. ε', καθ' όσον, ως μόνον ισχυρίζεται, συμπεριφέρθηκε καλώς για σχετικώς μεγάλο διάστημα και δη επί δεκαετία, μετά τις τελεσθείσες το έτος 2002 ως άνω αξιόποινες πράξεις του, δεν απασχόλησα τις Αρχές και ο βίος του είναι καθαρός. Υπό το περιεχόμενο αυτό και μόνον ο εν λόγω ισχυρισμός - αίτημα του είναι αόριστος και απορριπτέος.". Στο διατακτικό τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στη ... Α) σε χρόνο μη επακριβώς διαπιστωθέντα, πάντως μεταξύ της 1-11-2002 έως την 1-8-2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος άνω των 15.000 ευρώ, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Τις πράξεις δε αυτές ενεργεί κατ' επάγγελμα. Ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο νόθευσε τις παρακάτω επιταγές, ήτοι 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.200.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30-3-1990, 2) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.845.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 20-5-1990, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.931.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 20-6-1990, 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 3.445.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 20-7-1990, 5) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 856.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30-7-1990, 6) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 2.790.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30-7-1990, 7) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως ποσού 1.310.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30-7-1990 και ειδικότερα αλλοίωσε τον αριθμό μηδέν (0) που αναγραφόταν στην ημερομηνία έκδοσης, έτσι ώστε αντί για το έτος 1990 να φαίνεται ως αναγεγραμμένο το έτος 1996. Ακολούθως έκανε χρήση των εγγράφων αυτών, ήτοι προσκόμισε φωτοτυπίες των ως άνω πλαστού και νοθευμένων εγγράφων την 1-8-2003 κατά την εκδίκαση της από 12-6-2003 αίτησης του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία ζητούσε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε βάρος της περιουσίας του Γ. Τ., προς εξασφάλιση της φερόμενης με την από 1-11-2002 αγωγής του, αξίωσης από συναφθείσα δανειακή σύμβαση ποσού 13.377.000 δρχ (ή 39.257,52 ευρώ), αλλά και την 25-2-2005 κατά τη συζήτηση της από 1-11-2002 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία ζητούσε να καταδικασθούν οι τότε εναγόμενοι και νυν μηνυτές Γ. Τ., Ε. Τ., Ε. Τ., Π. Τ., Ε. Τ. και Μ. Τ., να του καταβάλουν το ποσό των 13.377.000 δρχ (ή 39.257,52 ευρώ) επικαλούμενος σύμβαση δανείου, προς εξόφληση του οποίου είχαν εκδοθεί οι ως άνω νοθευμένες επιταγές. Β) Στον ίδιο ως άνω τόπο και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, έβλαψε ξένη περιουσία, η δε συνολική ζημία που προξενήθηκε από την πράξη του υπερβαίνει τα 15.000 Ευρώ, ενώ τέτοιες πράξεις διαπράττει κατ επάγγελμα. Ειδικότερα, α) στον παραπάνω τόπο και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, την 1-8-2003 κατά την εκδίκαση της 12-6-2003 αίτησης του κατά του Γ. Τ. (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 638 /ΑΣΦ/24.06.2003), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία ζητούσε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε βάρος της περιουσίας του Γ. Τ., προς εξασφάλιση της φερόμενης με την από 1-11-2002 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, αξίωσης του από σύμβαση δανείου ύψους 13.377.000 δρχ (ή 39.257,52 ευρώ), προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο Δικαστήριο και πλαστά έγγραφα τα οποία αυτός είχε νοθεύσει, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, ήτοι: 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.200.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30.03.1990, 2) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.845.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 20.05.1990, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 1.931.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως τη 20.06.1990, 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 3.445.000 δρχ. με ημερομηνία εκδόσεως την 20.07.1990, 5) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 856.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την. 30.07.1990, 6) την υπ' αριθμ.... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 2.790.000 δρχ με ημερομηνία εκδόσεως την 30Ό7-1990 και 7) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως ποσού 1.310.000 δρχ. με ημερομηνία εκδόσεως την 330-7-1990 στα πρωτότυπα των οποίων είχε αλλοιώσει τον αριθμό μηδέν (0) που αναγραφόταν στην ημερομηνία έκδοσης, έτσι ώστε αντί για το έτος 1990 να φαίνεται ως αναγεγραμμένο το έτος 1996. Με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε τον δικαστή του ως άνω δικαστηρίου, ο οποίος εξέλαβε ως αληθή κατά περιεχόμενο την αίτηση του και έτσι εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 804/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία του επέτρεψε να εγγράψει προσημείωση υποθήκης ποσού 50.849 Ευρώ, σε βάρος της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση Γ. Τ., β) στον παραπάνω τόπο και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, την 25.02.2005 κατά τη συζήτηση της από 1-11-2002 αγωγής του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 271/ΤΟ/06.12.2002 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία ζητούσε να καταδικασθούν οι τότε εναγόμενοι και νυν μηνυτές Γ. Τ., Ε. Τ., Ε. Τ., Π. Τ., Ε. Τ. και Μ. Τ., να του καταβάλουν το ποσό των 13.377.000 δρχ (ή 39.257,52 ευρώ) επικαλούμενος σύμβαση δανείου, προς εξόφληση του οποίου είχαν εκδοθεί η ανωτέρω πλαστή συναλλαγματική και οι ως άνω νοθευμένες επιταγές, φωτοαντίγραφα των οποίων προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο δικαστήριο, παραπλανώντας κατ' αυτόν τον τρόπο το Δικαστήριο, το οποίο εξέλαβε ως αληθή κατά περιεχόμενο την αγωγή του και έτσι εκδόθηκε η υπ' αριθμ 98/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία υποχρέωνε τους μηνυτές να του καταβάλουν το ποσό των 50.849 Ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. ΔΕΧΕΤΑΙ ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο που διέπραξε το αδίκημα έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ως εκ τούτου αναγνωρίζει στο πρόσωπο του την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ." Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και της απάτης στο δικαστήριο, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 13γ, 14, 16, 17, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α , 94, 98, 216 παρ.1 και 3 εδ. β', και 386 παρ.1 και 3 περ. α' Π.Κ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπό τη μορφή της νόθευσης γνήσιου εγγράφου: α) την νόθευση των γνήσιων εγγράφων, (επιταγών), την αλλοίωση του στοιχείου (χρόνος έκδοσης των επιταγών) που αποτελεί τη νόθευση, και συνακόλουθα το δόλο του β) το σκοπό νόθευσης του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, που ήταν η παραπλάνηση του δικαστηρίου, ως προς το χρόνο έκδοσης των επιταγών, προκειμένου ο χρόνος αυτός να είναι εγγύτερος του χρόνου άσκησης της αγωγής και του χρόνου θανάτου (1999), του αρχικώς υποχρέου εκ του δανείου, Π. Τ., και γ) την χρήση από τον ίδιο, των νοθευμένων αυτών εγγράφων με την προσκόμισή τους στο δικαστήριο, ήτοι στο Μονομελές και Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και μάλιστα σε φωτοτυπικό αντίγραφο, ώστε να μην είναι ευχερής η διακρίβωση της παραπάνω αλλοίωσης. Επίσης αναφέρει, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης στο δικαστήριο: α) τις απατηλές ενέργειες του αναιρεσείοντα με τη χρήση των ως άνω νοθευμένων εγγράφων, στη νόθευση των οποίων ο ίδιος προέβη, β) τη γνώση του ότι το περιεχόμενο των εγγράφων, (επιταγών) ήταν ψευδές, αφού ο φερόμενες ως χρόνος έκδοσης αυτών είχε αλλοιωθεί γ) την παραπλάνηση του δικαστηρίου που αποδέχθηκε ως πραγματικό τον παραπάνω χρόνο έκδοσης των επιταγών και δ) την ζημία που προκλήθηκε στους εγκαλούντες με την έκδοση των σε βάρος τους και ευνοϊκών για τον αναιρεσείοντα αποφάσεων του δικαστηρίου. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι δε συντρέχει στο πρόσωπό του, η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης και στις δύο πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις ως άνω πράξεις επανειλημμένως-εξακολουθητικώς, βάσει σχεδίου, έχοντας διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή με σκοπό από την επανειλημμένη τέλεση αυτών να πορισθεί τα ενσωματωμένα στις ως άνω επιταγές χρηματικά ποσά. Εξάλλου η αναφορά στο σκεπτικό ης προσβαλλομένης απόφασης, περί θανάτου το έτος 1999 του αρχικού υποχρέου εκ του δανείου Γ. Τ., αντί του ορθού Π. Τ., οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. εκτιμώμενοι, ως πρώτος και δεύτερος, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, ότι δηλαδή η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, και έγινε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Απορριπτέος επίσης, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι ο λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο, το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, εκ του λόγου ότι, παρανόμως επιδίκασε στην Ε. Τ., του Π., το χρηματικό ποσό των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού αυτή, δεν παρέστη στο ακροατήριο, δεν ζήτησε επιδίκαση ηθικής βλάβης και δεν εκπροσωπήθηκε από κανέναν, καθόσον, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι η παραπάνω εμφανίσθηκε στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, και δήλωσε, ως και πρωτοδίκως, παράσταση πολιτικής αγωγής όπως και οι λοιποί πολιτικώς ενάγοντες, και διόρισε ως πληρεξουσίους δικηγόρους της όπως και οι λοιποί πολιτικώς ενάγοντες, τους Αριστόβουλο Ελευθερίου και Παναγιώτη Παπαμάλη, προκειμένου να την εκπροσωπήσουν. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. εκτιμώμενος ως τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, ότι δηλαδή παρανόμως επιδικάστηκε στην πολιτικώς ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 3910/2010 και άρθρο 67 παρ.3 του Ν. 3994/2011 "Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή (μετά τις επελθούσες τροποποιήσεις της), προκύπτει ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι μετά την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου και την επιβολή της συνολικής ποινής φυλακίσεως των τεσσάρων ετών, το Δικαστήριο, ενώ οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την κατά το άρθρο 100 ΠΚ αναστολή εκτέλεσης της ποινής επί τριετία, έκρινε, ότι δεν πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής με την παρακάτω αιτιολογία, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης: "Στην προκειμένη περίπτωση στον κατηγορούμενο επιβλήθηκε (συνολική) ποινή φυλακίσεως, η οποία υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, γεγονός που δεν δικαιολογεί την κατ' άρθρο 100 παρ. 1 ΠΚ αναστολή της ποινής που του επιβλήθηκε, επιτρέπεται όμως η μετατροπή της αφού η ποινή βάσεως των τριών ετών, κατά τις ειρημένες διατάξεις , είναι μετατρέψιμη. Τούτων δοθέντων και επειδή από την έρευνα του χαρακτήρα του καταδικασθέντος και τις λοιπές περιστάσεις το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί, για να αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Επομένως συντρέχει περίπτωση μετατροπής της παραπάνω ποινής σε χρηματική". Έτσι όμως που έκρινε το ο Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στις πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 100 ΠΚ, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας, που θεμελιώνουν τους κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε' και Η' λόγους αναίρεσης, οι οποίοι εξετάζονται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα). Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει κατά παραδοχή των σχετικών από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' Ε' και Η' ΚΠΔ, κατ' εκτίμηση, λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνον ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, κατά το εν λόγω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 38/12-3-2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, και μόνον ως προς τη διάταξή της, για μετατροπή της ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά, την από 6 Ιουνίου 2012, υπ' αριθμό 9/2012, αίτηση του Α. Π. του Φ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 38/12-3-2012, απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ