Αριθμός 6/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ TAKTIKH ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης: Ρένα Ασημακοπούλου, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Χαράλαμπο Δημάδη, Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπροέδρους, Βασίλειο Φούκα, Βιολέττα Κυτέα, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Ανδρέα Ξένο, Δημήτριο Κόμη, Αντώνιο Ζευγώλη - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Αργύριο Σταυράκη, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Χαραλαμπία Σίμου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ ΕΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κόντη. Της καθού η κλήση - αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπασπύρου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Μαρτίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1690/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6875/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 293/2012 απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο κατά το δεύτερο υποσκέλος του πρώτου σκέλους αυτού, και τους τέταρτο και πέμπτο κατά το πρώτο σκέλος αυτών λόγους της 676/22-6-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 6875/11-12-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 27 Ιουλίου 2012 κλήση της καλούσας, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται και στις προτάσεις τους και ζήτησαν, ο μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας πρότεινε όπως οι εξεταζόμενοι λόγοι αναιρέσεως κριθούν αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει. Κατά την 18 Απριλίου 2013 ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες, Βασίλειος Φούκας, Κωνσταντίνος Φράγκος και Κωνσταντίνος Τσόλας, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 27-07-2012 κλήση της αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ ΕΑΕ", νόμιμα φέρονται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, οι παραπεμφθέντες σ' αυτήν με την υπ' αριθμ. 293/2012 απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος (κατά το δεύτερο υποσκέλος του πρώτου σκέλους αυτού), τέταρτος και πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτών, λόγοι της 676/22-06-2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 6875/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Με την ανωτέρω παραπεμπτική απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος κρίθηκε ότι είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η κατά νομοθετική εξουσιοδότηση ρύθμιση του άρθρου 31 του π.δ. 234/1980 κατά το μέτρο που επιβάλλει σε ιδιωτικές κλινικές τιμολόγιο νοσηλίων υπολειπόμενο του κόστους λειτουργίας τους είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος). Κατά τους ορισμούς του Συντάγματος "Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας" (άρθρο 2 παρ. 1) και "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη" (άρθρο 5 παρ. 1). Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος έχει κατοχυρωθεί το δικαίωμα των πολιτών στην προστασία της υγείας, ήδη δε μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος (Ψήφισμα της 6ης Απριλίου της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων) προστέθηκε παράγραφος 5 στο ανωτέρω άρθρο 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας ...". Εξ άλλου, στα άρθρα 21 παρ.3 και 22 παρ.5 του Συντάγματος ορίζεται αντιστοίχως ότι "Το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών ..." και "Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις του Συντάγματος συνάγεται ότι το Κράτος και οι οργανισμοί κοινωνικών ασφαλίσεων υποχρεούνται να παρέχουν στα ασφαλιζόμενα πρόσωπα υπηρεσίες υγείας υψηλού επιπέδου (πρβλ. ΣτΕ 400/1986 Ολομ.), οι οποίες πρέπει να καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες διαγνώσεως και θεραπείας των σχετικών παθήσεων, τις χειρουργικές επεμβάσεις, εφόσον απαιτούνται, ως και γενικώς τις ανάγκες νοσηλείας των εν λόγω προσώπων. Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, ως και εκείνη του άρθρου 4 του Συντάγματος, προστατεύει παράλληλα την ελευθερία της οικονομικής δραστηριότητας, στην οποία περιλαμβάνεται και η ελευθερία ασκήσεως του εμπορίου και αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση της ελεύθερης οικονομικής λειτουργίας των επιχειρήσεων, ώστε να μπορούν αυτές να εργάζονται κερδοσκοπικώς στα πλαίσια της ανταγωνιστικής αγοράς. Και ναι μεν η εν λόγω διάταξη δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, ή, κατ' εξουσιοδότηση τούτου, στη Διοίκηση, να θεσπίζει περιορισμούς της ελευθερίας αυτής για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν επιτρέπεται να οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, ούτε όμως να καθιστούν αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερή την πραγματοποίηση και των θεμιτών σκοπών της επιχειρηματικής δραστηριότητας, από τους οποίους εξαρτάται η επιβίωση της επιχειρήσεως ως οικονομικής μονάδας. Εξάλλου, κατ' εφαρμογήν της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 13 του άρθρου 12 του ν. 3796/1957 (ΦΕΚ Α' 251), σύμφωνα με την οποία "Διά Β. Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Κοιν. Προνοίας καθορίζεται το τιμολόγιον νοσηλίων των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων και Ιδιωτικών Κλινικών πάσης φύσεως και κατηγορίας ...", εκδόθηκαν το π.δ. 350/1976 (ΦΕΚ Α' 127) και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 234/1980 (ΦΕΚ Α' 66). Με την διάταξη του άρθρου 4 του π.δ. 350/1976 και την ταυτοσήμου περιεχομένου με αυτήν διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 31 του π.δ. 234/1980 ορίσθηκε ότι τα τιμολόγια νοσηλίων που καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις (ημερήσια νοσήλια, αμοιβές ιατρικών πράξεων και έξοδα χειρουργείου) για ασφαλισμένους, καθώς και για ασθενείς των οποίων η δαπάνη νοσηλείας βαρύνει το Δημόσιο, σε περιπτώσεις εκτάκτου εισαγωγής ασθενούς σε ιδιωτικές κλινικές και νοσηλευτικά ιδρύματα, εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τις ιδιωτικές κλινικές και τα νοσηλευτικά ιδρύματα, ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι σύμβαση μεταξύ τούτων και των ασφαλιστικών οργανισμών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία ισχύει για το Δημόσιο και για όλους τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, σε περίπτωση που, λόγω επείγουσας ανάγκης, ασθενείς ασφαλισμένοι εισαχθούν αυτοβούλως σε νοσηλευτικά ιδρύματα ή ιδιωτικές κλινικές μη συμβεβλημένα με τους ανωτέρω φορείς, για τον λόγο ότι εκ της αναβολής απειλείται κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του ασθενή, τα νοσηλευτικά ιδρύματα ή ιδιωτικές κλινικές, εφαρμόζουν υποχρεωτικά τα μειωμένα τιμολόγια για τους ασθενείς που είναι ασφαλισμένοι στους παραπάνω φορείς, ανεξαρτήτως εάν υπάρχει σύμβαση μεταξύ των εν λόγω θεραπευτηρίων και των ασφαλιστικών φορέων. Στην όλως εξαιρετική όμως περίπτωση που οι ασφαλισμένοι ασθενείς εισάγονται μεν σε συμβεβλημένα με τους πιο πάνω φορείς θεραπευτήρια, τα θεραπευτήρια όμως αυτά αδυνατούν να παράσχουν στους ασφαλισμένους ασθενείς τις απαραίτητες υπηρεσίες υγείας είτε διότι υστερούν, ως προς τις σύγχρονες μεθόδους διαγνώσεως και θεραπείας, είτε λόγω ανεπαρκείας των αναγκαίων υποδομών για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες νοσηλείας των ανωτέρω προσώπων, είτε, τέλος, λόγω ελλείψεως του απαραίτητου εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού και για τους λόγους αυτούς οι ασθενείς καταφύγουν αναγκαίως σε μη συμβεβλημένα με οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως θεραπευτήρια, προκειμένου να αποφύγουν κίνδυνο της ζωής τους ή της υγείας τους, στην περίπτωση αυτή και για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο νοσηλείας του ασθενούς σε τέτοιο θεραπευτήριο, κάθε ασφαλιστικός φορέας, υποχρεούται να αποδώσει στους ενδιαφερόμενους το σύνολο της δαπάνης νοσηλείας τους. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα ανέτρεπε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα στην υγεία και την αντίστοιχη υποχρέωση του Κράτους και των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως να μεριμνούν για την υγεία των πολιτών. Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το μη συμβεβλημένο με τον οικείο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ιδιωτικό θεραπευτήριο, στο οποίο αναγκάσθηκε, κατά τα ανωτέρω, να καταφύγει ο ασθενής ασφαλισμένος, εισέπραξε από αυτόν δαπάνη νοσηλείας ανώτερη από την επιτρεπόμενη κατά νόμον -μάλιστα δε και με βάση το ισχύον κατά το χρόνο νοσηλείας κρατικό τιμολόγιο- τότε ο φορέας αυτός έχει τη δυνατότητα να αναχθεί κατά του θεραπευτηρίου και να αξιώσει την καταβολή σε αυτόν της διαφοράς του ποσού που κατέβαλε ο ασφαλισμένος στο παραπάνω θεραπευτήριο και του ποσού, με το οποίο έπρεπε να τον είχε χρεώσει το θεραπευτήριο, με βάση το ισχύον κατά τον ένδικο χρόνο κρατικό τιμολόγιο νοσηλείας (Ολ.ΣτΕ 1187, 1188/2009), χωρίς να αποκλείεται η διατύπωση σχετικής αξιώσεως από τον ασφαλισμένο για το αχρεωστήτως, πλέον του ισχύοντος κρατικού τιμολογίου νοσηλείας, καταβληθέν από εκείνον στο θεραπευτήριο χρηματικό ποσό. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ. 234/1980, με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, καθιερώνεται αναγκαστικό τιμολόγιο νοσηλίων για μη συμβεβλημένα με τον ασφαλιστικό φορέα θεραπευτήρια χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το τυχόν αυξημένο κόστος παροχής του υπηρεσιών τους, σε περίπτωση έκτακτης εισαγωγής προς αποτροπή κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του ασθενούς, αποτελεί περιορισμό του ατομικού δικαιώματος της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας. Ωστόσο, η διάταξη αυτή συνιστά θεμιτόν κατ' αρχήν περιορισμό στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας του μη συμβεβλημένου με ασφαλιστικό φορέα θεραπευτηρίου, εφόσον όμως δεν παρεμποδίζεται ουσιωδώς η οικονομική λειτουργία της επιχειρήσεώς του, με κριτήριο την καθιερούμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι (α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, (β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και (γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναφερόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (Ολ.ΑΠ 27/2008). Με βάση τα ανωτέρω, ο έλεγχος της αναλογικότητας υπό στενή έννοια απαιτεί συσχετισμό δύο συγκρίσιμων μεγεθών, αφενός του περιοριστικού μέτρου και αφετέρου του επιδιωκόμενου σκοπού. Η εξειδίκευση δε των κρίσιμων μεγεθών πρέπει να γίνεται με βάση τα προστατευόμενα συμφέροντα, η διαδικασία δε ελέγχου της αναλογικότητας απαιτεί τον προσδιορισμό της προσβολής καθενός από τα αντίρροπα συμφέροντα, σε συνδυασμό με την ανάγκη της προστασίας τους στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην περίπτωση του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ. 234/1980, το ένα από τα συγκρίσιμα μεγέθη είναι η δυνατότητα του κράτους να ανταποκριθεί στο καθήκον του για την προστασία της υγείας των πολιτών, η οποία, κατά τα ανωτέρω, ανάγεται σε συνταγματικώς προστατευόμενο αγαθό (άρθρο 5 παρ. 5, 21 παρ. 3, 22 παρ. 5 του Συντάγματος), και το άλλο η οικονομική δραστηριότητα, η οποία προστατεύεται επίσης από το Σύνταγμα (άρθρο 5 παρ. 1). Η νοσηλεία όμως για την οποία πρόκειται και η εφαρμογή γι' αυτή αναγκαστικώς καθοριζόμενου τιμολογίου (ισχύοντος πάντως και σε άλλα ιδιωτικά θεραπευτήρια-συμβεβλημένα), αποτελεί γεγονός έκτακτο και εξαιρετικό και προϋποθέτει απόλυτη αδυναμία του Εθνικού Συστήματος Υγείας και των συμβεβλημένων ιδιωτικών κλινικών να δεχθούν το επείγον περιστατικό. Συνεπώς, ο περιορισμός που συνεπάγεται το μέτρο αυτό για την οικονομική ελευθερία, δεν επάγεται σημαντική επιβάρυνση, έτσι ώστε να αξιώνεται, σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, η προσφυγή του κρατικού μηχανισμού σε περίπλοκες διαδικασίες για την αντιστοίχηση του τιμολογίου προς τις πραγματικές δαπάνες της λειτουργίας της επιχείρησης του κάθε μη συμβεβλημένου θεραπευτηρίου και συνακολούθως να γεννάται ασάφεια και αβεβαιότητα στις σχέσεις των εμπλεκομένων μερών. Μόνο δε κριτήριο προκειμένου να ελεγχθεί αν παρεμποδίζεται ουσιωδώς η οικονομική λειτουργία της επιχείρησης του μη συμβεβλημένου με ασφαλιστικό φορέα θεραπευτηρίου από τη ρύθμιση του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ. 234/1980 και αν συντρέχει έτσι προσβολή της αρχής της αναλογικότητας, που καθιστά την εν λόγω διάταξη αντισυνταγματική, συνιστά η επίκληση εκ μέρους του θεραπευτηρίου συχνότητας περιστατικών έκτακτης νοσηλείας τόσο μεγάλης, ώστε να καθίσταται η λειτουργία του αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, και να μη μπορεί έτσι να επιτευχθεί η πραγματοποίηση των θεμιτών σκοπών της επιχειρηματικής δραστηριότητας, από τους οποίους εξαρτάται η επιβίωση της επιχειρήσεως ως οικονομικής μονάδας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, θεμελιούμενης στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ. 234/1980, το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 13 του άρθρου 12 του ν. 3796/1957, με την οποία τίθεται περιορισμός του ατομικού δικαιώματος της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας, ενόψει του καθιερούμενου με αυτήν αναγκαστικού τιμολογίου νοσηλίων για μη συμβεβλημένα με τον ασφαλιστικό φορέα θεραπευτήρια σε περίπτωση έκτακτης εισαγωγής προς αποτροπή κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του ασθενούς, είναι απόλυτα θεμιτός και εναρμονίζεται πλήρως προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 5, 21, παρ. 3, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απορρίπτοντας κατόπιν αυτού τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που νομίμως επανέφερε και ενώπιόν του, με λόγους εφέσεως, κατά τους οποίους, η κατ' εξουσιοδότηση ρύθμιση του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ/τος 234/1980 αντιβαίνει στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες συνταγματικές διατάξεις, διότι α) επιβάλλεται στις ιδιωτικές κλινικές να εφαρμόζουν υποχρεωτικά τα τιμολόγια νοσηλείων που ορίζονται για τους ασφαλισμένους σε φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως, σε περιπτώσεις έκτακτης εισαγωγής, χωρίς να υφίσταται μεταξύ των κλινικών και των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως σύμβαση συνεργασίας και β) το τιμολόγιο αυτό είναι κατώτερο του κόστους λειτουργίας των ιδιωτικών κλινικών, ανερχόμενο σε ποσοστό 1/10 αυτού, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται στις ιδιωτικές κλινικές να λειτουργούν κάτω του κόστους και με ζημιά. Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο, "ότι στις 17 Μαρτίου του έτους 1998 η ενάγουσα υπέστη βαριά αναπνευστική λοίμωξη και καρδιακή ανακοπή και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Θώρακος Αθηνών, που εφημέρευε την ημέρα εκείνη. Εκεί διαπιστώθηκε η κρισιμότητα της κατάστασής της και εκρίθη αναγκαία η εισαγωγή της σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Επειδή δε στο νοσοκομείο εκείνο δεν υπήρχε κενή κλίνη αναζητήθηκε τέτοια στις μονάδες εντατικής θεραπείας των υπολοίπων κρατικών νοσοκομείων πλην όμως η εύρεσή της κατέστη αδύνατη όπως τούτο βεβαιώνεται από την από 18-3-1998 βεβαίωση του τμήματος Άμεσης Επέμβασης του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η ενάγουσα. Προς τούτο και ενόψει του ότι ούτε στο νοσοκομείο τούτο, ούτε, μέσω ΕΚΑΒ, κατέστη δυνατό να εξευρεθεί κλίνη σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, την οποία η ασθενής είχε άμεση ανάγκη, αναζητήθηκε τελικά περίθαλψη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Απολλώνειου Θεραπευτηρίου, που ήταν το πλησιέστερο που διέθετε σχετική μονάδα. Έτσι στο εν λόγω θεραπευτήριο η ενάγουσα εισήλθε όχι με δική της πρωτοβουλία αλλά υποχρεώθηκε κατόπιν παραπομπής της από το κρατικό νοσοκομείο, στο οποίο είχε εισαχθεί και εξαιτίας του γεγονότος ότι το ίδιο, καθώς και τα λοιπά κρατικά αλλά και οι συμβεβλημένες με τον ασφαλιστικό της φορέα ιδιωτικές κλινικές, αδυνατούσαν να της παράσχουν την ανάλογη με τις περιστάσεις νοσοκομειακή περίθαλψη. Για το λόγο αυτό διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ την ίδια ως άνω ημέρα σε κωματώδη κατάσταση όπου και παρέμεινε μέχρι και την 31-3-1998, καθ' όλον δε τον παραπάνω χρόνο εξακολουθούσε να υφίσταται κίνδυνος για τη ζωή της και δεν ανευρίσκετο κενή κλίνη σε κρατικό νοσοκομείο. Την αναγκαιότητα της παραπάνω έκτακτης εισαγωγής και παραμονής της ενάγουσας στο εν λόγω ιδιωτικό θεραπευτήριο λόγω της κρισιμότητας της κατάστασής της και της αδυναμίας αντιμετωπίσεως του περιστατικού από κρατικό ή ιδρυματικό νοσοκομείο γνωμάτευσε ο ελεγκτής ιατρός του οικείου ασφαλιστικού της φορέα, ήτοι του ΟΓΑ και ακολούθως την ίδια ως άνω ημέρα η νοσηλεία της ενάγουσας εγκρίθηκε και από την Νομαρχία Αθηνών. Όταν αργότερα την 31-3-1998, ανευρέθηκε τελικά κενή κλίνη σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στο ΚΑΤ, μεταφέρθηκε αμέσως σ' αυτήν, όπου και παρέμεινε μέχρι την 8-4-1998 και στη συνέχεια σε κλινική του ΚΑΤ μέχρι τις 21-4-1998, οπότε και εξήλθε. Κατά την έξοδό της από το ιδιωτικό θεραπευτήριο η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 22.597,21 Ευρώ, όπως τα επιμέρους ποσά για κάθε μερικότερη πράξη εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή και δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη εταιρία, προσδιορίσθηκαν δε με βάση το ισχύον τιμολόγιο των νοσηλίων της ιδιωτικής κλινικής. Η δαπάνη ωστόσο νοσηλείας στην εναγομένη ιδιωτική κλινική εσφαλμένως ανήλθε στο ως άνω ποσό, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση, που, κατά τα προπεριγραφόμενα, συνιστούσε περίπτωση έκτακτης εισαγωγής, τύγχανε υποχρεωτικής εφαρμογής από την εναγόμενη το μειωμένο τιμολόγιο, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 31 του ΠΔ 234/1980 "περί καθορισμού τιμολογίων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και των ιδιωτικών κλινικών". Έτσι με βάση το ως άνω ΠΔ, η ενάγουσα θα έπρεπε να καταβάλει στην εναγόμενη εταιρία α) για νοσηλεία στην μονάδα εντατικής θεραπείας το ποσό των 308.000 δραχμών άλλως Ευρώ, β) για κάρτα εισόδου το ποσό των 5.000 δρχ άλλως Ευρώ, γ) για εξετάσεις το ποσό των 134.090 δρχ άλλως Ευρώ και δ) για φάρμακα το ποσό των 304.413 δρχ και συνολικά το ποσό των 751.503 δρχ άλλως 2.205,44 Ευρώ, όπως άλλωστε το ποσό αυτό στη συνέχεια εισέπραξε η ενάγουσα κατόπιν εγκρίσεως της νοσηλείας της με την υπ' αριθμ. 8202/26-3-98 απόφαση του από τον οικείο ασφαλιστικό της φορέα (βλ. αντίγραφο του με αριθμ. πρωτ. 3115/1-7-1998 σχετικού εγγράφου του ΟΓΑ). Επομένως το υπερβάλλον των 2.205,44 Ευρώ ποσό ήτοι το ποσό των (22.597,21 - 2.205,44=) 20.391,77 Ευρώ καταβλήθηκε αχρεωστήτως από την ενάγουσα αφού για εκείνη δεν υπήρξε υποχρέωση καταβολής, ενώ περαιτέρω και η εναγόμενη κατά την αντίστοιχη καταβολή γνώριζε το αχρεώστητο της παροχής. Η δε γνώση της τελευταίας συνάγεται σαφώς από το γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή της νοσηλείας της ενάγουσας, η εναγόμενη είχε πληροφορηθεί ότι επρόκειτο για έκτακτη νοσηλεία αφού άλλωστε διεκομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, ότι ήταν ασφαλισμένη στον ΟΓΑ (βλ. σχετ. πληροφοριακό δελτίο ασθενούς) ενώ επιπλέον την 17-3-1998 η ίδια η εναγομένη δια του θεράποντος ιατρού της ενάγουσας βεβαίωσε περί του εκτάκτου χαρακτήρα της νοσηλείας (βλ. την από 17-3-98 σχετ. βεβαίωση του Απολλώνειου Θεραπευτηρίου) προκειμένου η σχετική βεβαίωση να προσκομισθεί στην Νομαρχία Αθηνών για την έγκριση της ανωτέρω νοσηλείας της ασφαλισμένης στον ΟΓΑ στην εναγομένη μη συμβεβλημένη ιδιωτική κλινική. Τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από το γεγονός ότι ο γαμπρός της ενάγουσας, που ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπός της, κατά την εισαγωγή αυτής στην ιδιωτική κλινική, υπέγραψε για λογαριασμό της τους ειδικούς όρους του πληροφοριακού δελτίου ασθενούς, σύμφωνα με τους οποίους αποδεχόταν ανεπιφύλακτα τη δαπάνη νοσηλείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης βάσει του ισχύοντος τιμολογίου της εναγομένης ενώ ούτε η ολοσχερής εξόφληση των τιμολογίων συνιστά αναγνώριση του χρέους της, απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της προβαλλόμενης από την εναγόμενη-λήπτρια του πλουτισμού ένστασης ότι η ενάγουσα κατέβαλε εν γνώσει της ανυπαρξίας του χρέους, αφού αποδείχθηκε ότι στις παραπάνω ενέργειες η ενάγουσα προέβη λόγω της εξαιρετικής ανάγκης που καθιστούσε επιβεβλημένη την εισαγωγή και νοσηλεία της στο εν λόγω ιδιωτικό θεραπευτήριο λόγω της καταστάσεως της υγείας της, από την αναβολή της οποίας υπήρχε άμεσος κίνδυνος για τη ζωή της και ενόψει του ότι η εναγομένη αρνείτο τόσο την εισαγωγή και παραμονή της ενάγουσας στην κλινική της χωρίς την υπογραφή των σχετικών ως άνω εγγράφων όσο και την έξοδο αυτής χωρίς την προηγούμενη εξόφληση των τιμολογίων, δεκτής γενομένης της αντένστασης της ενάγουσας ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα ότι η βούλησή της δηλώθηκε κατόπιν εξαναγκασμού. Τούτο δε ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα τήρησε επακριβώς τη νόμιμη διαδικασία, όπως αυτή προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις και τον κανονισμό νοσοκομειακής περίθαλψης ασφαλισμένων του ΟΓΑ, σε περιπτώσεις έκτακτης νοσηλείας με την έγκριση αυτής από την αρμόδια διεύθυνση Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών μετά από γνωμάτευση του ελεγκτή ιατρού του ΟΓΑ και σχετική βεβαίωση του θεράποντος ιατρού του ιδιωτικού θεραπευτηρίου, κατά τα προαναφερόμενα και στη μείζονα σκέψη, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε εάν είχε πρόθεση παραίτησης οριστικά από την αξίωση αναζήτησης. Σε κάθε δε περίπτωση η διάταξη του άρθρου 31 του ΠΔ έχει τεθεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για λόγους δημοσίου συμφέροντος αφού αποβλέπει στην προστασία της ζωής και της υγείας κυρίως των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης νοσοκομειακής περίθαλψης και όταν η παροχή αυτής είναι αδύνατη από κρατικό ή ιδρυματικό νοσοκομείο από δε την αναβολή υφίσταται κίνδυνος ζωής ή υγείας του ασθενούς και συνεπώς τυχόν αντίθετη βούληση των ενδιαφερομένων δεν είναι ισχυρή (αρθρ. 3 ΑΚ) ...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα, ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται το ως άνω αχρεωστήτως καταβληθέν στην αναιρεσείουσα ποσό των 20.391,77 ευρώ, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως το πιο πάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ. 234/1980, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 3796/1957, καθώς και τις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες εναρμονίζονται πλήρως προς την διάταξη αυτή, δεδομένου ότι ο περιορισμός της οικονομικής δραστηριότητος της αναιρεσείουσας που τίθεται με το άρθρο 31 του άνω π.δ., συνάδει εν προκειμένω προς την αρχή της αναλογικότητας, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο περιορισμός που συνεπάγεται το μέτρο αυτό για την οικονομική ελευθερία, δεν επάγεται σημαντική επιβάρυνση αυτής, σε σύγκριση με το προστατευόμενο από την ίδια διάταξη δικαίωμα της υγείας των πολιτών σε περίπτωση έκτακτης εισαγωγής τους σε τέτοιο θεραπευτήριο, έτσι ώστε να αξιώνεται, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η προσφυγή του κρατικού μηχανισμού σε περίπλοκες διαδικασίες για την αντιστοίχηση του τιμολογίου προς τις πραγματικές δαπάνες της λειτουργίας της επιχείρησης του θεραπευτηρίου της αναιρεσείουσας, αλλά μόνο κριτήριο προς τούτο θα συνιστούσε η επίκληση εκ μέρους της συχνότητας περιστατικών έκτακτης νοσηλείας τόσο μεγάλης, ώστε να καθίσταται η λειτουργία της αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, με επακόλουθο την αδυναμία επίτευξης των θεμιτών σκοπών της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, από τους οποίους εξαρτάται η επιβίωση της επιχειρήσεώς της ως οικονομικής μονάδας, περίπτωση όμως που δεν πρόκειται εν προκειμένω. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ παραπεμφθέντες ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, για παραβίαση των άνω συνταγματικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Με τους λοιπούς εκ των παραπεμπομένων στην Ολομέλεια λόγων αναιρέσεως [τρίτο (κατά το δεύτερο υποσκέλος του πρώτου σκέλους αυτού), τέταρτο και πέμπτο, κατά το πρώτο σκέλος αυτών] προβάλλεται η κατ' άρθρο 559 αρ. 1 αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 46, 49 και 81 της Συνθήκης ΕΚ, που καθιερώνουν την υποχρέωση των κρατών-μελών να μη διατηρούν νομοθεσία με την οποία τίθενται εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση, με ίσους όρους, των υπηρεσιών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες υγείας (άρθρο 55 ΕΚ). Στην απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος, που παρέπεμψε το ζήτημα στην Ολομέλεια ως ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, διαλαμβάνεται η εκτίμηση ότι η καθιερούμενη με το άρθρο 31 παρ. 1 του π.δ. 234/1980 υποχρέωση της αναιρεσείουσας να παράσχει νοσηλευτικές υπηρεσίες κάτω από το κόστος λειτουργίας της συνιστά αδικαιολόγητο και δυσανάλογο περιορισμό της ελεύθερης παροχής και με ίσους όρους υπηρεσιών και με την έννοια αυτή δεν συνάδει προς τις επιταγές των εν λόγω διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Η άποψη όμως αυτή στηρίζεται επί εσφαλμένης υποθέσεως. Συγκεκριμένα, ερείδεται στην υπόθεση ότι η διάταξη του άρθρου 49, που καθιερώνει την ελεύθερη διακίνηση των υπηρεσιών (οι λοιπές αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 46 και 81 αφορούν σε άλλα άσχετα θέματα) αφορά και στην εσωτερική αγορά. Τούτο όμως δεν συμβαίνει. Η απαγόρευση παρεμποδίσεως της ελεύθερης διακίνησης υπηρεσιών του άρθρου 49 Συνθ. ΕΚ αναφέρεται μόνο σε διακρατικές συναλλαγές, όπως προκύπτει σαφώς από αυτό, που ορίζει ότι "... οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας απαγορεύεται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος της Κοινότητας άλλο από εκείνο του αποδέκτη της παροχής", πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, όλοι οι εμπλεκόμενοι στην κρινομένη υπόθεση είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον οι λοιποί λόγοι αναίρεσης έχουν ήδη απορριφθεί με την 293/2012 παραπεμπτική απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα κατά ένα μέρος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά, λόγω του δυσερμηνεύτου των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τους παραπεμφθέντες στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου λόγους αναιρέσεως [πρώτο, δεύτερο, τρίτο (κατά το δεύτερο υποσκέλος του πρώτου σκέλους αυτού), τέταρτο και πέμπτο, κατά το πρώτο σκέλος αυτών], καθώς και στο σύνολό της, την από 15-6-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ ΕΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 6875/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα κατά ένα μέρος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ