Αριθμός 101/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών" που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Λαμπρινής Μπρέστα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Κ., και 29) Π. Κ., κατοίκων όλων Αθηνών, που δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1353/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8167/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 22-3-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 22.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 40024/77/2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 8167/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως εφετείο, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) γι αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ερήμην των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτησή της, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από το αναιρεσείον που την επέσπευσε (βλ. τις 5784, 5780, 5813, 5794, 5783, 5749, 5855, 5765, 5859, 5800, 5767, 5801, 5789, 5814, 5769, 5760, 5815, 5788, 5770, 5775, 5750, 5761, 5798, 5796, 5795/14.12.2021, 5878/22.12.2021, 5918/29.12,2021, 5830/15.12.2021 και 5857/20.12.2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Α.), η δε συζήτηση θα προχωρήσει ως να ήταν και αυτοί παρόντες. Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου, έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη την κατηγορία, που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και, κατά συνέπεια, το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 3/2013, 16/2015). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής, χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 306/2011). Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερούμενης, με την πιο πάνω διάταξη, αρχής της ισότητας, αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία εφαρμόζεται επί μισθωτών, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 968/2013). Δεν συντρέχει όμως τοιαύτη περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες, σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών, που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι, κατά συνέπεια, απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (ΑΠ 357/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' του ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού. Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη, εξ οιουδήποτε λόγου, σύμβαση προς το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλότριων καθηκόντων, εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο, αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε, ισούμενη προς την διαφορά των αποδοχών την οποία θα κατέβαλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίο θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 " Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις " (ΦΕΚ Α' 40 ), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 01.01.2004 με το άρθρο 55 του Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α' 297), ορίσθηκε ότι: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11. Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α'), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα, ως εξής : α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων, σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης, άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται, κατά πλήρες ωράριο εργασίας, σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές. Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας ". Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997, διατηρήθηκαν, στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί, κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν, με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ, προς άρση κάθε αμφισβήτησης, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι: "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος ". Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997 : " Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, καταργούνται: ( ... ) η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού, ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν ". 'Ηδη, δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου Ν. 3205/2003 (01.01.2004), που αναφέρεται σε "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., κ.λ.π.", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ. 8 αυτού "Για τους ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...]". Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του π.δ/τος 194/1988 " Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α' 84 ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ. 5 του Ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις. Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού γραμματέων Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ιδίου π.δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Επιπλέον και οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ/τος 50/2001 (ΦΕΚ Α' 05.03.2001) "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα (προσοντολόγιο)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ Α' 180/09.09.1999), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 347/2003 (ΦΕΚ Α' 315/31.12.2003) θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ πληροφορικής, στους οποίους περιλαμβάνονται συγκεκριμένες ειδικότητες, εφόσον οι διοριζόμενοι κατέχουν ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής (άρθρο 6) και ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα Τ.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμων τίτλων σπουδών της αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής (άρθρο 14). Και στο π.δ/μα 50/2001 διακρίνονται οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 6 και 14 αυτού κλάδοι από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 19 του ίδιου π.δ/τος κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ (ή ΔΕ Πληροφορικής), για την κάλυψη του οποίου δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 19 αριθμ. 1 του ως άνω π.δ/τος. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι, από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1.1.1997), κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής, σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (και ήδη π.δ/μα 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους, που είναι απλοί χρήστες Η/Υ. Ειδικότερα, η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας, στην οποία ανήκουν οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, και του άρθρου 8 παρ.8 Ν.3205/2003 οι οποίοι κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο σε αυτούς (ΑΠ 381/2019, ΣτΕ 1298/2018), ενώ από τις ίδιες εκτεθείσες διατάξεις συνάγεται και ότι ο αυστηρός καθορισμός των προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής μόνο στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, αποκλείει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του δημόσιου φορέα, όπως είναι το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οικονομικό Πανεπιστήμιο", σε βάρος της περιουσίας των υπαλλήλων του, στους οποίους αναθέτει τα καθήκοντα χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν τους καταβάλλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 (ήδη άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003) επίδομα πληροφορικής, εφόσον οι εν λόγω υπάλληλοι είτε δεν έχουν τα απαιτούμενα από το π.δ/μα 194/1988 (ήδη π.δ/μα 50/2001) τυπικά προσόντα και δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, είτε έχουν τα απαιτούμενα από τα ως άνω π.δ/τα τυπικά προσόντα, αλλά δεν κατέχουν οργανική θέση, σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής. Τούτο διότι, αν ο φορέας του δημοσίου προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των προαναφερθέντων υπαλλήλων του και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σε αυτούς την άσκηση ιδίων καθηκόντων και πάλι δεν θα τους κατέβαλλε το επίδομα πληροφορικής, καθόσον και αυτοί δεν θα είχαν τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΟλΑΠ 5/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ - η οποία εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ - αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση της, ότι οι αναιρεσίβλητοι παρέχουν την εργασία τους στο αναιρεσείον δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανήκοντες στο διοικητικό προσωπικό αυτού, οι 1ος, 2ος και 3ος ως προγραμματιστές ηλεκτρονικών υπολογιστών χωρίς, ωστόσο, να κατέχουν οργανική θέση πληροφορικής, οι δε λοιποί ως χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών για τις ανάγκες διεκπεραίωσης της εργασίας τους, χωρίς και αυτοί να κατέχουν την ως άνω οργανική θέση. Με βάση την ως άνω παραδοχή, δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1353/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά ως επίδομα πληροφορικής οφειλόμενο σε αυτούς με βάση την αρχή της ισότητας, σύμφωνα με την κύρια βάση της αγωγής τους, κρίνοντας δε ότι η βάση αυτή δεν ερείδεται στο νόμο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή κατά την επικουρική αυτής βάση από το αδικαιολόγητο πλουτισμό. Κατά την κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχή της αναιρεσιβαλομένης το αναιρεσείον ωφελήθηκε από την εργασία των αναιρεσιβλήτων το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε να καταβάλει υπό άλλες συνθήκες, εάν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του προγραμματιστή και του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του. Ακολούθως επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά. Με την παραδοχή αυτή υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αφενός για τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους επειδή παρέβλεψε ότι δεν συνέτρεχε η αναγκαία προϋπόθεση της ένταξής τους σε συνεστημένη οργανική θέση προγραμματιστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, αφετέρου για τους λοιπούς επειδή, εκτός της μη ένταξης τους στην αντίστοιχη οργανική θέση παρέβλεψε ότι, κατά την έννοια των διατάξεων που προπαρατέθηκαν, χειριστής ηλεκτρονικού υπολογιστή νοείται αυτός που έχει ειδικά τυπικά προσόντα και ικανότητες στο χειρισμό του και όχι ο υπάλληλος που χρησιμοποιεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά την διεκπεραίωση των καθηκόντων του, ως αποτέλεσμα της τεχνολογικής προόδου. Συνακόλουθα η πληττόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει και επειδή μετά την αναβίωση της εκκρεμοδικίας της επικουρικής βάσης της αγωγής δεν παρουσιάζονται κενά, κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει κατ'άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να κρατηθεί και να εκδικαστεί η υπόθεση, και να απορριφθεί η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της. Τέλος οι αναιρεσίβλητοι που ηττήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τόσο για την αιρετική δίκη όσο και και για τις δίκες των δυο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 8167/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την 3199/2009 αγωγή. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή κατά την επικουρική της βάση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ