Αριθμός 315/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Γενικό Γραμματέα περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, που εδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου του Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Αντώνιο Αντωνίου και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1 Γ. Δ. του Α. και 2. Α. συζ. Γ. Δ., το γένος Α. Κ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ανδρέα Παπαδόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:322/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 627/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-12-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κλπ" όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ.9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων. Κατά την παράγραφο 3 δε του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγ. 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (παρ.1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (που μετά την επικύρωση της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ' άρθρον 28 παρ.1 του Συντάγματος) και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω, μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του. Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ. ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ. ΑΠ 10/2004). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ.1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α') είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (παρ. 1). Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφ' όσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή (παρ. 3). Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται, από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παρ.1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο (παρ. 6). Οι συνέπειες της παραγ. 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας. Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούνται να ζητήσει με αίτησή του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε έτη από τη* συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 37 του αυτού Νόμου, "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την παρόδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, το οποίο ισχύει από 19-1-2002, το προαναφερόμενο τεκμήριο της ωφελείας των παρόδιων ιδιοκτητών, το οποίο αρχικώς είχε χαρακτηρισθεί αμάχητο, ορίζεται ότι είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την διαδικασία του άρθρου αυτού. Από τον συνδυασμό δε των, ως άνω, διατάξεων του άρθρου αυτού προς τις διατάξεις του άρθρου 37 του ιδίου Νόμου, συνάγεται, ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν προ της ενάρξεως της ισχύος του αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή των μέχρις αυτής, δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί προ της ενάρξεως της ισχύος των αυτών διατάξεων (ΑΠ 1056/2008). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται αποκλειστικώς σε δικονομική ακυρότητα ήτοι εκείνη που αποτελεί νόμιμη κύρωση απαγγελομένη για την παράβαση διατάξεως η οποία ρυθμίζει τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων και όχι σε ακυρότητα του ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 5.9.2005 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι με την υπ' αρ. 1149642/9012/0010/23-12-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και αναπληρωτή ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για τη βελτίωση της παράκαμψης Πατρών, των συνδετηρίων οδών στο τμήμα Κ1-Κ4 καθώς και την κατασκευή του κόμβου Κ1, μεταξύ άλλων και το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 18 ακίνητο, εκτάσεως 620 τμ που ανήκει στην αποκλειστική συγκυριότητά τους και δη κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο και κατά 3/4 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη εξ αυτών και αποτελεί τμήμα του συνολικού εμβαδού 3.153,89 τμ. ακινήτου τους. ότι με την 98/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της προσωρινής αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους, ενώ με την 777/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως. Ότι από το απαλλοτριωθέν ως άνω τμήμα του ακινήτου τους εμβαδού 620 τμ. επιβαρύνεται ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία, με αυτοαποζημίωση για την αξία 492 τμ, καίτοι ουδεμία ωφέλεια αποκτά, ενώ για την υπόλοιπη έκταση των 128 τμ καθώς και για τα επικείμενα, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αρνείται την καταβολή της καθορισθείσης αποζημίωσης κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεων παρόδιων ιδιοκτητών". Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στον πρώτο αυτών το ποσό των 12.041 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των 36.124 ευρώ ως αποζημίωση κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους της απαλλοτριωθείσης ως άνω έκτασης του ακινήτου τους με βάση την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης και καθορίστηκε με την 777/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε έφεση, η δε εκδοθείσα επ' αυτής υπ' αρ. 627/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών (αναιρεσιβαλλόμενη), δέχθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001 δεν τυγχάνουν εφαρμογής και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που έχουν συντελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, όπως και η ένδικη, με βάση δε την παραδοχή αυτή, έκρινε ότι η με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα ως ανωτέρω αγωγή, η οποία ασκήθηκε στις 30.9.2005, ήτοι, μετά την παρέλευση της κατά το άρθρο 33 ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του ν. 2791/2001 (19-1-2002) είχε ασκηθεί εμπροθέσμως και ήταν παραδεκτή και απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που είχε προτείνει με σχετικό της εφέσεως λόγο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του ν. 2791/2001 και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων λόγω της άσκησής της μετά την παρέλευση της δίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 33§3 του ν. 2791/2001 από την έναρξη ισχύος (19-1-2002) του νόμου αυτού. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ν. 2791/2001 διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω της μη άσκησης της ένδικης αγωγής εντός της δίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από την έναρξη ισχύος του ν. 2791/2001 (19-1-2002), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Επειδή, το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 2 "ότι κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο" και στην παρ.4 εδάφιο τελευταίο, ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται ως αποζημίωση σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος". Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μη φαλκιδευθεί και να περιέλθει στο δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, με το άρθρο 17§4 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως ισχύει, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974 και το 18§4 του Ν. 2882/2001, η δικαστική δαπάνη α) βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάριση της γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και γ) το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται. Ενόψει δε της ως άνω συνταγματικής αρχής, ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει. Άρα αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της. συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης. Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρ. 100 επ) γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Για το λόγο αυτό κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφ' ετέρου, το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα, τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση που παραδεκτώς επισκοπείται, απέρριψε το λόγο έφεσης του εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά τον οποίο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα υποχρέωσε αυτό στην καταβολή του ποσού των 1.200 ευρώ για δικαστικά έξοδα και αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εφεσιβλήτων και νυν αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, με την αιτιολογία ότι η κατά το άρθρο 18§4 του ν. 2882/2001 δικαστική δαπάνη σε βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση Ελληνικού Δημοσίου υπολογίζεται βάσει των διατάξεων αυτών και δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, ενώ έπρεπε, η επιβληθείσα σε βάρος αυτού δικαστική δαπάνη να μη υπερβεί το όριο το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957. Έτσι του έκρινε το Εφετείο, ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 98, 100 παρ.1α, 103, 107 παρ.1, 110 παρ.3, 111 και 114 παρ.5 του Κώδικα περί Δικηγόρων και 176, 189, 191παρ.1 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 3.12.2010 αίτηση για αναίρεση της 627/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3.12.2010 αίτηση για αναίρεση της 627/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ