Αριθμός 276/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Ν. του Θ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Φίλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ο.Τ.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευγενίας Σούμπαση, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 812/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2113/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-5-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, ανέγνωσε την από 2-11-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης και την παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 16.7.2015 και αριθ. κατάθ.120/30.7.2015 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 2113/2013 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, κατά την διάρκεια της αδείας ανάπαυσης ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούνταν, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν, για την περίπτωση αυτή, καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4547/1966) στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κ.λπ.). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ρυθμίσεις του α.ν. 539/1945 διασφαλίζουν τις ελάχιστες, υπέρ όλων των εργαζομένων, εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές κ.λπ. και λόγω του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων, για τον εργαζόμενο, διατάξεων άλλων πηγών, κατ' επιταγή της αρχής της εύνοιας των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011). Υπό το πρίσμα δε αυτό πρέπει να εκληφθεί και θεωρηθεί η περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των καθορισμένων, για την περίπτωση αυτή με συλλογική σύμβαση, αποδοχών. Περαιτέρω, κατά τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 της 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (ΦΕΚ Α 742), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1082/1980, ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής θεωρούνται ο μισθός και το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, όπως τροφή, κατοικία κ.λπ.), εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από τον μισθωτό εργασίας κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, κατά δε το εδάφιο β της ως άνω διάταξης στις εν λόγω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνονται ενδεικτικά: α) οι προσαυξήσεις της νόμιμης και τακτικώς παρεχομένης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες και τις νυκτερινές ώρες, εφόσον δίνονται στον μισθωτό σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες και ώρες, τακτικά κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα διαστήματα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό για τη νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον η εργασία αυτή, χωρίς να απαγορεύεται από τον νόμο, παρέχεται τακτικά, γ) το επίδομα αδείας. Εξάλλου, κατά το εδάφιο γ της ίδιας διάταξης, στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνεται και η συμπληρωματική αμοιβή για υπερεργασία και μάλιστα όχι μόνο η συνεχής αλλά και εκείνη η οποία εμφανίζει ορισμένη συχνότητα επαναλήψεως από τη φύση της σύμφωνα με το πρόγραμμα του εργοδότη. Από τον συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του α.ν 539/1945 με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 του v.. 4504/1966 (που αφορά επίδομα αδείας) και εκείνες των άρθρων 648, 653, 666, 679 του Α.Κ., της κυρωθείσας με τον ν. 3248/1955, με αριθμό 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με τον ν. 133/1975 από 26/2/1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980 και 3 της ΥΑ 19040/1981, προκύπτει, ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες με τις "τακτικές αποδοχές" της παρ. 2 εδ. β και γ του άρθρου 3 της ΥΑ 19040/1981, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, με την προϋπόθεση, ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (πλην του επιδόματος αδείας στις αποδοχές αδείας). Επομένως, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (Ολ. Α.Π. 16/2011). Δεν συμπεριλαμβάνονται όμως στις αποδοχές αδείας το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Περαιτέρω, με την από 14/3/1985 Ε.Σ.Σ.Ε. (όρος 5 παρ. 1α, 1β, 1γ και 2, που προστέθηκε με την από 10/5/1985 όμοια Ε.Σ.Σ.Ε.), η οποία έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης "Ο.Τ.Ε. Α.Ε." και της συνδικαλιστικής οργανώσεως των εργαζομένων σε αυτήν, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, τα εξής: ια) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) του 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, δδ) του 1/12 του επιδόματος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται, ιβ) το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά, αα) του 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) του 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται, ιγ) το επίδομα κανονικής αδείας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο τον μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά: αα) τα 1/24 της αμοιβής για νυκτερινή εργασία, που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες του έτους και γγ) του 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2. Το προσωπικό κατά τον χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως, με την, από 10/6/1999, Ε.Σ.Σ.Ε., που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού του Ο.Τ.Ε., τέθηκε σε ισχύ και ο νέος Γ.Κ.Π. - ΟΤ.Ε., στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: Επιδόματα εορτών: "Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε., α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το, δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων, τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα". Επίδομα κανονικής άδειας. "Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε.". Επίσης, με το άρθρο 13Β, του ίδιου ως άνω νέου Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίσθηκε, σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ότι: Το προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., Ε.Σ.Σ.Ε. κ.λπ.) και αποφάσεις Δ.Σ. - Ο.Τ.Ε. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι από 1-1-1985 που άρχισε να ισχύει η από 14/3/1985 Ε.Σ.Σ.Ε. τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονται σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω Σ.Σ.Ε. τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους. Όμως ο τρόπος αυτός υπολογισμού τροποποιήθηκε με το νέο Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., που τέθηκε σε ισχύ με την από 10/6/1999 Ε.Σ.Σ.Ε., αφού ρητά σ' αυτήν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Δ.Σ. "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε". Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα. Εξάλλου, όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14-3-1985 Ε.Σ.Σ.Ε. υπήρχε ρητή διάταξη, σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στον νέο Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του Ο.Τ.Ε. δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας". Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του α.ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας ρυθμίζεται διαφορετικά σε σχέση με την από 14-3-1985 Ε.Σ.Σ.Ε., με αποτέλεσμα την σιωπηρή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 της από 14-3-1985 Ε.Σ.Σ.Ε., που όριζε και μάλιστα αντίθετα προς αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών, εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία. Άλλωστε, στο άρθρο 50 του νέου Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίζεται ρητά, ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Γ.Κ.Π., αποφάσεις της Διοικήσεως και Ε.Σ.Σ.Ε. που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος Κανονισμού και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις αργίες (Ολ.Α.Π. 16/2011). Δεν συνυπολογίζεται όμως σ' αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και δεκατριών ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (ΑΠ 741/2021, 742/2021, 1008/2017, 520/2017, 183/2016, 522/2015, 1334/2014, 378/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την, από 10.2.2009, αγωγή του, την οποία άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη το έτος 1978 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως τεχνικός υπάλληλος, κατέχοντας κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής τον βαθμό Τ/Α, και ότι η εναγομένη κατά τα έτη 2005 και 2006 δεν υπολόγισε τις αποδοχές κανονικής αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας με βάση τις τακτικές του αποδοχές, προσαυξημένες κατά τις αμοιβές που λάμβανε σταθερώς και ανελλιπώς για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, για αποζημίωση εκτός έδρας, για νυκτερινή εργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση/υπερεργασία, όπως όφειλε, σύμφωνα με τον νέο Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., που τέθηκε σε ισχύ από τις 18-6-1999 με την από 10/9/1999 Ε.Σ.Σ.Ε., αλλά με βάση τις αναφερόμενες στην από 14-3-1985 Ε.Σ.Σ.Ε. προσαυξήσεις, καταλήγοντας δε ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει με βάση τις ρυθμίσεις του νέου ΓΚΠ ? ΟΤΕ τις προσαυξήσεις από την παροχή της τακτικώς παρεχόμενης υπερωριακής εργασίας/υπερεργασίας, εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών, αργιών και εκτός έδρας καθώς και εργασίας κατά τη διάρκεια της νύκτας ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 2.115,64 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί της από 8.6.2010 εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 812/2010 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και των προσθέτων λόγων αυτής, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με το ακόλουθο σκεπτικό: ".... είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος αιτείται με αυτή τη διαφορά μεταξύ των ληφθέντων από αυτόν επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής αδείας, όπως αυτά υπολογίστηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εσφαλμένα, με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και τις ειδικότερα αναφερόμενες στην από 14.3.1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις, και των ληπτέων επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής αδείας, όπως αυτά όφειλε να υπολογίσει η εναγομένη με το άρθρο 12 §§ 3 και 4 του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ, ήτοι με βάση τις τακτικές αποδοχές στις οποίες περιλαμβάνεται το σύνολο των αμοιβών για την επικαλούμενη σταθερή και μόνιμη πρόσθετη εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, κατά τη νύκτα και για την υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή εργασία, όλα δε τα ανωτέρω αναφέρει στην αγωγή του, χωρίς, ωστόσο, να αφαιρεί, για τη νομική βασιμότητα αυτής (αγωγής), τις προσαυξήσεις που έλαβε με βάση τον εσφαλμένο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, υπολογισμό της εναγομένης, με συνέπεια να υφίσταται έτσι ανεπίτρεπτος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο ΙΙ μείζονα σκέψη της παρούσας, διπλός υπολογισμός των εν λόγω πρόσθετων αποδοχών στα επιδόματα εορτών και αδείας. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και στη συνέχεια τη δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη εν μέρει και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.258,22 ευρώ, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του νόμου..." Κρίνοντας ως μη νόμιμη την ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντος το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται με την ένδικη αγωγή του ότι η αναιρεσίβλητη υπολόγιζε τις προσαυξήσεις επί των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επί των αποδοχών και επιδόματος κανονικής αδείας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα βάσει των ρυθμίσεων της από 14.3.1985 ΕΣΣΕ, ενώ οι εν λόγω προσαυξήσεις έπρεπε να υπολογισθούν βάσει των ρυθμίσεων του άρθρου 12 παρ. 3 και 4 του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ, και επίσης στην αγωγή διαλαμβάνει τις ληφθείσες από αυτόν επί μέρους πρόσθετες αμοιβές ανά μήνα από την εκ μέρους του τακτικώς παρεχομένη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση/ υπερεργασία εργασία κατά τη διάρκεια των Κυριακών, εκτός έδρας εργασία και νυκτερινή εργασία, με αναφορά στις παρασχεθείσες ανά μήνα ώρες νόμιμης υπερωρίας/υπερεργασίας, εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και αργιών, εκτός έδρας εργασίας και νυκτερινής εργασίας και επιπλέον το επίδομα αδείας που έλαβε αυτός ανά έτος καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και τον προκύπτοντα μέσο μηνιαίο όρο των πιο πάνω πρόσθετων παροχών ετησίως, η αγωγή είναι νόμιμη, εκτός από τον συνυπολογισμό του επιδόματος αδείας στις ως άνω αιτούμενες διαφορές αποδοχών αδείας, όπως ο αναιρεσείων πράττει, συνυπολογίζοντας το τελευταίο στον μέσο ετήσιο όρο της προκύπτουσας διαφοράς. Σημειώνεται ότι, ενόψει των ανά μήνα διαφοροποιήσεων των πιο πάνω πρόσθετων παροχών (τακτικώς παρεχόμενης κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή νόμιμης υπερωρίας/υπερεργασίας, εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και αργιών, εκτός έδρας εργασίας και νυκτερινής απασχόλησης) είναι καθόλα εφικτός ο προσδιορισμός του μέσου όρου των επί μέρους διαφορών ειδικά στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για τα διαστήματα από 1.5 έως 31.12 και από 1.1 έως 30.4 αντίστοιχα (και όχι ο μέσος όρος των διαφορών ανά έτος), σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 1 της ΥΑ 19040/1981. Επισημαίνεται επίσης ότι η παράλειψη του αναιρεσείοντος να προβεί με την αγωγή του στην αφαίρεση των προσαυξήσεων από την ως άνω παρασχεθείσα επί πλέον απασχόληση, τις οποίες ήδη έλαβε από την αναιρεσίβλητη ΟΤΕ ΑΕ κατά τον προσδιορισμό των πιο πάνω αποδοχών του κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων της από 14.3.1985 ΕΣΣΕ, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι δικαιούται επιπροσθέτως των διαφορών από τις προσαυξήσεις λόγω της τακτικώς παρασχεθείσας από αυτόν νόμιμης υπερωρίας/υπερεργασίας, εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και αργιών, εκτός έδρας εργασίας και νυκτερινής εργασίας κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ, δεν καθιστά την αγωγή μη νόμιμη, διότι η καταβολή μέρους των πιο πάνω διαφορών από τις προσαυξήσεις λόγω τακτικώς παρασχεθείσας νόμιμης υπερωρίας/υπερεργασίας, εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και αργιών, εκτός έδρας εργασίας και νυκτερινής εργασίας κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων της από 14.3.1985 ΕΣΣΕ, αποτελεί αντικείμενο σχετικού ισχυρισμού (ένστασης μερικής εξόφλησης κατ' άρθρο 416 του ΑΚ) της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2113/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, για περαιτέρω εκδίκαση. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ