Αριθμός 41/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) … 4) …. , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λύτρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Λ. του Δ., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον δικαστικό συμπαραστάτη της Κ. Μ. του Γ., 2) Κ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καυκά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 26/3/2015 προσεπίκληση σε παρέμβαση της δεύτερης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3215/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 570/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/5/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 6-5-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 570/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζομένη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος, δηλαδή ζημίας (ΑΠ 379/2017). Κατά το άρθρο δε 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης, που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες. Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται ειδικότερα η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 1025/2017, 1158/2017). Επιπλέον δε προκειμένου να αρχίσει η διαδρομή της ανωτέρω προθεσμίας παραγραφής απαιτείται και θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου κατά του οποίου ο παθών βάσει γνωστών συγκεκριμένων εις αυτόν πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει ορισμένη αγωγή κατά συγκεκριμένων προσώπων με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια (ΑΠ 1423/2019, 659/ 2018, 866/2017, 1787/2014, 711/2011). Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΑΠ 866/2017). Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486, 922 και 926 ΑΚ συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε την περιουσιακή ή τη μη περιουσιακή ζημία, η δε παραγραφή της αξιώσεως ενεργεί έναντι του καθενός υποκειμενικά. Η εκ μέρους του παθόντος γνώση του υποχρέου σε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, υπό την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ, υπάρχει ως προς το πρόσωπο του προστήσαντος και όταν δεν είναι μεν γνωστό το πρόσωπο εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, είναι όμως γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί ως υπάλληλοι από τον προστήσαντα, τούτο δε διότι η ευθύνη του τελευταίου υφίσταται ανεξάρτητα από το ποιος συγκεκριμένος από τους προστηθέντες τέλεσε την πράξη ή παράλειψη που προξένησε τη ζημία. Και σε αυτή την περίπτωση όμως αυτονόητο είναι για την έναρξη της παραγραφής της αξιώσεως κατά του προστήσαντος ότι στον δικαιούχο της αποζημίωσης είναι γνωστά τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη ζημία και δη η συγκεκριμένη ζημιογόνος παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (δια ορισμένης πράξεως ή παραλείψεως) κάποιου από τους προστηθέντες του, ο οποίος διέπραξε την αδικοπραξία, έστω κι αν δεν προσδιορίζεται ή δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί το πρόσωπό του, διότι αυτά τα περιστατικά αποτελούν τον νόμιμο δικαιολογητικό λόγο ευθύνης όχι μόνο του οποιουδήποτε προστηθέντος αλλά και του προστήσαντος, αποτελώντας τη βάση της αγωγής και πρέπει να παρατίθενται σε αυτήν ώστε να είναι ορισμένη και να έχει ελπίδες ευδοκίμησης. Εάν ειδικότερα ο ενάγων δεν τα γνωρίζει και δεν είναι σε θέση να τα προσδιορίσει, γνωρίζοντας απλώς την επέλευση της ζημίας, δεν είναι δυνατό να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία και κατά του προστήσαντος, ο οποίος καθίσταται υπόχρεος προς αποζημίωση ακριβώς διότι ευθύνεται αντικειμενικώς για συγκεκριμένες παράνομες και υπαίτιες πράξεις των προστηθέντων του. Σύμφωνα με το π.δ. 216/2001 (Κώδικα Νοσηλευτικής Δεοντολογίας) "Πρωταρχική μέριμνα του νοσηλευτή κατά την παροχή των υπηρεσιών του είναι η κάλυψη των αναγκών του ανθρώπου ως βιοψυχοκοινωνικής και πνευματικής οντότητας..." (άρθρο 2), "Ιδιαίτερο καθήκον του νοσηλευτή αποτελεί η φροντίδα του ασθενή, με τη δημιουργία του κατάλληλου θεραπευτικού περιβάλλοντος ώστε ο ασθενής να απολαμβάνει τη μέγιστη δυνατή σωματική, ψυχική και πνευματική υγεία" (άρθρο 3), "Ο Νοσηλευτής οφείλει απεριόριστο σεβασμό στην αξία της ανθρώπινης ζωής, λαμβάνει κάθε μέτρο για τη διάσωση ή διατήρηση της και απέχει από κάθε ενέργεια που είναι δυνατό να τη θέσει σε κίνδυνο" (άρθρο 7), "Ο Νοσηλευτής οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του ασθενή, στα πλαίσια και όρια των καθηκόντων του, σύμφωνα με τα δεδομένα της νοσηλευτικής επιστήμης και τις διατάξεις που αφορούν την άσκηση του επαγγέλματος, αποφεύγοντας οποιαδήποτε μη ενδεδειγμένη ή πειραματική διαγνωστική ή θεραπευτική μέθοδο. Για το σκοπό αυτό, ο Νοσηλευτής οφείλει να ενημερώνεται και να βελτιώνει τις δεξιότητές του στα πλαίσια της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης" (άρθρο 8), "Ο Νοσηλευτής οφείλει να παρέχει τη συνδρομή του στον ασθενή με κάθε θεμιτό μέσο και να τον προστατεύει από οποιαδήποτε βλάβη ή κίνδυνο στο χώρο παροχής των υπηρεσιών του, δημιουργώντας ένα ασφαλές περιβάλλον" (άρθρο 9). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη νοσηλευτή προς αποζημίωση ή και προς χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν αυτός επέδειξε αμέλεια, που είχε ως αποτέλεσμα τη σωματική βλάβη νοσηλευόμενου από εκείνον ασθενή, παραλείποντας να του παράσχει την οφειλόμενη εκ της ιδιότητάς του συνδρομή με κάθε θεμιτό μέσο και να τον προστατεύει από οποιαδήποτε βλάβη ή κίνδυνο της υγείας του στο χώρο παροχής των υπηρεσιών του, η παράλειψή του δε αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο σε εκείνον καθήκον επιμέλειας. Για τη θεμελίωση ευθύνης του, θα πρέπει δηλαδή να μην καταβλήθηκε από τον νοσηλευτή η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και συνετός νοσηλευτής μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούσαν και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, να υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψής του και του ζημιογόνου, μη επιδιωκόμενου, αποτελέσματος. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, 713/2016). Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, 78/2020, 573/2018). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά αυτού, την με αριθμό .... ένορκη βεβαίωση ..., πλην των από 30.9.2009 και 31.12.2009 δηλώσεων των ......, οι οποίες συνιστούν ανώμοτες μαρτυρικές καταθέσεις τρίτων που δόθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην δίκη αυτή, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ για την εξέταση των μαρτύρων και επομένως αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο που δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ..., των εγγράφων (μεταξύ των οποίων και η σχηματισθείσα εν σχέσει με το ένδικο συμβάν ποινική δικογραφία, η οποία εκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ...), που έχουν νόμιμα προσκομιστεί με επίκληση (...) και λαμβάνονται υπόψη, όσα από αυτά δεν παρέχουν πλήρη απόδειξη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (...), εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρα 269 παρ. 1, 270 παρ. 2, 393, 394 και 395 ΚΠολΔ), ανεξαρτήτως αν αυτά (έγγραφα) πληρούν τους όρους του Νόμου (...), μερικών μάλιστα των οποίων (εγγράφων) γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών (...), χωρίς το Δικαστήριο να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ τους (άρθρο 340 ΚΠολΔ ...) και να κατονομάζονται ένα προς ένα. Περαιτέρω, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ... και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Γ έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336§4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Τον Απρίλιο του 2008, η πρώτη ενάγουσα [πρώτη αναιρεσίβλητη], σύζυγος του δεύτερου [δεύτερου αναιρεσιβλήτου] και μητέρα του τρίτου [μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη], υποφέροντας από πόνους και ενοχλήσεις στον αριστερό βραχίονα απευθύνθηκε στον ορθοπεδικό χειρουργό ιατρό Γ. Σ., ο οποίος, κατόπιν σειράς ιατρικών εξετάσεων στις οποίες την υπέβαλε, διέγνωσε ότι η ενάγουσα αυτή έπασχε από συμπτωματική αυχενική δισκοκήλη στο Α5-Α6 επίπεδο (αριστερή αυχενοβραχιόνια συνδρομή εκτεινόμενη με νευρολογικές διαταραχές αριστερού άνω άκρου), προτείνοντας ως ενδεδειγμένη λύση αντιμετώπισης, χειρουργική επέμβαση πρόσθιας δισκεκτομής, αφαίρεση μεσοσπονδύλιου δίσκου του επιπέδου Α5-Α6 και τοποθέτηση εμφυτεύματος και σπονδυλοδεσία. Την εκτέλεση της επέμβασης αυτής προσφέρθηκε να την αναλάβει ο ίδιος με τη συνδρομή ομάδας ιατρών, στο νοσοκομείο "… ", που διατηρεί η εταιρεία "… ", το οποίο, όπως ενημέρωσε τους εναγομένους, διέθετε τις πλέον σύγχρονες υποδομές και εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Η πρώτη ενάγουσα, αποδεχόμενη την παραπάνω προσφορά εισήχθη στις … στο ως άνω νοσοκομείο και υπεβλήθη αυθημερόν στην υποδειχθείσα χειρουργική επέμβαση, ήτοι σε δισκεκτομή με τη χρήση μικροσκοπίου για την αφαίρεση του μεσοσπονδυλίου δίσκου Α5 - Α6, παρασκευάσθηκε το μεσοσπονδύλιο διάστημα Α5-Α6 για την τοποθέτηση εμφυτεύματος, στο οποίο τοποθετήθηκε σε ειδική υποδοχή μόσχευμα και το επίπεδο Α5 - Α6 σταθεροποιήθηκε με πλάκα δυο διπλό - βιδών μήκους 15 mm. Η επέμβαση, που άρχισε στις 09.05, ολοκληρώθηκε με επιτυχία στις 12.15, μετά δε την ανάνηψη, η ασθενής οδηγήθηκε στις 14.00 στο δωμάτιο νοσηλείας της, στον τρίτο όροφο των εγκαταστάσεων του ως άνω νοσοκομείου, φέροντας ειδικό κολάρο αυχένα και καθετήρα redon (καθετήρα παροχέτευσης στο σημείο της επέμβασης) και ουροκαθετήρα. Περί ώρα 14:30, την επισκέφτηκε ο θεράπων ιατρός και, κατόπιν κλινικής εξέτασής της, διαπίστωσε ότι ήταν λειτουργική, κινούσε τα χέρια και τα πόδια της ομαλά και ανέπνεε φυσιολογικά. Κατόπιν αυτών, ο ιατρός, αφού έδωσε στην ασθενή και το σύζυγό της που ήταν παρών τις απαιτούμενες μετεγχειρητικές οδηγίες (να κάθεται η ασθενής στο κρεβάτι σε ελαφρά υπερυψωμένη θέση, να κινεί τα άκρα της και να μη φάει) και επιπλέον έδωσε στο νοσηλευτικό προσωπικό του ανωτέρω νοσοκομείου τις απαιτούμενες οδηγίες μετεγχειρητικής παρακολούθησης της ασθενούς, μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει από το από … φύλλο ειδικών ιατρικών εντολών, ήταν ο έλεγχος της κινητικότητας των άκρων της ανά μια ώρα και παρακολούθηση των ζωτικών της σημείων (μεταξύ των οποίων και η αναπνοή της ασθενούς) ανά τρείς ώρες, αποχώρησε προς διενέργεια άλλης προγραμματισμένης χειρουργικής επέμβασης που πραγματοποίησε αμέσως μετά σε ασθενή του στο χειρουργείο του ανωτέρω Νοσοκομείου, κάνοντας μνεία ότι η ασθενής θα επανελεγχθεί από τον ίδιο εντός 5-6 ωρών, ήτοι μετά το πέρας του χειρουργείου του (βλ. την από … αναφορά ενεργειών νοσηλείας). Εκείνη την ημέρα εφημερεύουσα ορθοπεδικός ιατρός και υπεύθυνη εκ του κανονισμού λειτουργίας του νοσοκομείου και των οδηγιών που είχε λάβει για την παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας της ασθενούς, τύγχανε η Σ. Β. Τ., ενώ οι τρεις πρώτες εκκαλούσες [τρεις πρώτες αναιρεσείουσες] στην υπό στοιχείο Δ έφεση νοσηλεύτριες, ήταν υπεύθυνες για τους νοσηλευόμενους στους θαλάμους νοσηλείας του τρίτου ορόφου, μεταξύ των οποίων και του θαλάμου με αριθμό … στον οποίο νοσηλευόταν η πρώτη ενάγουσα, έχοντας αναλάβει στις 14.45 την βάρδια 15.00 - 23:00 και αφού προηγουμένως ενημερώθηκαν από τις συναδέλφους τους της προηγούμενης βάρδιας και τον φάκελο νοσηλείας για την κατάσταση της πρώτης ενάγουσας και τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού της. Η ασθενής, περί ώρα 15:40, ένοιωσε δυσκολία στην κατάποση και δύσπνοια, λόγος για τον οποίο ο συνοδός σύζυγός της ενημέρωσε το νοσηλευτικό προσωπικό. Περί ώρα 16.00 επιλήφθηκε η νοσηλεύτρια Ζ. Μ., η οποία επισκέφθηκε τον θάλαμο νοσηλείας, έλεγξε τα ζωτικά σημεία της ασθενούς που εμφανίστηκαν φυσιολογικά (με κορεσμό SpΟ2 98%) και τοποθέτησε, για παρηγορητικούς λόγους, στην ασθενή συσκευή οξυγόνου με παροχή 3lt με ρινικό καθετήρα, καθησυχάζοντας παράλληλα την ασθενή και τους συνοδούς της (το σύζυγό της και την κουμπάρα της Α. Σ.) ότι οι παρατηρούμενες ενοχλήσεις και δυσφορία είναι συνήθεις στις εγχειρίσεις αυτού του είδους. Kατά την ολιγόλεπτη παραμονή της στον θάλαμο, η ασθενής δήλωσε ότι ένιωθε καλύτερα και στη συνέχεια η νοσηλεύτρια αποχώρησε. Λίγα λεπτά, όμως, μετά την αποχώρηση της παραπάνω νοσηλεύτριας, τα συμπτώματα δύσπνοιας της ασθενούς επιδεινώθηκαν και περί ώρα 16:20 η αναπνοή της άρχισε πλέον να γίνεται δυσχερής. Ο σύζυγος της ασθενούς αναζήτησε και πάλι κάποιο μέλος του νοσηλευτικού προσωπικού, κάνοντας χρήση και του σχετικού κομβίου κλήσης που υπήρχε στον θάλαμο, πλην όμως, χωρίς να επισκεφθούν την ασθενή, οι νοσηλεύτριες βάρδιας του απάντησαν καθησυχαστικά ότι θα επιληφθεί ιατρός και του συνέστησαν να μην προβαίνει σε άσκοπη χρήση του κομβίου κλήσης. Καθώς η ώρα παρερχόταν και ο δεύτερος ενάγων, βλέποντας την κατάσταση δύσπνοιας της συζύγου του να χειροτερεύει ειδοποίησε την υπεύθυνη νοσηλεύτρια Α. Κ. επανειλημμένως, ενημερώνοντάς την ότι η ασθενής παρουσιάζει έντονη δυσφορία, δεν μπορεί να αναπνεύσει και ότι πρέπει να ειδοποιήσουν τον θεράποντα ή κάποιον άλλο γιατρό. Παρόλα αυτά ούτε και στο στάδιο αυτό επιλήφθηκε κάποιος από το νοσηλευτικό προσωπικό, ουδείς επισκέφθηκε το θάλαμο της ασθενούς προς έλεγχο της κατάστασής της και λήψη των ζωτικών της σημείων, ούτε ειδοποιήθηκε από τις εναγόμενες υπεύθυνες νοσηλεύτριες η εφημερεύουσα ή άλλος ιατρός, όπως προκύπτει και από την αναφορά ενεργειών νοσηλείας. Τότε ο δεύτερος ενάγων, διαπιστώνοντας ότι η κατάσταση της συζύγου του έβαινε περαιτέρω επιδεινούμενη χωρίς να επιλαμβάνεται ουδείς και ότι η αναπνοή της περί τις 16:50 είχε καταστεί αδύνατη σε βαθμό που η ασθενής φώναζε "πεθαίνω, πεθαίνω", μετέβη σε αλλόφρονα κατάσταση στο γραφείο των νοσηλευτών και άρχισε να ωρύεται ότι η σύζυγός του δεν αναπνέει. Μετά από αυτό οι εναγόμενες νοσηλεύτριες εισήλθαν στο θάλαμο της ασθενούς όπου διαπίστωσαν ότι η ασθενής είχε απώλεια αισθήσεων, οπότε πλέον ειδοποίησαν την εναγομένη εφημερεύουσα ιατρό. Η τελευταία, η οποία τη στιγμή αυτή βρισκόταν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου εξετάζοντας ασθενή, έσπευσε άμεσα στον θάλαμο νοσηλείας και διαπίστωσε ότι η ασθενής ήταν κυανωτική με αφρώδες σάλιο περί του στόματός της, χωρίς αισθήσεις ή αναπνευστικές κινήσεις και καλές σφίξεις στη μηριαία αρτηρία και αμέσως ενεργοποίησε συναγερμό κλήσης της ομάδας καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (ΚΑΡΠΑ) του νοσοκομείου ("κωδικός μπλε"). Την ώρα εκείνη έσπευσε σε βοήθεια και μια ιατρός καρδιολόγος, που έτυχε να είναι επισκέπτρια σε διπλανό θάλαμο νοσηλείας, και προσπάθησε να της κάνει μαλάξεις, ενώ στη συνέχεια, περί ώρα 17:10 με 17:15, έφτασαν στο θάλαμο της ασθενούς και οι κληθέντες γιατροί της ομάδας καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (ΚΑΡΠΑ), που επιλαμβάνονται σε περιπτώσεις κλήσης "κωδικού μπλε", οι οποίοι, ως όφειλαν, προέβησαν άμεσα (περί ώρα 17:15 με 17:20) σε διασωλήνωση της τραχείας της ασθενούς, που είχε υποστεί οξεία καρδιακή ανακοπή εξαιτίας της απόφραξης της αναπνευστικής της οδού, επιχείρησαν καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση και την μετέφεραν στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) προκειμένου να διερευνηθεί και αντιμετωπιστεί η αιτία του προβλήματος. Από τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, διαγνώσθηκε ότι είχε σχηματιστεί, συνεπεία της προηγηθείσας επέμβασης, αιμάτωμα διαστάσεων 4 Χ 3,5 Χ 3εκ, που προκαλούσε παρεκτόπιση της τραχείας προς τα δεξιά, λόγος για τον οποίο επανεισήχθη η ασθενής, στις 20.15 της ίδιας ημέρας, στο χειρουργείο, όπου υπεβλήθη σε δεύτερη επέμβαση αφαίρεσης του αιματώματος, το οποίο, όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε, είχε χωροκατακτητικό χαρακτήρα και σε συνδυασμό με την ανάπτυξη διάχυτου οιδήματος της ανωτέρας αναπνευστικής οδού της ασθενούς, προκάλεσε σταδιακά ασφυκτικά φαινόμενα και απόφραξη της αναπνευστικής οδού αυτής. Εντούτοις, παρά την επιτυχή παροχέτευση του αιματώματος, λόγω της μη έγκαιρης διασωλήνωσης της ασθενούς προς άμεση αποκατάσταση της αναπνευστικής οδού αυτής, η τελευταία υπέστη υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια, λόγω παρατεταμένης ελλιπούς οξυγόνωσης του εγκεφάλου της (ανοξία), ήτοι μόνιμη και μη αναστρέψιμη βλάβη της υγείας της που την περιήγαγε σε φυτική κατάσταση, πάσχουσα από σπαστική τετραπληγία και κρίσεις επιληψίας με ποσοστό αναπηρίας 95% εφ' όρου ζωής, όπως προκύπτει από την από … γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας ΚΕΠΑ/ΙΚΑ, κατάσταση η οποία παραμένει αμετάβλητη όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 9.11.2019 ιατρική γνωμάτευση του Θ. Φ., επιμελητή νευροχειρουργικής στο γενικό Νοσοκομείου…, ο οποίος παρακολουθεί την πρώτη ενάγουσα. Οι εκκαλούσες της υπό στοιχείο Δ έφεσης με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αυτής, ισχυρίζονται ότι, η βαριά σωματική βλάβη της ασθενούς δεν συνδέεται με δική τους υπαιτιότητα, καθώς οι επεμβάσεις που διενεργήθηκαν στην ασθενή και η ακολουθούμενη θεραπευτική αγωγή ήταν σύμφωνες με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και ότι επιπλέον επρόκειτο για άμεση και αιφνίδια επιπλοκή, για την οποία δεν είχαν αντικειμενικά τη δυνατότητα να ενεργήσουν κατ' άλλο τρόπο, απ' αυτόν που ενήργησαν ώστε να σωθεί η ασθενής. Ο ισχυρισμός τους αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος, δεδομένων, της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα απόδειξης Σ. Σ., της κατάθεσης του δεύτερου ενάγοντος στην ποινική δίκη (βλ. πρακτικά της 84622/2014 απόφασης του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) και της ενόρκως βεβαιούσας αυτόπτη μάρτυρα Α. Σ., οι οποίοι σαφώς κατέθεσαν ότι η δύσπνοια της ασθενούς ήταν σταδιακά επιδεινούμενη και ότι ενημέρωσαν κατ' επανάληψη τις νοσηλεύτριες για την εξέλιξη, λαμβανομένου υπόψη ότι το σύμπτωμα δύσπνοιας, που δηλώθηκε το πρώτον στις 15.40, οδήγησε σε ασφυκτικό συμβάν μια σχεδόν ώρα αργότερα. Και ναι μεν οι κλήσεις του δεύτερου ενάγοντος δεν αποτελούν προϋπόθεση της ευθύνης των εναγομένων νοσηλευτριών, οι οποίες ούτως ή άλλως υποχρεούνται σε αδιάλειπτη παρακολούθηση της κατάστασης των νοσηλευομένων και δη των προσφάτως χειρουργηθέντων, πλην όμως είναι ενδεικτικές της σταδιακής επιδείνωσης της δύσπνοιας της ασθενούς και επιτατικές της υποχρέωσης των εναγομένων να προβούν στις δέουσες ενέργειες. Το συμπέρασμα εξάλλου περί σταδιακής επιδείνωσης της δύσπνοιας της πρώτης ενάγουσας, που απορρέει από τις ανωτέρω καταθέσεις, συνάδει και με την εκτίμηση του μάρτυρα απόδειξης ιατροδικαστή Δ. Ψ., ο οποίος σαφώς κατέθεσε ότι η δύσπνοια "ήταν προοδευτική, σιγά - σιγά", αιτιολογώντας ότι, για να υπάρχει αιφνίδιος σχηματισμός θα αιματώματος, θα έπρεπε να αιμορραγεί μεγάλο αγγείο, κάτι που εν προκειμένω δεν συνέβη, με βάση τα ευρήματα της επιγενόμενης χειρουργικής επέμβασης αφαίρεσης αιματώματος. Ομοίως και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, ιατροδικαστής Ε. Σ. επιβεβαίωσε ότι για να δημιουργηθεί αίφνης ("άμεσα") αιμάτωμα, μεγέθους ικανού να παρεκτοπίσει την τραχεία γίνεται "αν έχουμε αιμορραγία από κάποιο μεγάλου εύρους αγγείο". Συνεπώς, ναι μεν ο σχηματισμός αιματώματος στα πλαίσια χειρουργικών επεμβάσεων του συγκεκριμένου είδους αποτελεί, με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία -σχετικώς- σπάνια επιπλοκή που εμφανίζεται σε ποσοστό 0,2-2% (βλ. σχετικά, μεταξύ άλλων, έκθεση πραγματογνωμοσύνης Κ. Σ., ιατρικές εκθέσεις Π. Κ., Π. Μ.), πλην όμως, επουδενί μπορεί να γίνει λόγος για αιφνίδιο συμβάν στην συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να αντιμετωπιστεί χωρίς επιβλαβείς συνέπειες για την υγεία της ασθενούς. Το γεγονός, εξάλλου, ότι κατά την προσπάθεια της ομάδας ΚΑΡΠΑ προσπέλασης της αεροφόρου οδού ρινικώς, παροχετεύτηκε "φρέσκο" αίμα, ουδόλως συνεπάγεται ότι επρόκειτο για άμεσο και αιφνίδιο γεγονός (βλ. σχετικά κατάθεση ιατροδικαστή Δ. Ψ.) αλλά ότι βρισκόταν, ενδεχομένως, εν εξελίξει. Επίσης, από την αναφορά ενεργειών νοσηλείας, που συμπληρώθηκε από τις εναγόμενες νοσηλεύτριες εκ των υστέρων (μετά το συμβάν), και στο οποίο βασίζεται η εκτίμηση του μάρτυρα ανταπόδειξης Ε. Σ., αναφορικά με τον χειρισμό του περιστατικού από τις νοσηλεύτριες, αλλά και η ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ιδίου και της ιατροδικαστή Χ. Σ., ουδόλως προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν ενημέρωσαν, και δη κατ'επανάληψη, περί της επιδείνωσης της δύσπνοιας της πρώτης ενάγουσας, αλλά απλώς ότι αυτές δεν προέβησαν σε άλλες ενέργειες παρά μόνον περί ώρα 17.00, όταν ήταν πια πολύ αργά για την ενάγουσα που είχε ήδη απολέσει τις αισθήσεις της, με τη σημείωση ότι η καταγραφή των ενεργειών των νοσηλευτριών στη σχετική αναφορά τους αποδεικνύεται ανακριβής, αφού, ενώ σε αυτή καταγράφεται "17.25 ο συνοδός αναφέρει ότι η ασθενής δεν αισθάνεται καλά", η εναγομένη Κ. Μ., καταθέτοντας ενόρκως στην ποινική δίκη, κατέθεσε, επιβεβαιώνοντας τη θέση των εναγόντων, "γύρω στις πέντε παρά ήρθε ο άντρας της στο γραφείο και ανέφερε ότι δεν είναι καλά". Κατά το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ 16:00, οπότε η Ζ. Μ., επισκέφθηκε τον θάλαμο νοσηλείας, λόγω των αρχικών συμπτωμάτων δύσπνοιας της ενάγουσας, η οποία όπως προαναφέρθηκε αισθάνθηκε καλύτερα με την παροχή οξυγόνου και οι ζωτικές της ενδείξεις δεν υποδήλωναν την ύπαρξη αιματώματος, μέχρι τις 16:50, όπου ο δεύτερος ενάγων εισέβαλε στο γραφείο των νοσηλευτριών, οι τελευταίες υπολαμβάνοντας προφανώς ότι η δύσπνοια της ενάγουσας αναγόταν στα πλαίσια της συνήθους μετεγχειρητικής δυσφορίας που κατά κανόνα βιώνουν οι προσφάτως χειρουργημένοι ασθενείς, αγνόησαν τις κλήσεις του δεύτερου ενάγοντος, οι οποίες είχαν ξεκινήσει από τις 16:20 και, αμελώς συμπεριφερόμενες, ουδέν έπραξαν, αν και όφειλαν, όπως κατέθεσαν αμφότεροι οι μάρτυρες, απόδειξης Δ. Ψ. και ανταπόδειξης Κ. Μ., να αναφέρουν το γεγονός στον αρμόδιο ιατρό. Επέτρεψαν δε με την ως άνω αμελή συμπεριφορά τους να παρέλθει χρονικό διάστημα 30 λεπτών, κατά το οποίο δεν μερίμνησαν να μεταβούν στο θάλαμο της ασθενούς προκειμένου να ελέγξουν την αναφερθείσα σε αυτές από τον δεύτερο ενάγοντα εκ νέου επιδείνωση της υγείας της, ούτε ειδοποίησαν τον αρμόδιο ιατρό, αφήνοντας την ασθενή αβοήθητη, ενώ αν είχαν πράξει με την επιμέλεια που όφειλαν να επιδεικνύουν κατά τη νοσηλεία των ασθενών θα έπρεπε να έχουν ελέγξει εκ νέου την ασθενή και να καλέσουν άμεσα ιατρό προς παροχή βοήθειας. Με δεδομένη δε την σταδιακή επιδείνωση της δύσπνοιας που ένιωθε η ασθενής, κατά το ως άνω μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί η κατάσταση αυτής πριν την πλήρη απόφραξη της αναπνευστικής της οδού εξαιτίας του εξελισσόμενου αιματώματος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε συνιστά σπάνια επιπλοκή, πλην όμως αντιμετωπίσιμη λόγω της σταδιακής εξέλιξής της. Περαιτέρω, από τα ίδια αυτά πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι η εφημερεύουσα ορθοπεδικός ιατρός Σ. Β. Τ., (πρώτη εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο Β έφεση) [μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη] ενημερώθηκε από το νοσηλευτικό προσωπικό καθυστερημένα, όταν η πρώτη ενάγουσα είχε ήδη απολέσει τις αισθήσεις της, έκτοτε δε μετέβη στον θάλαμο νοσηλείας άμεσα και κάλεσε την ομάδα "ΚΑΡΠΑ" συμμετέχοντας στη συνέχεια στη διαδικασία καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης της ασθενούς, η οποία, όμως, αν και έγινε lege artis, έλαβε χώρα καθυστερημένα, εξαιτίας της παραπάνω παράλειψης έγκαιρης ειδοποίησης από τις εναγόμενες νοσηλεύτριες. Είναι αληθές μεν ότι κατά το προηγηθέν χρονικό διάστημα η ως άνω ιατρός δεν είχε επισκεφθεί την ενάγουσα, στα πλαίσια της υποχρέωσης παρακολούθησης της μετεγχειρητικής της πορείας, πλην όμως η παράλειψή της αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της βαριάς σωματικής βλάβης της ασθενούς, καθώς ακόμα και αν είχε πραγματοποιηθεί η επίσκεψη αυτή πριν την 15:40, η εφεσίβλητη δεν θα μπορούσε να διαγνώσει κάποιο πρόβλημα στην μετεγχειρητική της εικόνα, ούτε αποδείχθηκε ότι είχε υποχρέωση να επισκέπτεται τους θαλάμους των ασθενών, οι οποίοι δεν παρουσίαζαν γνωστοποιηθέν στην ίδια πρόβλημα ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Περαιτέρω, δεν είχε λάβει ειδικές οδηγίες επανεξέτασης της συγκεκριμένης ασθενούς από τον θεράποντα ιατρό της, ο οποίος και επρόκειτο να εξετάσει ο ίδιος την ασθενή αργότερα, αφού η κλινική εικόνα της κατά την μεταφορά της και την μετεγχειρητική της εξέταση από τον θεράποντα ιατρό δεν φαινόταν, κατά την ώρα εκείνη, ήτοι περί 14:30 προβληματική. Τέλος, η εφεσίβλητη ιατρός ήταν διαθέσιμη κατά πάντα χρόνο, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, να επιληφθεί σε κάθε περίπτωση επείγουσας ανάγκης επέμβασής της, εφόσον όμως ειδοποιούταν σχετικώς από το αρμόδιο νοσηλευτικό προσωπικό. Κατ' ακολουθίαν, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη αυτή συνετέλεσε με υπαίτια πράξη ή παράλειψή της στην επέλευση της επίδικης βαριάς σωματικής βλάβης της πρώτης ενάγουσας, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση και επομένως πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Β έφεσης. Συναφώς, εκ των ανωτέρω αποδεικνυόμενων περιστατικών, προκύπτει ότι η πρόκληση της μόνιμης αυτής και μη αναστρέψιμης βλάβης της υγείας της πρώτης ενάγουσας, οφείλεται αιτιωδώς στην από κοινού παράλειψη των εναγομένων νοσηλευτριών, να παρακολουθούν την εξέλιξη της μετεγχειρητικής της πορείας, να ανταποκριθούν στις κλήσεις του συνοδού της, ώστε να διαπιστώσουν την εξελικτική επιδείνωση της δύσπνοιάς της και να προβούν στις δέουσες ενέργειες, καλώντας άμεσα την εφημερεύουσα ή άλλον διαθέσιμο αρμόδιο ιατρό ώστε να επιληφθεί. Η ζημιογόνος παράλειψη τους αυτή, που έλαβε χώρα κατά παράβαση των γενικών γνώσεων και κανόνων της νοσηλευτικής και του πλέγματος των υποχρεώσεων περίθαλψης και προστασίας της υγείας της ασθενούς που απορρέουν από τον Κώδικα Νοσηλευτικής Δεοντολογίας (ΠΔ 216/2001), αλλά και των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, οφείλεται σε αμέλειά τους, ήτοι σε έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που θα μπορούσαν να επιδείξουν στις συγκεκριμένες συνθήκες με βάση τις ατομικές τους ιδιότητες, ικανότητες και γνώσεις, ιδίως τις αναγόμενες στο επάγγελμα τους ως νοσηλευτριών, λαμβάνοντας υπόψη την μετεγχειρητική εξέλιξη της ασθενούς και τις κατ' επανάληψη διαμαρτυρίες του συζύγου της περί έντονης δυσφορίας και δύσπνοιας. Ο ισχυρισμός τους ότι εφάρμοσαν της οδηγίες του θεράποντος ιατρού, περί ελέγχου των ζωτικών σημείων της νοσηλευομένης ανά τρίωρο, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού αυτές αφορούσαν σε μια ομαλή και απροβλημάτιστη μετεγχειρητική και όχι στον τρόπο αντιμετώπισης μη αναμενόμενης επιπλοκής. Επομένως, οι εναγόμενες νοσηλεύτριες ενέχονται προς αποζημίωση για τη ζημία που με την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους προκάλεσαν και επομένως η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ότι οι εκκαλούσες νοσηλεύτριες επέδειξαν, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της βαριάς σωματικής βλάβης της πρώτης ενάγουσας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Με τις νοσηλεύτριες συνευθύνεται και η εταιρία με την επωνυμία "..." [4η αναιρεσείουσα] ιδιοκτήτρια της κλινικής, ως προστήσασα αυτές στην παροχή της προσφερόμενης από αυτήν νοσηλευτικής υπηρεσίας, δεδομένου ότι τελούσαν σε σχέση εξάρτησης από αυτήν και δρούσαν υπό τις δεσμευτικές οδηγίες, κατευθύνσεις και έλεγχό της, στα πλαίσια οργάνωσης και λειτουργίας της νοσηλευτικής της επιχείρησης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατά το άρθρο 937 § 1 εδ. α`ΑΚ πενταετούς παραγραφής είναι η παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση αυτή δικαιολογείται γιατί μόνο από τη γνώση της ζημιάς και του υποχρέου προς αποζημίωση μπορεί να εγερθεί μία αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημίωσης γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υποχρέου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υποχρέου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί. Από τις ίδιες διατάξεις του νόμου σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το βάρος απόδειξης ότι ο δικαιούχος της αποζημίωσης γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξίωσης, δηλαδή ο εναγόμενος, ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής και όχι αντένσταση κατ' αυτής (ΑΠ 737/ 2012, ΑΠ 141/2007 ...). Οι εκκαλούντες της υπό στοιχείο Δ έφεσης με τον τρίτο λόγο αυτής και η εκκαλούσα της υπό στοιχείο Γ έφεσης με τον δεύτερο λόγο αυτής ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων που πρωτοδίκως είχε προβληθεί. Ειδικότερα, πρωτοδίκως ισχυρίστηκαν ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα στις 18.4.2008 και ότι από την ημερομηνία αυτή, και σε κάθε περίπτωση από τις 21.9.2008, οπότε οι ενάγοντες έλαβαν αντίγραφα του ιατρικού φακέλου της πρώτης ενάγουσας και πληροφορήθηκαν έτσι και επισήμως τη ζημία και τους υπόχρεους προς αποζημίωση, μέχρι τις 10.11.2014, οπότε ασκήθηκαν οι αγωγές, είχε παρέλθει χρόνος μείζων της πενταετίας, και συνεπώς πρέπει αυτές να απορριφθούν λόγω παραγραφής.... Ως προς τις εκκαλούσες της υπό στοιχείο Δ έφεσης ο ως άνω λόγος έφεσης είναι νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Οι ενάγοντες, γνώριζαν την βαριά σωματική βλάβη της πρώτης ενάγουσας ήδη από την πρόκλησή της την 18.4.2008 αλλά έλαβαν σαφή γνώση της παραπάνω συμπεριφοράς των εναγομένων νοσηλευτριών στις 24/30.10.2014, οπότε δικαζόταν κατόπιν της από 17.11.2011 με … μήνυσής τους, ο χειρουργήσας ιατρός Γ. Σ., με την κατηγορία της από αμέλεια πρόκλησης της επίδικης σωματικής βλάβης κατά της πρώτης ενάγουσας. Από την διεξαχθείσα ποινική διαδικασία, κατά τα εκτιθέμενα στην με αριθμό 84622/2014 απόφαση του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προέκυψε αφενός, ότι ο κατηγορούμενος δεν έφερε ευθύνη για τη σωματική βλάβη της ενάγουσας, όπως αρχικά είχαν υπολάβει οι ενάγοντες με βάση τα στοιχεία που μέχρι τότε γνώριζαν, αφετέρου δε καταδείχθηκαν, το πρώτον, συνθήκες υποδηλωτικές ευθύνης των νυν εναγομένων φυσικών προσώπων, για τα οποία και διαβιβάσθηκε η δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα κατ' άρθρ. 38 ΚΠΔ, προς διερεύνηση τυχόν διάπραξης από αυτά της κακουργηματικής πράξης του άρθρ. 306 παρ. 2 ΠΚ. Και ναι μεν οι ενάγοντες και δη ο δεύτερος, ως συνοδός της ασθενούς, γνώριζαν την καθυστερημένη επέμβαση των ιατρών (εφημερεύουσας, θεράποντος, ομάδας ΚΑΡΠΑ) στο συμβάν, πλην όμως δεν γνώριζαν τις αιτίες της καθυστέρησης ούτε την ενδεχόμενη συμβολή καθεμίας από τις εναγόμενες, νοσηλεύτριες, σε αυτή. Επομένως, μην έχοντας σαφή εικόνα περί των συνθηκών πρόκλησης της βλάβης της πρώτης ενάγουσας, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν ούτε τα ενεχόμενα προς αποζημίωση υπόχρεα πρόσωπα, τα οποία πληροφορήθηκαν το πρώτον κατά την εκδίκαση της ανωτέρω υπόθεσης. Εξάλλου, η άγνοια των εναγόντων περί της ευθύνης των παραπάνω προσώπων, προ της ποινική δίκης, αλλά και το δικαιολογημένο της άγνοιας αυτής, καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι και ο χειρισθείς τη μήνυση Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, λαμβάνοντας υπόψη τη δικογραφία που περιείχε το σύνολο των εγγράφων και πληροφοριών που τελούσαν σε γνώση των εναγόντων, δεν άσκησε ποινική δίωξη και κατά των νυν εναγομένων, αλλά εκτιμώντας, όπως οι ενάγοντες, ότι προέκυπταν ενδείξεις ενοχής μόνο σε βάρος του χειρουργού Γ. Σ., άσκησε δίωξη εναντίον του, παρά το ότι η μήνυση στρεφόταν και κατά "παντός τρίτου υπευθύνου". Περαιτέρω, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση του περιεχομένου προηγούμενης αγωγής που άσκησαν οι ενάγοντες και δη της με αριθμό κατάθεσης 144401/8394/2010 αγωγής με εναγόμενους τον ιατρό Γ. Σ. και την εταιρία Π. Α.Ε., οι ίδιοι θεωρούσαν ότι ο θεράπων ιατρός " παρέλειψε να ζητήσει να ενημερώνεται πάραυτα εάν κάτι τυχόν παρουσιαζόταν κατά το πρώτο 24ωρο της αποθεραπείας" (σελ. 17 της ως άνω αγωγής ) και "ήδη από την ώρα 16:10 διαμέσου του νοσηλευτικού προσωπικού, ο δεύτερος ενάγων τον ενημέρωσα (τον θεράποντα ιατρό) για την εμφάνιση δυσφορίας και δύσπνοιας της ασθενούς Β. Λ. ... όμως παρά τις επανειλημμένες και απεγνωσμένες εκκλήσεις μου, ο εναγόμενος (θεράπων ιατρός) παρέλειψε υπαιτίως να παρακολουθήσει την μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς του ... εάν όμως προέβαινε ο ίδιος, ή έστω (καθώς μας ελέχθη οτι ευρισκόταν σε άλλο χειρουργείο, γεγονός που δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε) έδινε απλές εντολές για τον επιβαλλόμενο, μετά την γνωστοποίηση των συμπτωμάτων της ασθενούς, ιατρικό έλεγχο ..." (σελ. 18 και 19 της ίδιας αγωγής), οι ίδιοι είχαν σχηματίσει την εντύπωση ότι ο θεράπων ιατρός δεν είχε δώσει οδηγίες για άμεση ενημέρωσή του ως προς την πορεία της ασθενούς, αλλά και ότι τελικά είχε ειδοποιηθεί από το νοσηλευτικό προσωπικό για την επιδεινούμενη κατάσταση αυτής, αλλά παρέλειψε να επιληφθεί. Κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας ποινικής δίκης πληροφορήθηκαν ότι οι νοσηλεύτριες βάρδιας δεν είχαν ενημερώσει ούτε τον εφημερεύοντα ούτε τον θεράποντα ιατρό για την κατάσταση της ασθενούς, ώστε να μπορέσουν να παρέμβουν. Περαιτέρω, σαφώς οι ενάγοντες είχαν αντιληφθεί ότι παρά τις εκκλήσεις του δεύτερου εξ αυτών οι νοσηλεύτριες, δεν μετέβησαν στον θάλαμο της ασθενούς μετά την 16:00 ώρα και μέχρι την απώλεια των αισθήσεων αυτής, περί ώρα 17:00, ώστε να ελέγξουν την κατάστασή της, ευλόγως όμως είχαν την πεποίθηση ότι και εκείνες ανέμεναν την άφιξη του θεράποντος ή του εφημερεύοντος ιατρού. Βεβαίως οι ενάγοντες έχοντας λάβει αντίγραφα του ιατρικού φακέλου της πρώτης εξ αυτών, μπορούσαν να διαπιστώσουν την έλλειψη καταγραφής αφενός, των επανειλημμένων οχλήσεων του δεύτερου ενάγοντος προκειμένου να μεταβούν στο θάλαμο της ασθενούς, και αφετέρου, της ενημέρωσης και ειδοποίησης ιατρού, αλλά από μόνη η έλλειψη σχετικής καταγραφής δεν μπορούσε να τους οδηγήσει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι οι νοσηλεύτριες βάρδιας πράγματι δεν είχαν προβεί στην γνωστοποίηση του επίδικου περιστατικού στους αρμόδιους ιατρούς, καθώς η ειδοποίηση αυτή θα μπορούσε να είχε λάβει χώρα προφορικά και απλώς να μην καταγραφεί. Συνεπώς, ακόμα και αν υποτεθεί ότι από τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου της πρώτης ενάγουσας, αντίγραφο των οποίων έλαβαν οι ενάγοντες στις 9 και 21.9.2008, προέκυπταν στοιχεία δηλωτικά της ζημιογόνας συμπεριφοράς των εναγομένων, οι ενάγοντες από αμέλεια δεν τα αξιολόγησαν ως τέτοια και έτσι δεν σχημάτισαν τότε θετική γνώση περί της ευθύνης των νοσηλευτριών βάρδιας, γεγονός που συμπεραίνεται και από το ότι αρχικά στράφηκαν δικαστικά (με την από 29.10.2010 αγωγή τους και την αναφερθείσα μήνυση) μόνο κατά του χειρουργού Γ. Σ.. Το γεγονός δε ότι οι ενάγοντες γνώριζαν τα ονόματα των νοσηλευτριών βάρδιας δεν αρκούσε, μη γνωρίζοντας την ακριβή εμπλοκή τους στην πρόκληση της σωματικής βλάβης της πρώτης ενάγουσας ώστε να στραφούν εναντίον τους. Εν όψει των ανωτέρω, οι αγωγές, που ασκήθηκαν προ της παρελεύσεως πενταετίας από τις 24.10.2014, οπότε πληροφορήθηκαν οι ενάγοντες τα υπόχρεα προς αποζημίωση πρόσωπα του επίδικου ζημιογόνου συμβάντος, σύμφωνα και με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν έχουν υποπέσει στην κατ'αρθρ. 937ΑΚ παραγραφή, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα ένσταση και συνακόλουθα απορριπτέος τυγχάνει και ο σχετικός λόγος της υπό στοιχείο Δ έφεσης. Περαιτέρω, κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς το κεφάλαιό της αυτό να πλήττεται με λόγο έφεσης ότι η πρώτη ενάγουσα υπέστη θετική ζημία, ποσού 127.500 ευρώ, το οποίο παρακρατήθηκε από τα διανεμητέα κέρδη της στην ομόρρυθμη εταιρεία … στην περιοχή του Κ., με την επωνυμία "...", όπου μετείχε κατά ποσοστό 20% καθώς η ως άνω εταιρεία υποχρεώθηκε να προσλάβει την 1.1.2009 άλλη … σε αντικατάστασή της. Εκτός όμως από την αποκατάσταση της υλικής ζημίας της πρώτης ενάγουσας πρέπει να επιδικαστεί σ` αυτήν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που της προξένησε η βαριά σωματική της βλάβη. Λαμβάνοντας δε υπόψη τη σοβαρή βλάβη της υγείας της παθούσας, έγγαμης, μητέρας ενός ανήλικου, κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, τέκνου, η οποία (βλάβη) της έχει προκαλέσει αναπηρία σε ποσοστό 98%, το γεγονός ότι αυτή υποβλήθηκε σε παρατεταμένη νοσηλεία και την ανάγκη συνεχούς ιατρικής παρακολούθησής της, τον διαρκή περαιτέρω κίνδυνο που διατρέχει ανά πάσα στιγμή η ζωή της, τη συνεχή ακινησία, το μη αναστρέψιμο της κατάστασης της υγείας της, την ανυπαρξία ποιότητας ζωής, την πλήρη αποδυνάμωση της προσωπικότητάς της και της ψυχικής της υγείας, το γεγονός ότι κατά το χρόνο του επίδικου συμβάντος ήταν ηλικίας 49 ετών, ήτοι στο αποκορύφωμα της επαγγελματικής της δραστηριότητας ως φαρμακοποιού, τη ματαίωση κάθε προοπτικής για το μέλλον της, την έλλειψη υπαιτιότητας από πλευράς της στον τραυματισμό της, τον βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων και γενικότερα την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, η χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας, λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 400.000 ευρώ, το οποίο το παρόν Δικαστήριο κρίνει ως εύλογο και δίκαιο και σύμφωνο με τις αρχές της αναλογικότητας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα ποσό 300.000 ευρώ για την αιτία αυτή έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να εν μέρει δεκτός ο σχετικός τρίτος λόγος της υπό στοιχείο Β έφεσης, εξαφανιζομένης της εκκαλουμένης ως προς την διάταξή της αυτή. ... Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, χωρίς η κρίση του αυτή να προσβάλλεται με λόγο έφεσης ότι η ως άνω κατάσταση της υγείας της επέδρασε οπωσδήποτε στο επαγγελματικό της μέλλον, δεδομένου ότι εργαζόταν ως φαρμακοποιός αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη, (βλ. ενδεικτικά δήλωση φορολογίας εισοδήματός της έτους 2009, στην οποία δήλωσε έσοδα 140.000 ευρώ), τα οποία εφεξής θα στερείται λόγω της κατάστασης της υγείας της, όπως και στην κοινωνική και οικογενειακή της υπόσταση, η οποία ουσιαστικά καταργήθηκε στην πρώιμη ηλικία των 49 ετών και, συνεπώς, ότι η ενάγουσα είχε βάσιμη αξίωση χρηματικής παροχής κατ` άρθρο 931 ΑΚ, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τις συνέπειες της παραπάνω αναπηρίας και παραμόρφωσης και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις, ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ. Επίσης με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο δεύτερος ενάγων στερήθηκε των υπηρεσιών της συζύγου του, η οποία συνεισέφερε με την προσωπική της συμβολή και εργασία στην αντιμετώπιση των αναγκών της λειτουργίας του κοινού οίκου (εργασίες εντός αλλά εκτός οίκου για τις υποχρεώσεις της οικογένειας, παρασκευή φαγητού, επιμέλεια -φροντίδα του ανήλικου τέκνου του) και προκειμένου να καλύψει το κενό είχε ανάγκη υποκατάστατης δύναμης και πρόσληψης δύο βοηθητικών προσώπων για τη διενέργεια των ανωτέρω εργασιών, ειδικά δε κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο του 2012 και εφεξής, οπότε η πρώτη ενάγουσα μεταφέρθηκε στην οικία τους και, ενόψει της κατάστασής της, χρήζει συνεχούς αυξημένης φροντίδας και ότι για την αιτία αυτή ο δεύτερος ενάγων δαπάνησε το ποσό των 740 ευρώ μηνιαίως, ήτοι συνολικά, για το χρονικό διάστημα από 5ο 2008 - 11ο 2014 το ποσό των (79μήνες Χ 740€=) 58.460ευρώ, χωρίς να πλήττεται ως προς την κρίση της αυτή με λόγο έφεσης.". Κατόπιν αυτών το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την αίτηση αναίρεσης μέρος της, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση ως προς τις διατάξεις της επί της αγωγής των αναιρεσιβλήτων στο σύνολό της (για το ενιαίο της εκτελέσεως) και κρατώντας την αγωγή τη δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη και κατ'ουσίαν, υποχρεώνοντας τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν εις ολόκληρον στη πρώτη αναιρεσίβλητη 527.000 ευρώ και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο 58.460 ευρώ, ενώ αναγνώρισε και την υποχρέωση των αναιρεσειουσών να καταβάλουν εις ολόκληρον στην πρώτη αναιρεσίβλητη και ποσό 100.000 ευρώ για τις ως άνω παρατιθέμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αιτίες. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως: α) Την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, δεχόμενο ότι κατά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν επήλθε η προβαλλόμενη από τις αναιρεσείουσες πενταετής παραγραφή της ένδικης αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα, κατά την ανέλεγκτη επ' αυτών των περιστατικών κρίση του Εφετείου (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν μεν τη ζημία, ήτοι την επελθούσα βαρύτατη σωματική βλάβη της πρώτης από αυτούς ήδη από την πρόκλησή της στις 18.4.2008, έλαβαν όμως σαφή γνώση των περιστατικών, τα οποία συγκροτούσαν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των τριών πρώτων αναιρεσειουσών νοσηλευτριών και στα οποία μόνον μπορούσε να θεμελιωθεί και η ευθύνη της τέταρτης αναιρεσείουσας ως προστήσασας αυτές, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που προσδιόριζαν τους υπόχρεους προς αποζημίωση και τον νόμιμο δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης τους ως υποχρέων, άνευ του οποίου δεν ήταν δυνατό να θεμελιωθεί γνώση των υποχρέων στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού κατά τον χειρισμό της επιπλοκής που παρουσιάσθηκε ενεπλάκησαν περισσότερα πρόσωπα με διαφορετικές όμως αρμοδιότητες και καθήκοντα, το ζημιογόνο δε αποτέλεσμα μπορούσε, ακριβώς γι'αυτό τον λόγο, να προκληθεί από εντελώς διαφορετικά περιστατικά και συγκεκριμένα από διαφορετική συμπεριφορά και υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του καθενός τους, μόλις στις 24-30.10.2014. Συγκεκριμένα δε έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση των ως άνω περιστατικών κατά τη διάρκεια της αρξάμενης κατόπιν εγκλήσεώς τους ποινικής δίκης με κατηγορούμενο τον θεράποντα ιατρό της πρώτης αναιρεσίβλητης χειρουργό Γ. Σ., που πίστευαν (από αμέλειά τους) ότι ευθυνόταν για την προκληθείσα σωματική της βλάβη λόγω αμέλειάς του ως προς την παρακολούθηση της μετεγχειρητικής της πορείας, έχοντας ειδοποιηθεί από τις τρεις πρώτες αναιρεσείουσες νοσηλεύτριες να προσέλθει λόγω εμφάνισης πιθανής επιπλοκής και παραλείποντας να το πράξει, αφού μάλιστα στράφηκαν κατ' εκείνου και της τέταρτης αναιρεσείουσας ως προστήσασας αυτόν στην προαναφερόμενη υπηρεσία με αγωγή τους που είχε ασκηθεί ήδη από το έτος 2010. Μόνη δε η μη προσέλευση των νοσηλευτριών στο θάλαμο νοσηλείας κατά τις σχετικές κλήσεις του δεύτερου αναιρεσείοντος δεν θα αρκούσε προς επιστήριξη αμέλειάς τους, εφόσον αποδείχθηκε ότι εκείνες τον διαβεβαίωσαν πως ειδοποίησαν ιατρό, που θα προσήρχετο για να εξετάσει τη νοσηλευόμενη, πράγμα όμως που ήταν αναληθές και που παρέλειψαν να πράξουν, μη επιδεικνύοντας την προσήκουσα επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και την ιδιότητά τους επιμέλεια. β) Τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 481, 486, 922, 937 ΑΚ, απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής και ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα, που ευθύνεται αντικειμενικώς μόνον ως προστήσασα τις υπόλοιπες αναιρεσείουσες. Το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις υπό τα συγκεκριμένα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, διότι στην κριθείσα περίπτωση ο νόμιμος δικαιολογητικός λόγος ευθύνης της ανωτέρω αναιρεσείουσας και επομένως η ιδιότητά της ως υποχρέου αποζημίωσης λόγω της ιδιότητάς της ως προστήσασας τις τρεις πρώτες αναιρεσείουσες, που μπορούσε να θεμελιώσει ορισμένη αγωγή και κατ' αυτής με ελπίδες επιτυχίας, όπως η κριθείσα, έγινε δεκτό ότι περιήλθε εις γνώσιν των αναιρεσιβλήτων μόλις στις 24-30.10.2014, δεδομένου ότι, κατά τον χειρισμό της επιπλοκής που παρουσιάσθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ενεπλάκησαν, όπως προεκτίθεται, περισσότερα πρόσωπα με διαφορετικές όμως αρμοδιότητες, ιδιότητες και καθήκοντα, το ζημιογόνο δε αποτέλεσμα μπορούσε να προκληθεί από εντελώς διαφορετικά περιστατικά και συγκεκριμένα από διαφορετική συμπεριφορά και υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του καθενός τους, επί των οποίων και μόνον μπορούσε να θεμελιωθεί ορισμένη αγωγή και κατά της τέταρτης αναιρεσείουσας με ελπίδες επιτυχίας. Στη κρινόμενη δε περίπτωση δεν ήταν δυνατό να ασκηθεί ούτε αυτοτελής αγωγή κατ' εκείνης, διότι αυτή θα περιελάμβανε στο δικόγραφό της πλήρως ασαφή ή και αντιφατικά πραγματικά περιστατικά ως προς το νόμιμο λόγο ευθύνης της (ως προς την αιτία πρόκλησης της ζημίας: ελλιπή μετεγχειρητική φροντίδα από τον προστηθέντα θεράποντα ιατρό, παραμέληση ενεργειών που επιβάλλονται από την ιατρική επιστήμη ή και καθυστέρηση αντιμετώπισης του περιστατικού από την προστηθείσα ιατρό εφημερίας, καθυστέρηση στην εγχειρητική προσπάθεια αποκατάστασης του αιματώματος από τους προστηθέντες που την ανέλαβαν, παραλείψεις των προστηθεισών νοσηλευτριών), αλλά ακριβώς λόγω της έλλειψης σαφούς γνώσης τέτοιων περιστατικών εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, που περιήλθαν εις γνώσιν τους κατά το έτος 2014, δεν μπορούσε να θεμελιωθεί με ελπίδες ευδοκίμησης και αγωγή στρεφόμενη κατά άλλων προστηθέντων ή και της ίδιας της προστήσασας εταιρίας, σε άσκηση της οποίας πάντως αποδείχθηκε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ότι προέβησαν το 2010 στρεφόμενοι κατά του θεράποντος ιατρού (Γ. Σ.), πιστεύοντας πως αυτός διέπραξε την αδικοπραξία, καθώς και κατά της τέταρτης αναιρεσείουσας ως προστήσασας αυτόν (η οποία μάλιστα, εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός πως η ευθύνη της δεν εξαρτάτο από συγκεκριμένο σφάλμα ορισμένου προστηθέντος, θα αποτελούσε, σε κάθε περίπτωση, διακοπτικό της παραγραφής έναντι εκείνης γεγονός), πριν να περιέλθουν σε γνώση τους τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική ευθύνη της ως προστήσασας τις ευθυνόμενες υποκειμενικώς νοσηλεύτριες. Η κρινόμενη περίπτωση λόγω των προαναφερόμενων ιδιαιτεροτήτων της διαφοροποιείται από άλλες συνηθέστερες περιπτώσεις, κατά τις οποίες μπορεί να αποδοθεί στην προστήσασα αντικειμενική ευθύνη χωρίς να προσδιορίζεται το πρόσωπο του προστηθέντος, ενόψει του ότι περισσότεροι προστηθέντες της έχουν όμοιες αρμοδιότητες και είναι επιφορτισμένοι με τα ίδια καθήκοντα, κατά την εκτέλεση των οποίων περισσότεροι ή ένας απ' αυτούς επέδειξαν την αποδιδόμενη με την αγωγή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (δια πράξεως ή παραλείψεώς τους) που προκάλεσε αποδεδειγμένα τη ζημία (π.χ. όταν περισσότεροι τραπεζικοί υπάλληλοι είναι αρμόδιοι ως ταμίες για την καταβολή χρημάτων βάσει αιτήσεων αναλήψεως από λογαριασμούς καταθέσεων και οποιοσδήποτε από αυτούς κατέβαλε το αιτούμενο ποσό σε μη δικαιούχο του λογαριασμού, παραλείποντας να διενεργήσει τον έλεγχο των στοιχείων ταυτότητάς του, προς ζημία του αληθούς δικαιούχου, ο οποίος μπορεί να στραφεί μόνον κατά της τράπεζας ως προστήσασας οποιονδήποτε από τους προστηθέντες ταμίες της, ή όταν περισσότεροι μηχανικοί απασχολούνται σε συνεργείο επισκευών αυτοκινήτων και κάποιος ή κάποιοι από αυτούς προκαλούν από αμέλεια σοβαρή βλάβη σε επισκευαζόμενο όχημα με συγκεκριμένη γνωστή, ως προς τα περιστατικά που την απαρτίζουν, ενέργεια ή παράλειψή τους, προς ζημία του ιδιοκτήτη του, ο οποίος μπορεί να στραφεί και μόνον κατά του προστήσαντος όλους τους ιδιοκτήτη του συνεργείου). Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης και κατά τα δύο σκέλη του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ενώ κατά τα λοιπά με αυτόν πλήττεται απαραδέκτως, κατά τα προαναφερόμενα, η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο πως συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, 42/2002). Για να ιδρυθεί δηλαδή ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, 371/2009). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, όταν πρόκειται περί εγγράφου, να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 237/2019, 1588/2011, 1652/2009, 331/2004). Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, 161/2017, 1967/2009, 1212/2009). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 14/2022). Εξάλλου με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, 11/1996, 71/2019, 2221/2014, 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 194/2021, 1108/2021). Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησής τους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα εξής έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του: α) το δικόγραφο της από 29-7-2010 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του Γ. Σ. και της τέταρτης από αυτές, β) το δικόγραφο της από … μήνυσης που υπέβαλαν εκείνοι κατά του ιδίου παραπάνω ιατρού και γ) αντίγραφο της από …. κατάθεσης του δεύτερου αναιρεσίβλητου ενώπιον του Πταισματοδίκη Ευρυτανίας, από τα οποία αποδεικνυόταν η γνώση των αναιρεσίβλητων το αργότερο από … ως προς για την αποδιδόμενη με την αγωγή τους αδικοπραξία στις νοσηλεύτριες και κατά συνέπεια η προβληθείσα από τις ίδιες ένσταση παραγραφής της αξιώσεως των τελευταίων μέχρι την άσκησή της κατά το έτος 2014. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος όσον αφορά τα δύο πρώτα παραπάνω έγγραφα (αγωγή και μήνυση), διότι, πέραν της γενικής βεβαίωσης του Εφετείου ότι σχημάτισε την κρίση του βάσει όλων των προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών στοιχείων και εγγράφων, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε, αναφέροντάς τα μάλιστα και ειδικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 28 και 29 αυτής), ενώ ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, ως προς το ότι και το τρίτο παραπάνω έγγραφο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης ως προς την απόρριψη της ένστασης παραγραφής, αφού, σύμφωνα με το παρατιθέμενο στην αίτηση αναίρεσης περιεχόμενό του, αυτό όχι μόνο δεν ήταν πρόσφορο προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που επιστήριζαν αυτή την ένσταση, όπως φαίνεται να υπολαμβάνουν οι αναιρεσείουσες, αλλά αντιθέτως επιστήριζε την ανταπόδειξη εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ότι εκείνοι έλαβαν γνώση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, των αιτίων της προκληθείσας ζημίας και των υπευθύνων γι' αυτήν αργότερα, κρίση στην οποία και κατέληξε το Εφετείο. Ειδικότερα το παρατιθέμενο στην αίτηση αναίρεσης απόσπασμα της σχετικής κατάθεσης του δεύτερου αναιρεσίβλητου (σελ. .. της αίτησης αναίρεσης) αναφέρεται στην ευθύνη του μηνυόμενου ιατρού (Γ. Σ.), που φερόταν ότι είχε ειδοποιηθεί από τη γραμματέα του κ. Μ. και δεν προσήλθε, και σε ευθύνη των υπευθύνων του νοσοκομείου για τη μη ύπαρξη ιατρού στον όροφο όπου νοσηλευόταν η σύζυγός του πρώτη αναιρεσίβλητη, καθώς και στο ότι, εάν είχε προσέλθει εγκαίρως ο μηνυόμενος ή οποιοσδήποτε ιατρός του ορόφου από την ώρα που τους ειδοποίησε για τη δυσφορία της, η σωματική της βλάβη θα είχε αποφευχθεί. Με βάση αυτά ο δεύτερος αναιρεσίβλητος προσδιόριζε ακόμη, κατά το χρόνο εκείνης της κατάθεσης (…), τη γενεσιουργό αιτία της ζημίας στη μη έγκαιρη προσέλευση του ανωτέρω ιατρού, που θεωρούσε ότι είχε ειδοποιηθεί, και σε ευθύνη του νοσοκομείου λόγω της μη ύπαρξης υπεύθυνου ιατρού στον όροφο νοσηλείας της συζύγου του (δηλαδή σε υποκειμενική και όχι αντικειμενική ευθύνη των υπευθύνων του νοσοκομείου), υποστηρίζοντας ότι αυτοί ήταν οι γενεσιουργοί λόγοι ευθύνης όσων θεωρούσε υποχρέους προς αποζημίωση. Με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτίαση από τον αριθμό 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους περί γνώσης των αναιρεσιβλήτων ήδη από το έτος 2008 της ταυτότητας όλων των προσώπων που είχαν εμπλακεί στην περίθαλψη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, διότι τότε παρέλαβαν αντίγραφα του πλήρους φακέλου νοσηλείας της, καθώς και ότι γνώριζαν εξ υπαρχής τους λόγους ευθύνης των νοσηλευτριών. Ο λόγος αυτός είναι κατ'αμφότερα τα σκέλη του απαράδεκτος, ως προς την πρώτη μεν επί μέρους αιτίασή του διότι δεν αναφέρεται σε ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειουσών και δη στη μη λήψη υπόψη ένστασής τους και δη της ένστασής τους περί παραγραφής, που λήφθηκε υπόψη και κρίθηκε από το Εφετείο, αλλά απλώς σε επιχείρημα που διατύπωσαν προς υποστήριξή της (γνώση ταυτότητας όσων ενεπλάκησαν στη νοσηλεία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το οποίο επίσης, σε κάθε περίπτωση, απαντήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση παρότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα των σχετικών αιτιολογιών της), κατά τη δεύτερη δε επί μέρους αιτίασή του διότι, υπό την επίφαση λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες επιχειρούν απαραδέκτως να πλήξουν την κρίση του Εφετείου ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Κατά το άρθρο δε 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε υπάρχει "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999, ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008, 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, στην αιτιολογία παραδοχής ή απόρριψης του οποίου αποδίδεται η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, καθώς και η νόμιμη βάση, ήτοι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου δια ελλειπουσών, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών επί της ουσίας της διαφοράς. Συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 16/2013, 20/2005, 32/1996, ΑΠ 238/2020, 587/2020, 1401/2010, 1198/2009, 216/2009). Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 238/2020, 78/2020, 573/2018). Με τον τρίτο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια του Εφετείου από τον αριθμό 19 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα των τριών πρώτων αναιρεσειουσών νοσηλευτριών. Πέραν της αοριστίας του (δεν αναφέρεται ποιες επιπλέον παραδοχές έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του Εφετείου προς θεμελίωση της ευθύνης των ανωτέρω αναιρεσειουσών), ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αβάσιμος, διότι το Εφετείο με τις προπαρατιθέμενες παραδοχές δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρων 914, 330 ΑΚ, διατάξεων του π.δ. 216/2001) για την επέλευση των έννομων συνεπειών, που απαγγέλθηκαν, και οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε, βάσει των αναλυτικώς προσδιοριζομένων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά των ανωτέρω αναιρεσειουσών συνδεόμενη αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος. Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της πρέπει να απορριφθεί η από 6-5-2021 αίτηση για αναίρεση της 570/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες κατά την άσκηση της αίτησής τους. Οι αναιρεσείουσες, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-5-2021 αίτηση για αναίρεση της 570/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ