ΑΡΙΘΜΟΣ 891/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βιολάρη, περί αναιρέσεως της 63192/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 232/13. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται με τις ποινές που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς τους στους κατά την παράγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 3 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους και να τα καταβάλλει μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 αποφάσεως, απαιτείται να προσδιορίζεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση από εργοδότη προσωπικού ασφαλισμένου στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και η συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό (Ολ.Α.Π. 1/1996). Σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία, μόνον όμως όταν αυτός ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Απαιτείται επί πλέον το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου Α.Ν. 1846/1951, νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Επί νομικού προσώπου φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην επιχείρηση καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορούμενου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στο ΙΚΑ. Δεν αρκεί δηλαδή ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρικής επιχειρήσεως. Περαιτέρω κατά το άρθρο 14 παρ.2 του Ν.2810/2000 "περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", "το ΔΣ εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως. Την εκπροσώπησή του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή στον κατά την παρ.10 του άρθρου αυτού γενικό διευθυντή (μάνατζερ). Το ΔΣ μπορεί επίσης να αναθέτει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλος αυτού ή στέλεχος ή υπάλληλο του συνεταιρισμού". Ορίζεται δε, με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, ότι "το ΔΣ είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση του συνεταιρισμού, στη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και στην επιδίωξη του σκοπού του. Οι αρμοδιότητες του ΔΣ καθορίζονται στο καταστατικό". Έτσι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο νόμος για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης, ως προς τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, απαιτεί την ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ), ως συλλογικού (ενδοσυνεταιριστικού) οργάνου, είτε την ευθύνη του Προέδρου ή μέλους αυτού ή και τρίτου, εφόσον έχει ληφθεί σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του συνεταιρισμού ή έχει υπογραφεί σχετική σύμβαση. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν αναφέρονται, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει και όταν κατά την έκθεση των περιστατικών που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, παρατηρείται, είτε στην αιτιολογία της αποφάσεως, είτε μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, ασάφεια ή αντίφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 63192/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 δ' Π.Κ. για μη έγκαιρη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ, για το διάστημα από Νοέμβριο 2004 έως 31-3- 2005 ( για το διάστημα από 1-9-2003 έως 10/2004 έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και έξι ( 6) μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το δικαστήριο ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, ήτοι, την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αποδείχθηκαν, τα εξής: ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το χρονικό διάστημα από 11/2004 έως 31-3-2005 διότι ως Πρόεδρος του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΑΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ" δεν κατέβαλε ως όφειλε τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό ποσά των ασφαλιστικών εισφορών προς τον ΤΣΕΑΠΓΣΔΟ δηλ. σε οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης για την ασφάλιση του προσωπικού του . Όμως, θα πρέπει να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρ. 84 παρ.2δ ΠΚ, διότι προσπάθησε να άρει τις συνέπειες των πράξεών του κάνοντας καταβολές. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι: ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο με ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2δ Π.Κ. του ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2003 έως 31-3-2005 Ως νόμιμος εκπρόσωπος του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΑΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ" που εδρεύει στον ..., αν και απασχόλησε, ως εργοδότης, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, προσωπικό ασφαλισμένο στο Ταμείο Σύνταξης και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων (ΤΣΕΑΠΓΣΟ), δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και όφειλε για την ασφάλιση του προσωπικού του να καταβάλει στον Οργανισμό αυτός τις παρακάτω εισφορές μέσα σε (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία, εν τούτοις 1) Δεν κατέβαλε στον Οργανισμό αυτό τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) που τον βαρύνουν και που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των (165.730) ευρώ από τότε που έγιναν απαιτητές, και αφορούν στο χρονικό διάστημα από 11/2004 έως 31-3-2005. 2) Δεν κατέβαλε στον Οργανισμό αυτό τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) που τον βαρύνουν και τις οποίες παρακράτησε με σκοπό να τις αποδώσει στον Οργανισμό αυτό από τότε που έγιναν απαιτητές από τους σ' αυτόν εργαζομένους οι οποίες βαρύνουν αυτόν και που ανέρχονται δε αυτές στο συνολικό ποσό των (120.008) ευρώ και αφορούν στο χρονικό διάστημα από 11/2004 έως 31-3-2005. Τα παραπάνω ποσά δεν κατέθεσε υπέρ του αναφερομένου ταμείου, ως ήτο υπόχρεος, καίτοι οχλήθηκε επανειλημμένα προς τούτο, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. Π.Ε.Ε. 937/24-5-2004, 1228/21-3-2005 και 3961/22-6-2005 πράξεις επιβολής εισφορών. Έτσι κατέστη τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Με τις παραδοχές του αυτές, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 του ΠΚ 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 Ν.Δ. 1160/1972, 21 παρ.11του Ν. 1902/90 σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 του ΠΚ και 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν. 2113/52 που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση ( Ε.Α.Σ Πρέβεζας, δηλαδή δευτεροβάθμια συνεταιριστική οργάνωση) που απασχόλησε τους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, Νοέμβριο του 2004 έως Μάρτιο του 2005 (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), δεν ασκεί δε έννομη επιρροή το γεγονός ότι μόνο στην αρχή του διατακτικού, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως της πράξεως το χρονικό διάστημα από 1-9-2003 έως 31-3-2005, ενώ στη συνέχεια, καθώς και στο σκεπτικό, αναφέρεται το ορθό ως άνω διάστημα (1-9-2003 έως10/2004), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το Ταμείο Σύνταξης και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΤΣΕΑΠΓΣΟ), στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί, καθώς και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως Προέδρου του Δ.Σ του εν λόγω Συνεταιρισμού και εργοδότη που ήταν υπόχρεος, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν για την καταβολή των εργοδοτικών εισφορών και απόδοση των εργατικών που παρακρατήθηκαν. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ, Ι με στοιχείο Α' λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα που προβάλλεται, με τον Ι με στοιχείο Β' λόγο αναιρέσεως, με την οποία προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, αποδεχόμενο τις παραδοχές της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που τον καταδίκασε με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του Συνεταιρισμού, τον καταδίκασε με την αυτή ιδιότητα, απορρίπτοντας αναιτιολόγητα, τον σχετικό ισχυρισμό του, ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν ανέφερε την ιδιότητά του ως εργοδότη, ούτε την θέση του στην Συνεταιριστική οργάνωση, είναι αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. του ως άνω Συνεταιρισμού και όχι με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτού, όπως αβάσιμα διατείνεται με την παραδοχή δε αυτή, απάντησε στον ως άνω ισχυρισμό του. Εξάλλου, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι η παραπάνω αιτίαση, στρέφεται κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη, γιατί αντικείμενο της προσβολής με το ένδικο μέσο της αναίρεσης , στην περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και του δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, όπως εν προκειμένω, είναι οι πλημμέλειες της δευτεροβάθμιας απόφασης του Εφετείου και όχι της πρωτοβάθμιας απόφασης Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, Ι με στοιχείο Β', ως άνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα παραπάνω, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα που προβάλλονται με τον Ι με στοιχείο Γ' λόγο αναιρέσεως, περί μη ανάγνωσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εγγράφων, που προσκομίστηκαν από τον δικηγόρο που τον εκπροσώπησε, και δη των υπ' αριθ. 294/2012, 954/2012, 161/2011, 1971/2009 και 833/2008 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, γιατί από τα πρακτικά, που παραδεκτά επισκοπούνται, δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος του, προσκόμισε τα έγγραφα αυτά, πέραν του ότι και αν ακόμη προέκυπτε κάτι τέτοιο, έπρεπε ο κατηγορούμενος κατά της άρνησης του προέδρου να προσφύγει στο δικαστήριο, οπότε, σε περίπτωση που το δικαστήριο ήθελε απορρίψει την προσφυγή αυτή παρά τον νόμο ή ήθελε παραλείψει να αποφανθεί, θα δημιουργείτο ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακρόασης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' ΚΠΔ, Ι με στοιχείο Γ', ως άνω, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ακρόασης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, συνεπώς, η αιτίαση που προβάλλεται με τον υπ' αριθ. Ι με στοιχείο Δ', λόγο αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το αναγνωσθέν έγγραφο με α/α 6 " καρτέλα λογαριασμού ΕΑΣ", από το οποίο προέκυπτε ότι το οφειλόμενο ποσό από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών, στο παραπάνω ασφαλιστικό ταμείο, είναι μικρότερο από αυτό που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι το παραπάνω έγγραφο αναγνώστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και λήφθηκε υπόψη μαζί με όλα τα έγγραφα. Οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στον ως άνω λόγο, είναι απαράδεκτες, καθόσον με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, Ι με στοιχείο Δ', ως άνω, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη αιτιολογίας, επειδή δεν έλαβε υπόψη το παραπάνω έγγραφο, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Επειδή κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 7-2-2013, υπ' αριθμό πρωτ. 16/ 2013, αίτηση του Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 63192/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ