Αριθμός 1888/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Χ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Ε. Φ., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Καλαφάτη . Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλεσα Μπακατσέλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1763/2002μη οριστική, 5324/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1547/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 10-5-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο αναιρετικός αυτός λόγος για ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσθηκε δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, σε περίπτωση δε που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών. Κατά δε τον αριθμό 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή. Αντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκή ή Ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξ άλλου αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, η οποία αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά το άρθρο 90 του Εμπ.Ν. και επί της οποίας εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι περί εντολής διατάξεις του Α.Κ. (Α.Π. 1146/2003 σχετ. Ολ Α.Π. 824/1977), είναι εφ' ενός μεν η ανάληψη της υποχρεώσεως από τον παραγγελιοδόχο χρηματιστή (χρηματιστηριακή εταιρία) να εκτελέσει στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα πελάτη του την παραγγελία (εντολή) του τελευταίου για την αγορά ή την πώληση μετοχών ανωνύμων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο με τη σύναψη της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής, αφ' ετέρου δε, η ανάληψη της υποχρεώσεως από τον παραγγελέα - πελάτη να καταβάλει στον χρηματιστή (χρηματιστηριακή εταιρία) την αμοιβή (προμήθεια) για τη διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής (Α.Π. 164/2008, Α.Π. 663/2004). Περαιτέρω, στο άρθρο 7 του ν. 2396/1996 (α'73), και υπό τον τίτλο Κώδικας Δεοντολογίας, ορίζεται: "Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας συγκροτείται επιτροπή από εκπροσώπους των αρμοδίων φορέων, έργο της οποίας θα είναι η κατάρτιση Κώδικα Δεοντολογίας, στον οποίο περιλαμβάνονται κανόνες που θα ρυθμίζουν την συμπεριφορά των ΕΠΕΥ και του προσωπικού τους. Κατά την εφαρμογή των κανόνων του Κώδικα Δεοντολογίας λαμβάνεται υπόψη η επαρκής ή μη γνώση του αντικειμένου των επενδυτικών υπηρεσιών λόγω επαγγελματικής ιδιότητας του προσώπου στο οποίο παρέχεται η επενδυτική υπηρεσία, κύρια ή παρεπόμενη. Ο Κώδικας Δεοντολογίας κυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και αρχίζει να ισχύει εντός μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2..., 3... Περιεχόμενο του Κώδικα Δεοντολογίας θα είναι κανόνες που θα διέπουν τη λειτουργία των ΕΠΕΥ καθώς και τη συμπεριφορά και τις συναλλακτικές υποχρεώσεις των προσώπων που απασχολούνται σ' αυτές. Οι κανόνες αυτοί πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα ούτως ώστε οι ΕΠΕΥ: α) Να λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και να ενεργούν κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. β) Να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τόσο τους πόρους όσο και τις διαδικασίες και μεθόδους που είναι απαραίτητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. γ) Να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές. δ) Να γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων με αυτούς. ε) Να αποτρέπουν τις συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των ιδίων και των πελατών τους. στ) Να εξασφαλίζουν στους πελάτες τους ίση μεταχείριση. ζ) Να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της ισχύουσας νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς. 4... 5...". Ακολούθως, κατ' επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης, εκδόθηκε ο Κώδικας Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (απόφαση Υπουργού Εθνικής Οικονομίας 12263/Β.500/11.4.97, ΦΕΚ Β'340), στον οποίο ορίζονται τα εξής: "Κεφάλαιο Α.1. Σκοπός. Σκοπός του παρόντος Κώδικα Δεοντολογίας είναι η θέσπιση κανόνων που διέπουν τις σχέσεις και τη συμπεριφορά των εταιρειών και των απασχολουμένων σε αυτές ή συνεργαζομένων με αυτές προσώπων, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους εντός του πλαισίου της ισχύουσας νομοθεσίας και των κανονιστικών διατάξεων με τρόπο ώστε: (α) να διαφυλάσσεται η εύρυθμη λειτουργία και να υποστηρίζεται η ανάπτυξη της ελληνικής κεφαλαιογοράς, (β) να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού, (γ) να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η διαφάνεια των συναλλαγών, (δ) να διασφαλίζεται ο υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των εταιρειών και η ορθή και πλήρης πληροφόρηση της αγοράς. 3... Βασικές αρχές δεοντολογίας των εταιριών. 3.2. (α) Πρώτη Αρχή: Οι εταιρίες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν... έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, (β) Δεύτερη Αρχή: Οι εταιρίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα χρησιμοποιούν τόσο τους πόρους όσο και τις διαδικασίες και μεθόδους που είναι απαραίτητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. (γ) Τρίτη Αρχή: Οι εταιρίες ... οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές, (δ) Τέταρτη Αρχή: Οι εταιρίες ... θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς, (ε) Πέμπτη Αρχή: Οι εταιρίες ... θα αποτρέπουν τις συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ αυτών και των πελατών τους. (στ) Έκτη Αρχή: Οι εταιρίες... οφείλουν να εξασφαλίζουν στους πελάτες τους ίση μεταχείριση, (ζ) Έβδομη Αρχή: Οι εταιρίες ... οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς. 3.3....". Περαιτέρω, στο Κεφάλαιο Β' του ιδίου Κώδικα, εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις επτά βασικές αρχές δεοντολογίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας θεσπίζει βασικές αρχές που ρυθμίζουν την άσκηση των δραστηριοτήτων των ΕΠΕΥ και έχει ως σκοπό την επιβολή στις επιχειρήσεις αυτές και άλλων πρόσθετων υποχρεώσεων πέραν από εκείνες που ήδη προβλέπονται από ειδικές διατάξεις της νομοθεσίας Περί Κεφαλαιαγοράς. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές (του Κώδικα Δεοντολογίας) αποτελούν μέρος της νομοθεσίας Περί Κεφαλαιαγοράς. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία τους. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) Σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του κατά την διενέργεια υλικών κυρίως ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ. και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσον για την τέλεση της αδικοπραξίας (Α.Π. 1224/2008, Α.Π. 425/2007, Α.Π. 1507/2005, Α.Π. 306/2005, Α.Π. 957/2003), που κατέστη (τέλεση) δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον ατνιπροσωπευόμενο, και με την χρησιμοποίησή τους για άλλον σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν (Α.Π. 331/2010). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι και αντεκκαλούντες Δ. Χ. και Ε. Φ., συνήψαν, στις 26-3-1999 και 10-6-1999, αντιστοίχως, με την (τρίτη) εναγομένη ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", της οποίας κατόπιν καθολική διάδοχος λόγω απορροφήσεως έγινε η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε.", μετονομασθείσα σε "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε.", ήδη συγχωνευθείσα με απορρόφηση από την τώρα εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (η οποία είναι, ως ανωτέρω, καθολική διάδοχος της αρχικώς εναγομένης), σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, γεγονός το οποίο συνομολογείται, προκειμένου η εναγομένη αυτή να τους παρέχει τις επενδυτικές της υπηρεσίες. Η τελευταία αποτελούσε ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία (ΑΧΕ), η οποία πραγματοποιούσε χρηματιστηριακές συναλλαγές κατόπιν εντολών αγοράς και πωλήσεως μετοχών και λοιπών κινήτων αξιών, που συνιστούν αντικείμενο διαπραγματεύσεως στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) και τις οποίες αυτή ελάμβανε από (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα, επ' ονόματι των οποίων κατήρτιζε τις ως άνω συναλλαγές. Τις εντολές αυτές διεβίβαζε στην άνω εναγομένη - εκκαλούσα και αντεφεσίβλητη ΑΧΕ η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ECOINVEST Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Ανώνυμη Εταιρία Λήψης και Διαβίβασης Εντολών", της οποίας Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος εναγόμενος Δ. Π. και διοικητικό στέλεχος αυτής ο πρώτος εναγόμενος Ε. Κ., μη διάδικοι εν προκειμένω. Οι δύο αυτές εταιρίες (εναγομένη ΑΧΕ) και άνω ΕΛΔΕ είχαν συνάψει προς τούτο την από 17-7-1998 "Σύμβαση Συνεργασίας λήψης και Διαβίβασης Εντολών"... σύμφωνα με την οποίαν η συγκεκριμένη ΕΛΔΕ θα διεβίβαζε προς την ήδη εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη εντολές πελατών της και αυτή (ΑΧΕ) θα τις εκτελούσε στο ΧΑΑ. Οι ενάγοντες ... ρητώς εξουσιοδότησαν την προαναφερομένη ΕΛΔΕ να τους εκπροσωπεί έναντι της εναγομένης ΑΧΕ, διαβιβάζοντας σε αυτή τις εντολές τους προς εκτέλεση των χρηματιστηριακών τους συναλλαγών... Δυνάμει των προαναφερομένων συμφωνιών, η εναγομένη ... ΑΧΕ προέβη, κατόπιν σχετικών εντολών των εναγόντων... που της διεβίβασε η άνω ΕΛΔΕ "ECOINVEST" για λογαριασμό των εναγόντων, στην αγορά και πώληση μετοχών, όπως οι σχετικές αγοραπωλησίες κατεγράφησαν στις χρηματιστηριακές καρτέλες που τηρούντο στο όνομα εκάστου των εναγόντων, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει η εναγομένη ΑΧΕ "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και δεν αμφισβητούνται από τους ενάγοντες. Κατά μήνα, όμως, Μάϊο του έτους 1999, στα πλαίσια της προπεριγραφείσης συνεργασίας τους με τους ενάγοντες, τα άνω όργανα της ΕΛΔΕ "ECOINVEST", Ε. Κ. και Δ. Π. παρέστησαν σε αυτούς (ενάγοντες) ότι η εταιρία τους, ήταν σε θέση, συνεργαζομένη με την ήδη εκκαλούσα ΑΧΕ, να πραγματοποιήσει επωφελείς επενδύσεις, αγοράζοντας μετοχές νεοεισερχομένων στο Χρηματιστήριο εταιριών, οι οποίες, λόγω της σημαντικής αυξήσεως της αξίας τους μετά την εισαγωγή τους, αποδίδουν μεγάλο κέρδος σε μικρό χρονικό διάστημα. Παρέπεισαν δε περαιτέρω τους ενάγοντες, λέγοντες ότι τις μετοχές αυτές είχαν την δυνατότητα να εξασφαλίσουν σε αριθμό μεγαλύτερο αυτού που μπορούσε να αγοράσει ιδιώτης επενδυτής μέσω δημοσίας προεγγραφής σε τράπεζα, εμφανιζόμενοι ως θεσμικοί επενδυτές και ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν να δεσμεύσουν μεγάλο αριθμό μετοχών, τις οποίες θα αγόραζαν σε χαμηλή τιμή και αμέσως μετά την εισαγωγή τους στο ΧΑΑ, κατά την οποίαν η τιμή τους κατά τις πρώτες ημέρες διαπραγματεύσεως αυξάνει σημαντικά, θα αποκόμιζαν σημαντικά κέρδη. Οι ενάγοντες συνομολογούν στην ένδικη αγωγή τους ότι συμφώνησαν με τους ανωτέρω Ε. Κ. και Δ. Π., υπό τη ιδιότητα των ανωτέρω σε σχέση με την ΕΛΔΕ "ECOINVEST", να αγοράσουν τέτοιες μετοχές (υπό εισαγωγή στο Χρηματιστήριο) στο όνομα των θεσμικών επενδυτών, με την συμφωνία οι μετοχές αυτές να μην εμφανίζονται στο πινακίδιο της μερίδος που είχαν ήδη αυτοί (ενάγοντες) ανοίξει στην εναγομένη... ΑΧΕ. Συνομολογείται, επομένως, καθ' α εκτίθενται στην ένδικη αγωγή, ότι δεν υπήρχαν στα πινακίδια εντολών των εναγόντων προς την εναγομένη για την διενέργεια των αμέσως ανωτέρω χρηματιστηριακών πράξεων. Συμφωνήθηκε, ακόμη, μεταξύ των εναγόντων με τους άνω Ε. Κ. και Δ. Π. τα χρήματα που απαιτούντο για την αγορά των μετοχών αυτών οι ενάγοντες δεν θα τα κατέθεταν, όπως ορίζει ο νόμος και οι όροι των συμβάσεών τους με την εναγομένη ΑΧΕ, σε λογάριασμό της, αλλά, όπως οι άνω Ε. Κ. και Δ. Π. τους υπέδειξαν, στον ατομικό λογαριασμό του εξ αυτών Ε. Κ., που αυτός, ως μόνος δικαιούχος, τηρούσε στην Τράπεζα Πίστεως. Όπως αποδείχθηκε, ο πρώτος των εναγόντων Δ. Χ. κατέθεσε, την 25.5.1999, στον τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ... και με δικαιούχο τον Ε. Κ. το ποσό του 1.000.000 δραχμών για αγορά 312 μετοχών της εταιρίας ... Οι μετοχές αυτές αγοράσθηκαν και εν συνεχεία πωλήθηκαν την 21.7.1999 αντί του ποσού των 1.372.800 δραχμών και το ποσό αυτό κατατέθηκε στον λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος. Αφού λοιπόν η πρώτη αυτή επένδυση απέβη κερδοφόρος, οι ενάγοντες πείσθηκαν και κατέθεσαν ... συνολικώς, ο πρώτος ενάγων ... στον λογαριασμό του άνω Ε. Κ. το ποσό των 4.336.000 δραχμών (12.724,87 ευρώ). Ο δε δεύτερος ενάγων Ε. Φ. κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό συνολικώς ... το ποσό των 8.700.000 δραχμών (25.531,91 ευρώ) ... Οι ενάγοντες εξ εξάλλου, πείσθηκαν ότι είχαν προβεί σε επικερδή επένδυση, διότι οι άνω εκπρόσωποι της ΕΛΔΕ Ε. Κ. και Δ. Π. τους διαβεβαίωναν ψευδώς ότι είχαν αγοράσει τις προαναφερόμενες μετοχές με τα άνω ποσά και ότι στην συνέχεια αυτές πωλήθηκαν και από την πώλησή τους ο μεν πρώτος ενάγων πραγματοποίησε κέρδη ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 20.920.000 δραχμών... και ότι ο δεύτερος τούτων πραγματοποίησε κέρδη ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 65.068.800 δραχμών... Όπως, όμως, αποδείχθηκε οι άνω Ε. Κ. και Δ. Π. ουδέποτε αγόρασαν για λογαριασμό των εναγόντων τις προαναφερόμενες μετοχές, ούτε βεβαίως στην συνέχεια πώλησαν αυτές επιτυγχάνοντας τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή των εναγόντων κέρδη. Όταν δε κατά μήνα Σεπτέμβριο του 1999 οι ενάγοντες ζήτησαν από τους προαναφερομένους εκπροσώπους της ΕΛΔΕ να τους αποδώσουν τα χρήματα αυτά, εκείνοι με διάφορα προσχήματα κωλυσιεργούσαν αρνούμενοι να τους τα αποδώσουν, έκτοτε δε ουδέν ποσό έλαβαν οι ενάγοντες, ενώ, όπως αποδείχθηκε, οι άνω Ε. Κ. και Δ. Π. ιδιοποιήθηκαν παρανόμως τα χρήματα που οι ενάγοντες είχαν καταθέσει στον ατομικό λογαριασμό του πρώτου τούτων (Ε. Κ.), ως ανωτέρω, προξενούντες ισόποση ζημία στους ενάγοντες. Ισχυρίζονται οι ενάγοντες .... Ότι για την ζημία τους αυτή ευθύνεται παραλλήλως και η εναγομένη ... ΑΧΕ, ως συνεργαζομένη με την εταιρία "ECOINVEST ...", ισχυρισμός, όμως, ο οποίος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθ' όσον η μόνη αποδειχθείσα σχέση που συνέδεε την εναγομένη με την άνω ΕΛΔΕ ήταν αυτή της συνεργασίας βάσει της προαναφερομένης μεταξύ τους εγγράφου συμβάσεως, με την οποίαν η τελευταία ανελάμβανε να εκτελεί - διαβιβάζει τις εντολές των πελατών της (ΑΧΕ) προς αυτή, η μόνη δε εκτέλεση εν προκειμένω των εντολών των εναγόντων προς την εναγομένη είναι αυτές οι οποίες προκύπτουν από τις στις χρηματικές τους καρτέλες αναγραφόμενες συναλλαγές και ουδεμία άλλη συναλλαγή έγινε, όπως αποδείχθηκε, για λογαριασμό τους μέσω της εναγομένης, ούτε ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία για την συμμετοχή τους μέσω της εναγομένης ΑΧΕ σε δημόσια εγγραφή, για την απόκτηση νεοεισερχομένων μετοχών. Όλες οι συναλλαγές των εναγόντων έγιναν με τους άνω Ε. Κ. και Δ. Π., εν αγνοία και χωρίς την συγκατάθεση της εναγομένης ΑΧΕ και κατά παράβαση των όρων των μεταξύ τους εγγράφως συμφωνηθέντων. Με βάση λοιπόν τα δεδομένα αυτά και αφού δεν αποδείχθηκε η χορήγηση σχετικών εντολών εκ μέρους των εναγόντων προς την εναγομένη ΑΧΕ για την ενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων και ούτε συνεννόηση σχετική της με τους λοιπούς εναγομένους, ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων - εφεσιβλήτων - αντεκκαλούντων κρίνεται αβάσιμος. Ισχυρίζονται περαιτέρω, οι ενάγοντες ... ότι για την ζημία τους αυτή ευθύνεται η εναγομένη ... ΑΧΕ, καθ' όσον αυτή παρέλειψε να ασκήσει τα εποπτικά της καθήκοντα στην εταιρία "ECOINVEST"... υπό την έννοια του συνεχούς ελέγχου της εταιρίας αυτής παρά το ότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρακολουθεί την λειτουργία κάθε με αυτή (εναγομένη ΑΧΕ) συνεργαζομένης ΕΛΔΕ, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγόντων κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθ' όσον η εναγομένη .. ΑΧΕ είχε, όπως αποδείχθηκε, ελέγξει και διαπιστώσει στην αρχή - εν όψει της συνεργασίας της με την άνω ΕΛΔΕ - την νόμιμη σύσταση της οποίας είχε προηγουμένως ελέγξει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και αφού είχε διαπιστώσει την συνδρομή όλων των νομίμων προϋποθέσεων λειτουργία της (ΕΛΔΕ) της είχε χορηγήσει άδεια λειτουργίας, ενώ, η εναγομένη, καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας της με αυτή έλεγχε και παρακολουθούσε, όπως αποδείχθηκε, την δραστηριότητα της ΕΛΔΕ αυτής, χωρίς να διαπιστώνει οιαδήποτε παράνομη δραστηριότητά της, για τούτο και συνέχιζε να συνεργάζεται με αυτή, μέχρι και τον Φεβρουάριο του έτους 2000, οπότε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανέστειλε την άδεια λειτουργίας της εταιρίας "ECOINVEST" και ενώ η ζημία των εναγόντων είχε ήδη επέλθει. Μέχρι τότε η εναγομένη δεν γνώριζε τις παράνομες δραστηριότητες των Ε. Κ. και Δ. Π., ως εκπροσώπων της άνω ΕΛΔΕ, σε τακτικούς ελέγχους της νομίμου λειτουργίας της οποίας προέβαινε αυτή (εναγομένη ΑΧΕ) και δεν είχε διαπιστώσει ποτέ πρόβλημα στην λειτουργία της συγκεκριμένη ΕΛΔΕ... μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2000, οπότε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανέστειλε την άδεια λειτουργίας της εταιρίας "ECOINVEST", οπότε αμέσως η εναγομένη διέκοψε την συνεργασία της με αυτή. Άλλωστε, οι λοιποί εναγόμενοι και μη διάδικοι εν προκειμένω: Δ. Π. και Ε. Κ. προέβαιναν, όπως αποδείχθηκε, σε δραστηριότητα μη αποτελούσα σκοπό της άνω ΕΛΔΕ την οποίαν εκπροσωπούσαν και εξαπατούσαν τρίτα πρόσωπα, όπως εν προκειμένω τους ενάγοντες, τούτο, όμως, εκφεύγει των ορίων της εποπτείας της εναγομένης ΑΧΕ επί του σκοπού των Α.Ε.Λ.Δ.Ε., που αφορά την εποπτεία επί της λειτουργίας των εταιριών αυτών και, συνεπώς, όπως βασίμως ισχυρίζεται αυτή (εναγομένη ΑΧΕ) δεν ήταν εφικτός ο εκ μέρους της έλεγχος του ατομικού λογαριασμού του εκ των άνω εκπροσώπων της ΕΛΔΕ Ε. Κ.. Από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν υπάρχει παράνομη παράλειψη της εναγομένης προς άσκηση της προσήκουσας εποπτείας στην ΑΕΛΔΕ "ECOINVEST", οι δ' αγωγικοί ισχυρισμοί των εναγόντων περί μη λήψεως των κατάλληλων μέτρων προστασίας τους ως επενδυτικού κοινού είναι απορριπτέοι ως αναπόδεικτοι... Ακολούθως όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, εφ' όσον οι ενάγοντες κατέθεσαν τα χρήματά τους σε προσωπικό λογαριασμό του Ε. Κ., δε δόθηκε δε από αυτούς, όπως αποδείχθηκε, εντολή αγοράς μετοχών προς την εναγομένη και δεν αναγράφηκε στα πινακίδια που τηρούντο επ' ονόματί τους στην εναγομένη ΑΧΕ των στην αγωγή τους αναφερομένων δήθεν πωληθεισών μετοχών, αλλά οι συναλλαγές τους με τους άνω Κ. και Π. ήσαν εξωχρηματιστηριακές, ενώ, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε η εναγομένη ουδένα κανόνα του Κώδικος Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών παρέβη σχετικώς με την ΕΛΔΕ των άνω Κ. και Π., ουδεμία εμπλοκή της εναγομένης - εκκαλούσης ΑΧΕ αποδείχθηκε και ουδεμία ευθύνη βαρύνει αυτή για την ζημία των εναγόντων και πρέπει οι περιεχόμενοι στην ένδικη έφεσή της σχετικοί ισχυρισμοί της να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι...". Από τις ανωτέρω παραδοχές και αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο σαφώς δέχθηκε, ότι τα ως άνω δύο φυσικά πρόσωπα, τα οποία μετείχαν υπό τις αναφερθείσες ιδιότητές των στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας με την επωνυμία "ECONVEST Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", συμφώνησαν με τους αναιρεσείοντες να ενεργήσουν για λογαριασμό των τελευταίων ανεξάρτητα από την ιδιότητα της εταιρίας των ως προστηθείσης από την αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία και πέραν της ιδιότητος αυτής, κατά τρόπον αντιβαίνοντα στις σχετικές διατάξεις περί Χρηματιστηρίου και χωρίς την μεσολάβηση της αναιρεσίβλητης Α.Χ.Ε. Για τον λόγο δε αυτόν οι ενάγοντες 1) δεν εζήτησαν πλέον από την τελευταία να αγοράσει μέσω του Χρηματιστηρίου μετοχές για λογαριασμό των, αλλά ανέθεσαν το έργο αυτό προσωπικώς στα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα χωρίς να επιθυμούν την μεσολάβηση της Α.Χ.Ε. και 2) εν γνώσει των δεν κατέβαλαν τα σχετικά χρηματικά ποσά στην αναιρεσίβλητη, όπως έπραξαν στο παρελθόν και όπως θα ώφειλαν να πράξουν και στις ερευνώμενες εν προκειμένω περιπτώσεις, εάν πράγματι έδιναν εντολή στην αναιρεσίβλητη για την αγορά των μετοχών, αλλά κατέθεσαν τα ποσά σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του εκ των μελών του Δ.Σ. της Α.Ε.Λ.Δ.Ε. Ε. Κ.. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν υφίστανται οι αναφερθείσες ανωτέρω προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 922 Α.Κ., καθόσον ενόψει της αναφερθείσης ως άνω συμφωνίας των αναιρεσειόντων και των μελών του Δ.Σ. της Α.Ε.Λ.Δ.Ε. (οι οποίοι τώρα δεν είναι διάδικοι) εξέλιπε η εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας των προστηθέντων από την αναιρεσίβλητη και της υπηρεσίας η οποία ανετέθη σε αυτούς, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία σε βάρος των αναιρεσειόντων θα ήταν δυνατόν πλέον να υπάρξει και χωρίς την ιδιαίτερη σχέση της Α.Χ.Ε. και της Α.Ε.Λ.Δ.Ε. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον αφ' ενός μεν δεν παραβίασε ούτε το άρθρο 922 Α.Κ., ούτε τις διατάξεις του Κώδικος Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, αφ' ετέρου δε, περιέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος, δεύτερος και τέταρτος κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, "Αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 367/2011, Α.Π.1/2011). Εξ άλλου, για το ορισμένο του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν τα "πράγματα", τα οποία το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα τα οποία δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήσαν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από την μη λήψη υπόψη των "πράγματων". Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδουν στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., επειδή, κατ' αυτούς, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" προταθέντα από τους ιδίους και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ότι "υπήρχαν αναρίθμητες καταγγελίες εξαπατημένων επενδυτών, όπως εμείς, όσο και μηνυτήριες αναφορές εναντίον των δύο πρώτων εναγομένων αλλά και ανοιγείσες πολιτικές δίκες". Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελεί επιχείρημα, το οποίο συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής των αναιρεσειόντων και συνεπώς είναι απαράδεκτος. Τέλος, αόριστος και επομένως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο και πάλι πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν αναφέρουν στην προκειμένη περίπτωση τα "πράγματα", τα οποία προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν από εκείνους και τα οποία δεν ελήφθησαν ή ελήφθησαν υπόψη αντιστοίχως από το δικαστήριο. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-3-2012 αίτηση των 1) Δ. Χ. και 2) Ε. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1547/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ