Αριθμός 460/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη- Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Αγροτική Φυλακή Κασσάνδρας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κομοτηνής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ρομποτή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Σεπτεμβρίου 2006 και 25 Ιουλίου 2006, δύο, αντίστοιχες, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1652/2006, ως και στους από 27 Δεκεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του δευτέρου αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και β να γίνει δεκτή εν μέρει εκείνη του δεύτερου των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου κώδικα εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 2-11-2006 αποδεικτικό επιδόσεως του ....υπαλλήλου του αγροτικού καταστήματος κρατήσεως Κασσάνδρας, όπου κρατείται ο αναιρεσείων, ο τελευταίος κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Χ1 πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 τουΚ.Π.Δ.). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται και στην περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε υποβληθέντα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελή ισχυρισμό (σιωπηρή απόρριψη) όχι όμως και όταν απέρριψε τέτοιο ισχυρισμό χωρίς να τον αιτιολογήσει ιδιαιτέρως, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ2 προέβαλε τον εκ του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. δ' του Π.Κ. αυτοτελή ισχυρισμό της αναγνωρίσεως υπέρ του τελευταίου της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας, ο οποίος απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσίαν από το δικαστήριο. Επομένως δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. α' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις ποινές που αθροιστικώς προβλέπονται στη διάταξη αυτή, όποιος εισάγει στην επικράτεια ή μεταφέρει στο έδαφός της με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο ναρκωτικά. Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα Χ2 για εισαγωγή και μεταφορά εντός της ελληνικής επικράτειας επτά κιλών ηρωϊνης. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα ακόλουθα: Στις 9-11-2001 ο κατηγορούμενος Χ2, οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας .... ΙΧΕ επιβατηγό αυτοκίνητό του, εργοστασίου κατασκευής DAEWOO LANOS, χρώματος μπορντώ, μετά από συνεννόηση με τον .... εισήγαγε στην ελληνική επικράτεια από την Τουρκία μέσω των ....του νομού Έβρου και μετέφερε αρχικά στα ...Ροδόπης και από εκεί τις πρωϊνές ώρες της 10-11-2001 στην περιοχή Λαρίσης, ποσότητα ηρωϊνης βάρους επτά κιλών, συσκευασμένη σε 14 ανισοβαρείς συσκευασίες, προκειμένου να την παραδώσει σε παραλήπτη που θα του υπεδείκνυε ο ...., τις παραπάνω δε πράξεις του τις τέλεσε ο κατηγορούμενος χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε εκ πλαγίου της ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. α' και ζ' του ν. 1729/1987 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993. Ούτε προκύπτει καμία αντίφαση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως από την παραδοχή ότι "τις ποσότητες ναρκωτικών τις κατείχε με σκοπό διακίνησης και την πώλησή τους σε τρίτους", καθόσον ο όρος "κατοχή" τέθηκε στην αιτιολογία της αποφάσεως προδήλως με την έννοια της με απλή ιδιόχειρη ενέργεια και όχι μέσω τρίτου προσώπου εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια των ναρκωτικών και της εντός αυτής μεταφοράς τους. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. δεύτερος, κατά το σχετικό σκέλος αυτού, λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2 αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι, λόγω της αδυναμίας προσδιορισμού της ταυτότητας του με τα στοιχεία "Η από 10" αναγνωσθέντος εγγράφου, εξαιτίας της στα πρακτικά ασαφούς, ατελούς και κενής νοήματος περιγραφής του, ο αναιρεσείων στερήθηκε του εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ. υπερασπιστικού του δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η, στα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγραφή μετά το αναγνωσθέν έγγραφο "Η από 10-11-2001 έκθεση σωματικής έρευνας και κατασχέσεως του Υ/Α ...." των λέξεων και του αριθμού "Η από 10", δεν αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο ταυτότητος αναγνωσθέντος εγγράφου, αλλά προφανή γραφική παραδρομή, που δεν διαγράφηκε. Επειδή κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' του Π.Κ. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Περαιτέρω κατά το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. δ' του Π.Κ. ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του. Εξάλλου η από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, απαιτείται και ως προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για τη συνδρομή τόσο των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως από το δράστη του εγκλήματος, που επιτείνουν την τιμώρηση αυτού, όσο και ορισμένης από τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ., η παραδοχή της οποίας οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Χ2 εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και μεταφοράς εντός αυτής επτά κιλών ηρωϊνης, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως αυτών και απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία, τον προβληθέντα από το συνήγορό του αυτοτελή ισχυρισμό, περί αναγνωρίσεως υπέρ αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας. Για να στηρίξει την κρίση του ειδικά όσον αφορά τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραπάνω πράξεων, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα ακόλουθα: "........διότι τις ως άνω μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών τις κατείχε με σκοπό διακίνησης και την πώλησή τους σε τρίτους. Όπως δε αποδείχθηκε από την υποδομή που είχε διαμορφώσει για την τέλεση των πιο πάνω πράξεων, τις οποίες ναρκωτικές ουσίες είχε επιμελώς κρύψει στη ρεζέρβα του αυτοκινήτου του, από την οποία (υποδομή) γίνεται καταφανής ο σκοπός του κατηγορουμένου για πορισμό εισοδήματος, από την τέλεση δε των πράξεων αυτών, που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, προκύπτει ότι ο σκοπός του κατηγορουμένου αυτού ήταν ο πορισμός εισοδήματος από αυτές, ενώ ταυτόχρονα προκύπτει και σταθερή ροπή του κατηγορουμένου αυτού προς διάπραξη εγκλημάτων σχετικών με τα ναρκωτικά". Με την παραδοχή αυτή, κατά το μέρος που αφορά τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως από τον αναιρεσείοντα Χ2 των ως άνω πράξεων, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό του τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επιβαρυντική αυτή περίσταση και ορθώς εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' εδ. α' του Π.Κ., την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, οι δε από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2 και τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όμως όσον αφορά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως των ίδιων παραπάνω πράξεων, η αιτιολογία της πληττόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Τούτο δε διότι δεν αναφέρονται καθόλου περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η κατά συνήθεια τέλεση από τον αναιρεσείοντα Χ2 των αποδιδόμενων σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινων πράξεων, η δε σχετική με το ζήτημα τούτο αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη της φρασεολογίας της διατάξεως του άρθρου 13 στοιχ. στ' εδ. β' του Π.Κ. Περαιτέρω για να στηρίξει την απορριπτική, περί συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. δ' του Π.Κ., κρίση του το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα ακόλουθα: "διότι το ελαφρυντικό αυτό παρέχεται αν αποδειχθεί, ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Δεν αρκεί το πιστοποιητικό καλής διαγωγής στις φυλακές, διότι η διάταξη αναφέρεται στη διαγωγή του στην κοινωνία, ούτε αρκεί γενικά η παθητική συμπεριφορά του κατηγορουμένου". Αλλά και η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αναφέρεται στην απόκρουση της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού με αυτή δεν αντιμετωπίζεται καθόλου η βασιμότητα του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού, παρά διατυπώνεται απορριπτική κρίση εντελώς ασύνδετη και άσχετη με την παραπάνω ελαφρυντική περίσταση. Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμων των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. τρίτου λόγου του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2 και δεύτερου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, να αναιρεθεί εν μέρει ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ως προς την απορριπτική του εκ του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. δ' του Π.Κ. αυτοτελούς ισχυρισμού διάταξή της, αλλά και ως προς τη διάταξή της, που αφορά τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως των άνω πράξεων της εισαγωγής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών εντός της ελληνικής επικράτειας, καθώς και ως προς την επιβληθείσα για τις πράξεις αυτές ενιαία ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 14/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 και μόνον ως προς την απορριπτική της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας, διάταξή της αλλά και ως προς τη διάταξή της, που αφορά τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα των πράξεων της εισαγωγής και μεταφοράς εντός της ελληνικής επικράτειας ναρκωτικών ουσιών, καθώς και ως προς την επιβληθείσα για τις πράξεις αυτές ενιαία ποινή. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 6 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ