Αριθμός 1495/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 357-358/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Κονιδάρη και Μιλτιάδη Μαγγίβα. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 11/6.3.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 363/2007. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ? Ι.- Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, είτε όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν εκθέτει καθόλου ή εκθέτει ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν τη συνδρομή όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος που του αποδίδεται, είτε όταν δεν αιτιολογεί καθόλου ή με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του. 2.-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Χ1 για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας με την εξής αιτιολογία "Επειδή από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση της εκκαλουμένης και των πρακτικών της, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Από το έτος 1982 λειτουργούσε στη Λευκάδα η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " ΕΜΠΕΛ Α.Ε." με δραστηριότητα την μεταποίηση προϊόντων ελιάς. Με την 648/14-9-1995 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου ανακλήθηκε η απόφαση για την παροχή άδειας λειτουργίας της, επειδή αφενός μειώθηκε το κεφάλαιο της κάτω από το 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου και αφετέρου δεν υπέβαλε ισολογισμούς από 1-7-1991 έως 30-6-1994. Από της ιδρύσεως της εταιρίας ταμίας και διαχειριστής αυτής είχε διορισθεί με αποφάσεις του διοικητικού Συμβουλίου ο εκ των κατηγορουμένων Χ1. Με το .... πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρίας τα καθήκοντα του ταμία και διαχειριστή ανατέθηκαν στον εκ των κατηγορουμένωνΦ1, ο οποίος ήταν μέχρι τότε Πρόεδρος της εταιρίας και ο κυριότερος των μετόχων, διαθέτων το 28% των μετοχών της εταιρίας. Και ενώ θα έπρεπε από 30-1-1993 και στο εξής να διενεργεί τις εισπράξεις και πληρωμές αποκλειστικά ο κατηγορούμενος Φ1, αυτό δεν συνέβη, αλλά επειδή αφενός ο Φ1 απουσίαζε τον περισσότερο καιρό στην Αθήνα και αφετέρου ο Χ1 είχε μεγάλη εμπειρία στις σχετικές συναλλαγές, επετράπη σιωπηρά στον Χ1 να ασκεί και αυτός τα παραπάνω καθήκοντα, δηλ. να διενεργεί εισπράξεις και πληρωμές. Η συνύπαρξη αυτή διήρκεσε μέχρι τα τέλη Ιουλίου 1993, αφού από τότε και μετά τις πληρωμές έκανε μόνο ο Χ1. Στη συνεδρίαση του Δ.Σ. στις 16-12-1994 έγινε συζήτηση για τα οικονομικά της εταιρίας στην περίοδο διαχείρισης Χ1, παρόντος του τελευταίου, που ήταν και ο αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας. Κατά τη συζήτηση εκείνη έγινε δεκτό ότι το ταμείο της εταιρίας εμφάνιζε στις 31-12-1992, λήξη θητείας Χ1, υπόλοιπο εκ δρχ. 5.721.223 δρχ., γεγονός που παραδέχθηκε ο Χ1, ο οποίος ανέφερε ότι από το χρονικό διάστημα από 20-2-1993 και εντεύθεν είχε καταβάλει για υποχρεώσεις της εταιρίας το συνολικό ποσό των 4.551.877 δρχ., παρέδωσε δε στον πρόεδρο του Δ.Σ. σχετική καρτέλλα, που αναγνώστηκε στο ακροατήριο, στην οποία αναγράφονται λεπτομερώς οι κατ' ιδίαν πληρωμές κατά ποσό και αιτία ( λογαριασμοί ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΛΤΑ, δακοκτονία, ταξί, νερό κ.λ.π. ), τα παραστατικά των οποίων και προσκόμισε στο δικαστήριο και στα περισσότερα των οποίων αναγράφεται το όνομα του ως το πρόσωπο που προέβη στην πληρωμή. Ισχυρίστηκε επίσης και προκύπτει από τα σχετικό πρακτικό του Δ.Σ. ότι είχε πληρώσει ακόμη στον πρόεδρο της εταιρίας ..... το ποσό των 148.654 δρχ. Δηλαδή ότι είχε καταβάλει συνολικά 4.700.531 δρχ. (4.551.877 +148.654 ). Έτσι απομένει ποσό 1.020.692 δρχ., το οποίο δεν καλύπτεται από παραστατικά και το οποίο και αυτό ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος Χ1 ότι έχει διαθέσει για υποχρεώσεις της εταιρίας, Ο εκ των κατηγορουμένων Φ1 ισχυρίζεται ότι οι πληρωμές που εμφανίζει ο Χ1 έγιναν με χρήματα που αυτός (Φ1) εισέπραξε από οφειλέτες της εταιρίας και κατ' εντολή του και όχι με χρήματα του Χ1, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την απουσία του και εμφάνιζε τα παραστατικά ως πληρωμές δικές του. Μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ο κατηγορούμενος Φ1 κατέβαλε στην εταιρία το ποσό των 8.000.000 δρχ., γι' αυτό και με την αναιρεθείσα 471-472/2001 απόφαση του δικαστηρίου αυτού κηρύχθηκε ένοχος μόνο για το ποσό των 8.123.523 δρχ. Με το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό-πρακτικό συμβιβασμού μεταξύ της εταιρίας και του Φ1 οι απαιτήσεις της εταιρίας έναντι του Φ1 περιορίστηκαν στο ποσό των 8.000.000 δρχ., το οποίο εκείνος κατέβαλε και η εταιρία ουδεμία άλλη αξίωση διατηρεί κατ' αυτού. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων, ήτοι της οριστική επίλυσης της αστικής διαφοράς μεταξύ εταιρίας και κατηγορουμένου Φ1, των εγγράφων στοιχείων που προσκομίζει ο εκ των κατηγορουμένων Χ1, της συνύπαρξης για ένα διάστημα των κατηγορουμένων στα καθήκοντα του διαχειριστή και ταμία και του γεγονότος ότι κανείς από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν δεν καταθέτει συγκεκριμένα επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος των κατηγορουμένων για υπεξαίρεση χρημάτων της εταιρίας, το δικαστήριο διατηρεί ικανές αμφιβολίες για την ενοχή τους και πρέπει να κηρυχθούν' αυτοί αθώοι.". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, και συγκεκριμένα: Υπάρχει ασάφεια ως προς το τι δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην απαλλακτική του κρίση ως προς τον κατηγορούμενο Χ1 και τούτο διότι ενώ δέχεται ότι το ταμείο της εταιρείας εμφάνιζε στις 31-12-1992, λήξη της θητείας Χ1, υπόλοιπο 5.721.223 δρχ, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε και ανέφερε ότι από το χρονικό διάστημα από 20-2-1993 και εντεύθεν είχε καταβάλει για υποχρεώσεις της εταιρείας 4.551.877 δρχ. προσεκόμισε δε σχετική καρτέλλα στον Πρόεδρο του Δ.Σ. που αναγνώστηκε στο δικαστήριο, δεν αναφέρει ποία η απόφαση του Δ.Σ. της εταιρείας σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτόν ενόψει του ότι δέχεται ότι ο άλλος κατηγορούμενος Φ1 ισχυρίζεται ότι οι πληρωμές που εμφανίζει ο Χ1 έγιναν με χρήματα που αυτός (Φ1) εισέπραξε από οφειλέτες της εταιρείας και κατ 'εντολή του και όχι με χρήματα του Χ1 και το δικαστήριο δεν προκύπτει σαφώς εάν δέχεται ως αληθινό τον ισχυρισμό αυτό. Πλέον αυτού ενώ δέχεται ότι ποσό 1.020.692 δρχ δεν καλύπτεται από παραστατικά του κατηγορουμένου, χωρίς σαφώς να δέχεται όπως αναφέρθηκε ότι καλύπτεται το υπόλοιπο ποσό δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ότι το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για εξόφληση οφειλών της εταιρείας όπως ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος. Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αφορούν τον κατηγορούμενο Χ1 και πρέπει ως προς αυτόν να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως ( άρθρο 519 Κ.Π.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 357-358/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ1. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ανωτέρω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει αυτή. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ