ΑΡΙΘΜΟΣ 8/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 140/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με κατηγορούμενο τον Χ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Απριλίου 2005 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1214/2006. Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 151, 153, 465 παρ. 2, 474, 475 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου, ασκείται από τον κρατούμενο στη φυλακή με δήλωση που μπορεί να γίνει και στο διευθυντή αυτής, για την οποία συντάσσεται έκθεση, που, εκτός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 151 στοιχεία, πρέπει να περιέχει και τους λόγους, για τους οποίους ασκείται και να υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει και από εκείνον που την δέχεται. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να γίνει από τον κρατούμενο και η παραίτηση από το ένδικο μέσο που άσκησε, η οποία, μετά την τελείωσή της, δεν μπορεί να ανακληθεί (άρθρ. 475 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ), τυχόν δε μεταγενέστερη ανάκλησή της παραίτησης καμμία έννομη συνέπεια δεν έχει, αφού ο νόμος ρητά την απαγορεύει. Επί της παραιτήσεως από το ένδικο μέσο, το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο γι' αυτό το λόγο. Εξ άλλου, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του κατηγορουμένου, λόγω παραιτήσεως από αυτήν, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη αυτού σε ποινή μικρότερη εκείνης που του είχε επιβληθεί με την πρωτόδικη απόφαση, υπάρχει υπέρβαση εξουσίας και είναι αναιρετέα η εν λόγω απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την 2161/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων Αθηνών κηρύχθηκε ένοχος ο Χ (ήδη αναιρεσίβλητος) για εισαγωγή, μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών καθώς και για παράνομη είσοδο στη χώρα και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 15 ετών και 6 μηνών και σε χρηματική ποινή 30.000.000 δρχ. Κατά της αποφάσεως αυτής και ενώ ήταν κρατούμενος στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, άσκησε έφεση με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή της εν λόγω Φυλακής, για την οποία συντάχθηκε νομίμως η με αριθμό 584/12-9-2000 έκθεση που υπογράφηκε από τον ως άνω κρατούμενο και από τον Διευθυντή της Φυλακής. Παραλλήλως κατά της αυτής αποφάσεως άσκησε έφεση ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών και ο δικηγόρος Αθηνών Στυλιανός Σμπώκος, κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του αναιρεσιβλήτου, για την οποία συντάχθηκε η 772/20-9-2000 έκθεση. Στη συνέχεια ο παραπάνω κρατούμενος, με δήλωσή του που έγινε ενώπιον του ως Διευθυντή της ιδίας Φυλακής, παραιτήθηκε νομοτύπως από την προαναφερόμενη έφεσή του για τη δήλωση δε παραιτήσεώς του από το ένδικο μέσο της εφέσεως που είχε ασκήσει, συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 838 από 26 Σεπτεμβρίου 2000 έκθεση που υπογράφηκε από τον παραπάνω κρατούμενο και από τον Διευθυντή της ως άνω Φυλακής. Παρά, όμως, την παραίτηση από το ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 140/2005 απόφασή του κατά παραδοχή αιτήματος του άνω κατηγορουμένου, ακύρωσε την προδιαληφθείσα έκθεση παραιτήσεως προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και καταδίκασε αυτόν σε συνολική ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών και 3 μηνών και σε χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για τις προαναφερθείσες πράξεις δηλαδή σε ποινή μικρότερη εκείνης που του είχε επιβληθεί με την πρωτόδικη απόφαση. Ετσι, όμως, που έκρινε το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, υπερέβη την εξουσία του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσης. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ λόγου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να παραστεί κατά την εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη συνεδρίαση (βλ. από 8-5-2006 δύο αποδεικτικά επιδόσεως των δικ. επιμελητών ..... και ....., αντιστοίχως προς τους αντικλήτους δικηγόρους του). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 140/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2004. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ