Αριθμός 708/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Β. του Χ., 2) Α. Β. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κωστή, που ανακάλεσε την από 15-3-2022 δήλωση για παράσταση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δ. Θ.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8689/2019 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2205/2020 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2021 αίτηση και τους από 10-2-2022 προσθέτους λόγους αυτών. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 05.05.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 2205/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., το οποίο δέχθηκε, τυπικά και κατ' ουσίαν, την από 22.10.2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 8689/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε απορρίψει την από 05.03.2018 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας από το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998 του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ., 83§1 α' του ν. 4790/2021, 25 του ν. 4792/2021). Εξάλλου, παραδεκτοί είναι και οι από 10.02.2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 569§2 του Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να συνεκδικασθούν (άρθρα 246, 573§1, 569 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577§3 Κ.Πολ.Δ.). Στο άρθρο 93§1 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/ 2019 ορίζονται τα ακόλουθα: "Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους.", ενώ στο άρθρο 94 αυτού ορίζονται τα εξής: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4. Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει.". Το Σύνταγμα, με τις διατάξεις αυτές, οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων, αντιστοίχων προς τη φύση των αναφυομένων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά, δε, αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94§3 του Συντάγματος προϋποθέσεις. Εξάλλου, ενόψει του οργανωτικού σχήματος των χωριστών δικαιοδοσιών, που προβλέπεται από το Σύνταγμα, ο έλεγχος των αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων, ενεργείται υποχρεωτικά από όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο, υπό την επιφύλαξη ότι δεν πρόκειται για πράξεις που συνιστούν άσκηση αρμοδιότητας διοικητικής φύσεως (Α.Ε.Δ. 18/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοικήσεως ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από τον νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια. Η έρευνα αυτή των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφομένους από τον νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Ειδικότερα, το πολιτικό δικαστήριο όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως μία διοικητική πράξη ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφήρμοσε ορθά τον νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και, τέλος, αν είναι ή όχι αιτιολογημένη. Δηλαδή παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.τ.λ., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά, απλώς, δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 του Κ.Πολ.Δ.. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά τον νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2018), στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (Ολ.Α.Π. 5/1995, Α.Π. 1002/2020, Α.Π. 4/2018, Α.Π. 59/2017). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562§2 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ., καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (Ολ.Α.Π. 20/2008, Α.Π. 1002/2020, Α.Π. 397/2018, Α.Π. 319/2018). Όταν όμως το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υποθέσεως, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/1999, Ολ.Α.Π. 4/1992, Α.Π. 652/2018, Α.Π. 741/2017). Στην περίπτωση υπερβάσεως της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις, όπως του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., δεν είναι του ουσιαστικού, αλλά του δικονομικού δικαίου. Τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάσθηκε (Ολ.Α.Π. 11/2000, Α.Π. 1529/2017, Α.Π. 1043/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 562§4 του Κ.Πολ.Δ., κατ' εξαίρεση, δηλαδή και χωρίς να έχει προταθεί από τον αναιρεσείοντα σχετικός λόγος αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως λόγο αναιρέσεως που αφορά πλημμέλεια κηρύξεως παρά τον νόμο απαραδέκτου, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Επειδή, ο θεσπιζόμενος με τα άρθρα 17§4 του Συντάγματος και 11§3 του Κ.Α.Α.Α. (ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων") κανόνας της αυτοδίκαιης άρσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, αν δεν συντελεσθούν μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως προσωρινού ή οριστικού καθορισμού της σχετικής αποζημιώσεως, ισχύει και επί ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων, όπως συνάγεται τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ ρυμοτομικών και λοιπών απαλλοτριώσεων, όσο και από το γεγονός ότι, ενώ η διάταξη του άρθρου 11§2 του Κ.Α.Α.Α. ρητώς εξαιρεί, μεταξύ άλλων, τις ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις από τον κανόνα της αυτοδίκαιης ("υποχρεωτικής") ανακλήσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, λόγω μη υποβολής αιτήσεως δικαστικού καθορισμού της αποζημιώσεως ή μη καθορισμού της εξωδίκως εντός τετραετίας από την κήρυξή τους, η παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου 11 δεν διαλαμβάνει παρόμοια εξαίρεση από τον προαναφερόμενο κανόνα της αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως (Σ.τ.Ε. 1799/2021). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 11§3 του Κ.Α.Α.Α. και 48§7 περίπτ. α' και β' του Κ.Β.Π.Ν. (π.δ. 14/1999 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας") δεν αποκλείεται η μερική συντέλεση της απαλλοτριώσεως και, κατά συνέπεια, επιβάλλουν τη μερική μόνο άρση της, κατά το μέρος, δηλαδή, που η αναγκαστική απαλλοτρίωση δεν έχει συντελεσθεί, δεν απαιτείται δε, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 17§4 του Συντάγματος, η άρση να επεκταθεί και στο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ως προς το οποίο συντελέσθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση με την καταβολή πλήρους αποζημίωσης. Σύμφωνα, όμως, με τις διατάξεις αυτές του Κ.Α.Α.Α. και του Κ.Β.Π.Ν., ερμηνευόμενες ενόψει της συνταγματικής προστασίας της ιδιοκτησίας, αν το τμήμα του ακινήτου, ως προς το οποίο αίρεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση, δεν έχει χρησιμότητα για τον ιδιοκτήτη ή αν η αξία του τμήματος αυτού είναι μειωμένη σε σχέση με εκείνη, την οποία είχε ως μέρος του συνόλου του ακινήτου, ο ιδιοκτήτης δικαιούται ιδιαίτερη αποζημίωση, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 13§4 του Κ.Α.Α.Α., στο οποίο ορίζεται ότι: "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. ....", δεδομένου ότι και στην παραπάνω περίπτωση συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος, για τον οποίο θεσπίσθηκε η ρύθμιση αυτή, αφού η ιδιοκτησία περιέρχεται σε κατάσταση όμοια προς εκείνη, στην οποία ρητώς αναφέρεται η διάταξη, δηλαδή στην κατάσταση που θα είχε δημιουργηθεί αν αρχικώς είχε απαλλοτριωθεί τμήμα μόνον του ακινήτου. Τα παραπάνω, ισχύουν, κατά μείζονα λόγο, προκειμένου για ακίνητα, τα οποία απαλλοτριώνονται, λόγω ρυμοτομίας, από σχέδια πόλεως του από 17.07/16.08.1923 ν.δ. "Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών" ή πολεοδομικές μελέτες του ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" και περιλαμβάνονται, στην τελευταία αυτή περίπτωση, στις οικείες πράξεις εφαρμογής, αφού η τυχόν απόδοση στον ιδιοκτήτη του συνόλου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, τμήμα του οποίου ενδέχεται να έχει, κατά τα ανωτέρω, προσκυρωθεί σε άλλο ακίνητο, θα επέφερε σταδιακή αποδιάρθρωση και, εντέλει, ανατροπή των ρυθμίσεων της πράξεως εφαρμογής, με περαιτέρω συνέπεια να υποσκάπτεται ο πολεοδομικός σχεδιασμός περιοχής πολύ ευρύτερης, κατά κανόνα, από την ιδιοκτησία, για την οποία πρόκειται, το γεγονός δε αυτό θα αντιστρατευόταν πλήρως τη συνταγματική επιταγή της χωροταξικής αναδιαρθρώσεως και της ορθολογικής πολεοδομήσεως της Χώρας (άρθρο 24§2 του Συντάγματος) και την ανάγκη εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων σε σύντομο χρόνο προς ικανοποίηση της επιταγής αυτής (Α.Π. 1669/1997, Α.Π. 1369/1991, Α.Π. 438/1989, Α.Π. 296/1987). Έτι περαιτέρω, το άρθρο 17§4 του Συντάγματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έχον την έννοια ότι σε περίπτωση μερικής μόνο συντελέσεως ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως συντρέχει υποχρέωση άρσεως της απαλλοτριώσεως αυτής για το σύνολο του ακινήτου, δεδομένου ότι, εφόσον ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός της Χώρας, βασική πλευρά του οποίου αποτελεί η κατάρτιση σχεδίων πόλεων και η εκπόνηση πολεοδομικών μελετών, συνεπάγεται την κήρυξη αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των ιδιοκτησιών, οι οποίες καθορίζονται ως κοινόχρηστοι χώροι, οι αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις είναι υποτελείς στον πολεοδομικό, εν προκειμένω, σχεδιασμό, με συνέπεια, να έλκονται επ' αυτών σε εφαρμογή πρωτίστως οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 24§2 του Συντάγματος, οι οποίες ανάγουν σε συνταγματική επιταγή τη διαμόρφωση και, στη συνέχεια, την προστασία, του βιωσίμου οικιστικού περιβάλλοντος, καταλείποντας πεδίο συμπληρωματικής μόνον εφαρμογής του άρθρου 17§4 του Συντάγματος. Επιπροσθέτως, στο άρθρο 1§1 στοιχ. στ' του ν. 702/1977 "Περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια, αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως διατάξεων του Ν.Δ. 173/1973 περί του Συμβουλίου της Επικρατείας" που καταργήθηκε από την 01.01.2002 με το άρθρο 1§2 της π.ν.π. της 21.12.2001 - Φ.Ε.Κ. Α' 288, η οποία κυρώθηε με τον ν. 2990/2002, οριζόταν ότι: "1. Στην αρμοδιότητα του τριμρλούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ..., ε) ..., στ) την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρούμενων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών, ....". Εξάλλου, κατά το άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ. "Η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης ιδίως... ή δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.". Κατά τη διάταξη αυτή, ως δικαστικές αποφάσεις άλλης δίκης νοούνται οι σε άλλη δίκη εκδιδόμενες αποφάσεις από τα τακτικά πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, όχι δε και οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων. Συνεπώς, οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων δεν αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα και σε περίπτωση επικλήσεώς τους για την επιστήριξη ενστάσεως δεδικασμένου, τα δικαστήρια της ουσίας εκτιμούν ανελέγκτως, ως αποδεικτικό στοιχείο, το περιεχόμενό τους. Με βάση την εκτίμηση αυτή, ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται για την ορθότητα της κρίσεώς τους ως προς την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, για την πολιτική δίκη (Ολ. Α.Π. 89/1971, Α.Π. 12/2016, Α.Π. 716/2002). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561§2 του Κ.Πολ.Δ., για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε επί λέξει και κατ' αντιγραφήν τα ακόλουθα: "Με το με αρ. 2131/1939 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου εκτάσεως 695 τ.μ., του άλλοτε συμβολαιογράφου ... ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 108 και με αρ. 76, ο ... κατέστη νόμιμα κύριος αυτού. Το ανωτέρω ακίνητο βρίσκεται στη ... μεταξύ της θάλασσας και της ..., στο ύψος της .... Στις 17-6-1983 απεβίωσε ο ...υ, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του ... και από τα δύο τέκνα του (εναγομένους) .... Στις 31-3-1999 απεβίωσε η ... χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα δύο τέκνα της .... Σε εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της ... που εγκρίθηκε με το από 27-1-1925 ΦΕΚ 24/29-1-1925 διάταγμα, όπως τροποποιήθηκε με το από 20-1-1958 ΦΕΚ 39/27-1-1958 διάταγμα και με τα από 23-11-1962/ ΦΕΚ 161/10-12-1962 και 15-7-1967 διατάγματα, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας, μεταξύ άλλων, τμήμα του γεωτεμαχίου των 695 τ.μ. ιδιοκτησίας ... (δικαιοπαρόχου των εναγομένων), συνολικού εμβαδού 597 τ.μ., για την διάνοιξη και διαπλάτυνση της τότε .... Προς τακτοποίηση και αναλογισμό των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, εκδόθηκε η με αρ. 1326/1958 Πράξη Τακτοποίησης και Αναλογισμού του Πολεοδομικού Γραφείου ..., που κυρώθηκε με την με αρ. Τ70752/24-2-1959 απόφαση του Νομάρχη .... Κατά την εμβαδομέτρηση της ιδιοκτησίας του ..., για την εφαρμογή της ανωτέρω Π.Τ.Α.Α. η έκταση του ακινήτου ανέρχονταν σε 725,50 τ.μ.. Από αυτά τα 127,50 τ.μ. ενέπιπταν εντός οικοδομικού τετραγώνου και προσκυρώθηκαν, ως μη άρτιο και οικοδομήσιμο τμήμα, στην όμορη ιδιοκτησία, συγκυριότητας σε ποσοστό 17/24 του τότε ιδρύματος ... και κατά 7/24 της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ. Το υπόλοιπο εδαφικό τμήμα έκτασης 597 τ.μ. ρυμοτομήθηκε προς διάνοιξη της παραλιακής λεωφόρου και με την με αρ. 1326/1958 ΠΤΑΑ καθορίστηκαν οι υπόχρεοι αποζημίωσης για κάθε επιμέρους εδαφικό τμήμα της απαλλοτριωθείσας έκτασης του ... και συγκεκριμένα α) για το εδαφικό τμήμα 390 τ.μ. υπόχρεη προς αποζημίωση ορίσθηκε η με αρ. 10 όμορη (συν)ιδιοκτησία του ιδρύματος ... κατά 17/24 και της Εθνικής Τράπεζας ΑΕ κατά 7/24, β) για τμήμα 72 τ.μ., υπόχρεη ορίσθηκε η όμορη ιδιοκτησία ..., γ) για έκταση 3,80 τ.μ. η ιδιοκτησία ... και δ) για έκταση 132 τ.μ., υπόχρεος προς αποζημίωση ορίστηκε ο Δήμος .... Κατόπιν, με την από 9-10-1958 αίτησή του, ο Δήμος ... ζήτησε από το αρμόδιο Δικαστήριο τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τα ακίνητα της ανωτέρω απαλλοτρίωσης, στρεφόμενος μεταξύ των άλλων φερομένων ως ιδιοκτητών και κατά του ..., ο οποίος παραστάθηκε στη δίκη. Με την με αρ. 4/13-1-1960 απόφαση του Πρωτοδικείου ..., καθορίσθηκε προσωρινά η τιμή μονάδας αποζημίωσης της ανωτέρω απαλλοτρίωσης. Ο Δήμος ... και υπέρ ου η απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας κατέβαλε, για το απαλλοτριωθέν ακίνητο του ... (δικαιοπαρόχου των εναγομένων), ολόκληρη την προσωρινά καθορισθείσα αποζημίωση, ήτοι τόσο το ποσό για την απαλλοτριωθείσα έκταση για την οποία ήταν υπόχρεος ο ίδιος όσα και τα ποσά για τις απαλλοτριωθείσες εκτάσεις για τις οποίες υπόχρεοι ήταν οι ιδιοκτήτες των ομόρων ιδιοκτησιών. Η καταβολή αυτή από τον Δήμο ... για λογαριασμό και των λοιπών υποχρέων νομίμως έλαβε χώρα όπως σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 75 εδ. α του νδ. 17-7/16-8-1923 και το άρθρο 4 παρ. 2, 4 και 5 του ν. 5269/1931 "περί αδειών οικοδομής επί ρυμοτομουμένων ακινήτων" .... Συγκεκριμένα από το με αρ. 030315 της 31ης Μαρτίου 1960 γραμμάτιο παρακατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, αποδεικνύεται ότι ο Δήμος ... κατέθεσε, υπέρ του ..., ολόκληρη την προσωρινή αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος οικοπέδου μετά των επ' αυτού κτισμάτων και λοιπών ακινήτων και εγκαταστάσεων, δυνάμει της προαναφερθείσας υπ' αρ. 1326/1958 πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού υποχρεώσεων του Πολεοδομικού Γραφείου ..., που κυρώθηκε νόμιμα με την με αρ. Τ70752/1959 απόφαση του Νομάρχη ..., το οποίο βρίσκεται μεταξύ της παραλίας και της λεωφόρου ... εκτάσεως 597,80 τ.μ. και με χαρακτηριστικό αριθμό 9 του διαγράμματος που συνοδεύει την πράξη αυτή, της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, που ορίσθηκε με την με αρ. 4/1960 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών ..., για το οικόπεδο σε 1.100 δρχ/τ.μ. και συνολικά δραχμές 657.580 και για τα επί του οικοπέδου κτίσματα δραχμές 11.225 και συνολικά 668.805 δρχ. Η παρακατάθεση του ανωτέρω χρηματικού ποσού καθώς και η ανακοίνωση προς τον ..., δημοσιεύθηκε στις 31 Μαρτίου 1960, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο Φύλλο 41 του Τέταρτου Τεύχους στις 12 Απριλίου 1960 και επιδόθηκε στον ... στις 19-5-1960 (βλ. την από 19-5-1960 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δημοτικού ταχυδρόμου). Ακολούθησε η αναγνώριση του ... ως δικαιούχου της παραπάνω αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση 597,80 τ.μ. με την έκδοση της με αρ. 68/8-6-1960 απόφασης του Προέδρου Πρωτοδικών .... Ο ...υ εισέπραξε το ανωτέρω ποσό με το υπ' αρ. 3068 χρηματικό ένταλμα του Τ.Π.Δ στις 17-6-1960, με το χρηματικό ένταλμα 1167 στις 10-3-1962 και με τα με αρ. 3298 και 3389 χρηματικά εντάλματα του ΤΠΔ στις 31-7-1962 και 6-8-1962 αντίστοιχα. Στη συνέχεια ο Δήμος ... ζήτησε την αποβολή του ... από το απαλλοτριωθέν ακίνητο και εκδόθηκε η με αρ. 844/29-5-1960 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών ..., με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συντελέστηκε η απαλλοτρίωση με την παρακατάθεση της προσωρινής αποζημίωσης και την κατά νόμο δημοσίευση στο ΦΕΚ, διατάχθηκε η αποβολή του ... με τον όρο καταβολής αποζημίωσης λόγω βίαιης έξωσης 2.880 δρχ. και εξόδων μετακομίσεως ποσού 1.200 δρχ. του τότε μισθωτή Ι.... Ο Δήμος ... κατέβαλε και τα ποσά της ανωτέρω αποζημίωσης δυνάμει του με αρ. 031937/4-6-1960 Γραμματίου Σύστασης Παρακαταθήκης, το οποίο γνωστοποίησε στο τότε μισθωτή Ι... με το με αρ. 013388/7-6-1960 αποδεικτικό επίδοσης, ο οποίος και εισέπραξε το ποσό αυτό (2620/8-6-1960 χρηματικό ένταλμα). Ακολούθως εκδόθηκαν πράξεις τακτοποίησης και αναλογισμού με τις οποίες τροποποιήθηκε η αρχική πράξη εφαρμογής με αρ. 1326/1958 και διορθώθηκε η τακτοποίηση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των 597,80 τ.μ., εντός των εδαφικών ορίων της αρχικής απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα, εκδόθηκε η με αρ. 2387/1967 ΠΤΑΑ με την οποία επιφάνεια 90 τ.μ. που όπως αποδεικνύεται, εμπίπτει κατά 48 τ.μ. εντός του απαλλοτριωθέντος τμήματος των 90 τ.μ. και κατά 42 τ.μ. εντός του τμήματος των 390 τ.μ., αναλογίστηκε με υπόχρεο όμορη ιδιοκτησία, η οποία, μετά από ένσταση του Δήμου ..., ακυρώθηκε αμετάκλητα με την με αρ. 67256/1967 απόφαση του Νομάρχη ..., με την απόρριψη της κατ αυτής προσφυγής του ... με την με αρ. 4302/31-10-1967 απόφαση του Υπουργού Βορείου Ελλάδος, η οποία κατέστη απρόσβλητη. Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αρ. 2687/1969 Πράξη ΤΑΑ νομίμως εγκριθείσα, με την οποία το τμήμα των 127 τ.μ. που ενέπιπτε σε οικοδομικό τετράγωνο και είχε προσκυρωθεί στην ιδιοκτησία των ... και ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ρυμοτομείται περαιτέρω κατά 26 τ.μ. και το προσκυρωθέν ανέρχεται πλέον σε 101,50 τ.μ.. Η προσφυγή δε κατ' αυτής για να συμπεριληφθούν και τα άλλα τμήματα της ιδιοκτησίας του, που άσκησε ο ...υ, απορρίφθηκε με την με αρ. 200051/1099/1969 απόφαση του αρμοδίου Υπουργού Βορείου Ελλάδας, χωρίς ο προσφεύγων να ασκήσει ένδικα μέσα κατ' αυτής. Τέλος εκδόθηκε η με αρ. 3222/1972 Πράξης Τακτοποίησης και Αναλογισμού Αποζημίωσης που εγκρίθηκε με την με αρ. πρωτ. ΤΥ4385/9-5-1972 απόφαση του Νομάρχη ..., με την οποία αναλογίζεται η αποζημίωση για τμήματα της απαλλοτριωθείσας έκτασης συνολικού εμβαδού 116,07 τ.μ. τα οποία είχαν αναλογιστεί και αποζημιωθεί με την με αρ. 1326/1958 ΠΤΑΑ, διαφορετικά από τον αναλογισμό της ΠΤΑΑ 1326/1958. Από τις ανωτέρω Πράξεις Τακτοποίησης και Αναλογισμού Αποζημίωσης αποδεικνύεται ότι οι διορθώσεις έλαβαν χώρα εντός του απαλλοτριωθέντος αρχικώς εδαφικού τμήματος των 597,80 τ.μ. και δεν απαλλοτριώθηκε άλλη επιπλέον έκταση του ακινήτου του ..., πλην αυτής, γεγονός βέβαια που δεν ισχυρίζονται ούτε οι εναγόμενοι δικαιοπάροχοί του. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι ακόλουθες δικαστικές αποφάσεις ορισμού οριστικής τιμής μονάδος: 1) η 4021/1961 απόφαση του Πρωτοδικείου ... κατόπιν αιτήσεως του ... και αντίθετης του Δήμου ..., με την οποία ορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος και μετά από άσκηση αντίθετων εφέσεων κατ' αυτής η με αρ. 239/4-5-1962 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... με την οποία, ορίστηκε οριστική τιμή για τα 72 τ.μ. για τα οποία ήταν υπόχρεη η ιδιοκτησία ... (σε 500 δρχ/τ.μ.), για τα 390 τ.μ. για τα οποία ήταν υπόχρεη η (συν)ιδιοκτησία ... και ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και για τα 3,80 τ.μ. για τα οποία υπόχρεη ήταν η ιδιοκτησία ...υ (σε 1.500 δρχ/τ.μ.). Με το με αρ. 57359/16-5-1963 συμπληρωματικό γραμμάτιο του Ταμείου παρακαταθηκών και Δανείων ο Δήμος ... κατέθεσε για τα εδαφικά τμήματα για τα οποία υπόχρεος προς πληρωμή ήταν ο ίδιος, συμπληρωματική αποζημίωση 51,175 ευρώ που αποτελούσε τη διαφορά της οριστικής τιμής μονάδος από την προσωρινή και ο ...υ εισέπραξε αυτήν με το με αρ. 2726 ένταλμα του ΤΠΔ στις 4-7-1963, 2) εκδόθηκε επίσης η με αρ. 704/1972 απόφαση καθορισμού (μεγαλύτερης της ανωτέρω οριστικώς ορισθείσης) οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα με την με αρ. 1326/1958 ΠΤΑΑ εδαφικά τμήματα των 390 τ.μ. και 72 τ.μ. σε 2.000 δρχ/τ.μ.. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται ότι η λεωφόρος διαμορφώθηκε με επιχωμάτωση της θάλασσας και άρχισε να κατασκευάζεται από το 1959 και είχε σχεδόν περατωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο 24-10-1962, 3) στη συνέχεια εκδόθηκε με αίτηση του ... και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης του Πρωτοδικείου ... η με αρ. 1446/1976 απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία καθορίστηκε συμπληρωματική οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα 390 τ.μ., ορίζοντας την αξία αυτών σε 11.000 δρχ/τ.μ. και για τα 101 τ.μ. και τα 26 τ.μ. σε 13.000 δρχ/τ.μ και 4) τέλος εκδόθηκε, μεταξύ των διαδόχων του ... και του ... (διαδόχου του ...), του Ιδρύματος ... και της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, η με αρ. 996Ν/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... περί επανακαθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος για τμήματα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου 30,80 τ.μ., 30,40 τ.μ., 27,60 τ.μ. και 10,25 τ.μ. που ορίστηκε σε 25.000 δρχ/τ.μ.. Ο ενάγων Δήμος ... παρακατέθεσε την οριστική αποζημίωση που καθόρισε η με αρ. 1446/1976 απόφαση του Εφετείου ... και για το εδαφικό τμήμα για το οποίο ήταν ο ίδιος υπόχρεος σε αποζημίωση, όπως προκύπτει από την με αρ. 10013/26-7-1979 πράξη κατάθεσης γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης της συμβολαιογράφου ... ..., ποσού 338.000 δρχ ήτοι για τα 26 τ.μ. που αφαιρέθηκαν από τα προσκυρωθέντα 127 τ.μ., το οποίο αποδόθηκε στους δικαιούχους (βλ. το από 16-7-1979 σημείωμα παρακαταθέσεως του τμηματάρχη κτηματολογίου Δ. Περιουσίας ...), όπως επίσης και η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της Ελλάδος για το ποσοστό συγκυριότητάς της (7/24) στο ακίνητο στο οποίο προσκυρώθηκε το εδαφικό τμήμα των 101,50 τ.μ. (βλ. γραμμάτιο παρακαταθήκης 225012/2-6-1977). Στην καταβολή όμως της ανάλογης καθορισθείσας με την ίδια απόφαση για το ποσοστό συγκυριότητάς του επί της υποχρέου ιδιοκτησίας ήτοι 17/24, αποζημίωσης δεν προέβη το ίδρυμα .... Μετά δε την άσκηση από τον ..., καταψηφιστικής αγωγής εναντίον του, εκδόθηκε η με αρ. 3129/1977 απόφαση που υποχρέωσε το ανωτέρω ίδρυμα να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.739.660 δρχ., το οποίο τελικά δεν καταβλήθηκε ούτε έλαβε χώρα πράξη εκτέλεσης της απόφασης. Επίσης δεν καταβλήθηκε το ποσό της οριστικής αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα 90 τ.μ. που ορίστηκε με την με αρ. 996Ν/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Στη συνέχεια, μετά τον προαναφερθέντα θάνατο του ..., οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι οι ήδη εναγόμενοι και η μητέρα τους ..., το έτος 1998 υπέβαλαν προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ..., την από 19-3-1998 αίτησή τους με την οποία ζητούσαν την άρση της απαλλοτρίωσης λόγω μη καταβολής της ορισθείσας αποζημίωσης κατά τα ανωτέρω. Η διοίκηση δεν απάντησε και κατά της σιωπηρής άρνησης αυτής προσέφυγαν στα διοικητικά δικαστήρια. Επί της παραπάνω προσφυγής, η οποία ασκήθηκε από τους εναγομένους και την ... κατά του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., χωρίς να κληθεί ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήμος ..., εκδόθηκε η με αρ. 2115/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου .... Η απόφαση αυτή ακύρωσε την σιωπηρή άρνηση της διοίκησης στην από 19-3-1998 αίτηση των εναγομένων για άρση της απαλλοτρίωσης, που επιβλήθηκε με την με αρ. 1326/1958 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως επί εκτάσεως 390 τ.μ. και 101 τ.μ. και με την 3222/1972 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού για έκταση 90 τ.μ., για το λόγο ότι δεν καταβλήθηκε η ορισθείσα από το αρμόδιο δικαστήριο, με τις με αρ. 704/1972 και 1446/1976 αποφάσεις καθώς και με την με αρ. 996Ν/1989 απόφαση, οριστική τιμή μονάδος, από κάποιους από τους υπόχρεους ιδιοκτήτες όμορων ιδιοκτησιών και δεν επήλθε η συντέλεση της απαλλοτρίωσης. Στη συνέχεια ανέπεμψε την υπόθεση στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... προκειμένου να αρθεί η ρυμοτομική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε σε βάρος της ιδιοκτησίας των αιτούντων. Κατά το στάδιο της ανάρτησης στοιχείων κτηματογράφησης και των προσωρινών κτηματολογικών πινάκων του Κτηματολογίου Δήμου ..., στα οποία ο τελευταίος είχε δηλώσει κυριότητα όλων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων σε ποσοστό 100%, οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής και ένσταση ενώπιον της Επιτροπής Ενστάσεων (άρθρα 6 και 7 του ν. 2308/95) με αίτημα το επίδικο ακίνητο ήτοι τμήματα των ανωτέρω απαλλοτριωθέντων εδαφικών τμημάτων των 390 τ.μ., των 72 τ.μ. και των 3,80 τ.μ., να καταχωρηθεί σε ποσοστό συγκυριότητας 17/48 στον καθένα από τους δύο, στηριζόμενοι στην με αρ. 2115/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ..., η οποία έγινε δεκτή. Η ένσταση έγινε δεκτή -βάσει της ανωτέρω άρσης της απαλλοτρίωσης με την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου- και δημιουργήθηκε ένα νέο γεωτεμάχιο, από τα τμήματα των ανωτέρω εδαφικών εκτάσεων, στο οποίο αποδόθηκε ο κτηματολογικός αριθμός ΚΑΕΚ 190448305020, εκτάσεως 426 τ.μ. και με συγκυρίους τους ... κατά 17/48, την ... κατά 17/48 και τον Δήμο ... κατά 7/24. Όμως η με αρ. 2115/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ..., η οποία είναι αμετάκλητη, δεν παράγει δεδικασμένο για τον ενάγοντα Δήμο ..., ο οποίος δεν ήταν διάδικος στην δίκη εκείνη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 197 ΚΔΔ, καθόσον η εν λόγω ακυρωτική και διαπλαστικού χαρακτήρα απόφαση, ισχύει έναντι όλων κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα (παρ. 1 του άρθρου 50 ΝΔ 170/1973 και παρ. 1 του άρθρου 56 του ΠΔ 34/1978 και 196 ΚΔΔ) μόνο για το ζήτημα διοικητικής φύσεως που έκρινε και το δικαστήριο τούτο εκτιμά ανελέγκτως, ως αποδεικτικό στοιχείο, το περιεχόμενο της απόφασης αυτής. Στην υπό κρίση υπόθεση, στην, ενώπιον του πολιτικού τούτου δικαστηρίου, ανοιγείσα δίκη, περί διορθώσεως της από 15-12-2015 πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου ... και αναγνωρίσεως της κτήσης της αποκλειστικής κυριότητος ακινήτου από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, με βάση τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης το έτος 1960, λόγω καταβολής της προσωρινής αποζημίωσης, ανακύπτει το ζήτημα της συντέλεσης ή μη της απαλλοτρίωσης που αποτελεί και το νομικό έρεισμα της κτήσης κυριότητας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου από τον ενάγοντα. Αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 2115/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ..., ήταν η συντέλεση ή όχι της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης κατά το έτος 2001, λόγω μη καταβολής, από μέρος των υποχρέων προς αποζημίωση ήτοι μέρους της οριστικής αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, που ορίσθηκε με τις με αρ. 704/1972, 1446/1976 και 996Ν/1989 δικαστικές αποφάσεις των αρμοδίων δικαστηρίων. Από το σκεπτικό όμως και το διατακτικό της παραπάνω δικαστικής απόφασης, αποδεικνύεται ότι το διοικητικό δικαστήριο για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση του περί μη συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, δεν έκρινε το ζήτημα της καταβολής ολόκληρης της προσωρινής αποζημίωσης το έτος 1960 από τον Δήμο ... και για λογαριασμό όλων των υποχρέων σε αποζημίωση, του απαλλοτριωθέντος εδαφικού τμήματος των 597,80 τ.μ. αλλά μόνο το γεγονός της, μετά την έκδοση της απόφασης ορισμού προσωρινής τιμής μονάδος και μετά την καταβολή αυτής, μη καταβολής της οριστικής τιμής μονάδος από κάποιους από τους υποχρέους σε αποζημίωση. Το γεγονός της καταβολής της πλήρους προσωρινής αποζημίωσης, δεν τέθηκε καθόλου υπόψη του δικαστηρίου από τους αιτούντες και δεν κρίθηκε οριστικά ούτε αναφέρθηκε σ' αυτό παρεμπιπτόντως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το παρόν πολιτικό δικαστήριο, δεν δεσμεύεται από τη κρίση του Διοικητικού Εφετείου όσον αφορά το ζήτημα της συντέλεσης ή όχι της απαλλοτρίωσης που κηρύχθηκε με την με αρ. 1326 /1958 Πράξη Εφαρμογής σχεδίου πόλεως, με την καταβολή της προσωρινής αποζημίωσης από τον ενδιαφερόμενο και υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήμο ... και πρέπει να ερευνήσει παρεμπιπτόντως, τον τρόπο και τον χρόνο συντέλεσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης καθόσον τούτο δεν απαγορεύεται από το νόμο και για το ζήτημα αυτό δεν εκδόθηκε απόφαση διοικητικού δικαστηρίου δικάζον ως ακυρωτικό. Η παρεμπίπτουσα δε έρευνα της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης καθίσταται αναγκαία καθόσον το νομικό έρεισμα της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής του ενάγοντος είναι η συντέλεση της εν λόγω απαλλοτρίωσης. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, από όλα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι για τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση και την τακτοποίηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος των 597,80 τ.μ. και αναλογισμού της αποζημίωσης αυτού εκδόθηκε η με αρ. 1326/1958 ΠΤΑΑ, στη συνέχεια ορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, με αίτηση του υπέρ ου η απαλλοτρίωση και κλήτευση του καθού ..., με την με αρ. 4/1960 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών .... Ο υπέρ ου η ρυμοτομική απαλλοτρίωση Δήμος ... κατέβαλε εμπρόθεσμα εντός δεκαοκτώ μηνών από την έκδοση της απόφασης καθορισμού αυτής (απόφαση με αρ. 4/18-1-1960 παρακατάθεση στις 31 Μαρτίου 1960, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο Φύλλο 41 του Τέταρτου Τεύχους στις 12 Απριλίου 1960 και επιδόθηκε στον ... στις 19-5-1960), το ποσό ολόκληρης της προσωρινής αποζημίωσης κατά εκτιθέμενα. Σημειωτέον ότι κατά το ν. 1731/1939 που ίσχυε κατά το χρόνο κήρυξης και συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, δεν υπήρχε πρόβλεψη χρόνου καταβολής της προσωρινής αποζημίωσης αλλά μόνο ότι εάν δεν καταβάλλονταν εντός πενταετίας μπορούσε να ανακληθεί η πράξη της απαλλοτρίωσης. Με την καταβολή της προσωρινής αποζημίωσης συντελέσθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο ΙΙβ νομική σκέψη και ως εκ τούτου την κυριότητα ολοκλήρου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εκτάσεως 597,80 τ.μ. απέκτησε, από το έτος 1960, το υπέρ ου η απαλλοτρίωση ΝΠΔΔ Δήμος ..., με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τη συντέλεση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ενώ η μη καταβολή της διαφοράς μεταξύ προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως ουδεμία έννομη συνέπεια έχει στην κατά τα ως άνω επέλευση της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης. Επομένως, την αποκλειστική κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, που καταχωρήθηκε στις 15-12-2015, στις πρώτες εγγραφές του Κτηματολογικού Γραφείου ..., με ΚΑΕΚ 190448305020/0/0, έκτασης 426 τ.μ. και βρίσκεται στη ... και επί της παραλιακής λεωφόρου ... αρ. 31Β, το οποίο αποτελείται από τμήματα της απαλλοτριωθείσας έκτασης των 597,80 τ.μ. και συγκεκριμένα από μέρος εδαφικών τμημάτων των 390 τ.μ., μέρος των 72 τ.μ. και των 3,80 τ.μ., που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά υπέρ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος λόγω ρυμοτομίας, με την με αρ. 1326/1958 Πράξη Τακτοποίησης και Αναλογισμού όπως αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια χωρίς μεταβολή των ορίων της απαλλοτρίωσης, κατά το χρόνο της καταχώρησής του (15-1-2015) στο Κτηματολόγιο, είχε αποκτήσει το ενάγον ΝΠΔΔ Δήμος .... Συνακόλουθα η ως άνω αρχική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου ..., που αφορά στο παραπάνω ακίνητο, και δη κατά ποσοστό 17/24, στο οποίο ανεγράφησαν οι εναγόμενοι, είναι ανακριβής και προσβάλλει το προαναφερόμενο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας που έχει το ενάγον επί του ακινήτου αυτού. .... Με βάση τα προεκτεθέντα, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή κατά την, από το παρόν Δικαστήριο, ερευνώμενη κύρια βάση αυτής ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και α) να αναγνωριστεί ότι αποκλειστικός κύριος, ήτοι κύριος και των 17/24 εξ αδιαιρέτου του με ΚΑΕΚ 190448305020/0/0 γεωτεμαχίου, έκτασης 426 τ.μ., κατά το κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών στις 15-12-2015, ήταν ο ενάγων Δήμος ..., με τίτλο (πρωτότυπης) κτήσης τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης το έτος 1960, β) να διαταχθεί η διόρθωση του κτηματολογικού φύλλου με ΚΑΕΚ 190448305020/0/0, ώστε να εγγραφεί ο Δ. Θ. ως κύριος και των 17/24 εξ αδιαιρέτου, του με ΚΑΕΚ 190448305020/0/0, γεωτεμαχίου (ήτοι αποκλειστικός κύριος ολοκλήρου γεωτεμαχίου αυτού), λόγω συντέλεσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. ....". Με τον μοναδικό κύριο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι με τη συγκεκριμένη (ως άνω) κύρια (και όχι παρεμπίπτουσα) διαγνωστική κρίση του περί συντελέσεως της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως και περί ελέγχου του περιεχομένου και του διαπλαστικού αποτελέσματος της υπ' αριθμ. 2115/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου ..., υπερέβη τη δικαιοδοσία του, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 20§1, 93§3, 94, 95 του Συντάγματος, π.δ. 18/1989, 1§1 περίπτ. στ' του ν. 702/1977, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 29§1 του ν. 2721/1999 και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 2944/2001, 1§2 της από 21.12.2001 π.ν.π., η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002, 11§4 του Κ.Α.Α.Α., 1, 2 του Κ.Πολ.Δ. και 196 του Κ.Δ.Δ. (ν. 2717/1999 "Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας"). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, συνεπώς, απορριπτέος αποβαίνει. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δεν έλεγξε το περιεχόμενο και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της υπ' αριθμ. 2115/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου ..., αλλά, αξιολογώντας το περιεχόμενο και το διατακτικό της, σε σχέση και με το λοιπό αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη του, και έχοντας υιοθετήσει ως ορθή την άποψη ότι είναι δυνατή κατά νόμο η τμηματική συντέλεση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως, έκρινε, ανεξαρτήτως των ενδεχομένως πλεοναστικών νομικών και λοιπών σκέψεών του, ότι η συντέλεση της απαλλοτριώσεως του ενδίκου εδαφικού τμήματος είχε ολοκληρωθεί και το δικαίωμα κυριότητάς του είχε μεταστεί στον αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος ...". Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 11§2 του ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 212/1975 και ίσχυαν πριν από την μεταβολή που επήλθε με το άρθρο 36 του ν. 1337/1983, οι οποίες προέβλεπαν ότι ανακαλούνται αυτοδικαίως οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις αν παρέλθει ορισμένος χρόνος από την κήρυξή τους χωρίς να καθορισθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και μάλιστα αν παρέλθει οκταετία, ως προς τις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται κατ' εφαρμογήν της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων, δεν έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 2 του ν. 212/1975, όπως αποδόθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7§§2 και 3 του ν. 653/1977, στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν κηρυχθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.δ. 797/1971, οι οποίες, συνεπώς, εξακολουθούν να διέπονται ως προς το θέμα αυτό από τις προϊσχύουσες διατάξεις. Εξάλλου, οι προηγούμενες του ν.δ. 797/1971 απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν σε εφαρμογή της νομοθεσίας για τα σχέδια πόλεων, μη καταλαμβανόμενες από τη νέα ρύθμιση του άρθρου 36 του ν. 1337/1983, το οποίο, όπως συνάγεται από τη διατύπωση του, δεν τις αφορά, δεν υπάγονται στον κανόνα του άρθρου 2§3 του προϊσχύοντος κ.ν. 1731/1939 (β.δ. της 29/30.04.1953), κατά τον οποίο αίρονται αυτοδικαίως οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν συντελέσθησαν με την καταβολή ή την παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της σχετικής πλήρους αποζημιώσεως. Διότι οι απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται κατά τη νομοθεσία για τα σχέδια πόλεων εξαιρέθηκαν ρητά από τον κανόνα αυτόν με το άρθρο 17 του α.ν. 2003/1939 και το άρθρο 43§4 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, κατά τα οποία ως προς τις απαλλοτριώσεις αυτές ισχύουν οι προϋφιστάμενες των ανωτέρω νόμων ειδικές διατάξεις. Τέτοιες διατάξεις, προκειμένου για απαλλοτριώσεις για την εφαρμογή σχεδίων πόλεων, είναι οι διαλαμβανόμενες στα άρθρα 1 και 2 του ν. 5269/1931 "περί αδειών οικοδομών των ρυμοτομουμένων ακινήτων", όπως αυθεντικώς ερμηνεύθησαν με τον ν. 1740/1951, που ορίζουν ότι, όταν παρέλθουν άπρακτες οι καθοριζόμενες με αυτές προθεσμίες για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, χορηγείται η ζητούμενη άδεια για επισκευή ή ανοικοδόμηση του για ρυμοτομία απαλλοτριωθέντος ακινήτου, χωρίς να αίρεται όμως αυτοδικαίως η για την εφαρμογή του σχεδίου επιβληθείσα απαλλοτρίωση και χωρίς να δημιουργείται η υποχρέωση της διοικητικής αρχής για την ανάκληση ή τροποποίηση του σχεδίου ρυμοτομίας για την άρση της απαλλοτριώσεως. Αλλά οι ανωτέρω απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν λόγω ρυμοτομίας, εφόσον μετά την κήρυξη τους διατηρούνται, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεση τους σύμφωνα με τον νόμο για μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, με τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα εύλογα όρια, με αποτέλεσμα να στερείται ο ιδιοκτήτης το δικαίωμα ελεύθερης διαθέσεως του ακινήτου κατά την πραγματική αξία του και ελεύθερης οικονομικής εκμεταλλεύσεως αυτού, αποτελούν οικονομικό και νομικό βάρος της ιδιοκτησίας, που έρχεται σε αντίθεση προς την συνταγματική προστασία αυτής. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει υποχρέωση της διοικήσεως να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση, την υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρεί το ότι για την άρση απαιτείται τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, για την οποία ο νόμος προβλέπει την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων, διότι η τροποποίηση προς τον σκοπό να αρθεί η απαλλοτρίωση είναι υποχρεωτική για την διοίκηση. Επομένως, ιδιοκτήτης ακινήτου που έχει ρυμοτομηθεί κατ' εφαρμογήν του σχεδίου πόλεως, εφόσον από την επιβολή της απαλλοτριώσεως παρήλθε μακρύ χρονικό διάστημα, κατά την διάρκεια του οποίου δεν συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση αυτή με την καταβολή ή την παρακατάθεση της οφειλομένης αποζημιώσεως, μπορεί να απευθυνθεί στη διοίκηση και να ζητήσει την άρση της απαλλοτριώσεως του ακινήτου του, γιατί η διατήρηση της στην περίπτωση αυτή προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις για την προστασία της ιδιοκτησίας (Α.Π. 1090/1999). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 3/2022, 2/2019, 6/2019, 7/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 εδάφ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (Ολ.Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. διατεινόμενοι ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 των Συνταγμάτων 1952 και 1975/1986/2001/2008/ 2019, 7 του α.ν. 1731/1939, 7 του ν.δ. 797/1971 και του ν. 2881/2001, 2§1, 32 - 35, 37, 46, 46 - 48 του ν.δ. της 17.07.1923 και του άρθρου 2 του ν. 5269/1931, εφόσον με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το ένδικο εδαφικό τμήμα έχει περιέλθει πρωτοτύπως στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος ...", αγνοώντας τη δεσμευτικότητα του διατακτικού της υπ' αριθμ. 2115/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου ..., επιπλέον δε διαλαμβάνοντας την παραδοχή ότι ουδέποτε καταβλήθηκε η δικαστικώς ορισθείσα αποζημίωση για το σύνολο της εκτάσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, άλλως δε διότι δεν διέλαβε την παραδοχή ότι καταβλήθηκε η δικαστικώς ορισθείσα αποζημίωση για το σύνολο της εκτάσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και αποβαίνει απορριπτέος. Συγκεκριμένα, το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο ... δεν αποφάνθηκε για την ισχύ της ένδικης ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως στο επίδικο ακίνητο (τμήμα ακινήτου) εφόσον αυτή (ένδικη ρυμοτομική απαλλοτρίωση) είχε συντελεσθεί σε παρελθόντα χρόνο και, επομένως, δεν ήταν αναγκαίο, κατά νόμο, να διαλάβει στο σκεπτικό του παραδοχή ότι καταβλήθηκε το σύνολο της αποζημιώσεως για ολόκληρο το ακίνητο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως άνω Δικαστήριο, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, ορθώς τις προπαρατεθείσες νομικές διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Από τις διατάξεις, εξάλλου, των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από τον σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποιήσεως του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στον χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής αποφάσεως που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως ή ενστάσεως συμψηφισμού όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 50§5 του π.δ. 18/1989, που κωδικοποίησε διατάξεις νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας, "Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο.", κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 197§§1 εδάφ. α' και 3 εδάφ. α' του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2717/1999), "1. Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το ουσιαστικό ή δικονομικό διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. .... 2. .... 3. Το αναφερόμενο στις προηγούμενες παραγράφους δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που διατέλεσαν διάδικοι, καθώς και αυτών που έγιναν, κατά τη διάρκρια της δίκης ή μετά το πέρας της, καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εκτείνεται δε και σε εκείνους από τους οποίους, σύμφωνα με το νόμο, μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης. ....". Δηλαδή οι παραπάνω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των διοικητικών εφετείων, όταν καταστούν απρόσβλητες, δημιουργούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον όμως για το διοικητικής φύσεως ζήτημα που το δικαστήριο έλυσε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για το κύρος της διοικητικής πράξεως (Ολ.Α.Π. 39/1988, Α.Π. 222/2018, Α.Π. 12/2016, Α.Π. 1286/2011, Α.Π. 302/2011). Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά τον νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για την ένδικη ρυμοτομική απαλλοτρίωση παρά την έκδοση της, αμετάκλητης πλέον, υπ' αριθμ. 2115/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου ..., άλλως δεν διέγνωσε ότι είναι ανύπαρκτη η έννομη σχέση εκ της απαλλοτριώσεως σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αριθμό 8 αυτού (εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε τον ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου από την απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου ...) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συναξιολόγησε το περιεχόμενο της άνω αποφάσεως με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο από την απόφαση αυτή και τούτο διότι το θέμα της συντελέσεως της ένδικης ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως για το επίδικο ακίνητο δεν κρίθηκε, ώστε να καλύπτεται από το δεδικασμένο. Εξάλλου, η κρίση αυτή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου είναι ορθή, αφού στηρίζεται σε αντιστοίχως ορθή ερμηνεία των προπαρατιθεμένων νομικών διατάξεων, σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι δυνατή η επέκταση της δεσμεύσεως από το δεδικασμένο σε τρίτον, ο οποίος δεν ήταν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προκαλούσα αυτό (δεδικασμένο) και δεν είναι δυνατή, κατά νόμο, η αξίωση της σχετικής παροχής από αυτό, όπως, εν προκειμένω, είναι ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος ...", για τον οποίο η ένδικη ρυμοτομική απαλλοτρίωση είχε τμηματικά συντελεστεί. Στα άρθρα 20§1, 93§1 και 94 του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα: "άρθρο 20§1 Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει.", "άρθρο 93§1 Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους." και "άρθρο 94 §1 Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. §2 Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. §3 Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. §4 Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκασστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει.". Περαιτέρω, στο άρθρο 6§1 της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε, όπως και το πρόσθετο σε αυτή πρωτόκολλο των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952, με το ν. δ. 53/19.09.1974 και μεταγλωττίσθηκε - αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το π. δ. 76/2022, ορίζονται τα ακόλουθα: "§1 Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης. Η απόφαση πρέπει να εκδοθεί δημόσια, η είσοδος όμως στην αίθουσα των συνεδριάσεων μπορεί να απαγορευτεί για τον Τύπο και το κοινό για όλη ή μέρος της διάρκειας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημόσιας τάξης ή της εθνικής ασφάλειας σε δημοκρατική κοινωνία, όταν αυτό ενδείκνυται από τα συμφέροντα των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή στον απολύτως αναγκαίο βαθμό που κρίνει το δικαστήριο, όταν η δημοσιότητα θα μπορούσε υπό ειδικές συνθήκες να βλάψει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.". Έτι περαιτέρω, στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (2007/C303/01), που διακηρύχθηκε στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 3671/2008, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 47 Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου - Κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του. Σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, παρέχεται δικαστική αρωγή, εφόσον η αρωγή αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη.". Τέλος, στο άρθρο 14§1 εδάφ. β' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου, που κυρώθηκαν με τον ν. 2462/1997, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 14§1 .... Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί με νόμο, το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, η οποία έχει απαγγελθεί εναντίον του, καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα. ....". Με το ανωτέρω άρθρο 6§1 της ως άνω από 4.11.1950 συμβάσεως, καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της, κατά τα ανωτέρω, δικαστικής προστασίας. Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ.Α.Π. 2/2008). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. του 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που παρατίθενται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, αφού στέρησε από αυτούς την αποτελεσματική δικαστική προστασία που εδικαιούντο. Συγκεκριμένα, διατείνονται ότι, με την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατέστη κατ' αποτέλεσμα ανεκτέλεστη η υπ' αριθμ. 2115/2001 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου ..., ενώ η εκτελεστότητα είναι ουσιώδες στοιχείο της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος αποβαίνει. Όπως ανωτέρω σημειώθηκε το διοικητικό Δικαστήριο, ανεξαρτήτως της γενικότητας στη διατύπωση του διατακτικού του, δεν έκρινε για την ήδη συντελεσθείσα εν μέρει ρυμοτομική απαλλοτρίωση του ενδίκου ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, εφόσον κάτι τέτοιο δεν ήταν κατά νόμο επιτρεπτό. Συνεπώς, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και το διοικητικό Δικαστήριο έκριναν επί διαφορετικών θεμάτων, πιθανή δυσμενής αντανακλαστική συνέπεια του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως στην εκτέλεση της αποφάσεως του διοικητικού Δικαστηρίου δεν καθιστά πάραυτα αναποτελεσματική την παροχή δικαστικής προστασίας στους αναιρεσείοντες. Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αναίρεση μετά των προσθέτων αυτής λόγων να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.), τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α., κατά το νόμιμο αίτημα αυτού. Θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα σ' αυτούς, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 281§2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", η οποία τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα είτε εις βάρος είτε υπέρ Ο.Τ.Α. (Α.Π. 738/2022) σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 57§1, 58§§3, 4α, 68§1 και 166 Παράρτημα Ι Β του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων". ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 05.05.2021 αίτηση μετά των από 10.02.2022 προσθέτων αυτής λόγων των ... για αναίρεση της, εκδοθείσης κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2205/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου .... Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει τα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α. εις βάρος των αναιρεσειόντων, ορίζει δε το ποσό αυτών σε πεντακόσια ευρώ (500,00€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις .... ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις ... Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ...